Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

Θάνος Μικρούτσικος: "Αυτό λέω..."



Αυτό λέω. Να προσπαθήσουμε με τα γραπτά μας, με τις δημόσιες παρεμβάσεις μας, με την Τέχνη μας να ξανακάνουμε γοητευτική την εικόνα του κόσμου που θέλουμε τελικά να πάμε. Γιατί είμαι σίγουρος, για όλους εσάς, ότι θέλουμε να πάμε σε μια κοινωνία που ο άνθρωπος θα αυτοπραγματωθεί. Το οφείλουμε στις επόμενες γενιές που έρχονται. Δεν θέλουμε έναν πλανήτη βάρβαρο. Δεν θέλουμε έναν πλανήτη έρημο. Θέλουμε μια κοινωνία που ο ψαράς θα γράφει ποιήματα και ο ποιητής θα ψαρεύει.
Θάνος Μικρούτσικος

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Το τελευταίο ποίημα του Βίκτορ Χάρα πριν δολοφονηθεί από τη χούντα του Πινοσέτ

Σου στέλνω μετάφραση του τελευταίου ποιήματος του Victor Jara, το οποίο έγραψε κρατούμενος στο Estadio Chile, λίγες μέρες πριν δολοφονηθεί από τη χούντα του Πινοσέτ. Σύμφωνα με τον συγκρατούμενο του, Boris Navia, δικηγόρο και κομμουνιστή μαχητή, το ποίημα το οποίο είχε βάλει στο σημειωματάριο του ο ίδιος ο Victor Jara αντιγράφηκε σε δύο πακέτα τσιγάρα τα οποία δόθηκαν σε ένα φοιτητή και ένα γιατρό οι οποίοι θα απελευθερώνονταν, ενώ τα πρωτότυπα τα έκρυψε στη σόλα του παπουτσιού του. Ο φοιτητής συνελήφθη με τους στίχους και βασανίστηκε όπως και ο Boris Navia, το άλλο αντίγραφο όμως φυγαδεύτηκε από το στάδιο την ίδια νύχτα. Το ποίημα φέρει δύο τίτλους, "Somos cinco mil" (Είμαστε πέντε χιλιάδες) ή  Estadio Chile (το Στάδιο της Χιλής).
Ειρήνη Φιλιππίδου






Somos cinco mil aquí
en esta pequeña parte la ciudad.
Somos cinco mil.
¿Cuántos somos en total
en las ciudades y en todo el país?
Sólo aquí,
diez mil manos que siembran
y hacen andar las fábricas
Cuánta humanidad
con hambre, frío, pánico, dolor,
presión moral, terror y locura.

Seis de los nuestros se perdieron
en el espacio de las estrellas.
Uno muerto, un golpeado como jamás creí
se podría golpear a un ser humano.
Los otros cuatro quisieron quitarse
todos los temores,
uno saltando al vacío,
otro golpeándose la cabeza contra un muro
pero todos con la mirada fija en la muerte.
¡Qué espanto produce el rostro del fascismo!
Llevan a cabo sus planes con precisión artera
sin importarles nada.
La sangre para ellos son medallas.
La matanza es un acto de heroísmo.
¿Es este el mundo que creaste, Dios mío?
¿Para esto tus siete días de asombro y de trabajo?
En estas cuatro murallas sólo existe un número
que no progresa.
Que lentamente querrá más la muerte.

Pero de pronto me golpea la consciencia
y veo esta marea sin latido
y veo el pulso de las máquinas
y los militares mostrando su rostro de matrona
llena de dulzura.
¿Y México, Cuba y el mundo?
¡Qué griten esta ignominia!
Somos diez mil manos
menos que no producen.
¿Cuántos somos en toda la patria?
La sangre del compañero Presidente
golpea más fuerte que bombas y metrallas.
Así golpeará nuestro puño nuevamente.



***


Είμαστε πέντε χιλιάδες εδώ
σ' αυτή τη μικρή γωνιά της πόλης.
Είμαστε πέντε χιλιάδες.
Πόσοι είμαστε συνολικά
στις πόλεις και σε ολόκληρη τη χώρα;
Μονάχα εδώ,
δέκα χιλιάδες χέρια που σπέρνουν
και λειτουργούν τα εργοστάσια.
Πόση ανθρωπότητα
με πείνα, κρύο, πανικό, πόνο,
 πίεση ηθική, τρομοκρατία και τρέλα.

Έξι από τους ανθρώπους μας χάθηκαν
στ' αστέρια
Ένας νεκρός, χτυπημένος όπως ποτέ δεν πίστευα
πως θα μπορούσε να χτυπηθεί ένας άνθρωπος.
Άλλοι τέσσερις θέλησαν να τερματίσουν τον τρόμο τους
μ' ένα άλμα στο κενό,
άλλος χτυπώντας το κεφάλι του σ' έναν τοίχο,
όμως όλοι με το βλέμμα τους σταθερά στο θάνατο.
Τι τρόμο προκαλεί το πρόσωπο του φασισμού!
Εκτελούν τα σχέδιά τους με πανούργα ακρίβεια
χωρίς να νοιάζονται για τίποτα
Το αίμα γι’ αυτούς είναι μετάλλια.
Η δολοφονία πράξη ηρωισμού.
Αυτός είναι ο κόσμος που δημιούργησες, Θεέ μου;
Γι’ αυτό οι επτά μέρες θαύματος και δουλειάς;
Σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους υπάρχει μόνο ένας αριθμός
που δεν εξελίσσεται
που σιγά-σιγά θα επιθυμεί όλο και περισσότερο το θάνατο.

Αλλά ξαφνικά η συνείδησή μου ξυπνά
και βλέπω αυτή την παλίρροια χωρίς καρδιοχτύπι
και βλέπω τον παλμό των μηχανών
και το στρατό να δείχνει το  πρόσωπο του
γεμάτο γλυκύτητα
Και το Μεξικό, η Κούβα και ο κόσμος;
Φωνάζουν μ’ αγανάκτηση!
Είμαστε δέκα χιλιάδες χέρια
που δεν μπορούν να παράγουν.
Πόσοι είμαστε σε ολόκληρη τη χώρα;
Το αίμα του συναδέλφου Προέδρου
χτυπάει πιο δυνατά από τις βόμβες και τα θραύσματα
Αυτό θα χτυπήσει ξανά τη γροθιά μας.

Victor Jara

Μετάφραση: Ειρήνη Φιλιππίδου

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος: Τσάμικο



Tσάμικο

Στην αγαπητή μου φίλη Μαργαρίτα
που μου άνοιξε τα μάτια
για να επισκεφτώ τη Νέα Υόρκη

Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα διά μέσου του Σωτήρη Kακίση στο σπίτι του, στην Αθήνα. Είπαμε πολλά για την Κύπρο, για τη γλώσσα και για τη μουσική. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η οξυδέρκεια της σκέψης του. Έπιανε πουλιά στον αέρα. Όταν του ανέφερα ότι τις προηγούμενες μέρες τα είχαμε πει με τον Φαληρέα, κατενθουσιάστηκε. Μάλιστα, με ρώτησε ποια ήταν η άποψη του Φαληρέα για την Κύπρο. Ο Φαληρέας ούτε κερδοσκοπούσε ούτε καιροσκοπούσε. Μόλις μπήκαμε στο Kυπριακό, μου είπε ευθέως: «Να ’ξηγούμαστε, εγώ είμαι παιδί της Eνώσεως». Περίπου τα ίδια μου είπε και ο Σαββόπουλος. Μάλιστα, μου είπε και ήταν φίλος με τον Pάμφο, τον Ψυρούκη, τον Kυριτσόπουλο και τον Kιάο της Ελευθεροτυπίας. Όλοι τους αριστερίζοντες, αλλά ενωτικοί. Και όλοι στην ομάδα που είχε διαγράψει το Κ.Κ.Ε. με αφορμή ένα άρθρο του Ψυρούκη για την Αυτοδιάθεση της Κύπρου.

Έκτοτε και σταδιακά γίναμε καλοί φίλοι. Όποτε ερχόταν στην Kύπρο, σπανίως έβγαινε εκτός «Aιγαίου». Πίναμε και κουβεντιάζαμε και γνώρισε πολλούς φίλους, όπως τον Σάββα Παύλου, τον Πασιαρδή, τον Προδρόμου, τον Μάικ τον γιατρό και πολλούς άλλους. Έζησα από κοντά όλες τις αγωνίες του κι όλη την απομόνωση που είχε υποστεί εκείνην την περίοδο. Κάναμε και δουλειές μαζί. Οργάνωσα μια εβδομάδα Σαββόπουλου στο περιβόητο «Αντωνάκης μπαρ», μια αίθουσα που άρεσε πολύ στον Σαββόπουλο. «H αίθουσα με τις χιλιάδες φιάλες», όπως λεγόταν. Εκεί, κάθε βράδυ, το κοινό τον αποθέωνε όταν τραγουδούσε το «H Κύπρος είναι ελληνική» και μετά το «Τσάμικο» με μερικές αλλαγές μετά το «Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό…» Γράψαμε κάτι στιχάκια για να ενσωματώσει κάποια κατεχόμενα χωριά μας και ο Σαββόπουλος τα βελτίωνε και τα τραγουδούσε κάθε βράδυ. Στο χωριό Λύση έλεγε: «Λύση, Λύση όχι του Mπούτρος Γκάλι, Λύση του Αυξεντίου», και ακόμη ακούω τα χειροκροτήματα. O ίδιος άνθρωπος είχε το θράσος, μετά από λίγα χρόνια, να υποστηρίξει ένα σχέδιο δέκα φορές χειρότερο απ’ αυτό του Γκάλι. Ευτυχώς που το «Τσάμικο» υπάρχει ηχογραφημένο, στην κυπριακή του εκδοχή, για να μην αμφιβάλλει κανείς. Το παίζει ο Λάζαρος τακτικά στην εκπομπή του.

To «Τσάμικο» άρεσε πολύ και στη Νέα Υόρκη. Έζησα από κοντά την περιοδεία του στην Αμερική. Έπαιζε στον «Θίασο», ένα κλαμπ/εστιατόριο στο Μανχάταν, κι εκεί, για αρκετές νύχτες, ο Σαββόπουλος έκανε Έλληνες και Αμερικάνους να χαίρονται πραγματικά και να απολαμβάνουν μιαν ολοκληρωμένη παράσταση, παρά τις δυσκολίες του χώρου και των συνθηκών. Στο αεροδρόμιο ήρθε να με παραλάβει ο Σαββόπουλος, όμως εγώ θα έμενα με μία φίλη μου που ζούσε χρόνια στη Νέα Υόρκη. Πήγα για λίγες μέρες κι έμεινα σχεδόν έναν μήνα. Κάθε βράδυ δεν χόρταινα το πρόγραμμα. O Σαββόπουλος έπαιζε κυρίως τον νέο του δίσκο «Mην πετάξεις τίποτα».

Παρ’ ότι στη Nέα Υόρκη θα μπορούσες να δεις ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους, εγώ προτίμησα τον Σαββόπουλο. Πήγα σ’ ένα δυο μοντέρνα θεατράκια, αλλά δεν φεντυπωσιάστηκα. Ούτε με εντυπωσίασαν τα μεγάλα θέατρα με τις φαντασμαγορικές παραγωγές που έπαιζαν για χρόνια. Είδαμε και τέτοια. Στους «Άθλιους», μάλιστα, τα σκηνικά και τα κοστούμια τα έκανε μια Κυπραία που, αν την έβλεπες κάπου έξω, σίγουρα θα έλεγες ότι έπλενε πιάτα σε κάποιο φτηνό εστιατόριο. Με εντυπωσίασε, όμως, η αρχοντιά της Nέας Yόρκης. Κάπως έτσι θα ήταν και η Κωνσταντινούπολη στην ακμή της. Κάπως έτσι επί τσάρου θα ήταν και η Αγία Πετρούπολη. Εκεί γνώρισα και τον Γαβρίλο, τον μακαρίτη, από τον Kάτω Δρυ, ψυχούλα με τέσσερις κόρες και τέσσερις γαμπρούς, όλοι να καπνίζουν horto (το χόρτο στα αμερικάνικα), πλάσματα όλα καλοκάγαθα και συντηρητικά.

Μια μέρα, ξυπνήσαμε κι ένα μέτρο χιόνι κάλυπτε όλη τη Nέα Υόρκη. Το βράδυ έγινε ένα θαύμα, φτάσαμε στον «Θίασο» χωρίς να εγκλωβιστούμε πουθενά. Χιόνιζε όπως δεν έχω δει πουθενά, και έχω ζήσει στο βόρειο ημισφαίριο. Κατέφτασαν εκεί και μια παρέα έξι ατόμων από το Σικάγο. Ο Δημήτρης, ο ιδιοκτήτης του κέντρου, προβληματιζόταν αν θα ανέβαλλε την παράσταση. Υπήρχε μία μόνο άλλη προκράτηση. O Σαββόπουλος επέμενε να γίνει η παράσταση και όλοι όσοι ήμαστε εκεί ζήσαμε ένα άλλο θαύμα. Έδωσε μια από τις καλύτερες παραστάσεις που έχω δει ποτέ. Επαγγελματίας ως το κόκαλο, δεν έκανε καμία έκπτωση, δεν άλλαξε ούτε ένα γιώτα από αυτά που έλεγε συνήθως ανάμεσα στα τραγούδια. Εκείνο το βράδυ ήμαστε δεκατέσσερα άτομα. Οι έξι μετανάστες του Σικάγο, τέσσερις Κύπριοι φοιτητές, ανάμεσά τους και το κατοχικό γατί, έτσι αποκαλούσε ο Σαββόπουλος μια λεπτή Κύπρια χορεύτρια, και δυο τρεις σκόρπιοι θαμώνες. Προς το τέλος, κατέφτασαν και μερικοί νέγροι μουσικοί που άλλαζαν βάρδιες με κάποιους συναδέλφους τους στα κέντρα της περιοχής. Αυτοί λάτρευαν τον Σαββόπουλο. Έρχονταν κάθε βράδυ ν’ ακούσουν τον Greek guy, όπως ακριβώς κάποιοι συνάδελφοί τους πριν πενήντα χρόνια πήγαιναν στα ελληνικά κέντρα της 7ης Λεωφόρου ν’ ακούσουν ελληνικά και βαλκανικά άσματα.


Στον «Θίασο» ο μάγειρας ήταν Χιώτης παλαιού τύπου. Τέτοιους δεν βρίσκεις πια. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο εκτός Ελλάδας οι Έλληνες έχουν τόπο καταγωγής και το δηλώνουν κιόλας. Στην Ελλάδα είναι όλοι Αθηναίοι και ντρέπονται για την καταγωγή τους. Στη Nέα Υόρκη οι Χιώτες, για παράδειγμα, είχαν για βασικό τους χαρακτηριστικό ότι ήταν γέννημα της Χίου. O Χιώτης, λοιπόν, έβγαινε από την κουζίνα του και καθόταν μαζί μας ν’ ακούσει κανένα τραγούδι. Συνέχεια μεμψιμοιρούσε που ο Σαββόπουλος δεν ήξερε νησιώτικα, που δεν ήξερε χιώτικα. O Σαββόπουλος τραγούδησε προς το τέλος μερικά νησιώτικα και ησύχασε κι ο καημένος ο Xιώτης.

Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος, Like A Rolling Stone, Λευκωσία: Εκδόσεις Αιγαίον / Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018, σελ. 150-152.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

1 αφίσα + 3 φωτογραφίες του Πάνου Τζαβέλλα


Αφίσα συναυλίας του Πάνου Τζαβέλλα στη Νυρεμβέργη





Ο Πάνος Τζαβέλλας με την κινηματογραφική Ευδοκία, Μαρία Βασιλείου





Πάνος Τζαβέλλας, Νατάσσα Παπαδοπούλου, Λεωνίδας Κύρκος





Ο Πάνος Τζαβέλλας με τον Μίκη Θεοδωράκη


Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2018

Μαρία Δημητριάδη: "Ο 'νόμος' της μπουάτ μάς αφαιρεί το καλλιτεχνικό επίπεδο της δουλειάς μας"




Ο χώρος «μπουάτ», όπου εξακολουθούμε να δουλεύουμε, διαμορφώθηκε έτσι με τον καιρό, που να αποκλείει και την πλήρη καλλιτεχνική μας έκφραση και την ουσιαστική μας επαφή με το κοινό. Πιο συγκεκριμένα: Η μπουάτ είναι μια καπιταλιστική επιχείρηση που σκοπό έχει το κέρδος και, κατά συνέπεια, καταφεύγει σε όλο και πολυτελέστερους χώρους, στη διαφήμιση και στη δημιουργία «σταρ» σε συνεργασία, βέβαια, με τις εταιρείες δίσκων. Τα υψηλά έξοδα αυτού του μηχανισμού καθορίζουν και την υψηλή τιμή του εισιτηρίου, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από αυτούς τους χώρους πολλοί εργαζόμενοι και φοιτητές. Από την άλλη μεριά, η χαμηλή καλλιτεχνική ποιότητα των προγραμμάτων μαζί με την ιδεολογία της «ψευτοαντίστασης» που πλασάρεται, απομάκρυναν άλλο ένα τμήμα του κοινού, το πιο ευαισθητοποιημένο.

Δουλεύουμε μέσα σ’ αυτό το σύστημα, σημαίνει πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τους νόμους του, όσο κι αν το θέλουμε. Έτσι, πολλές επιλογές μας δεν γίνονται με αυστηρά καλλιτεχνικά κριτήρια. Μας καθορίζει από τη μια μεριά η επιχείρηση και το γεγονός ότι πρέπει να επιβιώσει κι απ’ την άλλη οι απαιτήσεις του συγκεκριμένου κοινού, όπως διαμορφώθηκαν από τους παράγοντες που θίξαμε παραπάνω, αλλά και από το όλο πλέγμα σχέσεων της μουσικής ζωής του τόπου. Έτσι, δε βλέπουμε άλλη λύση από το να παρατήσουμε τη μπουάτ. Προσανατολιζόμαστε σε δύο κατευθύνσεις:

1. Σειρές πολιτιστικών εκδηλώσεων σε συνοικίες της Αθήνας, που θα γίνονται με πολύ χαμηλό εισιτήριο και σε συνεργασία με προοδευτικούς μορφωτικούς συλλόγους που υπάρχουν στις συνοικίες.

2. Δημιουργία ενός χώρου στο κέντρο της Αθήνας χωρίς επιχειρηματία, όπου κάθε νέος καλλιτέχνης θα μπορεί να δοκιμάζει τη δουλειά του. Θα δουλέψουμε χωρίς «σταρ» και ιθύνοντα νου, συλλογικά και δημοκρατικά, παρουσιάζοντας τραγούδια, σύγχρονη μουσική, μοντέρνα όπερα και μικτά θεάματα.

Μαρία Δημητριάδη
Αντί, τεύχος 5, 2 Νοεμβρίου 1974, σελ. 46.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2018

Κατερίνα Πολέμη: "Παρέα, η ζωή είναι πιο ωραία"

Πριν από πέντε χρόνια είχα την τύχη να συνομιλήσω με την Κατερίνα Πολέμη για τον Μετρονόμο, σε μια συνέντευξη που διαβάζετε ΕΔΩ. Από εκείνη την κουβέντα είχα βάλει στην άκρη για μελλοντική χρήση το ακόλουθο απόσπασμα, γιατί η κουβέντα είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη διαθέσιμη έκταση. Ιδού!





Τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή φαίνεται να έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη μας στη συλλογικότητα, στο «μαζί». Εσείς έχετε μια καλλιτεχνική ή άλλη παρέα;

Η συλλογικότητα είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα στον κόσμο - για τον άνθρωπο, για άλλα ζώα, για τα δέντρα, και πάει λέγοντας. Εγώ πιστεύω ότι «παρέα, η ζωή είναι πιο ωραία». Μαζί καταφέρνουμε να αγγίξουμε με μεγαλύτερη ταχύτητα μεγαλύτερη ουσία. Τώρα, έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη και παράλληλα εξελίχθηκε πολύ η τεχνολογία με αποτέλεσμα να μπορούμε πρακτικά και μόνοι μας να κάνουμε σχεδόν τα πάντα. Η τεχνολογία μας δίνει την γρηγοράδα αλλά η συλλογικότητα - έστω και μαζί με την τεχνολογία - μας δίνει την πραγματική μαγεία και ευφυΐα! Για να κάνει κάποιος κάτι με κάποιον άλλον αποτελεσματικά, πρέπει να μάθει να συνυπάρχει, να μαθαίνει κάθε μέρα πώς παίζεται το «παιχνίδι» της ομαδικότητας. Δεν είναι εύκολο και γι’ αυτό δεν επιλέγουν να το κάνουν πολλοί, αλλά είναι εφικτό με μεγάλη προσπάθεια και υπομονή στον εαυτό σου και στον άλλον. Εγώ έχω κάποιους ανθρώπους και συνεχίζω να ψάχνω επίσης - καλλιτέχνες και μη. Με συνεργασίες έχω γράψει κάποια από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια. Επιδιώκω να τους έχω στην ζωή μου γιατί με κάνουν καλύτερο άνθρωπο - και άρα και καλύτερη μουσικό.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

Για την "Ηχώ" της Κριστέλλας Δημητρίου



ΗΧΩ
Σαπφώ, Αλκαίος και άλλοι αρχαίοι Έλληνες ποιητές
Κριστέλλα Δημητρίου, Σωτήρης Κακίσης, Λιζέτα Καλημέρη
Polytropon, 2017

Ο άγνωστος «Χ» ανοίγοντας το CD και βάζοντας την «Ηχώ» στον player δεν ήταν φυσικά το ερμηνευτικό μέγεθος της Λιζέτας Καλημέρη, ούτε η ποιητική αξία των αρχαίων λυρικών ποιητών μας, ούτε η ικανότητα του Σωτήρη Κακίση να μεταφέρει τα νοήματα των αρχαίων στη γλώσσα που μιλάμε σήμερα. Όλα αυτά είναι γνωστά, παγιωμένα, και καταξιωμένα. Μοναχά το κομμάτι της σύνθεσης και της ενορχήστρωσης ήταν το άγνωστο, καθώς υπογράφεται από την Κριστέλλα Δημητρίου, το προηγούμενο έργο της οποίας πάνω στην Σαπφώ και τον Καβάφη δεν είχα γνωρίσει μέχρι τώρα.

Η «Ηχώ» είναι ό,τι πιο επεξεργασμένο και δουλεμένο μουσικά θα ακούσετε σε άλμπουμ της τρέχουσας «έντεχνης» παραγωγής – ένα κλασικής υφής μουσικό περιβάλλον που δένει εξαιρετικά με τον ποιητικό λόγο. Η εμπειρία της ακρόασης είναι πραγματικά αναζωογονητική, καθώς ξετυλίγονται οι εμπνευσμένες συνθέσεις της Δημητρίου, η μελωδική τρυφερότητα αλλά και το ρυθμικό νεύρο των δημιουργιών της (ακούστε το θαυμάσιο "Το κύμα"!), και η έμφαση στην ενορχηστρωτική λεπτομέρεια με ενδιαφέρουσες συνομιλίες πιάνου – βιολιού ή μαντολίνου – σαξοφώνου! Το πιάνο κυρίαρχο, επιτέλους, γιατί το κυρίαρχο μοντέλο του «παίρνω την κιθάρα μου και τραγουδάω» έχει βρει προ πολλού τοίχο και γιατί υπάρχει ζωή και πέρα απ’ αυτό.







Το μεγάλο κατόρθωμα της Δημητρίου δεν είναι όμως κάποια μεμονωμένη σύνθεση ή ενορχηστρωτική επιλογή της. Το μεγάλο κατόρθωμα είναι η θαυμαστή υφολογική ενότητα του δίσκου – φεύγεις από την ακρόαση όχι έχοντας ακούσει το ένα ή το άλλο τραγούδι, αλλά έχοντας ενταχθεί σε ένα ιδιαίτερο ηχητικό και μουσικο-ποιητικό σύμπαν. Προσπάθησε, αγαπημένη μου αναγνώστρια, να σκεφτείς την τελευταία φορά που αντιμετώπισες ένα CD σαν ενιαίο σύνολο και όχι σαν άθροισμα τραγουδιών, για να καταλάβεις την αξία αυτού του επιτεύγματος.

Μόνη μου παρατήρηση, σε επίπεδο ερμηνείας, είναι ότι η φωνή της Δημητρίου – που επιλέγει να τραγουδήσει τη «Διδύμη» - έχει μια ενδιαφέρουσα χροιά αλλά και ένα έντονα ένρινο στοιχείο που στο συγκεκριμένο τραγούδι κυριαρχεί. Επίσης, αχρείαστη θεωρώ τη συμμετοχή του Αλκίνοου Ιωαννίδη. Υποθέτω ότι η επιλογή του για να τραγουδήσει το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου στόχο είχε να προσθέσει την ανεμελιά και την ελαφρότητα των στίχων, αλλά φοβάμαι πως ό,τι και να δώσεις στον Ιωαννίδη να τραγουδήσει, θα ακουστεί ο ίδιος στόμφος, ο τόσος ξένος προς την ουσία κάποιων τραγουδιών. Αυτά τα δύο τραγούδια, λοιπόν, τη «Διδύμη» και την «Ηχώ» με την ερμηνεία της Λιζέτας Καλημέρη θα τα ήθελα κι αυτά, και ουδεμία άλλη απαίτηση έχω.

Περιττό να πούμε, τελειώνοντας, ότι η ρυθμική ακρίβεια των μεταφράσεων της αρχαίας ελληνικής ποίησης από τον Κακίση είναι ένα εκ των θεμελίων του έργου, κάνοντας πιο εύκολη τη ζωή της μελοποιού. Το καλαίσθητο βιβλιαράκι, εικονογραφημένο με μοτίβα ζωγραφικών έργων της Δημητρίου, περιέχει όλα τα ποιήματα του δίσκου, και μια ανάγνωση στα γρήγορα επιβεβαιώνει τον μέσα τους ρυθμό – πολύτιμη πρώτη ύλη που αναδεικνύεται και εξελίσσεται περίτεχνα από την ταλαντούχα συνθέτρια.

ηρ.οικ.




Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Τα Λαδάδικα του Θωμά Κοροβίνη




(…)
Μια νύχτα, Μάη του ’95, πέρασα ξανά απ’ τα Λαδάδικα. Γίνεται κι εδώ ό,τι έγινε και στην Πόλη. Πριν από λίγα χρόνια οι τούρκικες μαφίες ανατίναξαν σχεδόν εξ ολοκλήρου την ιστορική γέφυρα του Γαλατά, που στις αυθεντικές ταβέρνες της φώλιαζαν για έναν αιώνα τα κατατρεγμένα γιαβράκια και οι σεβνταλήδες Ανατολίτες της εσωτερικής μετανάστευσης, καθώς κι οι σπαρταριστές λαϊκές κομπανίες του δρόμου. Στη θέση της έστησαν μια καινούργια υπερσύγχρονη γέφυρα κι από κάτω της θα χτίσουν μεγάλα τουριστικά μαγαζιά και ρεστωράν για να αρπάζουν εσαεί τον αλλοδαπό και ντόπιο παρά προσφέροντας στους μπουρζουάδες πελάτες τους προκάτ φολκλορικά γλέντια.

Έτσι και στα δικά μας Λαδάδικα. Μια φρενίτις κομψευόμενου αγοραίου κόσμου. Νεοφώτιστοι της ρεμπετολαγνείας. Μεγαλοπιασμένοι βιοτέχνες, ατσαλάκωτα τεκνά, μισοξεβράκωτες πουτανίτσες του δήθεν ξαλού κόσμου, φάτσες δανεικές και αδιάβροχες. Αναβιώνει στη συμπρωτεύουσα η παρακμή της αθηναϊκής Πλάκας. Στη θέση των νοσταλγικών μπουάτ, ρεμπετοφανή και νεολαϊκά γκαρίσματα ανάμεικτα με τέκνο-μιούζικ. Αντί για συρτάκι-σόου με greek style ευζωνάκια, θα κουβαλήσουν, ίσως ανοιχτόχρωμες κοπέλες του Γιδά, κορίτσια απ’ το Ρουμλούκι, με μακεδονίτικες φορεσιές να χορεύουν χασαποσέρβικο.

Αργότερα θα ανακαλυφτούν άλλα – άλλοτε πλούσια και ανθηρά βοσκοτόπια – που θα καθιερωθούν ως μάντρες για τα καινούργια ξεσαλωμένα κοπάδια, που πάσχουν από ψυχική στειρότητα, από ερωτικό ευνουχισμό και άλλες συναφείς ασθένειες. Θα χτιστούν παγερά διασκεδαστήρια και καμουφλαρισμένα εκμαυλιστήρια πάνω στους επτασφράγιστους τάφους της αμαρτίας, που βρομοκοπούσε ανθρωπίλα και καθαρή ηδονή.
(...)

Θωμάς Κοροβίνης, Κανάλ Ντ’ Αμούρ: Αφήγημα για το ερωτικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης του ’80, Αθήνα: Άγρα, 1996, σελ. 56-58






Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Στον χορό των αρχαγγέλων





Στον χορό των αρχαγγέλων
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία: Γεράσιμος Ανδρεάτος
Δίσκος: "Ανα-γέννηση: Κρήτη ανάμεσα σε Βενετιά και Πόλη"


Στο χορό των αρχαγγέλων
μια παλιά αποκριά
που ευλογήθηκε το γέλιο
και του κόσμου η μαστοριά
τρώγαν για ψωμί διαμάντια
και ρουμπίνια και χρυσό
κι απ’ τα σύννεφα κομμάτια
για κρασί και για νερό

Στο χορό των αρχαγγέλων
μιαν αποκριά
σβήσαν τα πολύφωτα
κι άναψε το τίποτα
κι έτσι μπήκαν δαίμονες
απ’ τη μια μεριά

Στο χορό των αρχαγγέλων
μια γιορτή κι αποκριά
ρίξαν στους λαχνούς το γέλιο
το φιλί στη ζυγαριά
και ντυθήκαν μασκαράδες
με τις μάσκες του ληστή
και μονάχα τότε είδαν
άνθρωπος το τι εστί

Στο χορό των αρχαγγέλων
μιαν αποκριά
σβήσαν τα πολύφωτα
κι άναψε το τίποτα
κι έτσι μπήκαν δαίμονες
απ’ τη μια μεριά

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Τρία τραγούδια του Γιώργου Σταυριανού

Το αγαπημένο μου του Σταυριανού, κι άλλα δύο, από το κανάλι των Μ.Π. στο youtube. Μη μου πείτε ότι δεν σας έλειπαν!






Αποχαιρετισμός

Στίχοι - μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Ερμηνεία: Αργύρης Κούκας
Δίσκος: Δέκα παιδικοί καϋμοί

Πέρσι ήσουν σύννεφο
φέτος έγινες βροχή
πέρσι ήσουν σύννεφο
φέτος έγινες βροχή
χθες ήσουν ψίθυρος
σήμερα έγινες φωνή

Αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει αγκαλιά
γλυκές γοργόνες και αλκυόνες
θα σου δίνουνε φιλιά
αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει στ’ ανοιχτά
και θ’ απομείνω έρημο κρίνο
μέσα στην αποθυμιά.

Πέρσι ήσουν ψίθυρος
φέτος έγινες φωνή
πέρσι ήσουν ψίθυρος
φέτος έγινες φωνή
χθες ήσουν όνειρο
σήμερα έγινες πληγή

Αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει αγκαλιά
γλυκές γοργόνες και αλκυόνες
θα σου δίνουνε φιλιά
αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει στ’ ανοιχτά
και θ’ απομείνω έρημο κρίνο
μέσα στην αποθυμιά

Θα γίνεις πέρασμα
για ταξίδι μακρινό
θα γίνεις πέρασμα
για ταξίδι μακρινό
στου χρόνου τ’ άγγιγμα
καλοκαίρι μου ζεστό

Αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει αγκαλιά
γλυκές γοργόνες και αλκυόνες
θα σου δίνουνε φιλιά
αύριο πάλι το μαϊστράλι
θα σε πάρει στ’ ανοιχτά
και θ’ απομείνω έρημο κρίνο
μέσα στην αποθυμιά







Κλείσε τις πόρτες
Στίχοι - μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Ερμηνεία: Μαρία Κανελλοπούλου
Δίσκος: Οι φόβοι του μεσημεριού

Κλείσε τις πόρτες, φεύγει η ζωή μου
τα χνάρια μου τα σβήνει ο καιρός
απομεινάρια άδολης μνήμης
που γυροφέρνει άγριος θεός

Κλείσε τις πόρτες να δω το κορμί μου
στο φως της νύχτας το πιο απατηλό
η αγάπη γίνηκε πύρινος κόσμος
και ένα τραγούδι αρχίζει τρελό

Σαν η προσπάθεια γίνεται μοίρα
και η αγάπη λιποθυμιά
φωνάζω "στάσου" και δες τι πήρα
πέφτει το βράδυ και φως πουθενά








Άγνωστη μοίρα μου
Στίχοι - μουσική: Γιώργος Σταυριανός
Ερμηνεία: Κατερίνα Βλάχου

Δίσκος: Το χρώμα της μνήμης

Άπληστος ουρανός φέρνει ξαστεριά
ακούραστος θεός πάνω σου αγρυπνά
κύματα φτερωτά σκάνε στην αυγή
κι εγώ τραβώ κουπιά γι' άγνωστη ακτή

Άγνωστη μοίρα μου, ανηφοριές
άχρηστη πείρα μου από το χθες
ξεκινώ και μετρώ τις ερημιές
και μακριά μου πετώ τις αποσκευές

Το σώμα μούλιασε μέσα στα νερά
μέσα μου φώτισε άγρια χαρά
δεν θέλω συμβουλές κι ούτε πλαίσιο
έχουν κι οι αναποδιές τέλος αίσιο



Άγνωστη μοίρα μου, ανηφοριές
άχρηστη πείρα μου από το χθες
ξεκινώ και μετρώ τις ερημιές
και μακριά μου πετώ τις αποσκευές

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας για τον Μάνο Ελευθερίου





Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας για τον Μάνο Ελευθερίου: «Ήρθαν τα ποιήματα του Μάνου κι ήταν φώτα στην ομίχλη…»



(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ. Μεγάλο ευχαριστώ στον Γκαϊφύλλια που είναι πάντα εκεί με τα ωραία κείμενά του και τα ακόμα ωραιότερα τραγούδια του, ηρ.οικ.)


Στα τέλη του70, με το απολυτήριο του στρατού στο χέρι, κατέβηκα στην Αθήνα για να συνεχίσω αυτό που τόσο βίαια είχα διακόψει για να υπηρετήσω την πατρίδα: το τραγούδι. Τους πρώτους μήνες της θητείας μου είχε κυκλοφορήσει ο πρώτος μου δίσκος (45άρι με τέσσερα τραγούδια) αλλά εγώ δε μπορούσα να τον χαρώ, ούτε να τον υποστηρίξω. Πότε-πότε, εκεί στα φυλάκια της Αλβανίας, με άκουγα από το ραδιόφωνο και μελαγχολούσα.

Πολίτης πια, με μια κιθάρα και πολλά όνειρα, ξεκίνησα να τραγουδώ στην ιστορική μπουάτ «Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη. Ο Αργύρης με παρουσίασε στον κόσμο του και με σύστησε στους φίλους του που ήταν άνθρωποι ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί, όπως και ο ίδιος. Ένας από αυτούς ήταν και ο Μάνος Ελευθερίου. Ερχόταν σχεδόν κάθε βράδυ και ήταν πάντα ευγενής, αδιόρατα σαρκαστικός και εξόχως ευχάριστος. Εγώ δεν είχα ιδέα για το έργο του ώσπου κάποια στιγμή μου έφερε μερικά ποιήματά του και μου είπε πως θα ήθελε πολύ να με ακούσει να τα τραγουδώ. Ήταν η «Ατέλειωτη εκδρομή», η «Γνωριμία» και οι «Κιθάρες των νερών».






Αυτή η χειρονομία του Μάνου ήταν καθοριστική για μένα. Εκείνο τον καιρό, σχεδόν με αγωνία, έψαχνα μια ταυτότητα κι ένα τρόπο έκφρασης, και τότε ακριβώς ήρθαν τα ποιήματα του Μάνου και ήταν φώτα στην ομίχλη. Αργότερα συνειδητοποίησα πόσο τυχερός ήμουν τότε που κράτησα στα χέρια μου ολοζώντανη και παρθένα ποίηση και πόσο βαθιά επηρεάστηκα από τη σκέψη και τη γραφή του Μάνου. Δε χόρταινα να τα διαβάζω και δειλά-δειλά άρχισα να μπαίνω σ' έναν άλλο κόσμο: στο σύμπαν του Μάνου. «Γαλάζια πεύκα τρέχουν στο μυαλό μου, σε τούτη την αξέχαστη εκδρομή...», «Μαλαματένια λέπια είχε το σώμα σου κι έτσι από τότε πιάστηκα και δέθηκα...», «Κιθάρα που κρατάς το φως μου, το σώμα σου μεγάλο και γυμνό, στους τοίχους του μεγάλου μέλλοντός μου, καρφώνω λόγια σ’ άδειο ουρανό...».

Τα μελοποίησα με ενθουσιασμό και, καθώς είχε τελειώσει ο χειμώνας του ’71, άρχισα να τα τραγουδώ στην ταράτσα της μπουάτ «Μεταξύ μας» δίπλα στη Μαρίζα Κωχ. Με μεγάλη ικανοποίηση έβλεπα την αποδοχή που είχαν τα συγκεκριμένα τραγούδια από το κοινό και επάνω τους άρχισα να κτίζω το προφίλ μου σαν τραγουδοποιός. Στις ζωντανές εμφανίσεις τα τραγουδούσα χωρίς προβλήματα και μάλιστα ο κόσμος τα είχε μάθει και τα περίμενε.

Στη δισκογραφία όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οι καραβανάδες θεωρούσαν πως έθιγαν τα χρηστά ήθη της εποχής και φυσικά τα απαγόρευαν. Όταν επιτέλους απαλλαχτήκαμε από την ανόητη λογοκρισία και τους ανόητους λογοκριτές, μέσα στο πρώτο μεγάλο κύμα των ελεύθερων πια παραγωγών, ήταν και το LP «Η ατέλειωτη εκδρομή» (MINOS 1975). Ένας δίσκος που με τη βαριά υπογραφή του Μάνου Ελευθερίου με σημάδεψε για όλη μου τη ζωή.

Τελευταία φορά τον είδα πριν χρόνια στο θέατρο του Λυκαβηττού. Ήμουν επάνω στη σκηνή και τον καλωσόρισα, καθώς μπήκε, με μια ευχή: «Μάνο, να είσαι γερός στο σώμα και στο πνεύμα για να μπορείς να γράφεις. ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ».
Θανάσης Γκαϊφύλλιας





Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Εξαρτημένος από έρωτα: Ο Άλκης Αλκαίος στο "Όσο κρατάει ένας καφές"





Εξαρτημένος από έρωτα

Ο Άλκης Αλκαίος στο «Όσο κρατάει ένας καφές»



του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Ο δίσκος «Όσο κρατάει ένας καφές» μοιάζει σαν περίπου αποκηρυγμένος στη δισκογραφία του Θάνου Μικρούτσικου. Με εξαίρεση το τραγούδι «Άρλεκιν» που ερμηνεύει ο ίδιος ο συνθέτης και το «Μια παλιά φωτογραφία» που συμπεριλήφθηκε στον δίσκο «Στου αιώνα την παράγκα» σε ερμηνεία Δημήτρη Μητροπάνου, ο υπόλοιπος δίσκος μπήκε σ’ ένα είδος ραδιοφωνικού και συναυλιακού εμπάργκο που - το μόνο σίγουρο - δεν ανταποκρίνεται στην αισθητική αξία του έργου.

Ένας λόγος ίσως είναι το γεγονός ότι ο συνθέτης ποτέ δεν ένιωσε «δικό του» και εντός κλίματος τον ερμηνευτή, τον Διονύση Θεοδόση. Μιλώντας για το υπόβαθρο της συνεργασίας τους, ο Μικρούτσικος έχει αναφέρει τα εξής: «Η απόφαση να συνεργαστώ μαζί με το Διονύση δεν ήταν δική μου και δεν ήταν δική μου για τον εξής και μόνο λόγο. Εγώ είχα κάνει τότε ένα δίσκο με τη Χαρούλα (Αλεξίου), το «Η αγάπη είναι ζάλη» (1986) κι ένα με το Βασίλη (Παπακωνσταντίνου), το «Όλα από χέρι καμένα» (1988). Και, γενικά, κινιόμουνα σε κείμενα που απαιτούσαν μια άλλη αντιμετώπιση από τον τραγουδιστή. Ο Θεοδόσης – τον είχα ακούσει – ήταν ένας πολύ καλός τραγουδιστής, αλλά με μια ατσαλάκωτη ευγένεια, που εγώ - τουλάχιστον σε μένα - την ήθελα τσαλακωμένη» (1). Ίσως και να μην έχει τελείως άδικο ο Μικρούτσικος, εάν π.χ. αντιπαραβάλλουμε τις ερμηνείες του Θεοδόση με τη «βρώμικη» και πολύ πιο βιωματική κατάθεση του Βλάση Μπονάτσου στην πρώτη εκτέλεση του «Τις νύχτες που κυκλοφορώ» από την θεατρική παράσταση «Βίκτωρ & Βικτώρια». Αλλά ίσως και να έχει εν τέλει άδικο, διότι ο εύθραυστος Θεοδόσης κατέληξε να «κλειδώσει» με θαυμαστό τρόπο, ερμηνευτικά, με τη μελωδική και ποιητική ευαισθησία του έργου.

Παράπλευρη απώλεια της περιθωριοποίησης του δίσκου υπήρξε η αντίληψή μας για τον Άλκη Αλκαίο, ο οποίος έδωσε στίχους σε 11 τραγούδια (το «Άρλεκιν» υπογράφει ο Κώστας Τριπολίτης και το «Τις νύχτες που κυκλοφορώ» ο Γιώργος Παυριανός). Γιατί; Γιατί στον δίσκο αυτό κορυφώνεται, όπως θα υποστηρίξει το σύντομο αυτό σημείωμα, ο τρομακτικός, καθηλωτικός λυρισμός του Αλκαίου. Το «Όσο κρατάει ένας καφές» είναι, με άλλα λόγια, απαραίτητο εφόδιο για να κατανοήσουμε στην πλήρη της νοηματική και συναισθηματική έκταση την τέχνη του.

Δεν είναι ότι η κοινωνία δεν μπαίνει μέσα στο δίσκο. Η εμφανέστερη εκδήλωσή της βρίσκεται στο «Με το πλοίο του Φελίνι»: «Κανονικά χτυπάς την κάρτα στη δουλειά σου / μια μηχανή σε πρακτορεύει εφτά με τρεις» και «στάζουνε σούρουπο στα ντοκ οι ναυτεργάτες / συνωστισμός στα καφενεία κι ερημιά». Αλλά το κοινωνικό στοιχείο μπαίνει μοναχά από τις γρίλιες, από τις χαραμάδες, σ’ ένα δωμάτιο κυριαρχημένο από το απόλυτο ερωτικό συναίσθημα και την απώλεια.

Αφετηρία της προβληματικής του Αλκαίου στο «Όσο κρατάει ένας καφές» είναι ο ερωτευμένος άνθρωπος που ζητά και, σπανιότερα, απαιτεί μέσα σε μια σχέση λατρευτική, σχεδόν θρησκευτική. Όλο αυτό δημιουργεί μια αίσθηση κατάνυξης - ο δημιουργός ξεγυμνώνεται και μαζί του αναγκάζεσαι κι εσύ να μείνεις ολόγυμνος και μόνος. Αλλά περιέργως, παρόλο που στην ερωτική κατάσταση του Αλκαίου το υποκείμενο είναι ευάλωτο, εκπέμπει ταυτόχρονα μια δύναμη, μια ατρόμητη επιθυμία, ακριβώς γιατί θέλει να τροφοδοτηθεί από τον έρωτα και όχι να τον αποφύγει ή να προστατευθεί απ’ αυτόν. Τα έχει χάσει όλα, και την ίδια στιγμή τα ξαναδίνει όλα για να βιώσει εκ νέου αυτό το συναίσθημα. Υπό αυτή την έννοια, η κατάσταση του Αλκαίου είναι η εξάρτηση στην απόλυτή της μορφή· εξάρτηση από έρωτα.

Αξίζει να κάνουμε σύντομες στάσεις σε κάποια μεμονωμένα τραγούδια του δίσκου. Πρώτα και πάνω απ’ όλα, στέκει το «Μια παλιά φωτογραφία». Δύσκολα βρίσκει κάποιος τραγούδι που να συνοψίζει τόσο τέλεια τη γλυκύτητα και την πικρία του έρωτα μαζί, με τις δύο αυτές ιδιότητες ενωμένες και αξεχώριστες. Η φωτογραφία γίνεται μια δεύτερη παράλληλη σκηνή [«αγκαλιά στη θάλασσα»] πλάι στην τρέχουσα δράση, στο σκίσιμο της φωτογραφίας [«χθες την έκανα κομμάτια»], αλλά μην νομίσετε ότι το σκίσιμο σηματοδοτεί και κάποια τελεσίδικη απόφαση. «Όσες φορές μ’ έχεις φιλήσει / τόσες φορές σταυρώθηκα» - πολλές οι φορές της σταύρωσης, όχι μία, και άρα η αντίφαση μένει ζωντανή και άλυτη. Ο Αλκαίος αποχωρίζεται τη φωτογραφία αλλά μένει έρμαιο της ερωτικής αυτοκαταστροφής, δεν του είναι κάτι ευχάριστο αλλά επιστρέφει σ’ αυτό. Και αυτός είναι κι ο λόγος που τελικά αυτό που καταστρέφεται είναι το οπτικό ερέθισμα [«να μη βλέπουνε τα μάτια / πόσα χρόνια χάλασα»] και όχι το ίδιο το φορτίο.







Ενδεικτικό του ερωτικού αισθήματος του Αλκαίου είναι και το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου. Εδώ ο Αλκαίος βρίσκεται στην πιο απροστάτευτη, την πιο εκτεθειμένη και εύθραυστη εκδοχή του, και αυτό που γράφει είναι μια ατέλειωτη παράκληση σε δεύτερο ενικό και προστακτική: «μην μ’ αφήνεις μόνο», «μείνε ακόμα λίγο», «κράτησέ με αν θες». Κι όμως! Δεν είναι η προστακτική του εξυπνάκια εδώ, αυτού που είναι από πάνω και δίνει συμβουλές αλά γκουρού [χρειάζεται να πούμε πόσο πολύ μας έχει μπουκώσει με αυτή την προστακτική της αλαζονείας το τωρινό τραγούδι;] αλλά η προστακτική της παράκλησης, αυτού που θέλει και ζητάει και αφήνεται τσαλακώνοντας το είναι του. Και δεν φοβάται να πληγωθεί κι άλλο, να εκτεθεί κι άλλο, να τα παίξει όλα ή τίποτα για εκείνη τη γνωστή και τόσο παράλογη ελπίδα: «κι ύστερα πες μου ‘γεια’ και πως θα ’ρθεις ξανά».

Το τραγούδι «Χίμαιρα» αποκαλύπτει μια άλλη πτυχή του κατά Αλκαίον ερωτικού συναισθήματος. Εδώ ο στιχουργός τραβάει το πέπλο από τον έρωτα και μας τον δείχνει στην πραγματική του διάσταση: ουτοπικός, απωθημένος, άπιαστος, απόλυτος. Η κατάσταση του έρωτα εξισώνεται με την ψευδαίσθηση: «κάτι σαν μύθο ή κιβωτό / μια αυταπάτη για να ζω / απόψε χάρισέ μου». Ταυτόχρονα, για τον Αλκαίο το να νοιώσεις γίνεται συνώνυμο του να ζεις. Ο έρωτας, δηλαδή, αναδεικνύεται σε ζωτικό συναίσθημα - αλλιώς δεν θα έγραφε ο στιχουργός το συγκλονιστικό «να ’χει η ζωή μου η φευγάτη / κι αυτή να κυνηγάει κάτι / τ’ απομεσήμερα». Το κυνήγι του ερωτικού αντικειμένου γίνεται εδώ όρος επιβίωσης· ούτε καριέρα, ούτε οικιακές συσκευές και καινούργιο αμάξι, μοναχά έρωτας.

Τέταρτη και τελευταία στάση στον δίσκο είναι το «Εξπρές». Θέλει πολλή προσπάθεια για να βρεις περιγραφή του ερωτικού πάθους και της παραζάλης που να είναι αντάξια αυτής που παρατίθεται εδώ. «Μες στη ζωή μου μπήκες σαν κομήτης / και ο έρωτας σου μάχη αιματηρή / τα χείλη σου ήταν κόκκινο πανί / κι η αγκαλιά σου αρένα της Μαδρίτης». Τι γράφει επιτέλους ο άνθρωπος! Πόσο ακριβής η αποτύπωση της ερωτικής μέθης! Στο «Εξπρές» η κατάσταση μεταξύ του υποκειμένου και του αντικειμένου είναι πιο ισορροπημένη - υπάρχει τόσο το «εσύ» όσο και το «εγώ», τόσο ο πρώτος ενικός όσο και ο δεύτερος ενικός, χωρίς το ένα να υπερκαλύπτει το άλλο. Αυτή η σχετική ισορροπία επιτρέπει στο τραγούδι να αναδείξει την κατάσταση του έρωτα, τον πανικό του, και όχι τους συμμετέχοντες σε αυτή την κατάσταση και το τι μπορεί να θέλουν ή να παθαίνουν. Και εν τέλει ο στιχουργός μένει πιστός στον έρωτα και παρασύρεται ξανά απ’ αυτόν: «μια άλλη που σου μοιάζει μου γελά / και με καλεί σ’ ένα τρελό μεθύσι».

Γενικά, ο Αλκαίος εξυψώνει τόσο το αντικείμενο όσο και την εμπειρία του πόθου, τα θέτει πάνω από τον εαυτό του, και υποτάσσεται σ’ αυτά προσδίδοντάς τους μια ιερότητα. Υπάρχει κάτι το ευγενές σ’ αυτό, σε αντίθεση με ό,τι έχουμε σήμερα κατά νου όταν τραγουδάμε «μπάσταρδε πονάνε οι λέξεις», ξερνώντας τον εγωισμό μας σε πλήρη κλίμακα. Απέναντι σε αυτόν τον τωρινό χουλιγκανισμό έρχεται να αντιπαρατεθεί η μόνιμη υποχώρηση του ερωτευμένου, η τρωτή φύση αυτού που βρίσκεται στο έλεος του άλλου δίχως καμιά εγγύηση και όρο. Γιατί εν τέλει αυτό είναι το μήνυμα του Αλκαίου: ότι δεν χρειάζεται να περισώσουμε τον εγωισμό που μας πλήγωσε ο έρωτας, δεν χρειάζεται να ανησυχούμε μήπως χάσαμε τα κομμάτια μας, να είμαστε σε επιφυλακή, αλλά να κυλιστούμε ακόμα πιο βαθιά και ακόμα πιο καταστροφικά μέσα στη ερωτική δίνη, ξανά και ξανά. Στο μυθικό δίλημμα Ιθάκη ή Τροία, ασφάλεια ή εκστρατεία, προορισμός ή ταξίδι, η απάντηση του Αλκαίου είναι σαφής: Τροία και πάλι Τροία, και αέναη μάχη του έρωτα μέχρι τέλους. [«Μεσάνυχτα σ’ ένα μπαράκι / μου πες πως ψάχνεις την Ιθάκη / μα το πρωί στα πρακτορεία / γύρευες θέση για την Τροία»].






Κλείνοντας, ίσως ήρθε η ώρα ο κύριος Θάνος να αναθεωρήσει τον όποιο δισταγμό του ως προς τη συγκεκριμένη του δημιουργία. Και - γιατί όχι; - να τολμήσει ακόμα και μια ζωντανή επανεκτέλεση ή και επανέκδοση του έργου. Αν ο Καββαδίας του αξίζει τρεις νέες αναγνώσεις, το «Όσο κρατάει ένας καφές» αξίζει σίγουρα άλλη μία. Και υπάρχουν αρκετοί νέοι τραγουδιστές που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ερμηνευτικά μια τέτοια απόπειρα.

Σε κάθε περίπτωση, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις, το «Όσο κρατάει ένας καφές» είναι ένα αριστούργημα μοναδικής δύναμης και ευαισθησίας. Και την ίδια στιγμή, ο δίσκος είναι ένα διαβατήριο που σε ταξιδεύει στον πυρήνα του ερωτικού πάθους και της υπαρξιακής αναζήτησης του Άλκη Αλκαίου. Υπ’ αυτή την έννοια, αποτελεί απαραίτητο εργαλείο - πλάι στην ιστορική και πολιτική πράξη ενός «Εμπάργκο», ας πούμε - για την κατανόηση και την απόλαυση της κληρονομιάς ενός τεράστιου στιχουργού.


(1) Παρατίθεται σε Τάσος Π. Καραντής, «Θάνος Μικρούτσικος, Διονύσης Θεοδόσης: Όσο κρατάει ένας καφές», e-orfeas.gr, 23 Μαρτίου 2011.






Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

"Τα Αγροτικά": Ένας δίσκος-μανιφέστο







«Τα Αγροτικά»: Ένας δίσκος-μανιφέστο με την ερμηνευτική σφραγίδα του πρώιμου Παπακωνσταντίνου



του Ηρακλή Οικονόμου
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)


Ο δίσκος «Τα Αγροτικά» είναι ένα έργο με σαφή κοινωνικό ή ταξικό, αν θέλετε, προσανατολισμό. Αυτό το καταλαβαίνεις, καταρχήν, από τον τίτλο: το επίθετο «Αγροτικά» δεν σημαίνει φυσικά ότι τα τραγούδια καλλιεργήθηκαν στο χωράφι ή στο θερμοκήπιο, αλλά ότι είναι τραγούδια για τους αγρότες, για τις συνθήκες ζωής και εργασίας τους, και για τα κινήματά τους. Το καταλαβαίνεις κι από την αφιέρωση: «Τα ‘Αγροτικά τα αφιερώνουμε στους νέους αγώνες της αγροτιάς». Επιπλέον, στον δίσκο συναντάμε ένα κείμενο κοινωνιολογικής ανάλυσης που υπογράφουν οι δύο συντελεστές, ο συνθέτης Θωμάς Μπακαλάκος και ο στιχουργός Διονύσης Τζεφρώνης. Αξίζει να το παραθέσουμε ολόκληρο:

«Αγροτική χώρα η Ελλάδα και το πρώτο πρόβλημά της το αγροτικό. Οι αγρότες πάντοτε ήταν η πιο παραμελημένη τάξη. Κολλήγοι και δούλοι των κοτζαμπάσηδων ή καλλικατζαρέων και αργότερα των τσιφλικάδων έζησαν μέσα στη μιζέρια και στην εξαθλίωση. Δεν την ανέχτηκαν όμως για πολύ. Ήρθε η ώρα και φώναξαν: «Φτάνει πια δεν είμαστε ένας, είμαστε χιλιάδες», «Αυτή η γη είναι δική μας». Ρούφηξαν με δίψα τα λόγια του Μαρίνου Αντύπα και των άλλων ηγετών που αγκάλιασαν με θέρμη την ιδέα του αγροτισμού. Έδωσαν το αίμα τους στο Κιλελέρ, δημιουργώντας τους πρώτους ήρωες της αγροτιάς. Τους είπαν τότε αναρχικούς, τους φοβέρισαν ότι η στάση τους θα προκαλέσει ξένη εισβολή και ο πατριάρχης ακόμα λίγο έλειψε να τους αφορίσει. Η γη μοιράστηκε τελικά, με τον τρόπο όμως που ήθελαν οι υποστηρικτές των τσιφλικάδων. Επιπλέον με ασυδοσία οι διάφοροι τοκογλύφοι, οι μεσάζοντες, οι πιστωτικοί οργανισμοί (αγροτράπεζες) και τα μονοπώλια ανέλαβαν το έργο των τσιφλικάδων, απομυζώντας άκαρδα τον ιδρώτα του αγρότη. Βέβαια, με τους συνεχείς αγώνες άλλαξαν πολλά στη ζωή του αγρότη. Δεν είναι πια κολλήγος και παρακεντές. Υπάρχουν όμως ακόμα τσιφλίκια και τσιφλικάδικη ιδιοχτησία, υπάρχουν ακόμα φτωχοί αγρότες που πεινούν. Η εκμετάλλευση συνεχίζεται. Γι’ αυτό είναι και τώρα επίκαιροι οι λόγοι των αγροτιστών, Βαμβέτσου και Μέρου, όταν στα 1918, στη Λάρισσα, έλεγαν: -Με παρακλήσεις δεν γίνεται τίποτα. -Οι αγρότες πρέπει να οργανωθούν και να παλέψουν. -Οι αγρότες δεν είναι εχθροί των άλλων καταπιεζομένων τάξεων. Με την οργάνωσή τους απλώς θα επιμείνουν στην άμεση λύση του αγροτικού προβλήματος».

Τη σαφέστατη κοινωνική ταυτότητα του δίσκου την καταλαβαίνεις κι από τους τίτλους των περισσότερων τραγουδιών: «Όχι δεν πουλάμε», «Αυτή είναι η αγροτιά», «Ήταν παιδί της αγροτιάς», «Ο Αντύπας», «Απεργία», «Μετανάστευση», «Ο γέρο-αγρότης», «Εσύ μαζεύεις τη σοδειά»… Και βέβαια, την καταλαβαίνεις κι από τους στίχους, που σε δύο τραγούδια υπογράφει ο Μπακαλάκος (γέννημα-θρέμμα του θεσσαλικού κάμπου), και στα υπόλοιπα ο Τζεφρώνης. Οι στίχοι αναφέρονται στον αγρότη σαν κοινωνικό υποκείμενο («Ήταν παιδί της αγροτιάς μαζί με τόσους άλλους»), ενίοτε και σαν ήρωα («Να θυμηθούμε χωριανοί απόψε τον Αντύπα / τον φάγανε σαν το σκυλί οι παλιοτσιφλικάδες»). Έμφαση δίνεται στις σχέσεις εκμετάλλευσης της δουλειάς του αγρότη («Θα ’ρθουν πάλι τσούρμο οι μεσάζοντες, θα κερδοσκοπήσουν οι μεσάζοντες»), στις δυσκολίες του αγροτικού επαγγέλματος («Εσύ πονάς για το ψωμί, με δάκρυ το ποτίζεις, αυτή τη γη την αγαπάς, με ιδρώτα τη ραντίζεις») και στην οργανωμένη δράση των αγροτών («Δε χωρά λόγια πια, παρατήστε τη δουλειά, με τρακτέρ απ’ το χωριό, για την πόλη μια και δυο»).






Αξίζει να σημειώσουμε ότι τα «Αγροτικά» δεν είναι η μόνη περίπτωση «αγροτικού» έργου στο ελληνικό τραγούδι. Ενδεικτικά, υπάρχει το «Κιλελέρ» από το 1971 με την ιδιοφυία του Διονύση Σαββόπουλου να κάνει στίχο μια ημερομηνία, «Έξι Μαρτίου χίλια εννιακόσια δέκα», και να τραγουδάει για την «πυρκαγιά στη Θεσσαλία και στα δώδεκα χωριά». Υπάρχει και ο «Θεσσαλικός Κύκλος» του Γιάννη Μαρκόπουλου, σε στίχους του Κώστα Βίρβου, που κυκλοφορεί το 1974. Πρόκειται για έναν σημαντικό και αδίκως λησμονημένο δίσκο, με τραγούδια συγκλονιστικά όπως «Αν είσαι άντρας τσιφλικά», «Ο δάσκαλος» και «Στα χειμωνιάτικα νυχτέρια», ο οποίος περιέγραψε με λαογραφική ακρίβεια τη ζωή στην ύπαιθρο, την εκμετάλλευση των αγροτών, τις δυσκολίες της χειραφέτησης των αγροτών, και τις αντιφάσεις της έλευσης της τεχνολογίας. Το 1986 εκδίδονται στον εξαιρετικά σπάνιο δίσκο «Κιλελέρ» η μουσική και τα τραγούδια από την ομώνυμη θεατρική παράσταση του Θεατρικού Θεάτρου, σε μουσική Βασίλη Τενίδη και στίχους Γιώργου Χαραλαμπίδη. (Σημειώστε ότι η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά το 1975, την ίδια χρονιά που εκδίδονται και τα «Αγροτικά»). Πάλι το 1975, ο Πάνος Τζαβέλας τραγούδησε το «Τραγούδι για την Αγροτιά» από το αντάρτικο λημέρι του. Κι αν σας αρέσουν τα αντάρτικα, υπάρχει και το «Τραγούδι της Αγροτιάς» (Από κάμπους και λαγκάδια) γραμμένο πάνω σε ρωσική μελωδία, που ενορχήστρωσαν τόσο ο Θάνος Μικρούτσικος («Τα Αντάρτικα») όσο κι ο Νότης Μαυρουδής («Τραγούδια από την Ελληνική Αντίσταση»).

Στα «Αγροτικά» όπως και …παντού, σχεδόν, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ξετυλίγει απλόχερα την ερμηνευτική του αξία. Η εκφραστικότητά του είναι αξιοθαύμαστη· «συλλαβίζει» τους στίχους με έμφαση όταν χρειάζεται, υιοθετεί εύστοχα το σκωπτικό πνεύμα κάποιων τραγουδιών εισάγοντας ένα στοιχείο θεατρικότητας, και έχει απόλυτη αντίληψη του ρυθμού «προδίδοντας» τη μελλοντική ροκ πορεία του. Πάνω απ’ όλα, επιδεικνύει αυτή την απίθανη χροιά, αυτό το αειθαλές μέταλλο που παραμένει αναλλοίωτο μέχρι σήμερα. Ο δίσκος έχει και συμβολική αξία για τον Παπακωνσταντίνου, καθώς είναι ο πρώτος προσωπικός του όπου τραγουδάει δηλαδή όλα τα τραγούδια και όχι απλώς συμμετοχές. Ευρύτερα, στον πρώιμο Βασίλη Παπακωνσταντίνου των δίσκων «Τα Αγροτικά», «Της Εξορίας» και «Βασίλης Παπακωνσταντίνου» υπάρχει μια αμεσότητα, ένας τραχύς ήχος, μια βαθιά πολιτικοποίηση, ένα τραγούδι-δήλωση που σε χτυπάει κατακούτελα. Το γεγονός αυτό επιβάλλει να μην προσεγγίζουμε προκατειλημμένα την περίοδο εκείνη του τραγουδιστή, μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’70, σαν αρχαιολόγοι αλλά σαν ακροατές. Εκεί διαμορφώνεται ο σκληρός πυρήνας της τέχνης του Παπακωνσταντίνου - μιλώντας πάντα με όρους βαθύτερης ουσίας, ιδεολογίας και αισθητικής, και όχι με όρους ύφους και στυλ.

Μετά τα «Αγροτικά», ο Παπακωνσταντίνου συνεργάστηκε με τον Μπακαλάκο και στον δίσκο «Οι προστάτες» του 1979, όπου ερμηνεύει τα τραγούδια «Λάρυμνα», «Αρνούμαι να πεθάνω», και «Πρώτη του Μάη» (ο απεργιακός ύμνος με τον στίχο-σύνθημα «Δεν είναι αργία, ειν’ απεργία»). Τα μετέπειτα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Μπακαλάκος αποστασιοποιείται σταδιακά από το τραγούδι και τη δισκογραφία, έχοντας προλάβει να διαγράψει μια κομματική πορεία εντός του ΠΑΣΟΚ η οποία επισκίασε εν πολλοίς - κακώς κατά την ταπεινή μου άποψη - την πρόσληψη του έργου του από τις επόμενες γενιές. (Δεν είναι εδώ ο χώρος για να αποτιμήσουμε το έργο του Μπακαλάκου, αλλά και μόνο το σπαρακτικό «Το γράμμα» με τη φωνή της Χαρούλας να είχε γράψει, θα έφτανε για να τον κατατάσσουμε σήμερα στους μεγάλους δημιουργούς του ελληνικού τραγουδιού). Και ο Παπακωνσταντίνου περνάει στην οργιαστική του φάση, τη φάση των 1980s, του «Φοβάμαι», της «Διαίρεσης», του «Χαιρετίσματα» και του «Χορεύω».






Σήμερα, τα «Αγροτικά» μοιάζουν κλεισμένα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας για το ευρύ κοινό, καθώς μας χωρίζουν πάνω από τέσσερις δεκαετίες από τη μεταπολιτευτική ζέση των μέσων της δεκαετίας του ’70 και εντωμεταξύ το αστικό/έντεχνο/όπως-θέλετε-πείτε-το τραγούδι έπαψε να ασχολείται με κινήματα και το έριξε σε πιο εσωτερικές αναζητήσεις, κομμένα ντεπόν κλπ. Επίσης, εξαρχής η κοινωνική στόχευση του δίσκου ήταν συγκεκριμένη και οριοθετημένη, και ίσως λειτούργησε περιοριστικά για ένα ακροατήριο της πόλης που δεν ήταν φορέας του αγροτικού βιώματος. Το 2013, ο Μπακαλάκος εκμυστηρεύτηκε στη Βίκυ Φλέσσα και στην εκπομπή «Στα Άκρα»: «Εξέφρασα αυτούς τους ανθρώπους για τους οποίους δεν είχε μιλήσει ποτέ κανείς, τους κόπους, τους πόνους και τις αγωνίες τους. Έζησα αυτόν τον κόσμο και θα έλεγα ότι η πρώτη μου σκέψη όταν άρχισα να γράφω μουσική ήταν να τον εκφράσω». Και αυτή η έκφραση δεν είναι μόνο σε επίπεδο στίχου αλλά και μουσικής, με μελωδικές γραμμές και ενορχηστρώσεις που μαρτυρούν μια οικειότητα με το δημοτικό τραγούδι. Τέλος, και η ίδια η εμπειρία της αγροτιάς και της υπαίθρου μετασχηματίστηκε από τότε μέχρι σήμερα, με επιδοτήσεις, ευρωπαϊκά προγράμματα, συνεταιρισμούς, πελατειακές σχέσεις, νέες τεχνολογίες, ΠΑΣΕΓΕΣ, ΓΕΣΑΣΕ και πάει λέγοντας. Η αγωνιστική αισιοδοξία έδωσε τη θέση της στην αμοιβαία καχυποψία, τον κοινωνικό κανιβαλισμό, και τον τωρινό πόλεμο όλων εναντίων όλων για το ποιοι τα φάγανε, ποιοι βολευτήκανε, και ποιοι έμειναν απ’ έξω. Πάντως ο δίσκος συνεχίζει και συγκινεί τους καταρχήν παραλήπτες του. Αντιγράφουμε από το newsit.gr και το μακρινό …αντιμνημονιακό 2014: «Ο Θωμάς Μπακαλάκος είναι ο τραγουδιστής της αγροτιάς. Δε θα μπορούσε λοιπόν να λείπει από το πανελλαδικό συλλαλητήριο στην πλατεία Βάθη. Όταν πήρε το μικρόφωνο και τραγούδησε, οι αγρότες τον αποθέωσαν…».

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι μόνο σάουντρακ αγροτικών συλλαλητηρίων τα «Αγροτικά». Τραγούδια όπως τα «Γεια και χαρά σας βρε πατριώτες», «Όχι δεν πουλάμε» και «Απεργία» είναι εγγεγραμμένα στο κοινωνικοπολιτικό DNA του ελληνικού τραγουδιού και αφορούν και σήμερα τους ανθρώπους τόσο της πόλης όσο και του χωριού, καθώς βαθαίνει η φτωχοποίηση μεγάλων μερίδων του πληθυσμού. Εξάλλου, το μαύρο χάλι των ελληνικών πόλεων και το απ’ την ανάποδη χάλι των ελληνικών χωριών είναι αλληλένδετα· η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, η ερήμωση της υπαίθρου, το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας δεν αφορούν την «αγροτιά» αλλά τον καθένα από μας. Η διαχρονικότητα των «Αγροτικών» σε βρίσκει απρόσμενα, όταν π.χ. ακούς τη «Μετανάστευση» και συνειδητοποιείς ότι οι νέοι καιροί φέρνουν μαζί τους τα παλιά προβλήματα: «Την Κυριακή κι άλλο παιδί μας φεύγει, μακριά στα ξένα την τύχη του γυρεύει».

Και βέβαια, ακούστε ξανά την «Αγαπημένη», ένα σπαρακτικό ερωτικό τραγούδι δίχως χρονολογία που εκτοξεύει στα ουράνια η ερμηνεία του Παπακωνσταντίνου. «Της ερημιάς τα χρόνια μετράω, κι όπως παλιά να ’ρθεις λαχταρώ, δρόμους γιαλούς και χώρες περνάω, μα δεν μπορώ να σε βρω, να σε βρω». Γιατί εκτός από την εκμετάλλευση υπάρχει κι η μοναξιά, και η μεγάλη τέχνη το ήξερε πάντα αυτό, κι ακόμα κι αν δίνει προτεραιότητα πότε εδώ και πότε εκεί δεν φτιάχνει ποτέ προκατασκευασμένα κουτάκια για να απομονώσει το ένα από το άλλο.