Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

3 τραγούδια ...Χωρίς Ρεφρέν





Οχυρά της αγρύπνιας


Μουσική-Ερμηνεία: Κώστας Μουγιάκος
Στίχοι: Δημόκριτος

Κάθομαι και ματώνω στίχους
λέξεις φυτεύω παθιασμένες.
Να ενσαρκώσουν ξένους ήχους
καρδιές ν’ αγγίξουν φλογισμένες.

Λέξεις φυτεύω, δέντρα βγαίνουν
που φύλλωμα κραυγών απλώνουν.
Τις ρίζες σ’ όνειρα βαθαίνουν
και μοναξιές αναδασώνουν.

Στ' άπειρο ρίχνονται σαν δύτες
κι ‘ναι οι καρδιές τους ορυχεία.
Χτίζουν στο κρύο μ' αλφαβήτες
γι' ανέστιους πόνους πανδοχεία.

Θάλασσες οι σελίδες μοιάζουν
κι οι λέξεις, πειρατών μεθύσια.
Μελάνι οι πληγές μου στάζουν
φάρους να δουν τα ερημονήσια.

Από σιωπές βαθιές πηγάζουν
ποτάμια οι λέξεις που φουσκώνουν.
Να βρουν ωκεανούς καλπάζουν
κι' όλα τα φράγματα ακυρώνουν.

Σκιές κι αγκάθια αιχμηρά
καβαλικεύουν ηλιαχτίδες.
Μεσ’ της αγρύπνιας τ’ οχυρά
για ομορφιές φτιάχνουν παγίδες.

Φτερά κι αν δίνουν, λεν οι στίχοι
απ’ τα κλουβιά δεν σε γλυτώνουν.
Μα κάνουν, χάρτινα τα τείχη
που φόβοι, μέσα σου υψώνουν.







Θέα της θάλασσας


Μουσική: Κώστας Μουγιάκος
Στίχοι: Δημόκριτος
Ερμηνεία: Ζέτα Κολιού/Κ. Μουγιάκος


Αν οι πνιγμένοι δίψαγαν
τη θάλασσα θ' αδειάζαν.
Κι' οι πικραμένοι αν γέλαγαν
το σύμπαν θα τρομάζαν.
Αν είχε ο δρόμος έρωτα
τ' αδιέξοδα θ' αρνούνταν.
Κι' αυτοί που τείχη υψώνουνε
με φόβο θα κοιμούνταν.

Να 'τανε το παιδί καρπός
που αργεί να ωριμάσει.
Πριν πέσει ζουμερό στη Γη
παιχνίδι να χορτάσει.
Ρίζες να είχε η καρδιά
στ' όνειρο να βαθαίνουν.
Να ορθώνουν αναστήματα
που λευτεριές βυζαίνουν.

Αν είχε οργή η θύελλα
θα τσάκιζε τις πέτρες.
Που 'χουν στη θέση της καρδιάς
αφέντες κι' υπηρέτες.
Μάτια αν είχε ο ουρανός
θα δάκρυζε η χαρά του.
Για να ποτίζει μυστικούς
κήπους του αδυνάτου.

Φωνή να είχε ο ποταμός
ν' ακούγεται θλιμμένη.
Που 'ναι βαθύς κι' ορμητικός
και πνίγονται οι διωγμένοι.
Να τον συντρέχαν οι όχθες του
και να τον επλαταίναν.
Να 'σκύβαν να ξεδίψαγαν
οι πόθοι που διαβαίναν.









Πάω να ξεχειμωνιάσω

(Στη Μάγδα Φύσσα)


Μουσική: Κ. Μουγιάκος
Στίχοι: Δημόκριτος
Ερμηνεία: Στέφανος Βιτζιλαίος
Μπουζούκι: Σωτήρης Μπενέκος


Δε σ’ έχω μάνα να θρηνείς, να βαριαναστενάζεις
να μαυροντύνεις το κορμί και να κοψομεσιάζεις

πάν’ από κρύα μάρμαρα, χειμώνα καλοκαίρι
και στην καρδιά μου, δάκρυα, να μπήγεις σα μαχαίρι.

Εσύ μάνα με γέννησες, μα ‘γω θα σ’ αναστήσω
για στα στερνά σου με αϊτού, φτερά να σε θωρήσω

να στέκεις πα’ στα κράκουρα και μπόι να ορθώνεις
να μη σ’ αγγίζει του καιρού, ο κουρνιαχτός της σκόνης.

Για να κοιτάζουν οι σκυφτοί, γκρεμών την περηφάνια
πλοία να γένουν που ποθούν, κύματα ωκεάνια.

Εν’ άδειο τάφο μάνα μου, φωτίζει το καντήλι
είναι πουλιά όσα φιλιά, μου δρόσισαν τα χείλη,


και τραγουδούν καθώς πετούν τρέχω να τα προφτάσω
στα καλοκαίρια των καρδιών, πα’ να ξεχειμωνιάσω.

Alle mine tankar: Η πιο ενδιαφέρουσα και εντελώς απρόσμενη ελληνική συμμετοχή στη Eurovision




Alle mine tankar: Η πιο ενδιαφέρουσα και εντελώς απρόσμενη ελληνική συμμετοχή στη Eurovision


του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Το Περιοδικό, 19 Μαίου 2019)

Με τη φετινή Eurovision δεν ασχολούμαστε, κατόπιν …επιθυμίας του Roger Waters (και η επιθυμία του είναι διαταγή), και άρα τι καλύτερο απ’ το να βουτήξουμε στο παρελθόν του θεσμού και σε μία από τις ωραιότερες, μουσικά και αισθητικά, στιγμές του. Τόσο ωραία η στιγμή, και με τόσο απρόσμενο ελληνικό ενδιαφέρον ώστε, εντελώς υποκειμενικά, να κατατάσσεται στην κορυφή των πάσης φύσεως συμμετοχών της χώρας μας στον συγκεκριμένο θεσμό.

Αναφερόμαστε στο τραγούδι Alle mine tankar (Όλες οι σκέψεις μου), τη συμμετοχή της Νορβηγίας με τη 17χρονη τότε Silje Vige στη Eurovision του 1993 που διοργανώθηκε στην Ιρλανδία. Το τραγούδι είναι μια εύθραυστη μπαλάντα σε στίχους και μουσική του μπαμπά της ερμηνεύτριας, Bjørn-Erik Vige.






Ιδού οι στίχοι, κουτσά-στραβά μεταφρασμένοι από τον υπογράφοντα, από την αγγλική εκδοχή τους.

Όλες οι σκέψεις μου

Όταν σε συναντάω το απόγευμα
και με κοιτάς με αυτό το παράξενο φως
και με αγγίζεις απαλά στο χέρι
καθώς περνάς πλάι μου
κανείς δεν πρέπει να το δει
το ξέρουμε μόνο εγώ κι εσύ.

Όταν είσαι με τους φίλους σου
και το όμορφο γέλιο σου λιώνει το δέρμα μου
και υποκρίνεσαι ότι δεν με έχεις δει ποτέ ξανά
σαν ένας απόμακρος και ψυχρός θεός
κανείς δεν πρέπει να το δει
το ξέρουμε μόνο εγώ κι εσύ

Όλες οι σκέψεις μου πετάνε σε σένα
όλα τα όνειρά μου είναι ανοιχτά
σε όλο το σπίτι βλέπω μόνο εσένα
είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και κοιμάσαι, και κοιμάσαι.

Όλες οι σκέψεις μου πετάνε σε σένα
όλα τα όνειρά μου είναι ανοιχτά
σε όλα τα δωμάτια βλέπω μόνο εσένα
είσαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι και κοιμάσαι, και κοιμάσαι.

Την ελληνική σύνδεση θα την έχετε ήδη μαντέψει από το βίντεο - δεν είναι άλλη από τον μεγάλο σολίστα του μπουζουκιού Λάκη Καρνέζη, πλάι στον Tom Lund (κιθάρα) και τη Hilde Kjeldsen (φωνητικά). Από το 1987, το μπουζούκι του Μίκη Θεοδωράκη (αχτύπητο δίδυμο μαζί με τον Κώστα Παπαδόπουλο) έχει ήδη μετοικήσει στη Νορβηγία. Η νορβηγική ιστορία του όμως ξεκινάει το 1980 στo Μπέργκεν, όπου βρέθηκε για τρεις μήνες για να συμμετάσχει σε μια θεατρική παραγωγή με τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη μεταφρασμένα στα νορβηγικά. Μετά από δύο χρόνια, το 1982, η ίδια παραγωγή ανεβαίνει στο Όσλο και ο Καρνέζης ξαναπηγαίνει στα βόρεια. Γνωρίζει τη μέλλουσα Νορβηγίδα γυναίκα του, επιστρέφουν μαζί στην Ελλάδα, κάθονται τρία χρόνια, και εν τέλει εγκαθίστανται μόνιμα στην όμορφη σκανδιναβική χώρα.[1]

Στο Alle mine tankar ο ήχος του Καρνέζη είναι κομβικός τόσο στην εισαγωγή, μαζί με το τσέλο, όσο και στη μετάβαση στο ρεφρέν που βεβαίως είναι σε ρυθμό χασάπικο! Η Ελλάδα δίνει το 12άρι της στη Νορβηγία. Τελικά, όμως, το τραγούδι βγαίνει πέμπτο, καθώς οι γλωσσικά συγγενείς χώρες της Δανίας και της Σουηδίας δεν συγκινούνται και δίνουν μηδέν βαθμούς.

Σημειώστε ότι διευθυντής ορχήστρας (δεν είχε καταργηθεί ακόμα η ζωντανή εκτέλεση της μουσικής στη διοργάνωση) στο Green Glens Arena ήταν ο Rolf Løvland, ιδρυτικό μέλος των Secret Garden. Ο Løvland υπήρξε συνθέτης δύο τραγουδιών που εξασφάλισαν πρώτες θέσεις στη Eurovision για τη Νορβηγία: του La det swinge με το ποπ δίδυμο Bobbysocks το 1985 και του αριστουργηματικού Nocturne το 1995 - ίσως της κορυφαίας στιγμής ever της Eurovision.






Το 1994 κυκλοφόρησε ο πρώτος και μοναδικός προσωπικός δίσκος της Silje Vige, επίσης με τίτλο Alle mine tankar, με 16 τραγούδια σε στίχους και μουσική του πατέρα της, Bjørn. Το ομώνυμο τραγούδι περιλαμβάνεται, φυσικά, στον δίσκο αλλά χωρίς το μπουζούκι του Καρνέζη ακούγεται ίσως λίγο πιο επίπεδο και λιγότερο απρόβλεπτο. Στιχουργικά έχει προστεθεί μία στροφή στην αρχή, η οποία σε ελεύθερη μετάφραση πηγαίνει κάπως έτσι:

Όταν σε συναντάω στον δρόμο
και σταματάς και γελάς με αυτό το παράξενο χαμόγελο
και στέκεσαι εκεί, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα
φοβισμένος μήπως συναντηθούν οι ματιές μας
κανείς δεν πρέπει να το δει
το ξέρουμε μόνο εγώ κι εσύ

Η Silje Vige έγινε δασκάλα φωνητικής στο μουσικό σχολείο του Strand και σαν μέλος του νορβηγικού folk rock συγκροτήματος Stonefish Brigade συμμετείχε στους δίσκους Lay Down Your Arms (2006) και Shackles Undone (2008). Μπορεί να μην έκανε την καριέρα που ίσως προμήνυε το ντεμπούτο της, μπορεί να μην κέρδισε τη Eurovision, αλλά συνέδεσε το όνομά της με ένα θαυμάσιο τραγούδι γεμάτο ευαισθησία, τρυφερότητα, και ελληνικό ρυθμό και ήχο.

ΥΓ (1). Πριν πάει στην Ιρλανδία, το Alle mine tankar κέρδισε το φεστιβάλ Melodie Grand Prix, ο νικητής του οποίου εκπροσωπεί κάθε χρόνο τη Νορβηγία στη Eurovision. Από τη συγκεκριμένη διοργάνωση και το βίντεο, με ένα-δύο κοντινά πλάνα στα μαγικά χέρια του Καρνέζη:





ΥΓ (2): Από τους ομοεθνείς του που του είπαν έναν καλό λόγο με αφορμή τη ζωντανή του εμφάνιση επί σκηνής στην Ιρλανδία, ο Καρνέζης μνημονεύει τον Πάνο Γεραμάνη. «Ήταν ο μόνος που με πήρε τηλέφωνο από την Ελλάδα όταν έπαιξα μπουζούκι με τη Νορβηγίδα τραγουδίστρια Σίλιε Βίγκε στην Eurovision».[2]




[1] Συνέντευξη με τον Λάκη Καρνέζη στους Άρη Νικολαΐδη & Γιώργο Παναγιωτακόπουλο, Η Κλίκα, Ιανουάριος 2009. https://www.klika.gr/index.php/arthrografia/synentefkseis/150-lakis-karnezis.html
[2] «Το μπουζούκι έγινε το αγαπημένο όργανο των Νορβηγών», Συνέντευξη του Λάκη Καρνέζη στον Βασίλη Λουμπρίνη, Τα Νέα, 30 Μαΐου 2005. https://www.tanea.gr/2005/05/30/lifearts/culture/lakhs-kapnezhs-to-mpoyzoyki-egine-to-agapimeno-organo-twn-norbigwn/






Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Ο Στέλιος Τσουκιάς στον Σταυρό του Νότου την Τρίτη 16 Απριλίου




Στέλιος Τσουκιάς

Σταυρός του Νότου Club

Τρίτη 16 Απριλίου

Ο Στέλιος Τσουκιάς, πρωτοεμφανιζόμενος τραγουδοποιός και ερμηνευτής, επιστρέφει στην Αθήνα και τον Σταυρό του Νότου Club, σε μία ακόμα live εμφάνιση μετά την κυκλοφορία των δύο πρώτων του κομματιών.

Ο Στέλιος Τσουκιάς κυκλοφόρησε το πρώτο του single, "Άστα τα μαλλάκια σου" τον περασμένο Οκτώβριο, μια ανασύνθεση του γνωστού τραγουδιού των Αλέκου Σακελλάριου και Μιχάλη Σουγιούλ, ενώ το επόμενό κομμάτι του, "Μη μου μιλάτε για χορούς", που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο, έχει κάνει αίσθηση στο YouTube ξεπερνώντας ήδη τα 150.000 views.

Τον τελευταίο χρόνο, ο Στέλιος έχει εμφανιστεί σε σημαντικές σκηνές του Λονδίνου, όπως το Ο2Academy Islington και το Zigfrid von Underbelly, ενώ έχει ανοίξει τις συναυλίες της Ηρώς, του Λεωνίδα Μπαλάφα και του Φοίβου Δεληβοριά στο Λονδίνο. Εμφανίστηκε πάλι στον Σταυρό του Νότου τον Φεβρουάριο σε ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο και γεμάτο live που απέσπασε εξαιρετικές κριτικές. Στις 7 Μαρτίου βρέθηκε ξανά στο Ο2 Academy Islington και μαζί με τον George Gaudy παρουσίασαν τη δουλειά τους σε μία κοινή συναυλία, βασιζόμενοι στην αγάπη τους για τις παραδοσιακές ελληνικές φόρμες.

Παράλληλα ο Στέλιος Τσουκιάς, ετοιμάζει το πρώτο του προσωπικό album. Η μακρόχρονη παραμονή του εκτός Ελλάδας και οι εμπειρίες που απέκτησε ταξιδεύοντας σε αρκετές χώρες ανά τον κόσμο, τον έκαναν να νιώσει την ανάγκη να έρθει πιο κοντά στον πολιτισμό της χώρας του, να γράψει και να τραγουδήσει στη γλώσσα του, αλλά και να εμπλουτίσει την μουσική του με ήχους απ’ όλο τον κόσμο.

Με τη συνοδεία εξαιρετικών μουσικών, ο Στέλιος Τσουκιάς θα παρουσιάσει στις 16 Απριλίου, στον Σταυρό του Νότου Club τα δικά του τραγούδια αλλά θα μας ταξιδέψει παράλληλα, κάνοντας μια άλλη προσέγγιση, σε ένα ευρύ πρόγραμμα αγαπημένων του ερμηνευτών και μουσικών που τον έχουν καθορίσει όπως: ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Γιάννης Αγγελάκας, o Μίλτος Πασχαλίδης, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Λεωνίδας Μπαλάφας, αλλά και πολλοί άλλοι.

Ώρα έναρξης: 21.30
Εισιτήρια: 12€ με μπύρα ή κρασί / 15€ τραπέζι με μπύρα ή κρασί

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Ερμηνεία, τραγούδι, ακουστική κιθάρα: Στέλιος Τσουκιάς
Τρομπέτα: Παντελής Στόικος
Ακορντεόν: Θάνος Σταυρίδης
Πλήκτρα: Στάθης Άννινος
Ηλεκτρική κιθάρα: Κώστας Γεωργιάδης
Μπάσο: Τραϊανός Αλμπανούδης
Ντραμς: Γιώργος Μπαλτάς
Φωνητικά: Αθηνά Αναγνώστου

Παραγωγή: Ark4Art
Υπεύθυνος Παραγωγής: Δημήτρης Κρανιώτης

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Ο Νίκος Ξυδάκης για τον Μάνο Ελευθερίου





Στις περσινές σας παραστάσεις πάνω στον Καβάφη είχατε επιλέξει ως αφηγητή τον Μάνο Ελευθερίου. Ποιες είναι οι σκέψεις σας με αφορμή την απώλειά του;



Νίκος Ξυδάκης: Δεν ξέρω καν αν είναι σκέψεις, είναι περισσότερο ένα βαθύ αίσθημα, γιατί ο Μάνος Ελευθερίου ήταν κι ένας σπουδαίος άνθρωπος. Εκτός από τα ποιήματά του, τα τραγούδια του, τα πεζά του, όλο αυτό το σύνθετο πράγμα που ήταν το έργο του, ο Μάνος Ελευθερίου ήταν κι ένας άνθρωπος που αν τον συναναστρεφόσουν τον αγαπούσες. Σε διαπότιζε με μία αύρα, με μία ενέργεια, ενώ ήταν ένας τόσο διακριτικός άνθρωπος χωρίς καθόλου στοιχεία επιδεικτικά, χωρίς τίποτα που θα μπορούσε να κάνει κανείς για να φαίνεται η σπουδαιότητά του. Για μένα είναι πάρα πολύ ζωντανός. Εκείνη η στιγμή που ήταν αφηγητής στο τέλος του έργου για τον Καβάφη πέρυσι ήταν μια πολύ συγκινητική στιγμή. Λογαριάζαμε να πηγαίναμε και στην Κόρινθο για να παρουσιάσουμε την παράσταση αλλά δυστυχώς ο Μάνος δεν άντεξε. Δεν μπορώ να πω κάτι άλλο, δεν έχω σκέψεις - μόνο το αίσθημα αυτό μπορώ να σας πω, το βαθύ, για τον ίδιο τον Μάνο.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Συνέντευξη με τον Νίκο Ξυδάκη, με αφορμή τον Διονύσιο Σολωμό





Νίκος Ξυδάκης:
«Η ποιητική γλώσσα πάντα λειτουργούσε σαν διεγερτικό μέσα μου»


Από την Τετάρτη 20 έως την Κυριακή 24 Μαρτίου 2019, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, ο Νίκος Ξυδάκης και η Όλια Λαζαρίδου αφηγούνται και ερμηνεύουν θραύσματα από το έργο του Διονύσιου Σολωμού. Μαζί τους, πολύτιμοι συμπαραστάτες, οι μουσικοί Έφη Ζαϊτίδου και Μιχάλης Νικόπουλος. Με αφορμή την παράσταση «Με μια αναπνοή», ο μεγάλος Έλληνας συνθέτης μιλά στο "Περιοδικό" και στα "Μουσικά Προάστια" για τη σχέση ποίησης και μουσικής, και για την προσωπική του σύνδεση με τον ποιητικό λόγο.


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου


Τι ακριβώς είναι η παράσταση «Με μια αναπνοή»;

Καταρχήν, έχει τη μορφή μιας αφήγησης. Το πρώτο μέρος με την Όλια Λαζαρίδου και τον Μιχάλη Νικόπουλο είναι μια αφήγηση της ιστορίας του «Λάμπρου». Το δεύτερο μέρος, όπου συνοδεύει στο κανονάκι η Έφη Ζαϊτίδου, περιλαμβάνει τέσσερα-πέντε τραγούδια από αυτά που έχω μελοποιήσει στο παρελθόν. Με την Όλια Λαζαρίδου μας συνδέει μια φιλία ετών…

…και μάλιστα το 2005 είχατε συνεργαστεί στο «Ημερολόγιο Δεύτερο» με «Το όνειρο της Μαρίας», πάλι του Σολωμού. Τι είναι αυτό που έχει κάνει τη Λαζαρίδου να είναι κομμάτι της συνομιλίας σας με το Σολωμό;

Συμμετείχε πράγματι με «Το όνειρο της Μαρίας» αλλά είναι και μια σχέση παλιά, όχι μόνο με την Όλια, αλλά και των δυο μας με το Σολωμό. Η Όλια Λαζαρίδου είχε ξεκινήσει αυτήν την αφήγηση του «Λάμπρου», η οποία όμως ήταν μια μικρής διάρκειας αφήγηση, κάπου 25-30 λεπτά. Κάποια στιγμή, για να μπορέσει αυτό να μεγαλώσει λίγο αλλά και γνωρίζοντας την κοινή μας αγάπη για το Σολωμό, μου πρότεινε να συμμετέχω με έναν τρόπο κι εγώ. Έτσι φτάσαμε στο να γίνουν αυτές οι παραστάσεις. Στην αφήγηση υπάρχουν από τον Μιχάλη Νικόπουλο σχόλια από λαϊκά τραγούδια γιατί ο «Λάμπρος» ακούγεται σαν μια ερωτική, μια δραματική ιστορία βέβαια, αλλά και σαν μια λαϊκή ιστορία. Οπότε, αυτό σχολιάζεται με έναν τρόπο αποσπασματικό από τον Μιχάλη Νικόπουλο με κάποια λαϊκά τραγούδια, τα οποία ενίοτε δεν ακούγονται και ολόκληρα.

Στο δεύτερο μέρος, ακούγονται κάποια «πορτρέτα». Πρόκειται για τα μικρά - και αριστουργηματικά - αυτά ποιήματα του Σολωμού, της πρώτης περιόδου· δεν είναι, δηλαδή, οι μεγάλες του συνθέσεις. Υπάρχει ένα ποίημα που είναι από τα πρώτα του, τα «μικρά» όπως τα λένε οι γνώστες και οι φιλόλογοι, η «Ψυχούλα» που αναφέρεται στο θάνατο ενός μικρού παιδιού. Στο θάνατο επίσης αναφέρεται το «Προς τον Κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση» που είναι ένας τρόπος να ανακοινώσει σε έναν φίλο του που ζει στο Λονδίνο το θάνατο του πατέρα του στην Κέρκυρα και έγραψε ένα ποίημα για αυτό, εξ ου και ο τίτλος.

…το οποίο είναι και ο τίτλος του δίσκου σας από το 1990.

Ακριβώς. Επίσης, ακούγεται η «Ευρυκόμη» που και αυτό είναι ένα αριστουργηματικό ποίημα, ενώ συνοδεύονται και από κάποια αποσπάσματα εν είδει ύμνων από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, που παίζουν κι έναν ρόλο εισαγωγικό. Αυτό είναι μια πολύ λιτή, σχεδόν γυμνή θα έλεγα παράσταση. Μάλιστα, με την Όλια λέμε ότι ίσως δέκα χρόνια πριν, ή ακόμη και πέντε, δεν θα τολμούσαμε να παρουσιάσουμε αυτό το έργο τόσο λιτά· είναι σαν να είμαστε εμείς οι ίδιοι πλέον τα ποιήματα και ο τρόπος που τα αποδίδουμε. Ξεκινήσαμε λοιπόν μ’ αυτό το ρίσκο, γιατί έχει να κάνει και με δύσκολα συναισθήματα. Παρ' όλα αυτά νομίζω ότι το κοινό ανταποκρίθηκε και έτσι συνεχίσαμε την παράσταση, εξ ου και τώρα θα την παρουσιάσουμε και σε πέντε παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, από τις 20 μέχρι τις 24 Μαρτίου.








Τι ακριβώς σας συγκινεί στο Σολωμό και στο ποιητικό του φορτίο ώστε να γυρνάτε σε αυτόν ξανά και ξανά; Γιατί ο Σολωμός;

Καταρχήν, ο Σολωμός αποδεικνύεται ότι έχει μία δύναμη και σχεδόν πάντα ακούγεται επίκαιρος και πολύ βαθιά ανθρώπινος. Οπότε, αυτή η επιστροφή έχει να κάνει με το ότι αντλούμε κάποια δύναμη από αυτά τα ποιήματα και απ’ αυτόν τον λόγο που είναι εξαιρετικά δυνατός. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να έχω και πολλά επιχειρήματα για την ποίηση του Σολωμού. Από μόνη της είναι πραγματικά κάτι που εμένα τουλάχιστον με συγκινεί και μάλιστα λέω ότι όποτε και να παίζω αυτά τα τραγούδια νοιώθω ακριβώς το ίδιο συναίσθημα, το ίδιο ρίγος που διαπερνάει κι αυτά τα ποιήματα. Επί χρόνια, δεν ξέρω γιατί αλλά είχα επιλέξει τα ποιήματά αυτά να τα συμπεριλαμβάνω στις συναυλίες που γίνονταν πριν από το Πάσχα ή την άνοιξη, στις αρχές της άνοιξης, γιατί ακριβώς περιέχουν έναν «ηλεκτρισμό» που περιέχει και αυτή η εποχή, η πρώιμη άνοιξη.

Αυτό είναι ένα στοιχείο που διαπερνά πάρα πολύ την ποίηση του Σολωμού, και με έναν οξύμωρο μάλιστα τρόπο διότι υπάρχει ένα έντονο πένθος στα ποιήματά του, αλλά συγχρόνως υπάρχει και μια βαθύτατη ευφορία που δεν μπορώ, ομολογώ. να την εξηγήσω. Ελπίζω ότι μέσα από τη μουσική που έχω γράψει και τον τρόπο που τα μελοποίησα - που είναι λίγο πολύ σαν ψαλμοί - να βγαίνει ακριβώς αυτό το στοιχείο που είναι κάτι που θαυμάζω στον Σολωμό. Δηλαδή αυτό το πένθος, αυτό το τραγικό στοιχείο αλλά και μια δύναμη αναγέννησης που υπάρχει μέσα στην καρδιά αυτών των ποιημάτων. Είναι δηλαδή όπως λέει ο ίδιος «ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο». Αυτό περιγράφει όλη την ποίηση του Σολωμού.

Έχετε κάποια συγκεκριμένη φιλοσοφία όταν μελοποιείτε; Πώς ακριβώς προσεγγίζετε σαν συνθέτης το ποιητικό κείμενο; Αν υπάρχει φυσικά τρόπος να περιγραφεί αυτό…

Αυτά τα ποιήματα του Διονύσιου Σολωμού έγιναν με έναν εξαιρετικά αυθόρμητο τρόπο, ίσως είναι και τα πρώτα ποιήματα που μελοποίησα μετά από τους πρώτους δίσκους με τραγούδια που είχα κάνει. Λόγω της εποχής είχα μια επιφύλαξη προς τη μελοποιημένη ποίηση - ας το πούμε έτσι - γιατί υπήρχε το κυρίαρχο ρεύμα τότε, του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη κι όλο αυτό, και έτσι απέφευγα να μελοποιώ ποιήματα. Αυτό όμως βγήκε εντελώς αυθόρμητα διαβάζοντας τον Σολωμό, που πάντοτε με συγκινούσε και κατά καιρούς κατέφευγα στην ποίησή του. Άρχισα σχεδόν αυθόρμητα να τα μουρμουρίζω, για να το πω έτσι απλά, και μαζεύτηκε ένα υλικό μέσα από αυτά τα ποιήματα του Σολωμού. Το υλικό αυτό, μάλιστα, εγώ δεν το προόριζα για ηχογράφηση, απλά στις ηχογραφήσεις που κάναμε εκείνη την εποχή έκλεβα κανένα μισάωρο με τους μουσικούς μου και έλεγα να τα γράψουμε λίγο αυτά για να τα έχω στο αρχείο μου, αλλά όχι προς έκδοση. Σε μια συγκεκριμένη συγκυρία - οι εταιρείες μου ζητούσαν εκείνα τα χρόνια κάποιους δίσκους που ήμουν υποχρεωμένος να δώσω - παρά τις επιφυλάξεις μου, είπα ότι έχω ένα υλικό και ότι μπορεί αυτό να εκδοθεί.

Αυτή ήταν η πρώτη σχέση. Στην πορεία, ό,τι ποιήματα έχω αγγίξει έχουν σχέση με την προφορικότητα, δηλαδή είναι κοντά στο τραγούδι. Καμιά φορά αστειευόμενος λέω ότι αν κανείς βγάλει από κάτω το όνομα του ποιητή που δίνει ένα κύρος και μια έμφαση και γράψει το οποιοδήποτε όνομα, μπορεί κάποιος που δεν γνωρίζει να ξεγελαστεί και να νομίσει ότι αυτά είναι κατά κάποιο τρόπο «κανονικά» τραγούδια.

Ήταν προτεραιότητα για σας να διατηρηθεί η φόρμα του τραγουδιού…

Ακριβώς. Θέλω αυτή τη φόρμα, και την απλότητα αυτή να την κρατήσω. Κάνοντας ένα ποίημα όπως το «Ερωτικό» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ή τη Σαπφώ, ή κάποια ποιήματα του Μιχάλη Γκανά, όλο αυτό δεν ξεφεύγει από την έννοια του τραγουδιού.

Έγινε κάποια στιγμή μόδα η μελοποιημένη ποίηση; Ήταν ίσως αυτός ο λόγος που τη δεκαετία του ’80 διστάσατε να εκδώσετε μελοποιημένη ποίηση;

Κοιτάξτε, όλα αυτά πάντοτε παίζουν κάποιον ρόλο όταν κυριαρχεί μια σχολή, ένα είδος, μπορεί σε μια στιγμή να θέλει κανείς να διαχωρίσει κατά κάποιον τρόπο τη θέση του. Κυρίως σε μένα λειτούργησε η απέχθεια προς την ιδέα του να αντλεί κανείς κύρος από την ποίηση, Δεν είναι απαραίτητο ότι μελοποιώντας έναν ποιητή κάνεις κι ένα έργο κύρους - πάντα η αξία του ίδιου του έργου έχει σημασία.

Συμφωνείτε με τη θεωρία ότι η μουσική είναι ένα μέσο για τη διάδοση της ποίησης στις «μάζες»;

Όχι, καθόλου, είμαι τελείως αντίθετος. Αυτό που με ενδιέφερε πάντα ήταν εάν το έργο είχε μία δύναμη. Από εκεί και πέρα, ως μέσον για να αναβαθμιστεί το κοινό, δεν είχα ποτέ καμία ιδιαίτερη συμπάθεια σ’ αυτό.








Πώς μπήκατε στον κόσμο της ποίησης σαν αναγνώστης;

Τα πρώτα χρόνια μέσα στη δικτατορία, η ποίηση ήταν για κάποιους από εμάς ένα είδος καταφύγιου. Κατέφευγα εκεί σ’ έναν κόσμο που, μέσα σ’ ένα ζοφερό κλίμα, αποτελούσε μία ανάσα. Τώρα, πίσω στα χρόνια της Αιγύπτου και του Καΐρου όπου μεγάλωσα, υπήρχε ο θρύλος και ο μύθος του Κωνσταντίνου Καβάφη. Αυτά όλα πιθανότατα να έπαιξαν ρόλο - να ξεχάστηκαν κι από μένα τον ίδιο και μετά να ήρθαν στην επιφάνεια όσο προχωρούσα στη μουσική και ήθελα να κάνω κάποια πράγματα. Ο ποιητικός λόγος μού έδινε έναν αέρα· πέρα από το περιεχόμενο, η γλώσσα, αυτός ο μεταφορικός λόγος, μου έδινε και έναν αέρα στη μουσική, ώστε να υπάρχει και στη μουσική μια ποιητική ή μια ονειρική ατμόσφαιρα. Η ποιητική γλώσσα, με τις μεταφορές, με τις αναπνοές, πάντα λειτουργούσε σαν ένα διεγερτικό μέσα μου. Απελευθέρωνε κατά κάποιο τρόπο τη μουσική μου φαντασία.

Τα λαϊκά τραγούδια όπως και το ρεμπέτικο είχαν κι αυτά την ποιητικότητά τους, αλλά ο λόγος τους ήταν κυρίως ρεαλιστικός. Ενίοτε, μερικά ρεμπέτικα μοιάζουν πάρα πολύ «στεγνά». Από εκεί όμως παράγεται και η συγκίνηση, απ’ αυτόν τον ρεαλισμό του λόγου. Αυτός μπορεί να μην ήτανε ένας λόγος που εμένα με παράσερνε - παρότι μου άρεσε και έχω επιχειρήσει στην περιοχή αυτή. Και δεν είναι τυχαίο ότι οι άνθρωποι που συνεργάστηκα και έγιναν και φίλοι μου ήταν ο Μιχάλης Γκανάς, ο Θοδωρής Γκόνης, ή ο Διονύσης Καψάλης πιο πρόσφατα. Νομίζω ότι εκεί απελευθερωνόταν πολύ περισσότερο ο μουσικός μέσα μου.

…σε σχέση με την πρώιμη περίοδό σας και τους στίχους ας πούμε του Μανώλη Ρασούλη;

Εκεί ήταν μια άλλη γλώσσα, είχε ένα στοιχείο παιγνιώδες, αυτοσαρκασμού. Υπήρχαν πινελιές κι από άλλα πράγματα, αλλά το κύριο στοιχείο ήταν αυτό. Η λαϊκή μουσική έχει και μια κωμική φλέβα, μπορείς να παίξεις μέσα απ’ τους ρυθμούς, το ύφος, όπως π.χ. με ένα τσιφτετέλι. Τα λαϊκά τραγούδια περιέχουν αυτή τη δύναμη της κωμωδίας, μπορείς να παίξεις με αυτές τις φόρμες, με αυτούς τους ήχους, με αυτό το αίσθημα της ευθυμίας.

Ο Σολωμός θεωρείται ο «εθνικός» ποιητής. Πώς αντιλαμβάνεστε το «εθνικό» και την ελληνικότητα στην τέχνη, αν φυσικά αποδέχεστε αυτούς τους όρους…

Με τον στόμφο και τον χαρακτήρα που πήρε το εθνικό, εγώ θα ήμουν επιφυλακτικός. Εξάλλου, μελοποιώντας τα πρώιμα ποιήματα του Σολωμού - που δεν είναι ούτε ο εθνικός ύμνος ούτε οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» που έχουν κι αυτή την ιστορική αναφορά στον αγώνα του ’21 - δεν με ενδιέφερε να κάνω ένα μεγάλο έργο ή ένα εθνικό έργο στον Σολωμό. Κι αυτό, να σας πω την αλήθεια, αισθάνομαι ότι με διασώζει μέχρι τώρα. Τα τραγούδια αυτά δεν θα τα συνδέει μόνο ένας τόπος ή ένα περιβάλλον ή μια ιστορική στιγμή, αλλά το ίδιο το ποίημα θα διατηρεί τη δική του δύναμη, περιέχοντας παράλληλα τις αναφορές και τα τοπικά στοιχεία του. Με τον Σολωμό, ενστικτωδώς θα έλεγα, ξεκίνησα από τα μικρά ποιήματά του και έφτασα στις μεγάλες του συνθέσεις, κάνοντας ορισμένα σπαράγματα. Αυτή η ιδέα ενός ολοκληρωμένου εθνικού έργου δεν ισχύει. Είναι σαν να παρακολούθησα τη σπουδαία αποτυχία που είχε ο ίδιος, αυτό το ανολοκλήρωτο. Και μην ξεχνάτε ότι τα μεγάλα του έργα είναι έργα που δεν ολοκληρώθηκαν.





Theo Kapilidis Neoplatonic Trio - ΤΟ ΕΝ



Τετάρτη 20/3/2019 κυκλοφορεί το νέο άλμπουμ του Θόδωρου Καπηλίδη

Theo Kapilidis Neoplatonic Trio - TO EΝ


Ο Θόδωρος Καπηλίδης (Theo Kapilidis) κιθαρίστας και συνθέτης της jazz με δράση τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ελβετία η οποία αποτελεί τη βάση του μιας και διδάσκει στο University of the Arts της Ζυρίχης, κυκλοφορεί το νέο του άλμπουμ «ΤΟ ΕΝ».

Είναι το τρίτο άλμπουμ του Θόδωρου Καπηλίδη ως leader, καθώς έχουν προηγηθεί τα Bright Shadows (2014) και Inside Views (2016) τα οποία κυκλοφόρησαν από την ελβετική Unit Records.

Το “TO EN” είναι το πρώτο του άλμπουμ με το νέο του σχήμα Neoplatonic Trio και ταυτόχρονα το πρώτο άλμπουμ της συνεργασίας του με την Puzzlemusik.

Το μουσικό σύμπαν του Θ. Καπηλίδη εστιάζει μεν στην ελευθερία της έκφρασης (όπως τακτικά συμβαίνει στη jazz) αλλά δίνει βάρος στη στοχαστική διάθεση και την αυθεντικότητα και τελικά καταλήγει σε ένα άκουσμα που συνδυάζει την καινοτομία με την οικειότητα.

Μουσικός δραστήριος, που επιθυμεί να εξελίσσεται, μετακινείται από την post-bop και την contemporary jazz των προηγούμενων άλμπουμ του και με το “TO EN” o Τέο (όπως τον φωνάζουν στο εξωτερικό) παίρνει ως αφετηρία ατμοσφαιρικούς και ιδιαίτερα εκφραστικούς indie jazz αυτοσχεδιασμούς, στους οποίους εμπεριέχονται και επιμέρους ηλεκτρονικά στοιχεία και τους μπολιάζει με την πλούσια παράδοση της Ελλάδας, της Μεσογείου και της Μικράς Ασίας.

Αυτό γίνεται με διακριτικότητα, με εξερευνητική διάθεση που αποφεύγει όλα τα στερεότυπα κλισέ και οδηγεί τελικά σε ένα μουσικό αποτέλεσμα λουσμένο στο φως, στοχαστικό και ταυτόχρονα μυστικιστικό ˙ σε ένα ταξίδι από τον Εύξεινο Πόντο (“Pontus Euxinus”) ως την Πελοπόννησο και άλλους ακόμη σταθμούς της Μεσογείου.

Το Theo Kapilidis Neoplatonic Trio αποτελείται από τον Θόδωρο Καπηλίδη (Theo Kapilidis) στις κιθάρες και τα electronic fx και τους Ελβετούς Florian Egli (άλτο σαξόφωνο, άλτο κλαρινέτο, fx) και Maxim Paratte (τύμπανα, fx).


Το άλμπουμ περιλαμβάνει 8 κομμάτια και σε εσωτερικό επίπεδο αντανακλά τις σκέψεις του δημιουργού του για το ΕΝ ως την πηγή όλων των εκφάνσεων της Ύπαρξης και του Χρόνου και το πώς όλα πηγάζουν από το ΕΝ και επιστρέφουν σε αυτό. Το concept δηλαδή του άλμπουμ είναι σε ένα βαθμό εμπνευσμένο από τον Πλωτίνο (διάδοχο του Πλάτωνα).



Ο ίδιος ο Θόδωρος Καπηλίδης αναφέρει σχετικά: «Οι συνθέσεις είναι ένας καθρέφτης του κόσμου μας σήμερα, αλλά φέρνουν μαζί τους το βάρος της ιστορίας».



Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

Ο Κηλαηδόνης μιλάει για τον Κηλαηδόνη (Αντί, 1974)




Ο Κηλαηδόνης μιλάει για τον Κηλαηδόνη


Τώρα ύστερα από μια σειρά αναζητήσεων - που θαρρώ δεν ενδιαφέρουν τους άλλους - έχω καταλήξει στο ότι η μορφή του τραγουδιού είναι η φόρμα που με εκφράζει. Πιστεύω, δηλαδή, ότι το τραγούδι είναι μια τέλεια φόρμα με τεράστιες εξελικτικές δυνατότητες. Αυτό το συνειδητοποίησα περισσότερο από τότε που γύρω μου είχε δημιουργηθεί ένα κλίμα απαισιοδοξίας για την τύχη του τραγουδιού, προπαντός τα τελευταία χρόνια. Κατάλαβα, δηλαδή, ότι ο φορμαλισμός - η φόρμα για τη φόρμα - μας οδηγούσε σταθερά στο αδιέξοδο του να δούμε το τραγούδι σαν ζωντανό λειτουργικό στοιχείο Μουσικής. Μελετώντας όμως το τραγούδι και πηγαίνοντας όλο και πιο πίσω στις πηγές του, όλο και περισσότερο ξεκαθάριζε μέσα μου και η μορφή και το περιεχόμενό του - μουσικολογικά και ποιητικά - και γοητεύτηκα από την λιτότητα της φόρμας και από την ειλικρίνεια και ουσιαστικότητα αυτών που είχε να πει.

Απ’ τη στιγμή που συνειδητοποίησα αυτά, η οπτική μου γωνία στην προσέγγιση της ποίησης για μελοποίηση άλλαξε ριζικά. Και, για να μιλήσω πιο συγκεκριμένα για τη δουλειά μου (δηλαδή την προσωπική μου συμβολή στο τραγούδι), πρέπει να πω ότι η αντιγραφή μορφών που λειτούργησαν στο παρελθόν - όσο και να ’χουν δημιουργήσει μια μεγαλειώδη παράδοση - όχι μόνο δεν με ενδιέφερε, αλλά την βρίσκω και οπισθοδρόμηση. Μιλάω πάντοτε για την αντιγραφή, γιατί η αντιγραφή σ’ όλες τις μορφές της τέχνης δείχνει ερασιτεχνισμό και έλλειψη δημιουργικότητας, για να μην πω ότι όταν γίνεται μόνο αντιγραφή - όσο και να ξεγελάει προς στιγμή - αποδεικνύει την έλλειψη ταλέντου.

Από την παράδοση μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία μόνο στην περίπτωση που αυτά θα βρίσκουν σαφείς αντιστοιχίες με την σημερινή πραγματικότητα ή όταν θα τα ζωντανέψουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να απηχούν μια σημερινή αίσθηση. Αν αυτό το τελευταίο δεν γίνεται, τότε τα στοιχεία που έχουμε αντλήσει θυμίζουν πολύ τα ταγάρια τα χωριάτικα τα κρεμασμένα εκατέρωθεν της Γκουέρνικα του Πικάσσο…

Τα «Μικροαστικά» παραμένουν για μένα μια ικανοποιητική μορφοποίηση των όσων είχα συνειδητοποιήσει. Όμως το να μείνω εδώ δεν είναι κάτι που με γεμίζει. Τα «Μικροαστικά» έχουν γίνει, διάφορα προβλήματα μού έχουν λύσει, αλλά, αυτά τα ίδια, άλλα τόσα και περισσότερα προβλήματα μού θέτουν. Αυτή τη στιγμή βλέπω το τραγούδι να πηγαίνει ακόμη πιο πέρα από τα «Μικροαστικά» - αυτή την έμμεση κοινωνική κριτική - σε μια μορφή αμεσότερης θέσης μου απέναντι στις κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις.

Θα ήθελα να δουλέψω καθαρά πολιτικό τραγούδι, πέρα από το πνεύμα του ρομαντισμού και του ασαφούς υπαινιγμού, που νομίζω ότι χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος των σημερινών τραγουδιών που θεωρούνται πολιτικά. Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο το κοινό μας είναι ώριμο να δεχτεί τέτοιου είδους αισθητικές «καινοτομίες», όταν εδώ και πάρα πολλά χρόνια τού έχει γίνει μια συστηματική πλύση εγκεφάλου με αισθητικές συνήθειες που είναι πολύ …σίγουρες και δοκιμασμένες μέσα από την παράδοση του αστικού μας… γούστου. Επειδή όμως πιστεύω ότι ειδικότερα η νεολαία, μέσα από τις τελευταίες προπαντός περιπέτειες της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής, έχει ωριμάσει, πολύ περισσότερο απ’ όσο θέλουν μερικοί να πιστεύουν, τη δουλειά αυτή θα την κάνω με κέφι και με απεριόριστη πίστη σ’ αυτή - τη νεολαία.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ

Αντί, τεύχος 2, 21 Σεπτεμβρίου 1974, σελ. 39.

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2019

Νίκος Τουλιάτος: "Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον;" (21)





Μερικές φορές καταφέρνουμε να κάνουμε πράγματα που ονειρευόμαστε και μας γεμίζουν την ψυχή και που τελικά πολλοί λίγοι μπορούν να κατανοήσουν. Είναι απίστευτη η ικανότητα αυτοκαταστροφής που έχουμε σε αυτή τη χώρα. Είναι απίστευτο πόσο μικροί γινόμαστε μερικές φορές. Πώς βάζουμε σε προτεραιότητα τις μικροψυχίες, τους ανταγωνισμούς, τις κακίες, τα κουτσομπολιά. Μόλις κάνουμε κάτι καλό φροντίζουμε μετά να το καταστρέφουμε. Κάνουμε ένα βήμα μπροστά και αμέσως μετά δέκα πίσω. Δεν είχαμε ποτέ την λογική της επένδυσης στο μέλλον, αλλά μόνο τα άμεσα οφέλη. Είμαστε σαν κουλτούρα λαός της αρπαχτής σε όλα τα επίπεδα. Η πολιτιστική πολιτική και του κράτους αλλά και των περισσότερων Δήμων είναι ανύπαρκτη. Όλα λειτουργούν σαν μικρομάγαζα χωρίς κριτήρια και χωρίς αισθητική. Δεν υπάρχει πολιτική με στόχο την ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου και του καλλιτεχνικού κριτηρίου του κοινού αλλά η λογική του μαζικού πολιτισμού του ευτελούς του εύκολου για να έχουνε άμεσα ψηφοθηρικά οφέλη και γιατί όχι και κέρδη, ή έστω μικρή χασούρα.

Η λογική πολλών Δήμων να νοικιάζουν τα θέατρα σε μεγάλα γραφεία – παραγωγούς άσχετα με το τι θα παρουσιάσουν τι αποδεικνύει;

Ποιοι δημοτικοί σύμβουλοι ή συμβούλια πνευματικών, πολιτιστικών κέντρων έχουν οποιαδήποτε σχέση με την τέχνη, ή την αισθητική, ή έστω έχουν τα απαραίτητα κριτήρια να καταλαβαίνουν τη διαφορά του σημαντικού από το φτηνό. Οι περισσότεροι λειτουργούν με αυτά που γνωρίζουν αφενός και με γνώμονα τις μικροκομματικές κόντρες και τα πολιτικά οφέλη, αδιαφορώντας για το καλλιτεχνικό, πολιτιστικό αποτέλεσμα και τις επιπτώσεις του στη διαμόρφωση του γούστου και της αισθητικής των ακροατών, θεατών. Και βέβαια εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις ανθρώπων που έχουν άποψη και που τις περισσότερες φορές δεν πείθουν κανέναν, οι περισσότεροι γνωρίζουν μόνο αυτά που προβάλλουν συνεχώς οι εταιρείες μέσω των ραδιοφώνων και κυρίως της τηλεόρασης. Γιατί δυστυχώς για όλους μας εκεί διαμορφώνεται ή μαζική καλλιτεχνική, πολιτιστική κακογουστιά και που διαμορφώνει το κοινό άσχετα από ποια θέση κατέχει αυτό στα πολιτιστικά, πολιτικά, συνδικαλιστικά πράγματα κλπ.

Έχω αντιμετωπίσει πολλές φορές την ανικανότητα κατανόησης καλλιτεχνικών γεγονότων, και προτάσεων, από υπεύθυνους σε οποιαδήποτε θέση και εάν βρίσκονται αυτοί. Δεν πιστεύω ότι απλά δεν θέλουν, αντίθετα πιστεύω πια ότι δεν γνωρίζουν, δεν έχουν κανένα επίπεδο. Σε αυτή τη χώρα έχουμε μετατραπεί σε σκυλάδες οι περισσότεροι. Αυτό είναι το επίπεδο. Πώς να επικοινωνήσεις λοιπόν, πώς να προτείνεις διαφορετικά πράγματα όταν έχεις απέναντι σου ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν καν τι τους λες.

Η τέχνη για να είναι ελεύθερη για να υπάρχει για να αναπτύσσεται για να μπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται κτήμα των πολλών χρειάζεται κρατική ενίσχυση. Αρκεί το κράτος να έχει πολιτική ανάλογη και ανθρώπους με ευαισθησία. Ο πολιτισμός και η τέχνη είναι προσφορά στους πολίτες από το Κράτος, τους Δήμους τις Νομαρχίες και όποιους άλλους δημόσιους φορείς με συγκεκριμένους πολιτιστικούς καλλιτεχνικούς στόχους. Τα θέατρα των Δήμων δεν είναι μαγαζιά της νύχτας. Αλλιώς τα αποτελέσματα της “περίφημης ιδιωτικής πρωτοβουλίας” είναι τα κάθε είδους FAME STORY είναι συναυλίες μαζικού μόνο ενδιαφέροντος. Όλο και περισσότερο χαμηλώνει το επίπεδο των προσφερομένων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων από τους Δήμους σε όλη την Ελλάδα. Γιατί ο κάθε ιδιώτης – εταιρεία παρουσιάζει ότι θα του φέρει σίγουρα κέρδη, δεν ενδιαφέρεται για προβολή του πολιτισμού. Τρανό παράδειγμα της ανύπαρκτης πολιτιστικής πολιτικής είναι ότι ζούμε τα τελευταία 2 χρόνια και έχουμε κάνει εθνικό στόχο κάτι σαν εθνική παλιγγενεσία την Eurovision. ΕΛΕΟΣ ΠΙΑ.

Σε επίπεδο Δήμων έχω εισπράξει πολλές φορές πολλή χυδαιότητα, κουτσομπολιά, υποτίμηση για πράγματα που έχω προτείνει ή έχω οργανώσει κυρίως στα φεστιβάλ κρουστών. Έχω ζήσει μικροκομματικές κόντρες, ψέματα που μοιράζονται στον κόσμο με περισσή άνεση, έλλειψη οραμάτων, βλακεία, εκμετάλλευση, διασυρμούς, σαχλαμάρες έλλειψη σεβασμού από ανεγκέφαλους, φοβισμένους, πολιτικάντηδες που διαχειρίζονται υποτίθεται τα κοινά, και έχουν την ευθύνη για την ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Απαράδεκτες συμπεριφορές που αποδεικνύουν περίτρανα πόσο μικροί είναι κάποιοι άνθρωποι και πόσο ασεβείς είναι πάνω από όλα στον ίδιο τους τον εαυτό.

Το αστείο είναι που νόμιζαν ότι μπορούσαν να με αγγίξουν με τέτοιες συμπεριφορές. Πόσο γελασμένοι υπήρξαν. Όταν όλοι αυτοί κάποτε θα είναι σπίτι τους εγώ θα συνεχίσω να είμαι παρών είτε τους αρέσει είτε όχι. Οι μικρότητες, οι κακίες κλπ επιστρέφουν πάντα σε αυτούς που τις έχουν και τις ασκούν. Και ας καταλάβουν μια και καλή ότι ο κόσμος τελικά θυμάται αυτούς που έχουν άποψη που δημιουργούν κάνοντας και λάθη και όχι τους όποιους μικρόψυχους υποταγμένους σε μικροκομματικά συμφέροντα και που μπορεί να εξυπηρετούν εφήμερες καταστάσεις αλλά στο τέλος πάνε εκεί που είναι ταγμένοι, στο απόλυτο τίποτα.


Εγώ θα συνεχίσω να τους κοιτάω καταπρόσωπο αυτοί δεν μπορούν, γιαυτό κρύβονται πίσω από ίντριγκες και συνομωσίες.




Η μουσική και ιδιαίτερα το τραγούδι είναι η μαζικότερη των τεχνών. Αποτελεί το αμεσότερο μέσον επιρροής του κοινού είτε θετικά είτε αρνητικά. Αυτός είναι ο λόγος που χρησιμοποιείται τόσο χυδαία, και βιάζεται με τέτοιο βάρβαρο τρόπο από εταιρείες, δήθεν συνθέτες, δήθεν τραγουδιστές, ένα τεράστιο κύκλωμα αποπροσανατολισμού, και βλακείας. Ένα ολόκληρο star system προώθησης των σκουπιδιών που έχει στόχο (εκτός από τα τεράστια κέρδη) κυρίως το μυαλό και την ψυχή ενός διαμορφούμενου κοινού στην ύπνωση και ανοχή απέναντι σε ένα σύστημα πολιτικό - κοινωνικό ανελέητο και απάνθρωπο που χρειάζεται εκτονωμένους και όχι σκεφτόμενους ανθρώπους, άρα "επικίνδυνους" και που λειτουργεί σαν συγκοινωνούντα δοχεία με δισκογραφικές εταιρείες, ΜΜΕ, διαφήμιση, μόδα, lifestyle κ.α.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά. Υπάρχει και η μουσική τέχνη και το τραγούδι που αντιστέκονται αλλά όσο περνάει ο χρόνος περνάνε όλο και περισσότερο στο περιθώριο. Δεν είναι σε θέση σήμερα να επηρεάσει, να διαμορφώσει κοινωνική συνείδηση να αλλάξει τα δεδομένα. Γιαυτό είναι και φοβάμαι ότι θα παραμείνει στο περιθώριο γιατί ακριβώς μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Το μέλλον της μουσικής μπορεί να είναι αισιόδοξο όσο αισιόδοξος μπορεί να είναι ο κόσμος για το μέλλον του, όσο σκεφτόμαστε όσο ανησυχούμε, όσο ελπίζουμε και όσο αντιστεκόμαστε. Γιαυτό οι διαφορετικές εκδοχές, οι διαφορετικές καλλιτεχνικές απόπειρες δεν βρίσκουν πια έδαφος, ή έστω όλο και περισσότερο δυσκολεύονται να βρουν έδαφος.

Ότι δεν είναι της κοινής αποδοχής (και πως γίνονται άραγε κοινής αποδοχής) αντιμετωπίζονται με αδιαφορία, με ειρωνείες, με υποτίμηση και βέβαια με κριτήριο πόσα λεφτά θα μπούμε μέσα, πόσοι θα το δουν κλπ. Όλοι έχουν σαν στόχο την ικανοποίηση του μαζικού κοινού γούστου (ακριβώς γιατί έτσι νομίζουν ότι θα έχουν πολιτικά οφέλη) και όχι την ανάπτυξη του καλλιτεχνικού, πολιτιστικού, αισθητικού γούστου του κόσμου. Και βέβαια οι περίφημοι δήθεν <χορηγοί> που αντί να στηρίζουν τις καινούργιες ιδέες και να προσπαθούν να συνδέσουν το όνομα τους με καλλιτεχνικά γεγονότα που δεν είναι σήμερα στην επικαιρότητα αλλά έτσι θα τα βοηθήσουν να βρουν τον χώρο τους, απλώς διαφημίζονται μέσα από επώνυμα εμπορικά σχήματα και καλλιτέχνες. Αυτό δεν είναι χορηγία είναι απλώς διαφήμιση.

Για χρόνια ακούμε μεγάλα λόγια για προώθηση του ανθρώπινου ικανότατου δυναμικού της Ελλάδας. Για παρουσίαση στο εξωτερικό της τέχνης που παράγεται στην χώρα. Για την υποστήριξη των καλλιτεχνών γιατί η Ελλάδα μπορεί να έχει διεθνή προσφορά. Συμφωνώ απόλυτα με αυτές τις θέσεις των υπευθύνων πολιτικών ιδιαίτερα των 2 μεγάλων κομμάτων που κυβερνάνε αυτή τη χώρα. Tι έχει γίνει άραγε που να αποδεικνύει στην πράξη όλη αυτή τη φιλολογία. Αν πω τίποτα θα είμαι άδικος. Έχουν προωθηθεί με οικονομικές ενισχύσεις, με επιχορηγήσεις, με διαφήμιση, με συνέπεια τα σκουπίδια κάθε είδους. Αλλά για να καλύπτουνε και την υποχρέωση που έχουν απέναντι στην τέχνη με ουσιαστική αδιαφορία, αποσπασματικά, και χωρίς την ανάλογη προβολή δίνουν καμιά φορά και κάποια ψίχουλα, χωρίς βέβαια την ανάλογη προβολή.

Δεν άκουσα ποτέ στα κανάλια όχι στα ιδιωτικά (έτσι κι αλλιώς δεν τους αφορά αλλά δεν τα έχω και σε καμία ιδιαίτερη υπόληψη) επαναλαμβάνω ότι πάντα εξαιρώ τις φωτεινές διαφορετικότητες, δεν άκουσα ποτέ όμως ούτε στα κρατικά κανάλια για την συμμετοχή Ελλήνων μουσικών ή σχημάτων πχ του χώρου της τζαζ σε διεθνή φεστιβάλ, για συνεργασίες με μεγάλα παγκόσμια ονόματα, για καλλιτέχνες που παρουσιάζουν την δουλειά τους σε όλο τον κόσμο προβάλλοντας και εκπροσωπώντας την Ελλάδα με τον καλύτερο τρόπο. Ούτε καν γνωρίζουν ότι υπάρχουν. Γιατί το Υπουργείο Πολιτισμού δεν γνωρίζει καν τι υπάρχει στον καλλιτεχνικό χώρο στην Ελλάδα. Είναι σαν να μη γνωρίζει το υπουργείο ανάπτυξης ποιες βιομηχανικές μονάδες, πόσες και ποιες βιοτεχνίες υπάρχουν κλπ. Ούτε καν μορφωτικούς ακόλουθους δεν έχουμε στις πρεσβείες. Τόσο πολύ μας ενδιαφέρει.

Εγώ πχ έxω εκπροσωπήσει τη χώρα σε διάφορα φεστιβάλ στο εξωτερικό προφανώς έχω λειτουργήσει σαν πρέσβης της Ελλάδας με την τέχνη μου και όχι μόνο όταν προβάλλω τον Ελληνικό πολιτισμό στο SΟWETO ή στην ΡΩΜΗ ή στο ΜΑΡΟΚΟ ή στην ΤΟΥΡΚΙΑ ή στην ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ κλπ με σεμινάρια, μαθήματα, με συναυλίες, με την επαφή μου και την γνωριμία στα νέα παιδιά των αποδήμων της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, ή όταν συνεργάζομαι με ντόπιους μουσικούς, ή με νέα παιδιά από τις χώρες που επισκέπτομαι που συμμετέχουν στις συναυλίες μου. κ.α. αυτό εξάλλου σημαίνει μέσα από την μουσική ειρηνική συνύπαρξη και δημιουργική επαφή των λαών, ποιος τα γνωρίζει αυτά; Πως στηρίζονται αυτά; όταν πληρώνω από την τσέπη μου όλα τα έξοδα της αποστολής και εισπράττω τα χρήματα (ψίχουλα στην ουσία) μετά από 4 – 5 μήνες ή ακόμη και 1 χρόνο; Και όλα αυτά από την προσπάθεια κάποιων ανθρώπων με μεράκι που τιμούν την θέση τους και όχι σαν συνέπεια μιας σταθερής πολιτιστικής πολιτικής. Πού προβάλλονται αυτά και άλλα πολλά που κάνουν δεκάδες άλλοι καλλιτέχνες από όλες τις μορφές τέχνης που εκπροσωπούν τη χώρα με ποιότητα και ουσία και όχι με πανηγύρια χαμηλής υποστάθμης και πολιτικών ισορροπιών τύπου EUROVISION. Αναρωτιέμαι όταν ακούω υπουργούς, δημοσιογράφους, κ.α. να μιλάνε με τέτοιο δέος για την ανάπτυξη του τουρισμού από τέτοιου είδους πανηγύρια, για νίκη του πολιτισμού στην Ευρώπη με αφορμή εκείνη την πρωτιά της Eurovision του 2005, για την μεγάλη αγάπη στην Ελλάδα των συντελεστών τέτοιων <διαγωνισμών>. Μου δίνουν την εντύπωση όλοι αυτοί ή ότι ζουν εκτός πραγματικότητας ή ότι πολύ έξυπνα εξυπηρετούν κομματικά και πολιτικά συμφέροντα. Πατάνε στην επί της ουσίας ανάγκη αυτού του καταπιεσμένου και δυστυχισμένου λαού να ξεφύγει από την καθημερινή μιζέρια και να εκτονωθεί. Τι γελοίες υπερβολές είναι όλη αυτή η εκτόνωση με τις σημαίες που έχουν καταντήσει κουρελόπανα, τις κόρνες, τα ουρλιαχτά, τα κλάματα, εκδηλώσεις ακραίες, εθνική παλιγγενεσία. Άκρατος χουλιγκανισμός. Που είσαι Μακρυγιάννη να απολαύσεις τους νεοέλληνες. Και βέβαια όλοι αυτοί που σε κάθε τέτοιου τύπου διακρίσεις μυρίζουν άκριτα εκεί που κατουράνε οι νικητές, θα τους έθαβαν ευχαρίστως και θα τους έπιναν το αίμα με μεγάλη ικανοποίηση εάν είχαν χάσει. Όλοι εμείς οι διαφορετικοί ή μη μαζικοί κατά τη γνώμη τους, δεν αγαπάμε την Ελλάδα; δεν είμαστε σοβαροί; δεν δουλεύουμε με επαγγελματισμό; Γιαυτό δεν μας στηρίζουν; Δεν είμαστε ικανοί;

ΟΧΙ ΒΕΒΑΙΑ. ΑΠΛΩΣ ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΠΟΥΛΑΜΕ. ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕ ΜΑΖΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΨΗΦΟΘΗΡΙΚΕΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑΤΙ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΕΑΝ ΠΡΟΒΛΗΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΡΟΠΟ ΘΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΟΥΜΕ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝ. ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΥΛΙΓΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΗΜΑΙΕΣ ΣΤΑ ΚΑΘΕ EURO ΚΑΙ ΣΤΑ ΚΑΘΕ EUROVISION ΘΑ ΚΑΤΑΠΙΝΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΑΜΑΣΗΤΑ ΤΑ ΣΚΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΧΗΜΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ. ΓΙΑΥΤΟ. ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΠΟΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

Άνθρωποι καλλιτέχνες σαν την Σαβίνα Γιαννάτου ή τον Τερζόπουλο, ή την Κονιόρδου, ή τον Παπαιωάννου ή την Καραίνδρου ή την Δόμνα Σαμίου ή τον Χαλκιά, κ.α. γίνονται πρέσβεις τις ειρήνης και της συνύπαρξης των λαών. Μουσικοί σαν τον Γιώργο Φακανά, τον Γιώτη Κιουρτσόγλου, τον Γιώργο Τρανταλίδη, τον Δημήτρη Βασιλάκη, τον Γιάννη Φλώρο, τον Λευτέρη Χριστοφή, τον Τάκη Μπαρμπέρη, τον Σπύρο Παναγιωτόπουλο, τον Βαγγέλη Κατσούλη, τον Σταμάτη Μάζαρη, τον Αντρέα Γεωργίου και άλλους πάρα πολλούς, με τις συνεργασίες τους με σημαντικούς ξένους μουσικούς και την μουσική τους, προβάλλουν το σύγχρονο Ελληνικό πνεύμα στο εξωτερικό προβάλλουν την σημερινή Ελλάδα.

Δεν είναι εύκολο να αναφερθώ σε όλα τα ονόματα από όλους τους χώρους οι ίδιοι γνωρίζουν. Εγώ απλώς θέλω να τονίσω ότι τέτοιοι δημιουργοί κάνουν τους λαούς του πλανήτη να αγαπούν την Ελλάδα και να θέλουν να την επισκεφθούν, ακόμα και όταν τους ληστεύουν οι περισσότεροι Έλληνες επαγγελματίες του τουρισμού, αυτοί ανεβάζουν τη Ελλάδα ψηλά και όχι τα σκουπίδια κάθε είδους.

Κάποτε η Ελλάδα έγινε γνωστή από τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Καφάβη, την Κάλλας, τον Τσαρούχη κλπ τώρα από το ποδόσφαιρο από τα σκουπίδια της Eurovision.

Ποιος υποδέχτηκε τον Ελύτη ή τον Σεφέρη όταν γύρισε με το Νόμπελ, ποιος υποδέχτηκε τον Ρίτσο όταν γύρισε με το βραβείο Λένιν, ποιος υποδέχτηκε την Παξινού μετά το Όσκαρ, και τόσα άλλα.

Αυτό σημαίνει στην πράξη, ανάπτυξη οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, καλλιτεχνική. Αλλά εάν ήταν διαφορετικά θα ήταν πραγματικά περίεργο. Σε εποχές τέτοιας κοινωνικής, οικονομικής κρίσης δεν είναι λογικό να επιπλέουν οι φελλοί κάθε είδους; Κάποτε τον νέο που δεν διάβαζε ποίηση τον δείχνανε με το δάχτυλο, τώρα συμβαίνει το ίδιο με όποιον διαβάζει ποίηση. Ας σκεφτούμε σοβαρότερα τι έχουμε φτιάξει ή τι ανεχόμαστε μέσα σε αυτή την παρανοϊκή, παρακμιακή, σουρεαλιστική πραγματικότητα που ζούμε με σκυμμένο το κεφάλι.

Δεν είδα ποτέ τον πρωθυπουργό να δεξιώνεται καλλιτέχνες σαν τους παραπάνω που αναφέρω, δεν είδα ποτέ να πηγαίνουν υπουργοί να τους προϋπαντήσουν στο αεροδρόμιο, δεν είδα να προβάλλει κανένα κανάλι επί ένα χρόνο όλη μέρα μια θεατρική παράσταση που παίζεται σε όλο τον κόσμο, ή μια συμμετοχή Ελληνικού σχήματος σε κάποια μεγάλα φεστιβάλ κλπ. Όλοι αυτοί πολιτικοί, δημοσιογράφοι, κουτσομπόλες, καναλάρχες, <καλλιτέχνες> και άλλοι παπαγάλοι κάθε είδους εάν θέλουν να είναι υπεύθυνοι και συνεπείς με τα λόγια τους και να αποδείξουν την ειλικρίνεια των πραγματικών προθέσεων τους, τότε ας υποστηρίξουν τα σκουπίδια (κανένα πρόβλημα) αλλά τουλάχιστον όλους αυτούς τους συνεπείς, χαμηλών τόνων, και υψηλής ποιότητας δημιουργούς μην τους προσβάλλουν με την στάση, και τα λόγια τους όταν αναγάγουν τόσο κραυγαλέα την προβολή των σκουπιδιών σε εθνικό ζήτημα.

Τα σκυλάδικα τραγούδια, και το χειρότερο η σκυλάδικη νοοτροπία, έχει βγει από τους κάδους της Συγγρού, της παραλίας, της Ιεράς οδού, της Πειραιώς και έχει γίνει επίσημη κρατική αντίληψη για την τέχνη και τον πολιτισμό. Όχι σήμερα αλλά τα τελευταία 25 χρόνια. Στήνεται αργά αλλά σταθερά το σκηνικό της πνευματικής μας υποτέλειας. Γιατί έτσι τους βολεύει.

Νίκος Τουλιάτος