Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Βασίλης Χουλιαράς: Στην αρχή






Στην αρχή


Στην αρχή ήσουν λέξεις· πριν ακόμα γίνεις κορίτσι και κουβέντα, και μετά γυναίκα και φιλί. Έγινες έρωτας, και κορμιά να ιδρώνουν σε κάμαρες και αμμουδιές. Ματιές που δε λέγαν να ξεκολλήσουν και μικρές ανασφάλειες. Αγκαλιές και γλυκόλογα και ηλιοβασιλέματα. Βλέμματα που ψάχναν την άκρη του ορίζοντα λες και ψάχναν το μυστικό του κόσμου -με σφιχτά ενωμένα τα χέρια- και όρκοι και υποσχέσεις και δάκρυα αγάπης. Χέρια που έτρεμαν και παλάμες που ίδρωναν σε κάθε μικρό αποχωρισμό, σε κάθε μικρό αντίο, σε κάθε που προοιώνιζε το τέλος. Το τέλος.


Και τώρα που έχεις απομείνει ανάμνηση, και σε λίγο ίσως ούτε καν αυτό, να που ξανάγινες λέξεις -αυτές εδώ- μόνο που πια είναι δικές μου, και δεν ξέρω τι να τις κάνω.


Βασίλης Χουλιαράς
Ο Φάρος του Σόρενσον, Θράκα, 2018.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Ο Στέφανος Ρόκος ζωγραφίζει Nick Cave στη μουσική-εικαστική συνεργασία της χρονιάς





«Πολύ καιρό μετά την πρώτη ακρόαση του «No More Shall We Part», οι εικόνες που είχαν διαμορφωθεί μέσα μου όταν πρωτοάκουσα τα τραγούδια του δίσκου ήξερα ότι με ακολουθούν ακόμη.

Έτσι, το 2015, ωριμότερος πλέον καλλιτεχνικά, αποφάσισα ότι, για όσο καιρό χρειαζόταν, θα αφιερωνόμουν εξ ολοκλήρου στην υλοποίηση μιας ιδέας την οποία επεξεργαζόμουν επί χρόνια: στόχος μου ήταν να επιχειρήσω μια απολύτως προσωπική εικαστική προσέγγιση του άλμπουμ «No More Shall We Part», δημιουργώντας δεκατέσσερα ζωγραφικά έργα εμπνευσμένα από τα ισάριθμα κομμάτια του δίσκου – τα δώδεκα τραγούδια του και τα δύο b-sides που κυκλοφόρησαν με τη limited edition του άλμπουμ.


Στη συνέχεια, τα έργα αυτά θα τα μετέφερα πολύ προσεκτικά σε ένα καλλιτεχνικό βιβλίο, το οποίο θα εξέδιδα με δική μου επιμέλεια. Το πρότζεκτ αυτό αποτελεί και την κατάθεση της προσωπικής μου πρότασης για τη διαλεκτική σχέση που είναι δυνατόν να αναπτυχθεί ανάμεσα σε δύο μορφές τέχνης οι οποίες ανέκαθεν συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα της καλλιτεχνικής μου έκφρασης και δημιουργίας».


Στέφανος Ρόκος



* “Stefanos Rokos: Nick Cave & The Bad Seeds’ No More Shall We Part, 14 paintings 17 years later” η έκδοση και η έκθεση.
* Κυκλοφορία λευκώματος: 3 Απριλίου, 2019
* Έκθεση: 3 Απριλίου - 19 Μαΐου, 2019 στο Μουσείο Μπενάκη/ Πειραιώς 138

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

Ο Δημήτρης Μαραμής για το έργο "Οι Στοιχειωμένοι"







«[…] Στους Στοιχειωμένους έχουμε να κάνουμε με την προφορική παράδοση, με την ποίηση που σμιλεύτηκε και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα μέσα στους χειμώνες της ιστορίας του τόπου μας. Ο τραγικός ποιητής είναι εδώ ο ανώνυμος λαός. Μέσα στα δημοτικά τραγούδια Του γιοφυριού της Άρτας και Του νεκρού αδελφού κρύβονται οι αρχέγονοι μύθοι που γέννησε ο πρωτόγονος ψυχισμός του ανθρώπου στο ξημέρωμα της ιστορίας του. Δεσμοί αίματος, σχέσεις μάνας και κόρης, μάνας και γιου, αδερφής και αδερφού, άντρα και γυναίκας, εραστή και ερωμένης.

Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να αποδεχθεί συναισθηματικά τον θάνατο, δεν αποδέχεται ποτέ το τέλος, κι ας του υπενθυμίζει η λογική πως είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορεί να νικήσει. […]

Στους Στοιχειωμένους η συνθετική γλώσσα δομείται σε μια συνεχόμενη κι έντονα χορευτική μουσική, που ποικίλλει από διαφορετικούς κι εναλλασσόμενους ρυθμούς και χαρακτηρίζεται από ακατάπαυστη ροή μελωδικών σχημάτων. Πριν ξεκινήσω τη σύνθεση των Στοιχειωμένων έκανα μια αρκετά μεγάλη έρευνα στη μουσική παράδοση της χώρας μας, αλλά και της ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και της Μεσογείου, συλλέγοντας στοιχεία με τα οποία εμπλούτισα το προσωπικό μου μουσικό ιδίωμα. Έγραψα μουσική με στόχο να υπηρετήσει τη δραματουργία των παραπάνω δημοτικών ποιημάτων. Για την ενορχήστρωση επέλεξα κυρίως ξύλινα και χάλκινα πνευστά, ώστε να βρίσκονται πιο κοντά στον διονυσιακό και παγανιστικό ήχο της υπαίθρου. Όσον αφορά στους οχτώ ερμηνευτές του έργου, οδηγήθηκα σε αυτούς με κριτήριο το γήινο χρώμα της φωνής τους. Μολονότι προέρχονται από διαφορετικούς μουσικούς χώρους, διακρίνονται όλοι για την αμεσότητα και την αυθεντικότητα της ερμηνείας τους […]».

Δημήτρης Μαραμής






Δημήτρης Μαραμής

Οι Στοιχειωμένοι


Σύγχρονο ελληνικό μιούζικαλ

Παραγγελία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών
Βασισμένο στα αυθεντικά δημοτικά τραγούδια Το γιοφύρι της Άρτας, Του νεκρού αδελφού και Το στοιχειό της Χάρμαινας σε ποίηση Σωτήρη Τριβιζά
Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου, Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019, 20:00
Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

Συνέντευξη με τον Στέλιο Τσουκιά





Στέλιος Τσουκιάς:


«Σημασία έχει ο άνθρωπος χωρίς όρια και στεγανά»



Έχει κυκλοφορήσει μόλις δύο τραγούδια - μια διασκευή στο «Άστα τα μαλλάκια σου» και το πολύ δυνατό «Μη μου μιλάτε για χορούς» σε στίχους & μουσική του Κώστα Γεωργιάδη - αλλά είναι εμφανές ότι κάτι συμβαίνει εδώ, κάτι ιδιαίτερο και πολύ ενδιαφέρον. Το πιθανότερο είναι ότι η περίπτωσή του θα μας απασχολήσει ξανά, και σύντομα. Μια μέρα πριν την εμφάνισή του στον Σταυρό του Νότου, τον εντοπίσαμε κάπου μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας για μια πρώτη, σύντομη γνωριμία μαζί του. Ο Στέλιος Τσουκιάς!


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου


Πώς κι ένας νέος άνθρωπος της εποχής μας στρέφεται στο «Άστα τα μαλλάκια σου» και αντλεί έμπνευση απ’ αυτό;

Η ελληνική μουσική έχει τεράστια κληρονομιά. Στην προκειμένη μιλάμε για δύο εξαιρετικούς τραγουδοποιούς, τον Μιχάλη Σουγιούλ και τον Αλέκο Σακελλάριο, οι οποίοι μαζί με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο συνέθεσαν ίσως μία από τις πιο γνωστές καντάδες του ελληνικού τραγουδιού. Η βάση τέτοιων κομματιών είναι τόσο δυνατή που τα κάνει αυτόματα διαχρονικά. Βέβαια, είμαι επηρεασμένος και από την εποχή που έπαιζα παλιά λαϊκά ως φοιτητής και καταπιάστηκα με πολλά αρχοντορεμπέτικα.







Αμέσως παρατηρεί κάποιος ότι δεν μιλάμε απλώς για μια διασκευή αλλά για έναν πραγματικό μουσικό μετασχηματισμό. Ποιες είναι οι βασικές μουσικές επιρροές σας;

Η αλήθεια είναι πως έχουν γίνει πολλές επανεκτελέσεις τα τελευταία χρόνια. Ορθά αναφέρατε όμως πως ο τρόπος που προσέγγισα το τραγούδι δεν αφορούσε μία επανεκτέλεση, αλλά την ανασύνθεση της μουσικής. Αυτό κυρίως με έκανε να αποφασίσω να το κυκλοφορήσω, καθώς είχε την προσωπική μου σφραγίδα. Οι επιρροές μου ποικίλουν αρκετά. Ξεκινούν θα έλεγα από τον Bob Marley και τον Παύλο Σιδηρόπουλο στην εφηβεία μου, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Γιάννη Αγγελάκα λίγο αργότερα, τον μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, μέχρι τον Goran Bregovic και τον Χavier Rudd από την Αυστραλία. Ζώντας τα τελευταία 4 χρόνια στο Λονδίνο έχουν ανοίξει οι μουσικοί ορίζοντες και ακούω πια ήχους από όλο τον κόσμο.

Το βίντεο-κλιπ (στο οποίο συμμετέχει μια συγκλονιστική Μαρία Αλιφέρη) αποπνέει μια έντονη αίσθηση μοναξιάς και φθοράς. Σας απασχολεί το πέρασμα του χρόνου;

Η Μαρία είναι μία εξαιρετική καλλιτέχνιδα, αλλά μέσα από τη συνεργασία μας είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και τον υπέροχο χαρακτήρα της. Κάθε φορά που ανταλλάσσουμε ιδέες για την τέχνη πραγματικά την ακούω με μεγάλη προσοχή. Η ιδέα ήταν να γεφυρώσουμε το παλιό με το νέο, το παρελθόν και το παρόν. Μέσα από την ιδιαίτερη φιγούρα της βίωσα όλο το παραπάνω στα γυρίσματα. Ένιωσα ότι ο χρόνος μας είναι πεπερασμένος, ότι υπάρχει ένας κύκλος που ανοίγει και κάποια στιγμή κλείνει. Λίγο-πολύ είδα τη ζωή, τη νοσταλγία αλλά και τη σοφία μέσα από τη ματιά της Μαρίας.

Οι επιστροφές σε γνωστά τραγούδια του παρελθόντος τείνουν να αναδειχθούν σε κυρίαρχο ρεύμα στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Η συγκεκριμένη τάση είναι απλώς μια συνταγή εμπορικής επιτυχίας, ή εκφράζει και κάποιο ευρύτερο καλλιτεχνικό αίτημα;

Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει και δεν είναι απαραίτητα κακό, αρκεί να γίνεται με μέτρο. Το ιδανικό είναι να χρησιμοποιούμε εργαλεία του παρελθόντος και να δημιουργούμε κάτι δικό μας. Πάντα θα είμαστε επηρεασμένοι από κάτι, δεν υπάρχει παρθενογένεση.

Πρόσφατα παρουσιάσατε στο Λονδίνο ένα αφιέρωμα στον Παύλο Σιδηρόπουλο. Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον και η αγάπη σας για τον συγκεκριμένο ροκ καλλιτέχνη;

Μεγάλωσα με τα τραγούδια του. Τα «Μπλουζ του Πρίγκιπα» έπαιζαν ασταμάτητα στο κασετόφωνο μου. Είχαν μόνο μία κιθάρα, οπότε ήταν εύκολο να τα μάθω. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος με άγγιζε και με αγγίζει ακόμα. Μου αρέσουν οι καλλιτέχνες των οποίων η τέχνη έχει κοινωνικό ή πολιτικό αντίκτυπο. Εξ ου και η αγάπη μου για τον Bob Marley. Γνωρίζοντας ότι η μουσική του αποτελούσε πηγή έμπνευσης έναντι του καθεστώτος της τότε Τζαμάικας, αντιλαμβανόμουν ότι πρόκειται για μία  πνευματική ψυχαγωγία που έχει σκοπό την κάθαρση. Θα μπορούσα να μιλώ και για τους δύο για ώρες.

«Μη μου μιλάτε για χορούς» - το δεύτερο τραγούδι σας που κυκλοφόρησε μόλις πριν από λίγες μέρες. Τι κρύβεται πίσω από τις φιγούρες που εναλλάσσονται στο βίντεο-κλιπ, και στο τραγούδι το ίδιο;


Το «Μη Μου Μιλάτε Για Χορούς» έχει πραγματικά ό,τι αγαπώ από τις μουσικές μου επιρροές. Είμαι πολύ χαρούμενος γι αυτήν τη δουλειά και για την οπτικοποίηση. Το Λονδίνο με έκανε να νιώσω ακόμα πιο έντονα πως όλοι είμαστε ένα και σημασία έχει ο ίδιος ο άνθρωπος χωρίς όρια και στεγανά. Τόσο απλό, κι όμως φαίνεται περίπλοκο σε πολλούς ακόμα και το 2019.





Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Νίκος Τουλιάτος: "Μ' ένα κύμβαλο ...αλαλάζον;' (20)




Ζούμε στο απόλυτο τίποτα…

Περίοδος απραξίας, χωρίς έμπνευση και οράματα που κρατάει χρόνια τώρα.

Συντηρητισμός και φόβος για αλλαγές.

Μεγαλώσαμε; τι μας κρατάει και ζούμε χωρίς ανατροπές; δεν μου αρέσουμε – μισώ την ζωή μας για όλα αυτά που δήθεν λέμε και για όλα αυτά που δεν κάνουμε.

Δεν έχουμε το κουράγιο ούτε να κυλιστούμε στην λάσπη, στην διαφθορά, αφηνόμαστε να μας παρασύρουν τα γεγονότα και οι αποφάσεις των άλλων. Όλα και όλοι μας γυρίζουν πίσω, κλωθογυρίζουμε μέσα στα σκατά μας, και σε ότι δεν αποφασίζουμε να πραγματοιήσουμε, αλλά βρίσκουμε δικαιολογίες για όλα, και κυρίως για την απραξία μας.

Κάναμε τα παιδιά μας φοβισμένα, αγχωμένα, παχύσαρκα, συντηρητικά, λες και τα τιμωρούμε για κάτι που φταίνε τα ίδια, ή μήπως βγάζουμε τις ανασφάλειες μας; Τα χρόνια που νομίζουμε ότι χάσαμε και δεν ζήσαμε τα αποζημιώνουμε με υπερκατανάλωση και φοβίες.

Περιτριγυριζόμαστε όλοι από ανθρώπους που δεν έχουν να πουν πια τίποτα; ή δεν καταλαβαίνουμε γιατί έχουμε σηκώσει τείχος; είναι φυσική συνέπεια ή απομόνωση; Είναι χαρακτηριστικό της ζωής των ανθρώπων; είναι αποτέλεσμα της καθημερινότητας της ζωής ο μοναχικός δρόμος;

Καθημερινός αυνανισμός σωματικός και πνευματικός.

Εκσπερματώνουμε υγρά και σκέψεις στην χούφτα μας, δεν αφορούν κανένα, ή μήπως δεν θέλουμε πια να αφορούν κανένα άλλον. Προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να ξεπεράσουμε τις αναστολές μας. Μας αρέσει η μοναξιά αλλά όχι και η μαγκιά της μοναχικής ζωής. Χαμένοι μέσα στις σκέψεις μας, στην υπερκατανάλωση, αλλά μέσα σε κόσμο σε πολύ κόσμο.

Έχουμε σκύψει το κεφάλι και δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τα χτυπήματα της εξουσίας σε όλη την φασιστικού τύπου καθημερινότητα, ή οποία εκφράζεται σε μικρές λεπτομέρειες που ακόμα και σε σκεφτόμενους πολίτες πολλές φορές φαίνονται αμελητέες.

Μεταμορφωνόμαστε σε πολίτες χαφιέδες. Αυτή η αντίληψη που στήνεται συστηματικά από το δημοτικό σχολείο και περνάει λίγο – λίγο στην καθημερινότητα. Τα μπλόκα στο ΜΕΤΡΟ της Αθήνας με ύφος δυνάμεων κατοχής, για έλεγχο των εισιτηρίων όχι για να μπεις στο τραίνο άλλα να κατέβεις στην αποβάθρα, (καινούργιο φρούτο), η ιδιωτική εταιρεία που με αντισυνταγματική υπουργική απόφαση ελέγχει τους επιβάτες στο αεροδρόμιο, οι οποίοι το δέχονται πια σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Από πότε πολίτες μπορούν να ελέγχουν πολίτες; και χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιοι είναι αυτοί, και με ποια κριτήρια έχουν προσληφθεί να κάνουν αυτή την δουλειά. Έχουμε άραγε συνειδητοποιήσει ότι όλο και περισσότεροι πολίτες φοράνε στολή; Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι έχουμε αρχίσει να μεταμορφωνόμαστε σε ένστολη κοινωνία; – Aστυνομία, Τροχαία, Τροχαία εθνικών οδών, Ειδικές Δυνάμεις, ΜΑΤ, ΜΥΚ, ΜΕΑ, Ειδικοί φρουροί, Ο.Π.Κ.Ε., Υ.Μ.Ε.Τ. κ.α. Δημοτικές Αστυνομίες, εκατοντάδες ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας που οι περισσότερες ντύνουν τους υπαλλήλους τους με στολές εκστρατείας κλπ. Οι μισοί πολίτες φυλάνε ή ελέγχουν; τους άλλους μισούς, από ποιους άραγε; Ζούμε μέσα σε ένα κλίμα απίστευτης καθημερινής κρατικής τρομοκρατίας και το αστείο είναι ότι κάποιοι νομίζουν ότι είναι και ασφαλείς. Οι κάμερες, τα κινητά, το διαδίκτυο, οι πιστωτικές από όπου μας παρακολουθούν καθημερινά, τα δάνεια που μας έχουν δέσει χειροπόδαρα και δεν τολμάμε να αγωνιστούμε, να διεκδικήσουμε για να μην χάσουμε την ψεύτικη δήθεν καλή ζωή μας. Έχουμε μετατραπεί σε σύγχρονους σκλάβους.

Η εξουσία προσβάλλει καθημερινά τους πολίτες με τους παραπάνω τρόπους, μήπως δεν μας προσβάλλουν οι τρομοκράτες των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας στους δρόμους με τις σιδηρόφρακτες στολές με ύφος ράμπο με τα όπλα στα χέρια και βέβαια με την απαράδεκτη και αγενέστατη συμπεριφορά.

Είμαστε εν δυνάμει όλοι οι πολίτες τρομοκράτες. Έτσι μας αντιμετωπίζουν. Η αναξιοπρέπεια, η έλλειψη σεβασμού είναι καθημερινή πρακτική και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Είναι γνωστό πια ακόμα και για τις εταιρείες που υποχρεώνονται οι υπάλληλοι να τραγουδάνε τον ύμνο της εταιρείας κ.α, στρατιωτικού τύπου γυμνάσια. Μήπως το οχτάωρο δεν έχει ήδη καταργηθεί;

Δεν μας ενδιαφέρει πια να πούμε σε κανένα τίποτα. Δεν μοιράζουμε τις σκέψεις μας. Ο καθένας κουβαλάει το τομάρι του, τις σκέψεις του, τον χαρακτήρα του.

Δεν θέλουμε πια να αναλωνόμαστε σε κουβέντες που πιθανόν νομίζουμε αδιέξοδες, δεν μας ενδιαφέρει ο τρόπος αντίδρασης των άλλων σε αυτά που κατανοούμε ούτε και οι ερμηνείες τους. Έχουμε ανάγκη να γευόμαστε την ζωή μας ο καθένας μόνο με τη δική του οπτική.
Πρέπει όμως να μάθουμε να ζούμε συλλογικά. Θέλει προσπάθεια.

Έχουμε τρομερή ανάγκη να ξεφύγουμε από το παρελθόν μας. Νομίζουμε ότι έτσι εκσυγχρονιζόμαστε και γινόμαστε δήθεν «Ευρωπαίοι».

Νιώθουμε κουρασμένοι και απογοητευμένοι.

Κάνουμε δραματικούς συμβιβασμούς, που οδηγούν καθημερινά σε πνευματικό θάνατο.
Πριν ολοκληρώσουμε το άνοιγμα του τάφου μας πρέπει να αντιδράσουμε όχι με πανικό, αλλά με υπομονή και συνέπεια σε όλους αυτούς τους καθημερινούς φασισμούς, για να βρούμε ταυτόχρονα τα στοιχεία που θα μας ανοίξουν καινούργιους ορίζοντες και θα ξαναβρούμε την άκρη του νήματος που έχουμε χάσει για την συνέχεια και ολοκλήρωση του κοινωνικού συλλογικού ονείρου και οράματος.

Εγώ πια δεν δέχομαι κανενός είδους συμβιβασμούς. Αφού μπορώ να το επιλέγω, κρατάω την αξιοπρέπεια μου ψηλά. Δεν δέχομαι προσβολές πια από κανέναν. Δεν δέχομαι κανόνες συμπεριφοράς, και τρόπους ζωής. Έχω αφήσει πίσω μου αυτά που με ενοχλούν. Βαρέθηκα τον κόσμο που δεν αντιδράει και αποφεύγω πια να βάζω τον εαυτό μου σε δοκιμασίες που ενοχλούν την ηρεμία μου και κυρίως την ελευθερία και ανεξαρτησία μου.

Αντιστέκομαι κάθε μέρα σε όλες αυτές τις καθημερινές φασιστικού τύπου συνήθειες που μπορεί να φαίνονται μικρές και ανούσιες αλλά στην ουσία τους κρύβουν μια μορφή νεοφασισμού που μαζικοποιεί τους ανθρώπους και έτσι μπορεί να τους ελέγχει.

Τους βαρέθηκα. Τους σιχάθηκα και όπου μπορώ να αποφεύγω να με μολύνουν το κάνω.
Κάποτε είχα άλλες αντιλήψεις για την κοινωνία. Συμμετείχα περισσότερο σε κοινές λογικές.
Τώρα έχω γίνει προβοκάτορας στις κοινές αντιλήψεις και συνήθειες γιατί δεν εμπεριέχουν οράματα αλλά επώδυνους συμβιβασμούς και φασιστικούς καθωσπρεπισμούς.

Στην φιλολογία για τη χρήση των μαζικών μέσων μεταφοράς γιατί έχει γίνει η ζωή μας αβίωτη σε αυτή την πόλη με τα αυτοκίνητα, απαντώ ότι στο μόνο μέσο που αισθάνομαι πραγματικά ελεύθερος και ανεξάρτητος, είναι το αυτοκίνητο μου. Και σε αντίθεση με παλιότερα το χρησιμοποιώ καθημερινά και παντού.

Στη λογική πχ των υπευθύνων του ΜΕΤΡΟ για δημιουργία ενός χώρου αποστειρωμένου που δεν πρέπει να τρως, να κατουρήσεις, να πετάξεις τα σκουπίδια σου (γιατί δεν έχει κάδους απορριμμάτων, δήθεν για την ασφάλεια μας) απαντώ με το να πετάω ότι περιττό έχω στα χέρια μου κάτω. Κάτι που δεν έχω κάνει ποτέ στην ζωή μου, ούτε καν με την στάχτη του τσιγάρου.

Στις λογικές των Ευρωλιγούρηδων που επιμένουν να μας φέρνουν την Ευρώπη σαν παράδειγμα του τρόπου ζωής που θέλουν να μας επιβάλλουν, απαντώ στηρίζοντας και λειτουργώντας και ο ίδιος με τα πιο ανατολίτικα χαρακτηριστικά των Ελλήνων που μπορεί σε κάποια πράγματα να φαίνονται και να είναι μερικές φορές και απαράδεκτα αλλά που αντιστέκονται στους εντέλει δήθεν εκσυγχρονισμούς. Έτσι παραμένουμε ακόμα άνθρωποι.
Δεν χαϊδεύω πια τα αυτιά κανενός. Αυτός ο λαός σιγά - σιγά γίνεται ηλίθιος, ρατσιστής, ατομιστής, βλάκας.

Και βέβαια σε αυτή τη κατεύθυνση καταλυτικό ρόλο παίζουν και τα δήθεν Μέσα Μαζικής «Επικοινωνίας», αποχαύνωσης της κοινής συνείδησης. Και ας αφήσουν τη φιλολογία κάποιοι περί της ελευθερίας να αλλάξεις κανάλι ή να κλείσεις τη τηλεόραση. Να κάνουμε τι; Να ανοίξουμε ραδιόφωνο; να αγοράσουμε dvd από τις εφημερίδες; Μας έχουν αφήσει ελεύθερο χρόνο για να μπορούμε να βάλουμε το μυαλό σε διαδικασία προβληματισμού; ποιον κοροϊδεύουν; Έχουν συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες οι υπάλληλοι των πολυεθνικών, κυβερνήσεις, κανάλια, τύπος κλπ. Βαρέθηκα τους εισαγγελείς ημιμαθείς δημοσιογράφους και τα δικαστικά παράθυρα των καναλιών, που αντιμετωπίζουν τους καλεσμένους τους τις περισσότερες φορές με αγενέστατο και ειρωνικό ύφος. Ποιοι είναι αυτοί που έχουν γίνει τιμητές της δημοκρατίας; από πού πήραν το δικαίωμα; Η τηλεόραση έχει αντικαταστήσει πια την ίδια την λειτουργία της δημοκρατίας. Δεν υπάρχουν θεσμοί και ο πολίτης για να βρει το δίκιο του καταφεύγει στη τηλεόραση. Υπάρχει πλέον έλλειμμα της δημοκρατίας. Αυτό έγινε μόνο του; ή μήπως κάποιοι έτσι θέλανε να γίνει.

Αύτή η πραγματικότητα διαμορφώνεται εν αγνοία της πολιτείας; ή με την συμμετοχή της;

Μήπως οι πολιτικοί δεν γλείφουν κατουρημένες ποδιές <Δημοσιογράφων;>

Έχω βαρεθεί τις κουτσομπόλες. Η κουτσομπόλα της γειτονιάς έγινε εθνική σταρ.

Δεν επιτρέπεται η αδιαφορία πια. Πλάκα – πλάκα κινδυνεύουμε όλοι να βρεθούμε στα νύχια τους.

Από πού έχουν πάρει το δικαίωμα να προσβάλλουν όλο τον κόσμο όλοι οι αναμάρτητοι και ηθικολόγοι των καναλιών; Έχω βαρεθεί όλους τους άμεμπτους, τους σπουδαίους, τους καθαρούς, έχω βαρεθεί τους λαϊκιστές που δεν τρώνε και δεν κοιμούνται, αγχωμένοι και σκασμένοι από τα προβλήματα της κυρίας Μαρίας και του κύριου Βλάση. Επικεντρώνουν όπου τους βολεύει και παρουσιάζουν μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια αλλοτριώνοντας τη κοινή συνείδηση και αντίληψη για τη πραγματικότητα και έτσι ελέγχουν τις συμπεριφορές της μάζας που διαμορφώνουν. Άντε πάλι το κλασικό: Δεν είναι όλοι έτσι και δεν είναι όλες οι εκπομπές δικαστήρια!!!

ΕΙΝΑΙ ΟΜΩΣ Η ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ. Έχουν φτιάξει μια πνευματική έρημο και ότι καλό πια λειτουργεί σαν όαση. Πόσοι όμως ζουν στις οάσεις;

Τα τελευταία 25 χρόνια στήνεται αυτό το σκηνικό και με την ψήφο μας και με τη συγκατάθεση μας και με τη βοήθεια μας. Μας έχουν δέσει χειροπόδαρα και το χειρότερο είναι ότι γουστάρουμε κιόλας. Αυτό θα πει εκσυγχρονισμός και ασφάλεια!!!!

Υποτίθεται ότι η μειοψηφία είχε πάντα ένα άλλο λόγο και άλλη συμπεριφορά. Και τώρα έτσι υποτίθεται πως είναι, τουλάχιστον θεωρητικά.

Πού είναι οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες, οι ποιητές; Αφήσαμε τα κάθε FAME STORY και τα κάθε λογής REALLITY ή τα ΑΡΙΩΝ και EUROVISION να μας επιβάλλουν αισθητική. Όταν θα μας επιβάλλουν και με νόμο τα σκυλάδικα και τη βλακεία, τότε θα καταλάβουμε; Στο Μέγαρο Mουσικής δεν θα ξαναπατήσω ποτέ το πόδι μου αφού άνοιξε τις πόρτες του στην χυδαιότητα, και αυτό είναι όρκος. «Στην αίθουσα σκύλων της μουσικής ας ξαναπάνε όσοι τους εκφράζει». Δεν αποτελεί για μένα κύρος καλλιτεχνικό να βρεθώ στον ίδιο χώρο με την χυδαιότητα. Εκεί που παίζονται τα παιχνίδια των εταιρειών δίσκων. Τι θα μείνει πια αμόλυντο από αυτή την λαίλαπα των σκουπιδιών;

Που είναι οι διαχωριστικές γραμμές; επιτέλους έχουμε γίνει όλοι σαλάτα. Και όταν μπαίνουν όλα τα υλικά μαγειρικής σε μία σαλάτα τότε δεν υπάρχει γεύση, είναι τόσο δύσκολο να τα καταλάβει κανείς αυτό;


Με την τεχνολογία του ψηφιακού δίσκου έχει διευκολυνθεί η ανεξάρτητη παραγωγή. Μπορεί πια ευκολότερα κάποιος να βγάλει την δουλειά του και να την διακινήσει έστω και στο κύκλο του. Αυτό είναι αισιόδοξο από την άποψη ότι έτσι διαμορφώνεται μια αγορά έστω και επί της ουσίας περιορισμένη. Ακούγονται και άλλες φωνές που μερικά χρόνια πριν δεν υπήρχαν καν. Όμως η πραγματικότητα όσο αφορά στην Ελλάδα παραμένει η κατά 90% παραγωγή του χυδαίου στο τραγούδι, και σχεδόν ανύπαρκτη ή έστω πολύ χαμηλή παραγωγή στο διαφορετικό είδος ή τραγουδιού ή μουσικής. Κυρίως βέβαια παράγεται κατά κόρον ή μόδα, που μπορεί να εμπεριέχει πιθανόν και πολύ σημαντικά πράγματα, όμως εάν ξεκόψουμε την παραγωγή της μουσικής από το κοινωνικό περιβάλλον που αυτή απευθύνεται τότε θα βγάλουμε λάθος συμπεράσματα, γιατί το σημαντικό είναι το πώς και από πού διαμορφώνονται τα κριτήρια στο κοινό ώστε να μπορεί να επιλέξει πραγματικά. Και εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα. Εάν δεν έχουμε τα κριτήρια τότε γινόμαστε θύματα μιας ισοπέδωσης που τη βλέπουμε ήδη να κυριαρχεί στο χώρο της μουσικής και του τραγουδιού. Ακριβώς σε αυτά αντιστέκομαι και θα αντιστέκομαι.

Νίκος Τουλιάτος

Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

Η μουσική ευφυΐα του Αντώνη Βαρδή




Η μουσική ευφυΐα του Αντώνη Βαρδή

Ο συγκάτοικος στην τρέλα δεν μένει πια εδώ



του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε σε "Το Περιοδικό", 3 Σεπτεμβρίου 2014)


Πέρα από το αίσθημα της λύπης που αφήνει η απώλεια ενός σεμνού και δημιουργικού ανθρώπου, ο θάνατος του Αντώνη Βαρδή τερματίζει συμβολικά μια συγκεκριμένη παράδοση του ελληνικού τραγουδιού: την παράδοση των τραγουδιών που γράφονταν για να τραγουδηθούν. Ως προς αυτό, ο Βαρδής πήρε κατευθείαν τη σκυτάλη από τον Λοΐζο. Ο Βαρδής είναι ο κατεξοχήν συνθέτης της μπαλάντας, της μιας κιθάρας, των μελωδιών που τραγουδιούνται και σφυρίζονται, που δεν ακολουθούν το στίχο ασθμαίνοντας μπας και βγει το τρίλεπτο, αλλά που παίρνουν το στίχο απ’ το χεράκι και του εμφυσούν μια ζωή καινούργια και αυτόνομη.

Στον Βαρδή διακρίνω τέσσερα βασικά πρόσωπα, αλληλένδετα αλλά για τις ανάγκες τούτου του σημειώματος και διακριτά. Καταρχήν, ο Βαρδής υπήρξε βαθιά πολιτικός. Δύσκολα ξεχνιούνται οι παλλόμενες τραγουδάρες που χάρισε στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου με τους στίχους του Πάνου Φαλάρα, απόλυτα ενταγμένες στην πολιτική συνειδητοποίηση του δεύτερου μισού των 1970s. Δύναμη, πολλή δύναμη έχουν αυτά τα τραγούδια, χωρίς καμία προσφυγή σε «αγωνιστικές» ρυθμικές ευκολίες, ένα-δύο, εν-δυο και εμβατήρια. Αντιθέτως, ο Βαρδής υπηρετεί πιστά τις εικόνες κάθε τραγουδιού με τη θαυμαστή ρυθμική και μελωδική του παλέτα, μετακινούμενος από τη διαδήλωση και τα πολιτικά γραφεία στα καφενεία με τους δοσίλογους, κι από την υψωμένη γροθιά στη μελαγχολία της επαρχίας. Μετά από 36 χρόνια, μόνο το «Φεύγουν Καράβια» ακούγεται ακόμη πού και πού στα ραδιόφωνα, αλλά ειλικρινά βρείτε μου εσείς ένα φετινό τραγούδι που να βάζει κάτω κομμάτια όπως η «Επαρχία 1978», το «Πάλι βρέχει», το «Θα ’ρθουν στιγμές»… Ούτε ένα δεν μπορεί να κοντράρει τα «Σακατεμένα τραγούδια» εκείνης της περιόδου του συνθέτη.






Ο Βαρδής υπήρξε επίσης ένας μεγάλος λυρικός. Ευαίσθητος, μελαγχολικός, τρυφερός, παραπονεμένος και βροχερός, έγραψε τραγούδια που κολλάνε πάνω σου και δεν λένε να βγουν. Στην κορυφή βάζω το «Ήρθες νύχτα», εκλεκτό δείγμα της μουσικής ευαισθησίας του Βαρδή. Βασικό χαρακτηριστικό της το γεγονός ότι έχει λόγο ύπαρξης, μέσα στην ευτυχή συνάντησή της με στίχους όπως αυτούς του Κώστα Τριπολίτη. Είναι μια ευαισθησία που βγάζει κάτι το ταπεινό, κάτι το ειλικρινά αδιέξοδο, και όχι κάτι το ναρκισσιστικό και το επιβεβαιωμένο. Δεν φωνάζει ο Βαρδής «δείτε τι cool καταραμένος είμαι», παρά ψιθυρίζει «έτσι είναι τα πράγματα, τετριμμένα και δραματικά, κι εγώ θα βρω τον τρόπο να τους δώσω νόημα και να τα γευτώ μέχρι τέλους». Το «Ήρθες νύχτα» το ακούμε εδώ από το αρχείο του ακούραστου αρχειοδίφη Μάνου Ορφανουδάκη.






Τρίτον, ο Βαρδής υπήρξε λαϊκός, βαθιά λαϊκός, απλός, στιβαρός, όπως πρέπει - αλλά διόλου καθωσπρέπει. Και δεν μπορεί να βγήκε τυχαία αυτή η λαϊκή ταυτότητα, από έναν άνθρωπο που έκανε το «αγροτικό» του στην οικοδομή και στο βενζινάδικο προτού καταξιωθεί στη δισκογραφία. Ο Βαρδής έγραψε το καθαρό και ξάστερο «Βάσανο γλυκό» που τραγούδησε η Λιζέττα Νικολάου το 1980 - αναζητήστε το. Έγραψε, επίσης, ένα από τα ωραιότερα ζεϊμπέκικα των 1990s, το «Έκλαιγε μαζί μου το φεγγάρι» με τη φωνή της Γλυκερίας. Αυτό όμως που ακούς και πέφτουν οι σοβάδες απ’ τον τοίχο είναι το «Μ’ άφησες σαν πόλη» με τη Χαρούλα στα καλύτερά της.






Τέλος, ο Βαρδής υπήρξε απρόβλεπτα και ιδιόμορφα ροκ. Ενδεικτικό των πρώιμων ερεθισμάτων του είναι το ότι η θητεία του στο τραγούδι ξεκινά με τους Βίκινγκς και την αγγλόφωνη ποπ στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Κομμάτια της κληρονομιάς που αφήνει πίσω του είναι η ενορχηστρωτική έκπληξη, η απρόσμενη αυξομείωση της έντασης και η εξηλεκτρισμένη μπαλάντα, ένα πραγματικά υβριδικό είδος τραγουδιού στο μεταίχμιο λαϊκού και ροκ. «Φεύγω», «Σχήμα λόγου», «Δεν είχα δύναμη», «Ροκ μπαλάντα», είναι μερικά μόνο από τα δείγματα αυτού του ιδιόμορφου ύφους. Ξεχωρίζω το «Θα εκραγώ», όχι μόνο για την ορμητική μελωδία του αλλά και για τους στίχους του Αντώνη Ανδρικάκη που φέρνουν τον ερμηνευτή, πλέον, Βαρδή αντιμέτωπο - όλοι σας και μόνος μου - με το σύστημα, την «κρυφή μηχανή».








Τα 500-παρά-κάτι τραγούδια του Βαρδή είναι σίγουρα άνισα, και δεν ήταν πρόθεση αυτού του μικρού σημειώματος η ωραιοποίηση ενός έργου εξαιρετικά αντιφατικού και κάποιες φορές επαναλαμβανόμενου, καθορισμένου αναπόφευκτα από την εκάστοτε ιστορική συγκυρία και το πνεύμα των καιρών. Μέσα σε αυτό το έργο όμως βρίσκονται σημαντικές στιγμές, και ο φίλος του ελληνικού τραγουδιού έχει να κερδίσει από την περιδιάβαση σ’ αυτό. Ο αυτοδίδακτος Αντώνης Βαρδής υπήρξε ένας ευφυής συνθέτης.

ΥΓ: Το αγαπημένο μου: «Κάτω απ’ την κληματαριά». Δώρο του Βαρδή και του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, μια Ελλάδα που υπάρχει μόνο όταν βρίσκεσαι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά της. Ένα τραγούδι όμορφο μα προπαντός χρήσιμο - το παίρνεις στα μπαγκάζια και δεν χρειάζεσαι να κουβαλάς ήλιους, νησιά, νερά κι αρώματα. Κι απ’ τις πολλές ακροάσεις, μπορεί να γυρίσεις και πίσω κιόλας, να επιστρέψεις ψάχνοντας την κληματαριά. Τι κι αν δεν τη βρεις; Τη φαντάστηκες, την ονειρεύτηκες, την τραγούδησες, κι αυτό σου φτάνει.





Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2019

Όλια Λαζαρίδου - Νίκος Ξυδάκης: Με μια αναπνοή




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Διονύσιος Σολωμός | Αθήνα 2019 

«Με μια Αναπνοή»
Όλια Λαζαρίδου – Νίκος Ξυδάκης

Πολυχώρος Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής 
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Με τη στήριξη της διοργάνωσης
"Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου" του Δήμου Αθηναίων

Έπειτα από τις πετυχημένες παραστάσεις του Σεπτεμβρίου στην αυλή του ΜΙΕΤ και του Νοεμβρίου στον ιδιαίτερο χώρο της Αγγλικανικής Εκκλησίας του Αγ. Παύλου, λόγω της μεγάλης ανταπόκρισης του κοινού, η παράσταση «Με μια Αναπνοή» θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 29 Ιανουαρίου στον Πολυχώρο του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο και με τη στήριξη της διοργάνωσης "Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου" του Δήμου Αθηναίων.

Ο Νίκος Ξυδάκης και η Όλια Λαζαρίδου παρουσιάζουν ένα ποιητικό αφήγημα σε δύο μέρη.

Στο πρώτο μέρος της παράστασης παρουσιάζεται ο Λάμπρος του Διονυσίου Σολωμού, μια από τις πιο αινιγματικές μορφές του έργου του. Η ηθοποιός Όλια Λαζαρίδου και ο μουσικός Μιχάλης Νικόπουλος θα μας αφηγηθούν τη σκοτεινή ιστορία του σαν ένα λαϊκό τραγούδι.

Στο δεύτερο μέρος της παράστασης ο Νίκος Ξυδάκης ερμηνεύει, σαν έναν εσωτερικό μονόλογο, ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού μελοποιημένα από τον ίδιο. Τον συνοδεύει στο κανονάκι η Έφη Ζαϊτίδου.

Πληροφορίες:
«Με μια Αναπνοή»
Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019 
ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ
Ώρες παραστάσεων (2 παραστάσεις):
20:00 και 21:30

Η είσοδος στις παραστάσεις είναι ελεύθερη και θα γίνεται με εισιτήρια εισόδου – προτεραιότητας, που θα μπορείτε να τα παραλαμβάνετε από τη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη, Δευτέρα με Παρασκευή από τις 10:00 ως τις 16:00. Εισιτήρια εισόδου θα δίνονται και στο χώρο την ημέρα της παράστασης, μία ώρα πριν από κάθε παράσταση.

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

Δημήτρης Βεριώνης: "Φωτογραφίες από τη Νάξο"






Δελτίο τύπου

Δημήτρης Βεριώνης

Φωτογραφίες Από Τη Νάξο

Δύο χρόνια μετά την τελευταία δισκογραφική δουλειά του («Το Καλοκαίρι Του Άχυρου» Μετρονόμος, 2016), ο Δημήτρης Βεριώνης κυκλοφορεί τη νέα του δισκογραφική δουλειά, με γενικό τίτλο «Φωτογραφίες Από Τη Νάξο».

Πρόκειται για 15 τραγούδια και 1 ορχηστρικό θέμα στα οποία ο Δημήτρης Βεριώνης έχει γράψει τους στίχους και τη μουσική, έχει κάνει την ενορχήστρωση και τραγουδάει. Τα τραγούδια αποτελούν το «ανοιχτό ημερολόγιο» μιας ερωτικής ιστορίας με φόντο το νησί της Νάξου. Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι μια δημιουργία της Γιώτας Γεωργαλή και τα γραφικά έχει επιμεληθεί η Αργυρώ Σταυράκου, ενώ τον πίνακα φωτογράφησε η Κωνσταντίνος Πατραμάνης. Τέλος, εκτός από τον Δημήτρη Βεριώνη, συμμετέχουν οι μουσικοί Όμηρος Κομνηνός, Πάνος Τόλιος, Χρήστος Ζελελίδης, Φώτης Σιώτας, Ελένη Λίγγρη, Χριστίνα Κολοβού, Κατερίνα Σιαμά, Δημήτρης Τσέλιος, Λεωνίδας Βλάχος, Αθηνά Τσαρνά.

Η γενική επιμέλεια παραγωγής, η ηχοληψία, η μίξη και το mastering έγινε από τον Όμηρο Κομνηνό.

Το CD κυκλοφορεί από τον Δεκέμβριο του 2018 (εκδόσεις ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ).




Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Στέφανος Ρόκος: Τρεις δοκιμές για το εξώφυλλο του "Ο αόρατος άνθρωπος"

Τρεις δοκιμές του Στέφανου Ρόκου για το εξώφυλλο του δίσκου "Ο αόρατος άνθρωπος" του Φοίβου Δεληβοριά. Ευχαριστούμε θερμά τον γνωστό εικαστικό για την ευγενική προσφορά του. ηρ.οικ.














Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Συνέντευξη με τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Στέφανο Ρόκο (2014)





"Η σχέση μουσικής και εικαστικής τέχνης είναι αδελφική"



"Το Περιοδικό" συναντά τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Στέφανο Ρόκο



τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε σε "Το Περιοδικό", 27 Αυγούστου 2014)


Είναι λαμπρά δείγματα της γενιάς τους, ο καθένας στο χώρο του. Στο έργο τους επιστρέφω συχνά, όχι τόσο για να βρω απαντήσεις, όσο για να θυμηθώ τα ερωτήματα. Γιατί αυτά λείπουν σήμερα - ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση της κατεστημένης αλήθειας -, και οι δυο τους έχουν φροντίσει με τις μουσικές και εικαστικές τους δημιουργίες να θέτουν ερωτήματα, να ξεβολεύουν, να ενοχλούν. Τον Σεπτέμβριο ο τραγουδοποιός Φοίβος Δεληβοριάς και ο ζωγράφος Στέφανος Ρόκος «συναντιούνται» για άλλη μια φορά, στον κήπο του Μεγάρου, στη συναυλία του πρώτου με την αφίσα που φιλοτέχνησε ο δεύτερος. Φροντίσαμε να συναντηθούν και στη συνέντευξη που κρατάτε στις οθόνες σας.

Ευχαριστούμε θερμά τη Μαρία Μπαχά για τις φωτογραφίες των δύο καλλιτεχνών.


Τι θα ακούσουμε στον κήπο του Μεγάρου;
Φ. Δεληβοριάς: Ο κήπος του Μεγάρου είναι το ωραιότερο μέρος για να παίξει μουσική κάποιος το καλοκαίρι στην Αθήνα, μες στις ακακίες. Και σκέφτηκα να κάνω εκεί μια τελευταία αρμένικη βίζιτα. Έμαθα πρόσφατα από πού προήλθε ο όρος «αρμένικη βίζιτα». Οι οικογένειες των Αρμενίων πήγαιναν σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό όπου ζούσαν οι συγγενείς τους και έμεναν αυστηρά 25 μέρες. Οπότε, είπα να το ονομάσω έτσι ώστε να υποχρεώσω τους ανθρώπους του Μεγάρου να με αφήσουν 25 μέρες στον κήπο, να κάνω ό,τι θέλω. Θα παίξω κάποια τραγούδια απ’ αυτά που ετοιμάζω, πολλά παλαιότερα, και στο τέλος θα κάτσω μόνος μου με την κιθάρα και θα παίξω ό,τι μου ’ρθει.

- Πώς γνωριστήκατε; Και τι συμπαθήσατε - ή αντιπαθήσατε - με μια πρώτη ματιά στον άλλο;

Φ. Δεληβοριάς: Τον γνώρισα στο σπίτι του επίσης φίλου ζωγράφου Αχιλλέα Ραζή. Μας είχε καλέσει για «παιχνιδο-βραδιά». Παίξαμε παντομίμα, «καπέλο» και «η νύχτα πέφτει στο Παλέρμο» και - παρότι η κοπέλα που ήταν μαζί του ήταν εκνευριστικά αξιέραστη και ο ίδιος χυδαίος και αδίστακτος «μαφιόζος» στο παιχνίδι - τον συμπάθησα αμέσως. Είχε κάτι το απολύτως ανοιχτό και παιδικό στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσε με την άγνωστή του παρέα. Και αυτό το βλέμμα του ανθρώπου που δεν αντλεί τη σιγουριά του από το εγώ ή τις βεβαιότητές του, αλλά από έναν κόσμο που έχει φτιάξει - και του έχει αποτυπωθεί στο πρόσωπο. Ήμουν σίγουρος ότι θα ήταν πολύ καλός ζωγράφος. Το ίδιο βράδυ έσπευσα να δω ζωγραφική του στο ίντερνετ. Επιβεβαιώθηκα - και πολύ σύντομα πήγα στον χώρο που εξέθετε.

Σ. Ρόκος: Ο ίδιος δεν το θυμάται, αλλά η πρώτη φορά που μίλησα με τον Φοίβο ήταν αμέσως μετά από μια εμφάνισή του στο αντιρατσιστικό φεστιβάλ του 2004. Μόλις είχα απολυθεί από τον στρατό και ακούγοντας την «Υβρεοπομπή» αισθάνθηκα την ανάγκη να του πω ότι είχα επιχειρήσει να κάνω κάτι παρόμοιο με αυτόν, αλλά με το δικό μου μέσο, την ζωγραφική. Λίγους μήνες μετά, τον συνάντησα πράγματι στο σπίτι του Αχιλλέα, και τον κάλεσα στην ατομική μου έκθεση που πραγματοποιείτο εκείνη την περίοδο. Ήρθε, τα είπαμε, και κανονίσαμε να ξεκινήσουμε να βλέπουμε το «Lost» σε DVD στο σπίτι μου. Το παρατήσαμε στον δεύτερο κύκλο γιατί δεν μας άρεσε, αλλά έκτοτε ενώθηκαν οι παρέες μας, προέκυψαν καλλιτεχνικοί και προσωπικοί δεσμοί, στενή φιλία και πολλές συνεργασίες.

- Πώς σας φαίνεται η τέχνη του Ρόκου, Φοίβο; Θα πηγαίνατε σε μια έκθεσή του αν δεν τον γνωρίζατε;

Φ. Δεληβοριάς: Η τέχνη του χαρακτηρίζεται από την αναζήτηση ενός αληθινού σώματος μέσα στις κατακερματισμένες εντυπώσεις που την κατακλύζουν. Ποπ μουσική, ταινίες, αυτιστικά δωμάτια, χώροι σύγχρονοι που μοιάζει να έχουν χάσει κάθε νόημα, ισχυροί γονείς που τους αγαπάμε αλλά δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να είμαστε το ίδιο. Όλα αυτά γίνονται σώμα στο έργο του Στέφανου. Και όπως συμβαίνει με όλους τους αληθινούς καλλιτέχνες δεν ξέρει να σου πει πώς και γιατί. Απλά κοιτάζει πάντα στο σωστό σημείο και του ρουφάει την πραγματικότητα. Ναι, θα πήγαινα να δω πώς το κάνει, πώς είναι από κοντά αυτή η τέχνη.

- Και πώς σας φαίνεται η τέχνη του Δεληβοριά, Στέφανε; Θα πηγαίνατε σε μια συναυλία του αν δεν τον γνωρίζατε;

Σ. Ρόκος: Από τα 15 μου σνόμπαρα επιδεικτικά την ελληνόφωνη μουσική σκηνή. Είχα βρει ένα τεράστιο μέρος του εαυτού μου και της αισθητικής μου κυρίως στον αμερικάνικο και βρετανικό εναλλακτικό ήχο, και οι μόνοι καλλιτέχνες που γράφανε ελληνικό στίχο και που παραδεχόμουν ήταν οι Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Χάρη στον τελευταίο είδα για πρώτη φορά τον Φοίβο στην σκηνή, το 1995, και συνειδητοποίησα ότι υπάρχει κάτι στον στίχο του που με αφορά. Από τότε δεν έχω χάσει καμία παράστασή του.

- Ποιούς εικαστικούς συναντάμε στην ιδανική αίθουσα τέχνης σας Φοίβο; Και γιατί;

Φ. Δεληβοριάς: Μου αρέσουν οι πρώτοι μοντέρνοι, από το 1890 ως το 1940 περίπου, από τον Ματίς και τον Μπρακ στον Κλιμτ και στον Καντίνσκυ. Και στη μουσική τα ίδια, αντίστοιχα, από τον Φωρέ και τον Ραβέλ στον Μάλερ και στον Προκόφιεφ. Όλοι αυτοί συντηρούν και γκρεμίζουν ταυτόχρονα, είναι εθνικοί και ανήκουν παντού, είναι τολμηροί, αλλά δεν φεύγουν ποτέ από το σώμα του ανθρώπου. Επίσης μου αρέσουν οι Έλληνες της ίδιας περιόδου: ο Παρθένης, ο Μπουζιάνης, ο Κόντογλου - και πιο μετά ο Τσαρούχης, ο Μόραλης... Πολύ μεγάλο Έλληνα ζωγράφο, μεταγενέστερο, θεωρώ τον Νίκο Χουλιαρά.

- Και ποιους μουσικούς συναντάμε στην ιδανική δισκοθήκη σας Στέφανε;

Σ. Ρόκος: Τα άπαντα του Nick Cave και της πολύ ευρείας και πολυποίκιλης καλλιτεχνικής του οικογένειας, γιατί αν υπάρχει ένα πράγμα που έχει στιγματίσει ανεξίτηλα την προσωπικότητά μου και την ζωγραφική μου είναι αυτή η τεράστια παρέα. Και φυσικά πάρα πολλούς ακόμα. Σε μια πρόσφατη συζήτηση με τον Φοίβο, με ρώτησε αν θα προτιμούσα να ακούω από εδώ και στο εξής μόνο την μουσική που έχω ήδη ακούσει στην ζωή μου και ποτέ πια κάτι καινούριο, ή μόνο καινούργια μουσική και ποτέ τίποτα από την μουσική που έχω ακούσει μέχρι σήμερα. Διάλεξα το πρώτο. Το ξέρω ότι μπορεί να θεωρηθεί αρκετά γεροντίστικο ή στάσιμο, αλλά είναι αλήθεια. Πιστεύω πως θα νιώθω πιο σίγουρος και πλήρης.






- Ποια είναι η σχέση μουσικής και εικαστικής τέχνης; Και γιατί επιλέγετε συχνά εικαστικά εξώφυλλα για τους δίσκους σας Φοίβο;

Φ. Δεληβοριάς: Είχα από πρώτο χέρι την ευκαιρία να ξέρω πως η σχέση τους είναι αδελφική. Η αδελφή μου Μυρτώ είναι ζωγράφος και στην καλλιτεχνική μας εφηβεία δεν κάναμε βήμα χωρίς να συνυπολογίζουμε το τι κάνει ο άλλος. Έτυχε μέσω του Στέφανου, του Δημήτρη Ρόκου και του Αχιλλέα, να γνωρίσω κι άλλους σημαντικούς εικαστικούς της γενιάς μου και να συνυπάρξουμε για λίγο στους δίσκους. Για έναν απ’ αυτούς - τον Τζουλιάνο Καγκλή - έγραψα κι ένα κείμενο που το αγαπώ πολύ, το «Τι να βλέπει ο Τζουλιάνο».

- Κι εσείς Στέφανε πώς και είστε τόσο δραστήριος στο χώρο του εικαστικού εξωφύλλου δίσκων;

Σ. Ρόκος: Δεν είμαι ιδιαίτερα δραστήριος στον χώρο αυτό, με την έννοια ότι τα εξώφυλλα που έχω κάνει είναι λίγα και για συγκεκριμένους καλλιτέχνες. Θέλω να πω ότι δεν το έχω δει ποτέ αυτό σαν δουλειά, δεν συνεργάζομαι με εταιρείες, ούτε πρόκειται να κάνω ποτέ ένα εξώφυλλο για έναν μουσικό που δεν εκτιμώ. Όσον αφορά την σχέση μουσικής και εικαστικών, είμαι από αυτούς που αγοράζουν ακόμα δίσκους γιατί θέλω να κρατάω στα χέρια μου την επιλογή του μουσικού για την εικόνα με την οποία διάλεξε να επικοινωνήσει με το κοινό του. Είναι πάντα η πρώτη εντύπωση, η πρώτη επαφή, και μια οπτικοποίηση που σου δίνει τις πρώτες πληροφορίες για το τι θα ήθελε ο μουσικός να νιώσει ο ακροατής.

Ποια διαδικασία ακολουθείτε Στέφανε στη δημιουργία ενός εικαστικού εξωφύλλου για τον Φοίβο;

Σ. Ρόκος: Το εξώφυλλο διαφέρει ανάλογα με το concept, τον τίτλο του άλμπουμ, και τα τραγούδια που μου δίνει ο Φοίβος και τα ακούω σε πρωτόλεια μορφή. Για την αφίσα της «αρμένικης βίζιτας», με κάλεσε στο σπίτι του όπου γυριζόταν ένα teaser για τις συναυλίες. Εκεί έβγαζα φωτογραφίες για 2-3 ώρες, και στο τέλος έβγαλα και μια αναμνηστική φωτογραφία με τους μουσικούς στον καναπέ και τους ηθοποιούς πίσω, την οποία τελικά χρησιμοποίησα ως αφετηρία για την αφίσα. Πήγα τρεις φορές στην «αρμένικη βίζιτα». Νομίζω ότι τόσα χρόνια γινόταν η ζύμωση για να βγει αυτό το live. Και τη θεωρώ ως την κορυφαία συναυλιακή στιγμή του Φοίβου. 

Φ. Δεληβοριάς: Όταν γνώρισα τον Στέφανο, είχα ενθουσιαστεί μαζί του. Βλεπόμασταν συνέχεια, κάθε Τρίτη πηγαίναμε στους «Χάρτες» στα Εξάρχεια, και κάθε δεύτερη Κυριακή κάναμε βιντεολέσχη εναλλάξ στα σπίτια των μελών της βιντεολέσχης. Περάσαμε ένα χειμώνα ολόκληρο μαζί. Και όταν ετοίμαζα τα τραγούδια του «Έξω», του είπα ότι ήθελα να μου κάνει το εξώφυλλο. Μου απάντησε ότι θα είχε πιο πολύ ενδιαφέρον για κάθε τραγούδι να κάνει ένας εικαστικός από ένα έργο. Κι εγώ ετοίμαζα το κάθε τραγούδι, και αμέσως μετά σκεφτόμουν σε ποιον εικαστικό να το δώσω! Ο Στέφανος το συνέλαβε όλο αυτό.

Και πώς πρωτο-αποφασίσατε να εντάξετε στην τέχνη σας και την απέναντι τέχνη, τη μουσική ή εικαστική;

Σ. Ρόκος: Πάντα ήθελα τα έργα μου να συνοδεύουν μια μουσική. Ο πρώτος δίσκος που φιλοτέχνησα ήταν των Interstellar Overdrive το 1999 - και έτυχε να είναι και ο δικός τους πρώτος δίσκος. Με τον Φοίβο το 2006 ήταν η πρώτη φορά που εικονογράφησα δίσκο ενός ήδη καταξιωμένου καλλιτέχνη.

Φ. Δεληβοριάς: Σε αντίθεση με τους εικαστικούς που δουλεύουν μοναχικά, ο δίσκος είναι αποτέλεσμα πολλών ανθρώπων. Βγαίνεις απ’ το δωμάτιό σου και έρχεσαι σε επαφή με μουσικούς, με τεχνικούς, με παραγωγούς, με άλλους τραγουδιστές, με σκηνοθέτες. Όλο αυτό μου αρέσει πολύ: για έναν ολόκληρο χρόνο είμαι ολομόναχος και φτιάχνω ένα μικρό εργάκι, και τον επόμενο χρόνο επικοινωνώ το έργο σε έναν κύκλο 40-50 ανθρώπων που θα δουλέψουμε μαζί. Όλο αυτό με εμπνέει. Και το να μπλεχτεί στο παιχνίδι αυτό ένας εικαστικός ή μια παρέα εικαστικών που θαυμάζω, είναι ακόμα ωραιότερο.

Πώς έχει αλλάξει ο Δεληβοριάς όλα αυτά τα χρόνια της γνωριμίας σας;

Σ. Ρόκος: Εγώ βλέπω μια τεράστια διαδρομή που έχει διανύσει τα τελευταία οχτώ χρόνια και τον έχει πάει από κάτι σε κάτι τελείως διαφορετικό. Προσωπικά μιλώντας, πλέον είναι πολύ κοντά στα δικά μου ακούσματα, και μουσικά. Στιχουργικά πάντα τον παραδεχόμουν. Πλέον, είναι κοντά μου και σαν παραγωγή και σαν ενορχήστρωση και σαν μουσικές ιδέες.

Κι ο Ρόκος;

Φ. Δεληβοριάς: Ο κόσμος του Στέφανου ήταν συμπληρωμένος και ολοκληρωμένος απ’ την πρώτη στιγμή, απ’ τις πρώτες του εκθέσεις. Ήταν σαφές πώς αντιλαμβάνεται τις μορφές, τα χρώματα, τον κόσμο, την ποπ κουλτούρα. Είχε απαντήσεις για όλα. Αλλά κάθε φορά κατακτά ένα επίπεδο πιο πάνω. Αυτός ο γνώριμος κόσμος, με κάθε νέα έκθεση, αποκτά νέες, πιο φιλόδοξες διαστάσεις. Συμμετείχα και σε ένα σημαντικό του βήμα, το «Τρόμος και ρομάντζο σ’ έναν άλλο πλανήτη», εμπνευσμένο ακριβώς από τη σχέση εικαστικών και μουσικής. 






Πρέπει η τέχνη να υπηρετεί ένα μήνυμα ή απλώς να είναι καλαίσθητη, να ευχαριστεί;

Σ. Ρόκος: Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει μήνυμα, αλλά δεν είναι ανάγκη να γίνεται σύνθημα ή να γίνεται φανερό και κατανοητό από το πρώτο επίπεδο. Εκτιμώ, βεβαίως, και το έργο που είναι μόνο καλαίσθητο. Στόχος μου είναι να υπάρχει μήνυμα και σκέψη πίσω απ’ ότι κάνω, χωρίς όμως να γίνεται κραυγαλέο. Και δεν με ενδιαφέρει να γίνεται κατανοητό απ’ όλο τον κόσμο.

Φ. Δεληβοριάς: Θέλοντας και μη, ακόμα και το πιο κενό έργο, το πιο άθλιο τραγούδι, φέρνει ένα μήνυμα. Η κενότητα η ίδια είναι νόημα. Ένας συνειδητός καλλιτέχνης την ώρα που δημιουργεί αντιλαμβάνεται τι υπηρετεί. Αλλά ένα έργο τέχνης δεν πρέπει να εξαντλείται στο νόημα, στο μήνυμα. Αν είναι απλά να πω ότι στηρίζω μια ιδέα, μπορώ απλώς να το γράψω σ’ ένα κομμάτι χαρτί: «στηρίζω την τάδε ιδέα». Το θέμα είναι ένα σώμα, ένα ζωντανό πράγμα, να σε παραπέμπει στην ιδέα. Κι αν αυτό που δημιουργήσεις είναι πραγματικά ζωντανό, μπορεί να περιέχει και τέσσερις και πέντε ιδέες, και όχι μόνο μία.

- Σε ένα ποίημά του εμπνευσμένο από ένα έργο του Ρόκου, ο Δεληβοριάς γράφει: «Εσύ ήσουν κάποτε εκεί μες στον υπνόσακο που είχε αδειάσει απ' τους γονείς σου /
Απ' τα κουλά λεφτά, τις ποιητικές βραδιές, τις καθιστικές απεργίες τους
». Πόσο δύσκολη υπήρξε για σας η άρθρωση ενός αυτόνομου λόγου, έχοντας βαριά τη σκιά της «γενιάς του Πολυτεχνείου» και του φετιχισμού του παρελθόντος;

Φ. Δεληβοριάς: Όσο δύσκολο ήταν και γι’ αυτούς να ξεπεράσουν τη γενιά του ’30, της Κατοχής ή των Δεκεμβριανών. Ίσως να ήταν και λίγο πιο εύκολο. Εμένα οι δικοί μου είναι οι αμέσως προηγούμενοι απ’ του Πολυτεχνείου, οι του 114. Και ζηλεύω ιδιαίτερα τα χρόνια της πολιτικής, πολιτιστικής και σεξουαλικής έκρηξης με τα οποία συνέπεσαν. Σκέψου μόνο το πολιτιστικό: παραστάσεις του Κουν, αυτοσυνειδησία του ελληνικού τραγουδιού, πρώτες προβολές του «8 ½» ή του «Τρελού Πιερό». Σ’ ένα απ’ τα καινούργια, ακυκλοφόρητα τραγούδια μου μιλάω για όλο αυτό, για το πόσο είναι εξιδανικευμένο και πόσο είναι αληθινό. Το ονομάζω «Ο Μπάσταρδος Γιος».

Σ. Ρόκος: Μεγάλωσα σε αριστερή οικογένεια και μετέπειτα υιοθέτησα συνειδητά αριστερές ιδέες, αλλά δεν αισθάνθηκα ποτέ, ούτε για μια στιγμή, δέσμιος κάποιου κόμματος ή κάποιας παράταξης, και χαίρομαι γι’ αυτό. Με βοήθησε στο να μπορώ να κριτικάρω ελεύθερα χωρίς αναστολές, να λέω ακόμα πιο ελεύθερα την γνώμη μου και να έχω μια ψύχραιμη αντίληψη των πραγμάτων.

- Και ποιο είναι το μυστικό ώστε να έχεις αποδοχή, να παράγεις έργο που μιλά στην εποχή σου, και την ίδια στιγμή να μην γίνεσαι ένα με τον πολτό του lifestyle και της χυδαιότητας;

Σ. Ρόκος: Δεν ξέρω κανένα μυστικό, ούτε καν πιστεύω ότι έχω καταφέρει όλα τα παραπάνω. Είναι όμως στόχος ζωής, που μάλλον βγαίνει αβίαστα.

Φ. Δεληβοριάς: Να μην κάνεις τον πιο χαζό ή τον πιο έξυπνο απ’ ό,τι είσαι. Είσαι κάτι συγκεκριμένο, με τη δική του δύναμη, τη δική του μετριότητα, τη δική του ομορφιά και το δικό του χαμηλότερο σημείο. Αν το εκφράζεις πιστά, ακόμα και οι αποτυχίες σου θα είναι μέρος μιας έκφρασης. Έχω δει ανθρώπους αληθινά ιδιοφυείς που τελικά εξαφανίστηκαν στην προσπάθειά τους να εξομοιωθούν με κάποιο αποδεκτό γούστο, υψηλό ή χαμηλό.

Τι θα λέγατε σε έναν νέο άνθρωπο που θα ήθελε να ασχοληθεί με την τέχνη σας;

Σ. Ρόκος: Εγώ θα του έλεγα αμέσως να γίνει ό,τι θέλει, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Θυμάμαι πως παλαιότερα, αρκετοί άνθρωποι του χώρου προσπαθούσαν να μας επισημάνουν τις δυσκολίες του να γίνεις καλλιτέχνης, αποτρέποντάς μας ώστε να συνειδητοποιήσουμε γιατί έχουμε πάρει αυτή την απόφαση. Η δική μου προσέγγιση είναι «αφού το θέλεις, προσπάθησε να γίνεις». Αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσει τις ευκολίες - δηλαδή τις δυσκολίες - της εποχής. Υπάρχουν πολλά μέσα, πολλοί τρόποι να κάνεις κάτι και να γίνεις εύκολα γνωστός. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δουλέψεις εκατό φορές πιο σκληρά, για να υπάρξεις σαν οντότητα πλάι στους τόσους πολλούς που υπάρχουν και τους βλέπεις παντού.

Φ. Δεληβοριάς: Δεν είμαι άνθρωπος που εμπιστεύομαι τις συμβουλές. Είμαι φειδωλός να τις δίνω, γιατί κάτι που είναι παράδεισος για κάποιον μπορεί να είναι κόλαση για άλλον. Θα έλεγα σε κάποιον να το κάνει αρκεί να είναι η πραγματική του έκφραση. Να μη μπορεί να ζήσει χωρίς αυτό. Ο Ντύλαν είπε: «Δεν χρειάζεται να γραφτεί ούτε ένα καινούργιο τραγούδι. Ούτε ένα. Έχουν ειπωθεί τα πάντα για όλα τα θέματα. Έχουμε αρκετά αριστουργήματα για να ζήσουμε μια ζωή ανακαλύπτοντάς τα. Αν είσαι όμως ένα παιδί με καθαρή καρδιά και αγαπάς να γράψεις τραγούδια, τότε υπάρχει χώρος και για σένα».

- Για να μην ξεχνιόμαστε, ο Ψινάκης σάρωσε, ο Μπέος σάρωσε, ο Μώραλης επίσης. Τελικά, θα μας σώσουν οι μάνατζερ της μπάλας και της νύχτας;

Φ. Δεληβοριάς: Δεν θα μας σώσει κανείς. Και όχι επειδή δεν σωζόμαστε, αλλά επειδή δεν θέλουμε να σωθούμε όλοι μαζί. Δεν ακούμε ποτέ παρά το φόβο της δικής μας συντεχνίας, του δικού μας μικροκλάδου. Και αδιαφορούμε για τους υπόλοιπους, τους θεωρούμε άξιους τιμωρίας. Ο κάθε μάνατζερ ή τεχνοκράτης ή «πετυχημένος» που θα εμφανίζεται, θα πατάει στο δικό μας κενό, στην δική μας διάσπαση. Αλλά αυτό συμβαίνει σε όλον τον κόσμο, δεν συμβαίνει μόνο εδώ. Όλοι, παντού τα τελευταία 30 χρόνια είδαν και πίστεψαν το «πολύ σκληρός για να πεθάνει». Και φυσικά πεθαίνουν όλοι σαν ηλίθιοι.

Σ. Ρόκος: Φυσικά και δεν θα μας σώσουν! Πραγματικά αναρωτιέμαι πώς τέτοιοι άνθρωποι είναι ακόμα δημοφιλείς, και ποιοι είναι αυτοί που τους στηρίζουν. Στεναχωριέμαι πάρα πολύ, κάθε μέρα στεναχωριέμαι και περισσότερο. Πιστεύω ότι με κάθε ευκαιρία πρέπει να εκφράζουμε δημόσια την απέχθειά μας για κάποια πράγματα, όπως για την Χρυσή Αυγή. Σιχαίνομαι την Χρυσή Αυγή, θέλω να το λέω συνέχεια. Πρέπει να το λέμε συνέχεια, είναι απαραίτητο. Αλλά δεν είναι κρίμα μια ωραία συνέντευξη για μουσική και εικαστικά να κλείνει με την αναφορά κάποιων λίγων αλλά τελικά υπεραρκετών επικίνδυνων ηλιθίων?

Σωστά. Πώς θα βγούμε απ’ το αδιέξοδο;

Σ. Ρόκος: Βλέπω στο περιβάλλον που κινούμαι ότι όλοι μας έχουμε πάρει τη δουλειά μας πιο σοβαρά. Κι αυτό είναι μια λύση: να είμαστε πιο συνεπείς και πιο συνειδητοί σ’ αυτό που κάνουμε.


Φ. Δεληβοριάς: Οι λεγόμενες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης - μια μορφή εθελοντισμού όχι για κάτι χαρούμενο, όπως π.χ. η Ολυμπιάδα, αλλά για τα δύσκολα - είναι κάτι πρωτοφανές για την ελληνική κοινωνία. Κι αν πετύχουν, θα υπάρχει αυτό που είναι η ουσία της πολιτικής: πολλοί άνθρωποι να κάνουν κάτι πολύ καλό για όλους.