Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

"ΗΧΩ"



Μουσική: Κριστέλλα Δημητρίου
Απόδοση: Σωτήρης Κακίσης
Ερμηνεία: Λιζέτα Καλημέρη
Συμμετέχουν: Αλκίνοος Ιωαννίδης, Κριστέλλα Δημητρίου, Αργύρης Αργυρόπουλος


Η  «Ηχώ» ως μουσική πρόταση, φιλοδοξεί να μεταφέρει στους ακροατές το αίσθημα του μακραίωνου ταξιδιού από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα μέσα από ποιήματα, ενταγμένα σε ένα μουσικό περιβάλλον που επίσης φέρει μνήμες από την ελληνική παράδοση, αλλά και από επιρροές ποικίλων μουσικών ρεύματων ( από τζαζ μέχρι και κλασσικά ή μοντέρνα αρμονικά μοτίβα ).

Η μουσική αναδιοργάνωση μορφών και ακουσμάτων που ήδη γνωρίζουμε δεν προδίδει την κλασικότητα των ποιημάτων. Αντιθέτως επιδεικνύει αφοσίωση και σεβασμό στα ιδιαίτερα και μοναδικά κείμενα, πετυχαίνοντας να εκφράσει το πιο βαθύ τους νόημα που είναι διαχρονικό, πανανθρώπινο και επίκαιρο. Άλλωστε από μόνα τους τα ποιήματα που επέλεξα αποτελούν διαμάντια μιας πολύτιμης κληρονομιάς του τόπου μας η οποία είναι και διεθνώς αναγνωρισμένη.

Το όνομα του Σωτήρη Κακίση είναι σε όλους μας γνωστό από την πολύ σημαντική προσφορά του στον χώρο της λογοτεχνίας και των μεταφράσεων αρχαίας ελληνικής ποίησης. Η ανεκτίμητη συμβολή του στην «Ηχώ» αποτελεί μεγάλη τιμή για όλους τους συντελεστές και ειδικά για εμένα.

Η ερμηνεία της Λιζέτας Καλημέρη, αποδεικνύει και σε αυτήν την δουλειά το μουσικό, ερμηνευτικό και βιωματικό εύρος της καλλιτέχνιδος, τονίζει την επικοινωνιακή δύναμη του έργου και ξεπερνάει τα όρια της γλώσσας. Η Καλημέρη ελίσσεται και συγχωνεύει τις πολύμορφες μουσικές τάσεις και τελικά καταφέρνει να συνδημιουργήσει με την φωνή της αυτήν την ‘χρονομηχανή’ στην οποία καλούμε τους ακροατές να ταξιδέψουν σε ένα συνεχές παρόν.

Στη μουσική εκτέλεση του έργου συμπράττουν οι εξαίρετοι σολίστ και αυτοσχεδιαστές: Δημήτρης Καλατζής στο πιάνο, Οδυσσέας Κορέλης στο βιολί, Βαγγέλης Νίνα στο τσέλο, Κεν Σχρόντερ στο κλαρινέτο, Δημήτρης Καραγιάννης στο κλαρινέτο και σαξόφωνο, Νίκος Τσιάβος στο κοντραμπάσο και  Κριστέλλα Δημητρίου στο μαντολίνο και μπουζούκι.

Ευχαριστώ.

Με εκτίμηση,


Κριστέλλα Δημητρίου



Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΑΚΑΝΑ



Μια άποψη: Το να καταγίνεσαι με νέες (Jazz?) ενορχηστρώσεις σε παλιά τραγούδια-σιγουράκια (Χατζηδάκια, Θεοδωράκια, Χιώτης, Τσιτσάνης, λαικές επιτυχίες κλπ.) είναι μια κατεύθυνση που, ενδεχομένως, να έχει και κάποια (πολύ σπάνια) καλά αποτελέσματα… Επειδή όμως το φαινόμενο αυτό έχει εξαπλωθεί τόσο αναρωτιέμαι: Είναι άραγε μουσική εξέλιξη και πρόοδος η μονοδιάστατη στήριξη μιας καριέρας στη σιγουριά του παρελθόντος? Μήπως αποκαλύπτει συνθετική φτώχεια των σημερινών μουσικών και ταυτόχρονα μια αγωνία για προβολή μέσα από γνωστές και σίγουρες οδούς? Κατανοώ ότι είναι πολύ εύκολο να συγκινηθούν οι υπεύθυνοι στους πολιτιστικούς μας οργανισμούς και να κινητοποιηθούν τα κτίρια και οι ορχήστρες τους αν τους προσφέρεις "τζαζοποιημένο" ή "κλασικοποιημένο" τον Χιώτη ή τον Θεοδωράκη και έτσι να έχει κάποιος δουλειά και φήμη, παρά αν προτείνεις την προσωπική σου συνθετική εργασία. Το δε κοινό πολλές φορές εκφράζεται διθυραμβικά αν κάποιος "παίζει τζαζ τα κομμάτια του Τσιτσάνη" αποκτά, όμως, μια λειψή και διαστρεβλωμένη άποψη για το εύρος, το περιεχόμενο και την εκφραστική ουσία αυτής της παγκόσμιας μουσικής… Τελικά σήμερα αναζητείται αύξηση της προσωπικής σύνθεσης στη Δημιουργική Μουσική και νίκη στον αγώνα της καλλιτεχνικής, αλλά και της γενικότερης, επιβίωσης μέσα από την νέα μουσική προσφορά… αυτή είναι, κατά την γνώμη μου, η συνεχής αποστολή της Μουσικής Τέχνης.

Γιώργος Φακανάς

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

ΓΙΑ ΤΟ "ΑΛΑΤΟΠΙΠΕΡΟ"



Ο δίσκος «Αλατοπίπερο» μας υπενθυμίζει κάποια πράγματα που ήδη ξέραμε και μας αποκαλύπτει και κάτι που είχαμε απλώς υποψιαστεί.

Τι ξέραμε ήδη που επιβεβαιώνεται από τον δίσκο; Πρώτον, ότι ο Κουσκουμβεκάκης είναι ένας ταλαντούχος μελωδός, μια αστείρευτη πηγή μελωδικότητας, ένα εργοστάσιο παραγωγής μουσικών εικόνων, τοπίων και αισθήσεων. Και οι μελωδικές εικόνες του έχουν συναισθηματικό βάθος, ξεβολεύουν, μακριά από τη μόδα του σουίνγκ, της ανεμελιάς και του χαζοχαρούμενου.

Δεύτερον, ξέραμε ότι ο Κουσκουμβεκάκης είναι ένας βαθύς γνώστης ήχων και οργάνων που με μαεστρία βάζει στην υπηρεσία των δημιουργιών του. Εκτός από σημαντικός συνθέτης δηλαδή, είναι και ευφυής ενορχηστρωτής, προσδίδοντας έτσι στο τελικό αποτέλεσμα μια απόλυτη ακρίβεια και μια ταύτιση μορφής και περιεχομένου.

Τρίτον, ξέραμε ότι ο Κουσκουμβεκάκης εμπνέεται και τροφοδοτείται από δύο στιχουργούς, τη Μαρία Σπυράτου και την Αναστασία Μητσοπούλου, που μέσα στη διαφορετικότητά τους έχουν έναν κοινό παρανομαστή: το βαθύ συναίσθημα, την αναζήτηση του άλλου, την αναπόληση και εν τέλει την υποψία ότι αυτό που ζήσαμε δεν είναι κλειδωμένο στο παρελθόν. Ότι το θαύμα παραμονεύει να μας αιφνιδιάσει κάθε στιγμή.

Με άλλα λόγια, ξέραμε ήδη ότι ακούγοντας τον δίσκο θα συναντούσαμε άλλη μια υπενθύμιση της υψηλής τραγουδοποιίας, της τέχνης που με αξιοθαύμαστη συνέπεια υπηρετεί τα τελευταία χρόνια ο Κουσκουμβεκάκης. Και επιβεβαιωθήκαμε.

Υπάρχει, όμως, και ένα πράγμα που μας ήταν ως τώρα άγνωστο και το μάθαμε ακούγοντας το «Αλατοπίπερο». Και εκεί νομίζω έγκειται και η κορυφαία συμβολή αυτού του δίσκου. Στην επίγνωση, πλέον, ότι η Ειρήνη Τουμπάκη είναι μια από τις πιο σπουδαίες Ελληνίδες ερμηνεύτριες σήμερα. Μελαγχολική, αλλά και παιχνιδιάρικη. Τρυφερή, αλλά χωρίς να γίνεται μελό. Σίγουρη, χωρίς όμως να μας τρίβει στα μούτρα τον ναρκισσισμό που σαν τσουνάμι έχει κατακλύσει το ελληνικό τραγούδι σήμερα.

Την Τουμπάκη τη συναντάμε σε αυτή την τυχερή διασταύρωση ζωντάνιας και ωριμότητας, πηγαίου ταλέντου και βιώματος, λαϊκής απλότητας και παιδικής λαχτάρας. Χωρίς υπερβολές, χωρίς περιττά στολίδια και στόμφο, χωρίς ευκολίες, υπηρετεί και αναδεικνύει τη βαθύτερη ουσία των δώδεκα αυτών τραγουδιών: το θαύμα, τη φλογίτσα, το παιχνίδι, τη μνήμη, το παραμύθι. Όλα αυτά που παραμονεύουν μέσα μας και γύρω μας, έτοιμα να ξεχυθούν και να γίνουν τραγούδι και ζωή.


ηρ.οικ.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ: Η ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ



MΙΧΑΛΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ


Η μελοποιηση της ποιησης



Στο παρελθον μου δοθηκε καποιες φορες η ευκαιρια να γραψω κυκλους τραγουδιων βασισμενων στο εργο σημαντικων ποιητων, κατι που με οδηγησε να κανω ορισμενες σκεψεις πανω στη σχεση που μπορει να εχει ενας συνθετης με την ποιηση.

Μιλωντας γενικωτερα, ειναι βεβαια γεγονος πως η σχεση της μουσικης με τον ποιητικο λογο υπηρξε ιστορικα δεδομενη και αυτονοητη, καθορισε δε σε μεγαλο βαθμο και την εξελιξη της ιδιας της μουσικης. Ωστοσο, εαν ειναι φανερο πως η μουσικη συνεργαστηκε στενα με την ποιηση, αλλο τοσο ειναι φανερο πως στην πορεια του χρονου η καθε μια απ’ αυτες τις τεχνες αυτονομηθηκε και ακολουθησε και τον δικο της ανεξαρτητο δρομο. Ανεξαρτητα απο την κοινη τους καταγωγη, η μουσικη και η ποιηση ανεπτυξαν απο μια εποχη και μετα τις δικες τους τεχνικες χειρισμου των εκφραστικων τους μεσων και τις δικες τους ιδιαιτερες αισθητικες και στυλιστικες παραδοσεις. Ετσι λοιπον, στην περιπτωση της “μελοποιησης” της ποιησης, οταν δηλαδη επιχειρειται να προστεθει εκ των υστερων μουσικη πανω σε ενα αυτονομο ποιητικο εργο που δεν γραφτηκε με προθεση να μελοποιηθει, προκυπτουν ορισμενα ενδιαφεροντα αισθητικα ερωτηματα που αξιζει να εξεταστουν. Ειναι γνωστο αλλωστε πως στον τοπο μας ειχε αποτελεσει στο παρελθον συχνα αντικειμενο συζητησεων και αντιπαραθεσεων το εαν πρεπει ή οχι να μελοποιειται η ποιηση, ποια ειναι η διαφορα αναμεσα στον “απλο στιχο” και στη “σοβαρη ποιηση”, τι μπορει να σημαινει ο ορος “εντεχνο λαϊκο τραγουδι”, κλπ. Οπως θα προσπαθησω να εξηγησω αργοτερα, πιστευω πως τετοια ερωτηματα οφειλονταν στην υπαρξη καποιων παρανοησεων, αλλα και σε ορισμενες, δικαιολογημενες ισως, αντιδρασεις απεναντι σε απλοϊκοτητες και σε αισθητικες καταχρησεις.

Ας τα παρουμε ομως απο την αρχη : Τι συμβαινει με τις περιπτωσεις oπου ενα αυτονομο ποιητικο εργο το οποιο, ακριβως λογω της αυτονομιας του, διεκδικει τα δικα του συμβολικα νοηματα και τη δικηα του εσωτερικη συνοχη, μελοποιειται εκ των υστερων; Γιατι, πραγματι, πρεπει να δεχτουμε πως υπαρχει διαφορα αναμεσα στις περιπτωσεις οπου οι στιχοι εχουν δημιουργηθει συγχρονως με τη μουσικη –οπως συνεβαινε επι αιωνες με τις μορφες του παραδοσιακου τραγουδιου- ή, εχουν γραφτει με σκοπο να μελοποιηθουν -οπως συμβαινει π.χ με τις αριες της οπερας ή, με τις μορφες της μπαλαντας ενος Bob Dylan, ενος Σαββοπουλου, ή ενος Jasques Βrell, αλλα και των blues, των ρεμπετικων, της rock, κλπ- και στις περιπτωσεις οπου επιχειρειται να προστεθει εκ των υστερων μουσικη σε ενα ποιητικο εργο που δεν γραφτηκε με προθεση να μελοποιηθει. Το οτι κατι τετοιο μπορει να συμβαινει, και μαλιστα με εξαιρετικα αποτελεσματα, αποδεικνυεται βεβαια στην πραξη, τοσο απο τα τραγουδια του Schubert, του Hugo Wolf, του Tschaikovky, του Musorgsky, του Malher, του Ravel, κλπ, οσο κι’απο πολλα τραγουδια του Χατζιδακι, του Θεοδωρακη, καθως και αλλων Ελληνων και ξενων συνθετων, που ακολουθησαν την ιδια παραδοση (οπως π.χ ο Leo Ferre).

Τα αισθητικα ερωτηματα που προκυπτουν απο μια τετοια συνεργασια της μουσικης με την ποιηση μπορουν να συνοψιστουν ως εξης : Πως μπορουν αραγε να συνυπαρξουν και να συνεργαστουν αποτελεσματικα δυο αυτονομοι συμβολικοι κωδικες, που ο καθενας εχει αναπτυξει τις δικες του πολυσημιες, τους δικους του συμβολισμους και τις δικες του τεχνικες διαχειρισης των νοηματων και των συγκινησεων; Πως μπορουν να συνδυαστουν τα νοηματα δυο διαφορετικων τεχνων, χωρις τον κινδυνο να κονταροχτυπηθουν μεταξυ τους, να παραμορφωθουν ή να αλληλοαναιρεθουν ; Κατω απο ποιες προϋποθεσεις ειναι εφικτη μια τετοια συνεργασια και τι πρεπει να γνωριζει ο συνθετης, ή εστω, να αντιλαμβανεται απο ενστικτο (που ειναι κι’ αυτο μια μορφη συμπυκνωμενης γνωσης που δεν προλαβαινει να φτασει στο συνειδητο).

Μπορουμε να πουμε πως τα προβληματα που καλειται να αντιμετωπισει και να επιλυσει ενας συνθετης οταν καταπιανεται με τη μελοποιηση ενος νοηματικα και μορφολογικα συνθετου ποιηματος ειναι αρκετα αναλογα με τα προβληματα που καλειται να επιλυσει ενας σκηνοθετης που επιχειρει να μεταφερει στον κινηματογραφο, οχι ενα σεναριο που εχει γραφτει επι τουτου, αλλα ενα λογοτεχνικο εργο. Γιατι, ειναι προφανες πως τα αισθητικα νοηματα ενος λογοτεχνικου εργου δεν βρισκονται μονο στο επιπεδο της υποθεσης και της πλοκης, αλλα και σ’ ενα πληθος αλλων επιπεδων που μπορει να αφορουν στην ιδιαιτερη χρηση της γλωσσας, σε συμβολισμους και σε αναφορες σε νοηματα που συμπεραινονται εμμεσως χωρις να δηλωνονται ευθεως, κλπ. Πως μεταφερεις π.χ στον κινηματογραφο τις σκεψεις του ηρωα, ενα εσωτερικο μονολογο, τα σχολια του συγγραφεα

Η αυτονομια κι’ η εσωτερικη συνοχη ενος λογοτεχνικου εργου φαινεται πολυ καθαρα στη δυσκολια που παρουσιαζει μερικες φορες η μεταφραση του απο μια γλωσσα σε μια αλλη. Ειναι γνωστο πως στην περιπτωση της μεταφρασης ισχυει παντα το “tradutore e traditore”, το να μεταφραζεις ισοδυναμει με το να προδιδεις ως ενα βαθμο το νοημα. Τουτο ειναι ιδιαιτερα φανερο σε περιπτωσεις μορφων λογοτεχνιας που βασιζονται σε ιδιωματισμους που δεν μεταφερονται ευκολα, ή και καθολου, απο τη μια γλωσσα στην αλλη. Πως μεταφραζεται π.χ το ιδιαιτερο ιδιωμα του Παπαδιαμαντη στα γαλλικα ή στα αγγλικα ; Κι’ ομως, αυτο το ιδιωμα αποτελει ενα απο κυρια αισθητικα γνωρισματα του συγγραφεα. Η σημασια των ιδιωματισμων μιας γλωσσας δεν βρισκεται μονο στο αναφορικο τους περιεχομενο αλλα και στις πληροφοριες που μας προσφερουν για τα ιδιαιτερα κοινωνικα και ιστορικα πλαισια, για τις ιδιαιτερες παραδοσεις, για ιδιαιτερες κοινωνικες ομαδες και για ιδιαιτερους χαρακτηρες που μπορει να μην συναντιωνται σε αλλα πολιτιστικα πλαισια, με αποτελεσμα να μην μπορει να μεταφραστει ευκολα κι΄ ο τροπος που μιλανε, σκεφτονται και νοιωθουν αυτοι οι ανθρωποι. Οι μπλουζιστες δεν ειναι ρεμπετες, το ισπανικο duente δεν ειναι το ελληνικο φιλοτιμο, ο αμερικανος hill-billy δεν ειναι ο αγροτης της Θεσσαλιας, ο Αγγλος αριστοκρατης δεν ειναι ο Αθηναιος μεγαλοαστος του Ξενοπουλου, κλπ.

Εαν λοιπον στη λογοτεχνια διαπιστωνει κανεις την υπαρξη πολλων νοηματικων επιπεδων, περαν του αναφορικου, φανταζεστε τι συμβαινει με την περιπτωση της ποιησης που βασιζεται κατ’ εξοχην στην αξιοποιηση των μεταφορικων νοηματων και της αμφισημιας των λεξεων. Μπορουμε να πουμε πως καθε ποιητικο εργο μοιαζει μ’ ενα παγοβουνο του οποιου βλεπεις μονο την κορυφη, ενω το μεγαλυτερο μερος του νοηματος βρισκεται κατω απο την επιφανεια. Το ιδιο συμβαινει ομως και με καθε μουσικο εργο. Πως συνδυαζονται λοιπον αυτα τα δυο παγοβουνα απο κρυφα νοηματα, χωρις τον κινδυνο να συνθλιψουν αναμεσα τους καποιο Τιτανικο 

Που βρισκονται ομως τα “νοηματα” στην ποιηση και στη μουσικη και τι εννοουμε μ’ αυτη τη λεξη ; Κι’ ας εξετασουμε κατ’αρχην ποιο ειναι το “νοημα του νοηματος” της ποιησης. Δεν μπορουμε βεβαια να δωσουμε καποια τελικη απαντηση σ’ αυτο το ερωτημα, γνωριζουμε ομως πως η βασικη προϋποθεση που μπορει να μετατρεπει τον λογο που εξυπηρετει την καθημερινη επικοινωνια σε ποιηση ειναι η υποχωρηση της αναφορικης λειτουργιας της γλωσσας, η οποια μπορει να επιτυγχανεται μεσω διαφορων τεχνικων και στρατηγικων. Η συνηθεστερη στρατηγικη που απομακρυνει τη γλωσσα απο την καθημερινη της χρηση ειναι η μετατροπη του “ορθου” λογου σε εμμετρο, μεσω της αξιοποιησης του τονισμου των λεξεων, του μηκους των φρασεων και των προτασεων, καθως και της ομοιοκαταληξιας. Μ’ αλλα λογια, ειναι ο ρυθμος που μπορει να “πακεταρει” -τροπον τινα- το λογο μεσα σε επαναλαμβανομενα μουσικα μετρα, τα οποια γεννουν την αισθηση μιας περιοδικοτητας, αρα κινητοποιουν ψυχολογικους μηχανισμους αναμονης. Η καθημερινη γλωσσα δεν ειναι εμμετρη αλλα, αντιθετως, ειναι ρυθμικα ασυμμετρη ετσι, η επιβολη ενος αναγνωρισιμου ρυθμου πανω στη γλωσσα απομακρυνει τη λειτουργια της απο την καθημερινη της χρηση και δηλωνει εξ’ αρχης την προθεση για μια μετατοπιση του νοηματος των λεξεων απο την απλη αναφορικη τους λειτουργια

Ο ποιητικος ρυθμος μπορει να ειναι απλος και εμφανης ή. συνθετος και μερικες φορες κρυφος. Μπορει να ειναι δηλαδη του τυπου :

Φυσαει τ’ αερακι μ’ αναλαφρη φορα
και τες τριανταφυλιες αργα σαλευει
και στες καρδιες και στην πλαση βασιλευει
ροδινο σουρουπο, ωρα μυροφορα

αλλα μπορει να ειναι και του τυπου 

Και πάνω στα σημάδια που άφηνε
με την πλατειά πατημασιά του ο πλάτανος
ξεχώριζες ακομα τις γραμμες
απο το αινιγμα του πρώτου ανθρώπου

Αυτος καθαυτος ο ηχος των λεξεων μπορει επισης να παιζει καθοριστικο ρολο, λογω των συνηχησεων : 

“Με την πλατεια πατημασια του ο πλατανος”.

Συνηθως αυτο που λεμε “στιχος τραγουδιου” βασιζεται σε απλους και εμφανεις ρυθμους της πρωτης μορφης του Μαβιλη κι’ οχι σε πιο συνθετους ρυθμους της δευτερης μορφης του Ελυτη. Η επιβολη καποιου ρυθμου πανω στη γλωσσα ειναι ισως η απλουστερη λυση για τον ποιητη, μπορει ομως να ειναι κι’ η πιο συνηθισμενη παγιδα που μπορει να οδηγησει τον μετριο ποιητη στην κοινοτυπια και στον φορμαλισμο. Σε ο,τι αφορα τον μουσικο, ο εμμετρος λογος μπορει βεβαια να του προσφερει ενα αρχικο κανναβο, μια σκαλωσια πανω στην οποια να στησει τις μουσικες του ιδεες, μπορει ομως επισης να αποτελεσει τη συνηθεστερη παγιδα που μπορει να τον οδηγησει στην κοινοτυπια ή, στην παρανοηση, ιδιως οταν τεινει να αρκεστει στο ρυθμικο “πακεταρισμα” των γλωσσικων περιοδων μεσα σε μουσικα μετρα και να αγνοησει αλλα καιρια επιπεδα που συμμετεχουν στη διαμορφωση του ποιητικου νοηματος. Ενα απ’ αυτα ειναι ο ιδιαιτερος τροπος χρησης της γλωσσας, ο οποιος μπορει επισης να συμβαλλει καθοριστικα στην υποχωρηση της καθημερινης αναφορικης της λειτουργιας. Ειναι γνωστο π.χ οτι -στο παρελθον κυριως- μεσα στις συνηθισμενες τεχνικες της ποιησης περιλαμβανονταν κι’ η λεγομενη γλωσσοπλασια, δηλαδη η επινοηση νεων λεξεων μεσω συρραφης αλλων, ή, η παραμορφωση γνωστων λεξεων προκειμενου να εξυπηρετηθει το μουσικο μετρο ή, τελος, η χρηση ασυνηθιστων λεξεων που γεννουν καποια εκπληξη λογω της σπανιοτητας τους. 

Το δρυ το αρχαιομιλητο κι’αν θροϊσε στη Δωδωνη....

(Σικελιανος)

ή

η σκοτεινάγρα του βυθου ξεχνιεται στον αφρο ...

(Σεφερης)

ή

Ποια πετρα ποιος ανθός και ποιος καπνος σου δειξαν τη μονιά μου...

(P. Neruda, σε μεταφραση Η. Ματθαιου)

Υπαρχει επειτα η χρηση της μεταφορας κι’ η αξιοποιηση της αμφισημιας που μπορει να αλλαζει τη σημασια του νοηματος γνωριμων λεξεων και να γεννα μια αισθηση αβεβαιοτητας, η οποια επισης απομακρυνει τη γλωσσα απο την καθημερινη της χρηση.

Αναψε μεσα μου γητεια τους τεσσερεις λαμπρους αστερισμους σου...

(P. Neruda-Ματθαιου)


ή

Βραδυ αραχνης, τι ωραια μυριζει γυρω μου η απελπισια ....

(Ελυτης)


ή

Δεν θα μπορουμε να ρωτησουμε τη διψασμενη αγωνια μας....

(Aναγνωστακης)

Ειναι γνωστο επισης πως οι λεξεις κουβαλανε νοηματικες φορτισεις που παραπεμπουν σε εικονες και μπορουν να γεννουν συνειρμους :

Εβγαλα τα φτερα μου και τα καρφωσα στη γρηα
Που τη θαβαν ολομοναχη, μ’ ενα σπουργιτι στο γειτονικο δενδρο
Με μια παληα κασετινα γεματη στακτη

(Λειβαδιτης)

Μια “παληα κασετινα” δεν ειναι το ιδιο πραγμα με ενα “παληο κουτι”, ή με ενα κιβωτιο, κλπ, γιατι παραπεμπει ισως και στην εννοια “κοσμηματα”, στην αισθηση ενος “οικογενειακου κειμηλιου” ή, ακομα, στην παληα κασετινα με τα μολυβια που χρησιμοποιουσαμε στο δημοτικο. Αν θελουμε να λειτουργησουμε ... ψυχαναλυτικα μπορουμε να σκεφτουμε πως μπορει να παραπεμπει ασυνειδητα και σε λεξεις με παρομοιο ηχο ή ρυθμο, οπως π.χ “σκαρλατινα”, “σοκολατινα”, κλπ . Το “βραδυ αραχνης” παλι δεν ειναι ενα συνηθισμενο βραδυ αλλα εχει κατι το μυστηριακο, κι’ επιπλεον υπαρχουν κι’ οι ιδιαιτεροι τονισμοι πανω στο “ρα” (“βραδυ αραχνης”) που προσθετουν ενα επιπλεον επιπεδο κρυφου νοηματος. Τετοιες λεξεις που γεννουν εικονες και συνειρμους συμβαλλουν στην αισθηση της μεταφορας και της αμφισημιας και μπορουν να αποτελουν αφετηρια εμπνευσης για το μουσικο που συχνα μπορει να αποδεικνυεται πολυ πιο σημαντικη απο την απλη ρυθμικη εκφορα του λογου.

Πολυ σημαντικες επισης για την κατανοηση του ποιητικου νοηματος μπορει να ειναι οι στυλιστικες αναφορες που παραπεμπουν σε εργα προγενεστερων ή, σε ποιητικα ιδιωματα και αισθητικες προσεγγισεις προηγουμενων εποχων. Ο στιχος π.χ :

Την ωρα που μες στο κυπελλο που σηκωνε ο συνεπαρμενος να πιει
Επεφτε αξαφνα το κλειδι της βασιλειας.....

(Λειβαδιτης)

παραπεμπει σε ενα ειδος αρχαϊκου, ή ακομα και βιβλικου υφους γραφης, που δεν μπορει να αγνοηθει απο τον συνθετη.

Μια αλλη τεχνικη που εξυπηρετει την υποχωρηση της αναφορικης λειτουργιας της γλωσσας ειναι η παρεμβαση πανω στην ιδια τη γραμματικη δομη και τη συνταξη, ή και πανω στο φραζαρισμα των ποιητικων περιοδων. Η συνδεση λογικα ασυνδετων φρασεων ή, η χρηση ασυνηθιστων συνδεσμων, ή επιρρηματων αναμεσα στις προτασεις μπορει να γεννα μια αισθηση ελλειπτικοτητας, ημιτελους, διφορουμενου, ψυχολογικης εκκρεμμοτητας που αποδιδει μια πολυσημια στις ποιητικες ενοτητες.

.....”Ειναι αργα πια για να ζητησεις χαρη ! “ φωναξε ο δημιος και μ’αρπαξε απ’τα μαλλια,/ εγω στεκομουνα στη σκαλα //-τροπος του λεγειν/, απλως ειχα ερθει για μια επισκεψη στο σπιτι της πλουσιας θειας/, αλλα η καταδικη ηταν παληα /, εξαλλου τ’απογευματα περνουσαν οι δημιοι με τις αρκουδες//, ανοιγα τοτε το παραθυρο κι’εδινα οδηγιες στους ναυτιλομενους,/ η, τις πιο θλιμμενες μερες, αφεση σ’εκεινους που μας προδωσαν//, “να με θυμασαι” ελεγε ο πατερας, αλλιως θα’χω πεθανει δυο φορες”,/ ξεψυχησε το ιδιο βραδυ κι’οι τοιχοι του νοσοκομειου γκριζοι και σκυθρωποι.// Αργοτερα μ’ενα φλαουτο προσπαθησα να συγκρατησω τον καιρο.//

Τωρα γερναω /- και ονειρευομαι να περπατησω πανω στη θαλασσα. //

(Λειβαδιτης)

Μπορουμε να πουμε πως στο παραδειγμα αυτο αναγνωριζει κανεις την ιδια λειτουργια που εχει η αρμονια, ιδιαιτερα στον εμπρεσσιονισμο, ή στον μεταρομαντισμο, οπου διαφορες συγχορδιες δεν “λυνονται” και λειτουργουν διαρκως ως διφορουμενες, με αποτελεσμα να διατηρειται αμειωτη η αισθηση της αναμονης.. Οπως λοιπον οι αλυτες συγχορδιες μπορουν να μεταθετουν διαρκως την ενταση σε καποια επομενη, και μετα σε καποια επομενη, κλπ, ετσι κι’ οι ποιητικες ενοτητες αυτου του ποιηματος του Λειβαδιτη -λογω της χρηση των συνδεσμων “τοτε”, “ετσι”, “λοιπον”, κλπ- μεταθετουν διαρκως την αισθηση του διφορουμενου, χωρις ποτε να τη λυνουν. Η σχεδον “σουρεαλιστικη” αισθηση που γεννιεται απο μια τετοια χρηση του λογου οφειλεται στην νοηματικα αυθαιρετη συνδεση των επι μερους προτασεων που προκαλει εκπληξη ... και μεσω αυτης της εκπληξης γεννα νοηματα.

Θα μπορουσαμε να ψαξουμε πολλα αλλα παραδειγματα των τεχνικων και των στρατηγικων που στοχευουν στην υποχωρηση της αναφορικης λειτουργιας της γλωσσας και της μετατροπης του απλου καθημερινου λογου σε ποιητικο λογο κι’ οι οποιες βεβαια διαφερουν αναλογα με το λογοτεχνικο στυλ. Αλλες φορες το κυριαρχο στοιχειο μπορει να ειναι ο ρυθμος, αλλες φορες η γλωσσοπλασια, αλλες φορες ο συμβολισμος και η αξιοποιηση της μεταφορας, κλπ. Το βασικο ομως ειναι πως σε καθε περιπτωση ο ποιητικος λογος βασιζεται σε διαφορες παρεκλισεις απο την καθημερινη χρηση της γλωσσας και εμφανιζει παντα ενα βαθμο πολυσημιας που υποχρεωνει την αντιληψη να “ανεβοκατεβαινει” διαρκως στα διαφορα επαλληλα επιπεδα του νοηματος. Ενα μερος αυτου του νοηματος μπορει να αφορα στο αναφορικο περιεχομενο των λεξεων, ενα αλλο μπορει να αφορα στον ιδιο τον ηχο τους και στο ρυθμο της γλωσσας, ενα αλλο μπορει να αφορα στους συνειρμους που μπορει να γενναει η “αμφισημια”κι’ η μεταφορικη χρηση των λεξεων, ενα αλλο μπορει να αφορα στις ιδιαιτερες παρεκλισεις απο τις αναμενομενες λογικες και γραμματικες ακολουθιες, κλπ. Μπορουμε λοιπον να πουμε πως, σε αντιθεση με καποιο απλο στιχο που βασιζεται κυριως στον ρυθμο, οι συνθετες ποιητικες μορφες προϋποθετουν παντα διαρκεις μεταπηδησεις και μεταβολες της εστιασης της προσοχης.

Εδω βρισκεται αλλωστε κι’ ενας απο τους σημαντικωτερους παραγοντες που ερμηνευει τη στενη σχεση που ειχαν ανεκαθεν η μουσικη και η ποιηση. Πραγματι, και στη μουσικη η αντιληψη καλειται να παρακολουθησει και να συσχετισει ταυτοχρονα πολλες παραμετρους που μπορουν να εμφανιζονται σε διαφορετικα επιπεδα της μουσικης οργανωσης (μελωδικο, αρμονικο, ρυθμικο, ηχοχρωματικο, επιπεδα εναλλαγης της δυναμικης και του “τεμπο”). Στην εντεχνη δυτικη μουσικη π.χ μια “αρμονικη βαση”, που κινειται μεσω “μετατροπιων” απο την μια τονικοτητα στην αλλη, μπορει να συνοδευει διαφορετικες μελωδιες που συνεργαζονται “αντιστικτικα” και που παιζονται απο διαφορετικα οργανα, το καθενα απο τα οποια εχει διαφορετικο ηχοχρωμα. Καθεμια απο τις μελωδιες μπορει να περιλαμβανει τα δικα της ρυθμικα σχηματα, τα δικα της φραζαρισματα και να εμφανιζει τις δικες της μεταβολες δυναμικης και τεμπο. Επιπλεον, τα οργανα μπορουν να εναλλασσουν διαρκως τους ρολους τους και να “συνομιλουν” μεταξυ τους, με αποτελεσμα οι μελωδιες να “μετακινουνται” απο το ενα ηχοχρωμα στο αλλο, κλπ. Στην περιπτωση τετοιων συνθετων και χρονικα εκτεταμμενων μουσικων κατασκευων ο εγκεφαλος υποχρεωνεται να κανει διαρκως συσχετισμους σε πολλα επιπεδα οργανωσης ταυτοχρονα, η δε εστιαση της προσοχης υποχρεωνεται να λειτουργει και “οριζοντια”, ή “διαχρονικα” (οταν παρακολουθει μελωδιες, διαδοχες αρμονικων σχεσεων και ρυθμικων σχηματων) και “καθετα”, ή “συγχρονικα” (οταν αναγνωριζει συγχορδιες, συνδυασμους ηχοχρωματων, σχετικες εντασεις, κλπ). Οσο αυξανουν τα επιπεδα στα οποια εμφανιζεται η μουσικη οργανωση, τοσο περισσοτερο δυσκολευεται ο εγκεφαλος να συσχετισει ταυτοχρονα τις μεταβολες ολων των συνεργαζομενων παραμετρων, με αποτελεσμα να οδηγειται σε μια διαδικασια “επιλεκτικων σαρωσεων”, πραγμα το οποιο συνεπαγεται επισης διαρκεις μεταπηδησεις και μεταβολες της εστιασης της προσοχης του ακροατη. (Αυτος αλλωστε ειναι κι ενας απο τους λογους που μας επιτρεπει να ακουμε και να ξανακουμε διαφορα γνωστα μουσικα εργα, γιατι καθε φορα μπορει να διαφερουν τετοιες “επιλεκτικες σαρωσεις” και μεταβολες της εστιασης της προσοχης.

Επιχειρωντας μια οπτικη αναλογια θα μπορουσαμε να φανταστουμε μια σειρα απο παραλληλα γυαλινα πετασματα πανω στο καθενα απο τα οποια ειναι ζωγραφισμενες καποιες μορφες. Καθως τα πετασματα ειναι διαφανα, οι μορφες επικαλυπτουν η μια την αλλη και μπορουν να συγχεονται μεταξυ τους. Η αντιληψη μπορει ομως να μεταβαλει το “βαθος πεδιου” της και να εστιαζει καθε φορα σε ενα διαφορετικο πετασμα, αναγνωριζοντας μονο τη μορφη που ειναι ζωγραφισμενη πανω του. Καθε φορα που η αντιληψη επιλεγει ενα συγκεκριμμενο “βαθος πεδιου” και εστιαζει την προσοχη σε ενα συγκεκριμμενο πετασμα οι υπολοιπες μορφες ερχονται σε δευτερη μοιρα και αποκτουν θολα περιγραμματα, μετατρεπονται σε ακαθοριστες φιγουρες. Ορισμενες φορες επισης η αντιληψη μπορει να επιλεγει να εστιασει σε δυο ή τρια πετασματα ταυτοχρονα, συνδυαζοντας ετσι τις επαλληλες μορφες σε πιο συνθετα σχηματα. Αν φανταστουμε επιπλεον πως αυτα τα επαλληλα διαφανη πετασματα κινουνται μεσα στο χρονο εναλλασσοντας διαρκως τις μορφες που ειναι ζωγραφισμενες πανω τους, τοτε εχουμε μια αρκετα ικανοποιητικη αναλογια του πολυδιαστατου τροπου με τον οποιο λειτουργει κι’ η μουσικη αντιληψη μεσα στη ροη του χρονου.

Η μελοποιηση της ποιησης προσθετει αλλη μια σειρα τετοιων νοερων επαλληλων διαφανων πετασματων τα οποια καλειται να συσχετισει η αντιληψη του ακροατη μεσα στη ροη του χρονου.

Ομως, εκτος απο τετοιες αναλογιες που διαπιστωνονται αναμεσα στον τροπο αντιληψης της μουσικης και της ποιησης που οφειλονται σ’ αυτη καθεαυτη την ψυχολογια της αντιληψης, υπαρχει και κατι ακομα πιο σημαντικο : Οπως στην ποιηση τα νοηματα δεν βρισκονται στο απλο αναφορικο επιπεδο των λεξεων, ετσι και στη μουσικη τα νοηματα δεν βρισκονται στο επιπεδο αυτης καθεαυτης της οργανωσης των ηχων αλλα στις μεταφορικες, συμβολικες και ψυχολογικες λειτουργιες που εχουν αποκτησει αυτοι οι τροποι οργανωσης, στα πλαισια διαφορετικων μουσικων ιδιωματων και στυλ. Καθε συγκεκριμμενο μουσικο ιδιωμα και στυλ λειτουργει κι’ ως ενα ειδος σκηνικου που επιτρεπει την εκφραση ορισμενων ιδιαιτερων συμβολικων νοηματων και συναισθηματικων ποιοτητων. Η διακοσμητικη λειτουργια του Μπαροκ, η αμεριμνησια του υφους του Διαφωτισμου, η δραματικοποιημενη αισθηση του Ρομαντισμου, η ραθυμη ενατενιση του Εμπρεσσιονισμου, η νοσταλγια –και με την ψυχoλογικη σημασια της “regression”- του Μεταρομαντισμου, η αγωνια, ή, ο σαρκασμος του εξπρεσσιονισμου, κλπ, ολες τουτες οι ιδιαιτερες συμβολικες και ψυχολογικες λειτουργιες που χαρακτηριζουν καθε στυλ και που εχουν εμπεδωθει στη διαρκεια της ιστοριας, προσφερουν στον σημερινο συνθετη ενα ειδος στυλιστικης μεταγλωσσας. Το ιδιο ισχυει και για αλλα μη δυτικα ιδιωματα που κουβαλανε επισης τις δικες τους φανερες ή κρυφες αναφορες: Το σμυρνεϊκο παραπεμπει τον Ελληνα σε καποιες χαμενες πατριδες, το ρεμπετικο σε καποιο ειδικο ηθος και σε καποια ειδικη σταση ζωης, το δημοτικο τραγουδι ή τα νησιωτικα σε καποια ειδικη σχεση με τη φυση, με το τοπειο, με την ιστορια του τοπου, κλπ. Μ’ αλλα λογια, οι διαφοροι τροποι μουσικης οργανωσης δεν ειναι νοηματικα ουδετεροι. Οπως σημειωνα καποτε, “καθε στυλ ειναι σαν ενα αδειο σκηνικο θεατρου που σου επιτρεπει να φανταζεσαι ορισμενους ρολους και χειρονομιες, που σε προκαλει να φωτισεις πραγματα και να αφηγηθεις καταστασεις που μονο μεσα σ’αυτο το σκηνικο θα μπορουσαν να υπαρξουν”. Ετσι, ο συνθετης δεν αρκει απλως να οργανωνει τους ηχους και να χειριζεται τα τεχνικα μεσα της μουσικης, πρεπει επισης να ειναι σε θεση να χειριζεται τα συμβολικα νοηματα στα οποια παραπεμπει η μουσικη, μεσω των διαφορων ιστορικα κατατεθειμενων και εμπεδωμενων στυλ της.

Κι’ εδω ερχομαστε πραγματι στην ουσια των αισθητικων προβληματων που θετει η μελοποιηση της ποιησης. Η ποιηση εμφανιζει μια αντιστοιχη ποικιλλια διαφορετικων στυλ και ιδιωματων κι’ αν ο συνθετης επιδιωκει μια ισοτιμη συνεργασια μαζι της τοτε δεν μπορει να αρκειται στο απλο “μπογιατισμα” των λεξεων με ηχους και στο “πακεταρισμα” των γλωσσικων περιοδων μεσα σε μελωδιες και σε ρυθμους. Αντιθετως, πρεπει να ειναι σε θεση να αντιλαμβανεται τα επιπεδα του κρυμμενου ποιητικου νοηματος και να μπορει να συνεργαστει με το ιδιαιτερο ποιητικο υφος, αλλιως θα χασει εντελως το στοχο του.

Ειναι φανερο πως καθε παρεμβαση του μουσικου εχει συνεπειες. Η παρεμβαση πανω στο φραζαρισμα της γλωσσας μπορει να αποκαλυψει ή να συγκαλυψει τα νοηματα. Αν απομακρυνθουν π.χ μεταξυ τους δυο λεξεις, επειδη τουτο εξυπηρετει τον μουσικο ρυθμο, μπορει να χαθει το νοημα. Το ιδιο συμβαινει αν ερθουν πολυ κοντα η μια στην αλλη. Οι αποστασεις αναμεσα στις λεξεις ή στις φρασεις μπορει να λειτουργουν ως ενα θαυμαστικο, ή ως σχολιασμος που αποκαλυπτει και τονιζει νοηματα και προθεσεις του ποιητη. Απο την αλλη μερηα, ο ιδιος αυτος σχολιασμος μπορει να οδηγει σε ενα στομφο που γελοιοποιει και καταστρεφει το νοημα. Οταν η μουσικη σεβεται τη φυσικη αναπνοη της γλωσσας, τοτε μπορει να αναδεικνυει τον κρυφο ρυθμο καποιου ποιηματος που δεν βασιζεται στην απλη ομοιοκαταληξια, αλλα μπορει επισης, στην αντιθετη περιπτωση, να τον καταστρεψει. Ο παρατονισμος των λεξεων λειτουργει ως μια γελοιογραφια της γλωσσας, κλπ. Στο επιπεδο της αρμονιας παλι, ειναι προφανες πως ο μουσικος πρεπει να ειναι σε θεση να παρακολουθει τις ψυχολογικες αποχρωσεις και τις μεταβολες των νοηματων. Εαν οι ψυχολογικες εναλλαγες της μουσικης ειναι απλοϊκες και θυμιζουν λυσεις ασκησεων αρμονιας τοτε δεν μπορουν να υποστηριξουν τις ψυχολογικες απαιτησεις ενος ποιηματος με υψηλους βαθμους αμφισημιας και συμβολισμων.

Ολα τουτα προϋποθετουν μια στοιχειωδη τεχνικη επαρκεια απο τον συνθετη που του επιτρεπει να ελεγχει τα εκφραστικα του μεσα. Ο αυθορμητισμος και το ταλεντο δεν αρκουν, χρειαζεται και η γνωση της τεχνικης. Οπως ενας σκιτσογραφος δεν μπορει να εικονογραφησει την Καπελα Σιξτινα, ετσι κι’ ενας ανθρωπος που παιζει μονο μερικες συγχορδιες σε μια κιθαρα δεν μπορει να μελοποιησει το εργο ενος σημαντικου ποιητη. Παρενθεσιακα πρεπει να πω οτι στην Ελλαδα δυστυχως εχουμε βρεθει συχνα αντιμετωποι μ’ αυτο το φαινομενο: Ανθρωποι που δεν κατεχουν τα απαραιτητα τεχνικα εφοδια να καταπιανονται με αντικειμενα που δεν τα καταλαβαινουν και που τους ξεπερνουν με αποτελεσμα, κατω απο το προσχημα του “αυθορμητισμου” ή, της “λαϊκοτητας”, να εχουν στεγαστει συχνα πολλες αφελειες και απλοϊκοτητες. (Θα προσεθετα μαλιστα, οχι απλως με την αποδοχη ενος απαιδευτου ακροατηριου αλλα, συχνα, με την αποδοχη κι’ ορισμενων ποιητων, επισης απαιδευτων σε ο,τι αφορα μια μουσικη καλλιεργεια και ευαισθησια !)

Ωστοσο, περα απο την στοιχειωδη τεχνικη επαρκεια στο επιπεδο της γραμματικης και του συντακτικου της μουσικης, εξ ισου σημαντικη ειναι η απαιτουμενη πολιτιστικη επαρκεια του συνθετη. Εαν η απλοϊκοτητα και η ελλειψη τεχνικης μπορει να καταστρεψει ενα ποιημα, αλλο τοσο μπορει να το καταστρεψει η απλη εφαρμογη μια στεγνης μουσικης τεχνικης που συνοδευεται απο ελλειψη καλλιεργειας. Η συνεργασια αναμεσα στον συνθετη και στον ποιητη ειναι εφικτη μονο οταν ο διαλογος ειναι πολιτιστικα ισοτιμος. Τοσο στη γλωσσα, οσο και στη μουσικη, η αισθητικη λειτουργια εγκειται στην κατανοηση και στην αξιοποιηση των παρεκλισεων και στην αποφυγη της κοινοτυπιας. Μια ποιητικη παρεκλιση που συμβαλλει στην υποχωρηση της αναφορικης λειτουργιας της γλωσσας και στην αναδυση του ποιητικου νοηματος μπορει να θαφτει, να κρυφτει, να μετατραπει σε κοινοτυπια λογω της λανθασμενης χρησης της μουσικης. Η μουσικη μπορει να δεσμευει τα ποιητικα νοηματα και να τα κατευθυνει προς ορισμενες κατευθυνσεις, με κινδυνο να συγκαλυπτει αλλα. Μπορει να ανοιγει, ή να κλεινει πορτες σε συνειρμους και σε συναισθηματα του ακροατη. Αν ο συνθετης δεν αντιλαμβανεται π.χ την ειδικη στυλιστικη, αρα αισθητικη, βαρυτητα των φρασεων “...και τες τριανταφυλλιες αργα σαλευει”, “και στες καρδιες και στην πλαση βασιλευει....” τοτε εχει χασει εξ’ αρχης το παιγνιδι. Στη διαδικασια μελοποιησης της ποιησης η μουσικη δεν επιτρεπεται ουτε να αγνοει τα πολλαπλα επιπεδα του νοηματος, ουτε να αυτονομειται, σε σημειο ωστε να “καπελωνει” το νοημα, ουτε να υποχωρει, σε σημειο του να μετατρεπεται σε απλη υποκρουση του νοηματος. Πρεπει να υπαρχει παντα μια συναληθευση και μια συνεργασια αναμεσα στην ποιητικη και στην μουσικη αμφισημια, αναμεσα στην ποιητικη και στην μουσικη αβεβαιοτητα. Ο μουσικος πρεπει να ειναι σε θεση να συνταξιδευει με τα κρυμμενα νοηματα της ποιησης.

Τα ζητηματα που καλειται να αντιμετωπισει ο συνθετης οταν μελοποιει ενα ποιητικο εργο ειναι αναλογα μ’ αυτα που καλειται να αντιμετωπισει ενας σκηνοθετης οταν ανεβαζει ενα θεατρικο εργο. Η σκηνοθεσια μπορει να εμπλουτισει ενα μετριο εργο, αλλα μπορει επισης και να φτωχυνει, ή να καταστρεψει ενα αριστουργημα. Θα μπορουσαμε να πουμε πως η μελοποιηση της ποιησης θετει παρομοιες απαιτησεις μ’ εκεινες που θετει το να γραφεις μουσικη για το θεατρο ή το σινεμα. Οταν ο συνθετης μελοποιει ποιηση δεν πρεπει να λειτουργει απλως ως μουσικος που γραφει νοτες, αλλα κι’ ως σκηνοθετης, ως σκηνογραφος κι’ ως φωτιστης των νοηματων. Πρεπει λοιπον να μπορει να ελεγχει τα στυλιστικα του μεσα και τουτο προϋποθετει εκ μερους του μια στυλιστικη πολυγλωσσια που θα του επιτρεπει να συνεργαστει με την αντιστοιχη στυλιστικη ποικιλλια που εμφανιζει ο χωρος της ποιησης.

Ειναι βεβαια φανερο πως στα καλλιτεχνικα ζητηματα δεν υπαρχει καποια συνταγη επιτυχιας. Κανεις δεν μπορει –ευτυχως !- να πει με βεβαιοτητα πως πρεπει να μελοποιειται ενα ποιημα, γι’ αυτο αλλωστε υπαρχουν περιπτωσεις οπου το ιδιο ποιημα μπορει να μελοποιειται με εντελως διαφορετικους τροπους απο διαφορετικους συνθετες. Ο Κουναδης κι’ ο Θεοδωρακης π.χ αντιμετωπισαν με τελειως διαφορετικο τροπο το ιδιο ποιημα του Σεφερη “…πανω στην αμμο την ξανθη γραψαμε τ’ ονομα της, ωραια εφυσηξεν ο μπατης και σβυστηκε η γραφη....”. Θα μπορουσε ισως να πει κανεις πως υπαρχουν κατ’ αρχην καποιες συνταγες σε οτι αφορα το πως δεν πρεπει να μελοποιουνται ορισμενα πραγματα. Τα σονεττα του Σαιξπηρ π.χ δεν μπορουν να μελοποιηθουν σε βυζαντινο ή λαϊκο υφος, ο Παλαμας δεν μελοποιειται σε υφος Μπαροκ ή ρεμπερικου, ο Βαρναλης δεν μελοποιειται στο υφος του εμπρεσσιονισμου, κλπ. Ωστοσο, κι’ εδω δεν υπαρχουν τετοιες βολικες βεβαιοτητες. Οπως ενας σκηνοθετης μπορει να ανεβαζει Σαιξπηρ, ή αρχαιο δραμα με συγχρονα σκηνικα και κουστουμια, ετσι κι’ ενας συνθετης μπορει να παιρνει τολμηρες καλλιτεχνικες πρωτοβουλιες. Ο Χατζιδακις π.χ μελοποιησε το “Ασμα ασματων” σε ρυθμο ζεϊμπεκικου, ο Θεοδωρακης μελοποιησε το “Αξιον Εστι” του Ελυτη σε βυζαντινο υφος, κλπ. Στην τεχνη τα παντα κρινονται εκ του αποτελεσματος. Τελικα, οπως σε ολα τα αισθητικα ζητηματα, η μονη συνταγη αποτυχιας ειναι η ελλειψη της απαραιτητης τεχνικης, η ελλειψη καλλιεργειας και ταλεντου. Ετσι, το ερωτημα περι του εαν ή οχι πρεπει να μελοποιειται η ποιηση και με ποιο τροπο δεν πρεπει να αφορα στη νομιμοτητα αυτου καθαυτου του εγχειρηματος αλλα στην καλλιτεχνικη επαρκεια του επιχειρουντος.

Δεν πρεπει φυσικα να ξεχναμε ποτε πως αρμοδιος να κρινει την καλλιτεχνικη επαρκεια του συνθετη και την αισθητικη αξια του αποτελεσματος ειναι το κοινο στο οποιο απευθυνεται το εργο τεχνης, το οποιο πρεπει να εχει την αντιστοιχη αισθητικη καλλιεργεια. Τοσο στη μουσικη, οσο και στην ποιηση, η δυνατοτητα κατανοησης και ταυτισης με τα κρυμμενα αισθητικα νοηματα προϋποθετει μια πολιτιστικη εξοικειωση του ακροατη. Μια μειζων συγχορδια δεν λεει τιποτα σε ενα Λαπωνα, οι αναφορες σε ενα εμπρεσσιονιστικο ιδιωμα δεν γεννουν την αισθηση της ραθυμης νοσταλγιας σε ενα αγροτη της Θεσσαλιας, η φθαρμενη γοητεια ενος βαλς του μεσοπολεμου δεν γινεται αντιληπτη απο ενα ραπερ. Αντιστοιχα βεβαια, οι κρυμμενοι ρυθμοι κι’ οι μεταφορικες και συμβολικες λειτουργιες ενος ποιηματος δεν γινονται αντιληπτες απο ενα μη εξοικειωμενο αποδεκτη, οπως κι’ ενας αγραμματος δεν μπορει να γελασει με τις σκοπιμες ανορθογραφιες του Μποστ. Η αισθητικη καλλιεργεια δεν ειναι θεμα γνωσης αλλα βιωματικης εμπεδωσης, που προυποθετει μια εμπλοκη του ακροατη σε καποιο πολιτιστικο πλαισιο. Μονο τοτε γινονται αντιληπτα τα συμβολικα νοηματα της τεχνης και αρχιζουν να κινητοποιουν υποκειμενικους συνειρμους και συγκινησεις. Ετσι, στο αβεβαιο ερωτημα του πως πρεπει αραγε να μελοποιει ο συνθετης την ποιηση προστιθεται παντα και το ερωτημα: σε ποιον απευθυνεται και ποιος τον κρινει. Ειναι προφανες πως η αποτελεσματικοτητα των εργαλειων που χειριζεται ο εμπειρος και ταλαντουχος συνθετης εξαρταται απο την υπαρξη ενος εξ’ ισου εμπειρου και ευαισθητου ακροατη. H τεχνη λειτουργει παντοτε σαν μια “συνομωσια” αναμεσα στον παραγωγο και στον αποδεκτη, κατι που προϋποθετει την αμοιβαια γνωση των μυστικων κωδικων της.

Υπαρχει ωστοσο και ενα ευλογο ερωτημα : Μπορει αραγε να μελοποιηθει το οτιδηποτε; Θα ελεγε κατ’ αρχην κανεις πως υπαρχουν περιπτωσεις οπου το ποιητικο εργο πραγματι ειναι τοσο αυτονομο και αυτοτελες ωστε καθε μουσικη παρεμβαση πανω του μοιαζει να ειναι οχι απλως περιττη, αλλα εμπεριεχει και τον κινδυνο να το υπερφορτωσει και να το καταστρεψει. Το ερωτημα αυτο ειναι αρκετα αναλογο με το εαν θα μπορουσε π.χ να γυριστει σε ταινια το οποιοδηποτε λογοτεχνικο εργο. Αν θελουμε να γινουμε ακομα πιο προκλητικοι θα μπορουσαμε να αναρρωτηθουμε εαν π.χ ειναι δυνατον να προσθεσεις στιχους σε ενα κουαρτεττο του Brahms, ή να χορογραφησεις τα Kindertottenlieder του Malher χωρις τον κινδυνο του να οδηγηθεις κατ’ ευθειαν στο kitsh (Παρενθεσιακα, τουτο το ειχε επιχειρησει καποτε ο Bezar με καταστρεπτικα αποτελεσματα). Εγω τουλαχιστον, μιλωντας απο προσωπικη εμπειρια, θα σας ελεγα πως για να μπορει να μελοποιηθει η ποιηση, τα νοηματα της πρεπει να παρουσιαζουν ενα ορισμενο βαθμο αβεβαιοτητας που να επιτρεπει να παρεισφρησει αναμεσα τους η μουσικη. Οταν η ποιηση στοχευει για προκλητικους λογους στην απολυτη κυριολεξια, οταν ο ποιητικος λογος ειναι κυνικος, σουρεαλιστικος, ντανταϊστικος, τοτε δυσκολα ανεχεται την συγκινησιακη επικαλυψη της μουσικης η οποια εχει εξ’ ορισμου ενα διαφορετικο βαθμο ασαφειας. Παρ’ ολα αυτα, καποιος αλλος θα σας ελεγε πως ο τολμηρος, ταλαντουχος και τεχνικα εμπειρος συνθετης μπορει να μελοποιησει ακομα και ενα τηλεφωνικο καταλογο, ή μια συνταγη μαγειρικης ! Τωρα βεβαια, εαν το αποτελεσμα μιας τετοιας παρεμβασης θα μπορουσε να χαρακτηριστει ως “τραγουδι”, αυτο ειναι μια αλλη υποθεση 

Και τουτο μας οδηγει να μιλησουμε λιγο για τη σημασια και την λειτουργια που απεκτησε στον τοπο μας το λεγομενο “εντεχνο λαϊκο τραγουδι”. Πρεπει λοιπον να παρατηρησουμε πως, σε αντιθεση με τις μορφες της ελληνικης “εντεχνης” μουσικης που ακολουθησαν τα δυτικα προτυπα κι οι οποιες χαρακτηριστηκαν ανεκαθεν απο ενα βαθμο περιθωριακοτητας γιατι ποτε δεν καταφεραν να αγκαλιαστουν απο ενα πλατυτερο κοινο, υπηρξε στον τοπο μας μια μορφη “εντεχνης” μουσικης εκφρασης που μπορεσε καποιες εποχες να ανθισει και να παραγει ιδιαιτερα αξιολογα αποτελεσματα γιατι, οπως αποδειχτηκε στην πραξη, βρεθηκε σε περισσοτερο αρμονικη σχεση με τις αναγκες της νεοελληνικης κοινωνιας. Αναφερομαι φυσικα στις μορφες του ελληνικου τραγουδιου ετσι οπως το καλλιεργησαν στον μεσοπολεμο συνθετες οπως ο Αττικ, ο Κωστας Γιαννιδης, κλπ, που βασιστηκαν σε ευρωπαϊκα μουσικα προτυπα, αλλα κυριως, μεταπολεμικα, συνθετες σαν τον Χατζιδακι και τον Θεοδωρακη που βασιστηκαν στο ρεμπετικο και στην ελληνικη μουσικη παραδοση. Δεν θα ηταν υπερβολη να πουμε πως το ελληνικο τραγουδι, ετσι οπως διαμορφωθηκε απο τα μεσα της δεκαετιας του ’60 και μετα, κατω απο τη επιδραση του Χατζιδακι και του Θεοδωρακη, αποτελεσε και μια διεθνη πρωτοτυπια που μαλλον δεν ειχε το αντιστοιχο της σε αλλες χωρες. Την εποχη ακριβως οπου, λογω της ευρειας εξαπλωσης των media και της δισκογραφιας, αρχισε να εμπεδωνεται διεθνως η διασπαση των κοινωνικων λειτουργιων της μουσικης σε μια “μουσικη για παρα πολλους” και σε μια “μουσικη για παρα πολυ λιγους”, δηλαδη σε μια ανωδυνη - και συχνα σαχλη και ευτελη- μουσικη για το πλατυ κοινο που ακολουσε τα καταναλωτικα προτυπα της βιομηχανικης εποχης και σε μια ολο και περισσοτερο ερμητικη μουσικη που απευθυνοτανε σε ενα μικρο και εξειδικευμενο ακροατηριο διανοουμενων που διεκδικουσαν το μονοπωλιο της αισθητικης ποιοτητας, στην Ελλαδα καταφερε να γεννηθει και να ανθισει ενα ενδιαμεσο ειδος εντεχνης μουσικης εκφρασης που διεκδικουσε και μια αισθητικη ποιοτητα, αλλα καταφερνε να απευθυνθει και συλλογικα. Πιστευω πως σε ελαχιστους αλλους λαους θα μπορουσε να συναντησει κανεις αυτο το φαινομενο μιας μουσικης που καταφερνε συχνα να συνδεθει και με μια ποιηση υψηλων αξιωσεων και να αποτελεσει στοιχειο της καθημερινης ζωης των ανθρωπων. Αν με ρωτουσε λοιπον κανεις για το τι μπορει να χαρακτηρισει την ελληνικη μουσικη στα μεσα του 20ου αιωνα και τι μπορει να την διαφοροποιησει ως προς τις κοινωνικες της λειτουργιες απο τη μουσικη που δημιουργηθηκε την ιδια περιοδο σε αλλες δυτικες χωρες θα ελεγα ανεπιφυλακτα πως ηταν αυτο ακριβως το φαινομενο της ανθισης αυτης της μορφης τραγουδιου που το αγκαλιασε ο κοσμος και το μετετρεψε σε στοιχειο του νεοελληνικου πολιτισμου.

Εξεταζοντας μαλιστα τα πραγματα σημερα πλεον απο καποια χρονικη αποσταση ασφαλειας μπορουμε να πουμε πως η μεγαλη σημασια του Θεοδωρακη και του Χατζιδακι για το ελληνικο τραγουδι ηταν αναλογη με τη σημασια που ειχε για την ελληνικη λογοτεχνια και την ποιηση το κινημα του δημοτικισμου εναν αιωνα πριν. Θα πρεπει να θυμηθουμε πως μεχρι τοτε το ρεμπετικο και το λαϊκο τραγουδι ησαν υποτιμημενα, ακομα κι’ απο την αριστερα η οποια, ενω παληα ειχε στηριξει το κινημα του δημοτικισμου, στον τομεα της μουσικης εκφρασης εξακολουθουσε να αναπαραγει τα μικροαστικα στερεοτυπα που ταυτιζαν την εννοια του “σοβαρου” και του “εντεχνου” με την απομιμηση των δυτικων μουσικων προτυπων. Πρεπει να υπενθυμισουμε μαλιστα πως τα στερεοτυπα αυτα ειχαν ξεκινησει ηδη απο τα πρωτα χρονια της απελευθερωσης της Ελλαδας, οταν υπηρξε ο διαχωρισμος αναμεσα, αφ΄ενος στα λεγομενα “caffes chantans” οπου συχναζαν τα αστικα στρωματα του πληθυσμου κι’ οπου ακουγωνταν τραγουδια που ακολουθουσαν τα ευρωπαϊκα προτυπα, αφ’ ετερου στα “καφε-αμαν” οπου ακουγωνταν τραγουδια με ανατολιτικες ριζες που εκφραζαν τα λαïκα στρωματα. Τοσο ο διακαης ποθος των Ελληνων αστων να “εκσυγχρονιστουν” και να γινουν κι’ αυτοι Ευρωπαιοι, οσο και οι προφανεις ταξικοι διαχωρισμοι, τους εκαναν να αντιμετωπιζουν υποτιμητικα τα τραγουδια που αγαπουσε ο λαος και να θεωρουν τα “καφε-αμαν” ως καταγωγια. Ο Χατζιδακις ηταν απο τους πρωτους που ειχε την τολμη και τη διορατικοτητα να καταρριψει αυτα τα στερεοτυπα σε μια προκλητικη διαλεξη που ειχε δωσει ηδη το 1947, σε ηλικια μολις 22 χρονων, οπου παρομοιαζε τη σημασια που ειχαν τα ρεμπετικα τραγουδια για τον νεοελληνικο πολιτισμο με τη σημασια που ειχε η μουσικη του Bach για τη Γερμανια.

Ας εξετασουμε ομως συντομα τι μπορει να σημαινει αυτος ο πολυφορεμενος ορος “εντεχνο λαϊκο τραγουδι” που επινοησαν, εν πολλοις, οι δισκογραφικες εταιρειες και που οδηγησε σε ενα πληθος παρανοησεων, αφελειων και αισθητικων καταχρησεων.

Πρωτα απ’ ολα, πρεπει να ξεκαθαρισουμε πως ο ορος “εντεχνη μουσικη” αρχικα χρησιμοποιηθηκε για να διαφοροποιησει τη γραμμενη μουσικη απο τη μουσικη της προφορικης παραδοσης. Στην πορεια του χρονου η λεξη αρχισε να παραπεμπει και σε καποια ιδιαιτερη μορφη πολιτιστικης –και ταξικης !- τρομοκρατιας που αποβλεπει στον αποκλεισμο των μη-μυημενων απο τα υποτιθεμενα αδυτα της “σοβαρης” μουσικης, μιας αλλης εξ’ ισου φορτισμενης λεξης. Τα πραγματα ομως απλοποιουνται αν σκεφτουμε πως η εννοια του “εντεχνου” στη μουσικη περιγραφει απλως την ιδιαιτερη εκεινη μεριμνα και φροντιδα που αποσκοπει στην καλλιτερη δυνατη αξιοποιηση των εκφραστικων της μεσων. Μ’ αλλα λογια περιγραφει την εννοια της μαστοριας. Υπ‘ αυτη την διευρυμενη εννοια του καλοφτιαγμενου, “εντεχνη” μπορει να ειναι κι’ παραδοσιακη μουσικη, εφ’ οσον διασφαλιζεται το “ηθος” – με την αρχαιοελληνικη εννοια του “σωστου και αρμοζοντος τροπου” – που απαιτουν οι διαφορες μορφες της. Υπαρχει ομως και μια ακομα παραμετρος που συνοδευει την εννοια του “εντεχνου” κι’ αυτη ειναι η παραμετρος της αποτελεσματικοτητας στην επικοινωνια. Οπως δηλαδη μια καλλιτερη γνωση της γλωσσας επιτρεπει πιο πυκνες και πιο καλες φραστικες διατυπωσεις που βοηθουν ωστε να γινουν κατανοητα τα επιχειρηματα σου, ετσι και μια καλλιτερη χρηση των εκφραστικων μεσων της μουσικης επιτρεπει να εχεις μια μεγαλυτερη αποτελεσματικοτητα σ’ αυτο που θελεις να μεταδοσεις στον ακροατη. Τουτο δεν αντιστρατευεται διολου τη σημασια του αυθορμητισμου και της ειλικρινειας. Το να μιλας σωστα δεν σημαινει πως εισαι αναγκαστικα επιτηδευμενος και ψευτικος. Και για να το πουμε αντιστροφα: Κανεις δεν θα μπορουσε να υποστηριξει το αντιθετο, πως πρεπει δηλαδη να μιλαει κανεις προχειρα και ατσαλα προκειμενου να μεταδοσει στον αλλο καποιες εννοιες και καποια συναισθηματα με “αυθορμητο” τροπο. Ειναι πολλες οι φορες οπου καποιος δεν μπορει να εκφρασει αυτα που θελει να πει ακριβως επειδη του λειπουν τα καταλληλα εκφραστικα εργαλεια, επειδη στερειται απο καποιες τεχνικες που ειναι π.χ η γραμματικη και το συντακτικο. Το ιδιο συμβαινει και με τη μουσικη. Η μουσικη, οπως και η γλωσσα, ειναι κι’ αυτη ενας κωδικας και απαιτειται να τον γνωριζεις και να τον χρησιμοποιεις σωστα προκειμενου να επικοινωνησεις με πιο αποτελεσματικο τροπο. Αυτη ειναι, τουλαχιστον για μενα, η σημασια του ορου “εντεχνο”. Ολα τα αλλα ειναι παρανοησεις και ιδεολογηματα που εχουν κατασκευαστει στα διαφορα ωδεια. Ο,τι ειναι καλοφτιαγμενο ειναι “εντεχνο”, ο,τι ειναι κακοφτιαγμενο ειναι απλουστατα “ατεχνο”, ειτε προκειται για ενα συμφωνικο εργο που διαρκει μια ωρα, ή για ενα τριλεπτο τραγουδι. (παρενθεσιακα ... ο απαισιος ορος “λογια” μουσικη !)

Ενα δευτερο ενδιαφερον ερωτημα που σπανιως τιθεται ειναι, τι σημαινει αραγε “τραγουδι”. Μπορει οτιδηποτε τραγουδιεται να χαρακτηριστει ως τραγουδι ; Φυσικα, με την στενα γραμματολογικη σημασια του ορου, τραγουδια εγραψε κι’ ο Χρηστου πανω σε στιχους του Ελιοτ, τραγουδια εγραφε κι’ ο Μητροπουλος οταν μελοποιουσε σε 12φθογγικο ιδιωμα τα ποιηματα του Καβαφη, σε τραγουδια βασιστηκε και το “Erwartung” του Schoenberg. Ωστοσο, οπως αποδεικνυεται και ιστορικα, ο κοινος νους αξιωνει απο το τραγουδι να εκπληρωνει μια ιδιαιτερη αντιληπτικη προϋποθεση που ειναι η αναγνωρισιμοτητα της μελωδιας. Χωρις να θελω να σας κουρασω θα σας πω οτι τουτη η αντιληπτικη προϋποθεση δεν εχει να κανει με αισθητικες προτιμησεις αλλα ερμηνευεται σε νευρολογικο επιπεδο απο τον ιδιο τον τροπο λειτουργιας του εγκεφαλου, καθως αυτος συσχετιζει τα επι μερους μουσικα ερεθισματα και αναγνωριζει μορφολογικες ενοτητες -αυτο που η ψυχολογια της αντιληψης χαρακτηριζει ως Gestalt. Οταν ξεπεραστει ενας βαθμος πολυπλοκοτητας των συσχετισμων που μπορει να διαχειριστει η “βραχυχρονη μνημη” (RAM) τοτε καταρρεει η αισθηση της μορφης. Για να μπορει λοιπον να λειτουργησει κατι ως “τραγουδι” πρεπει η δομη και η μορφη του να μην ξεπερνανε ενα ορισμενο βαθμο πολυπλοκοτητας. Θα μπορουσαμε να πουμε πως η μορφη του τραγουδιου εχει καποιες αναλογιες με τη μορφη του διηγηματος η οποια, σε αντιθεση με τις μορφες της νουβελας ή του μυθιστορηματος, απαιτει μια συμπυκνωση των νοηματων και της δομης.

Ειναι βεβαια προφανες και θεμιτο : η συμβολικη συνθετοτητα της ποιησης να συνοδευεται απο μια αναλογη συνθετοτητα της μουσικης. Οταν ομως ξεπεραστουν καποια αντιληπτικα ορια τοτε χανεται η λειτουργια του ευληπτου τραγουδιου και οδηγουμαστε πλεον σε μορφες μιας “εντεχνης” μεν –δηλαδη καλοφτιαγμενης- μουσικης δημιουργιας, που απαιτουν ομως μια διαφορετικη προσεγγιση απο τον ακροατη. Οι ιδιαιτερα συνθετες μουσικες μορφες που παρακολουθουν μεν τα νοηματα του στιχου αλλα καταστρατηγουν καποιες αντιληπτικες προϋποθεσεις δεν μπορουν πλεον να εκληφθουν ως “τραγουδι”, αλλα ως μορφες φωνητικης μουσικης.

Η εννοια “τραγουδι” συνδεεται επισης, τοσο ιστορικα οσο και εμπειρικα απο καποιες συγκεκριμμενες κοινωνικες και ψυχολογικες λειτουργιες της μουσικης. Το τραγουδι προϋπεθετε ανεκαθεν ενα στοιχειο συμμετοχης, την αισθηση της τονωσης της συλλογικοτητας, την προτεραιοτητα του στοιχειου της αμεσοτητας και της συγκινησιακης ταυτισης, εναντι της περισσοτερο στοχαστικης κι αποστασιοποιημενης αισθητικης αποτιμησης. Οι επιτυχημενες περιπτωσεις τραγουδιων που βασιζονται σε ποιηση ειναι εκεινες που καταφερνουν να βρουν τη χρυση τομη αναμεσα σε μια μουσικη μορφη που δεν καταστρατηγει τα νοηματα της ποιησης, αλλα που καταφερνει ταυτοχρονως να ειναι και ευληπτη. Ειναι λοιπον ενα προβλημα συναληθευσης δυο παραγοντων. Τουτο δινει εμμεσα και μια απαντηση σε οτι αφορα το ερωτημα, ποιου ειδους ποιηση μπορει να μελοποιειται, ετσι ωστε να προκυπτουν τελικα τραγουδια που απευθυνονται σε καποιο ευρυτερο ακροατηριο. Ειναι εκεινη η ποιηση η οποια επιτρεπει αυτη την ειδικη μορφη συναληθευσης. Οταν ο ποιητικος λογος ειναι ιδιαιτερα συνθετος τοτε αξιωνει μια αντιστοιχη συνθετοτητα στη μουσικη του προσεγγιση και το αποτελεσμα δεν μπορει πλεον να λειτουργησει ως τραγουδι.

Τουτο μας οδηγει να εξετασουμε και το τριτο συνθετικο του ορου “εντεχνο λαϊκο τραγουδι”. Τι σημαινει αραγε η εννοια της “λαϊκοτητας” ; Εδω τα πραγματα μπερδευονται γιατι η εννοια “λαος” ειναι πολιτικα και ιδεολογικα φορτισμενη και εχει οδηγησει συχνα σε εξιδανικευσεις. Οι συγχρονες κοινωνιες χαρακτηριζονται απο μια εντονη κοινωνικη διαστρωματωση η οποια δεν επιτρεπει τετοιου ειδους βολικες γενικευσεις. Μεσα στην εννοια “λαος” περιλαμβανεται και ο λαϊκος ανθρωπος με τις δικες του ριζες και πολιτιστικες παραδοσεις, και ο “γιαπις” που αποτελει μια πλαστικη απομιμηση τηλεκατευθυνομενου ανθρωπου, και ο μεσος καλλιεργημενος αστος και ο οχλος των χουλιγκανς, και ο φιλοτεχνος νεαρος σπουδαστης απο την επαρχια και ο αμαθης “Ελληναρας” που νοιωθει εθνικα υπερηφανος για τη νικη της εθνικης ομαδας ποδοσφαιρου και θυμωνει οταν του θιγουν τον ... ανδρισμο του Μεγαλεξανδρου. Ολες αυτες οι διαφορετικες ομαδες ανθρωπων εχουν διαφορετικες πολιτιστικες καταβολες και διαφορετικες αισθητικες προτιμησεις. Οταν μιλαμε λοιπον για “λαϊκοτητα” στο τραγουδι καλο ειναι να θυμωμαστε πως δεν υπαρχει ενας λαος αλλα ενα πληθος κοινωνικων στρωματων. Τα τραγουδια του Χατζιδακι που περιλαμβανονται π.χ στον “Μεγαλο Ερωτικο” ποτε δεν τραγουδηθηκαν απο τα αγροτικα ή τα εργατικα κοινωνικα στρωματα του τοπου μας, τα οποια εκφραζονταν παντα μεσα απο αλλες μορφες τραγουδιου, οπως τα ρεμπετικα, τα τραγουδια του Καζατζιδη, κλπ. Αλλα ουτε τα τραγουδια του Θεοδωρακη, π.χ πανω σε ποιηση Ελυτη, απευθυνθηκαν ιδιαιτερα σε τετοια κοινωνικα στρωματα.

Κι’ αφου καναμε αυτη την αναγκαια διευκρινηση μπορουμε να πουμε πως ο χαρακτηρισμος “εντεχνο λαϊκο τραγουδι” αναφερεται κυριως στο λαϊκοτροπο ιδιωμα που χαρακτηρισε αυτη τη μορφη τραγουδιου. Στην περιπτωση του Χατζιδακι αυτο το ιδιωμα υπηρξε ανεκαθεν περισσοτερο “μπολιασμενο” με δυτικες επιδρασεις, ενω στην περιπτωση του Θεοδωρακη βρεθηκε πιο κοντα στο ρεμπετικο, στο βυζαντινο υφος και στη λαϊκη μουσικη γι’ αυτο άλλωστε και τα τραγουδια του ειχαν πολυ μεγαλυτερη αποδοχη απο ευρυτερα στρωματα του πληθυσμου. Στην περιπτωση του Θεοδωρακη επισης, εκτος απο ενα τετοιο μουσικο ιδιωμα που ηταν εκ των πραγματων πιο οικειο στα αυτια μιας ευρυτερης πλειοψηφιας, δεν μπορουμε να αγνοησουμε και το ιδιαιτερο πολιτικο κλιμα της εποχης που ειχε ως αποτελεσμα να ακουγονται τα τραγουδια του κι’ ως μια μουσικη φορτισμενη με ενα εντονο ιδεολογικο περιεχομενο. Ας μη ξεχναμε αλλωστε πως κατα τη διαρκεια της χουντας τα τραγουδια αυτα ησαν απαγορευμενα, αρα ειχαν ταυτιστει και με μια μορφη πολιτικης αντιστασης.

Σε καθε περιπτωση, τοσο ο Χατζιδακις, οσο κι’ ο Θεοδωρακης πετυχαν σε πολλα τραγουδια τους μια ευτυχη συναληθευση των παραγοντων στους οποιους ηδη αναφερθηκαμε. Καταφεραν να συνδυασουν με ιδιαιτερη ευαισθησια και μαστορια τη μουσικη με την ποιηση αξιολογων ποιητων. Με τον τροπο αυτο εβαλαν τις βασεις για τη δημιουργια ενος ολοκληρου αισθητικου ρευματος που επηρεασε επι δεκαετιες το ποιοτικο ελληνικο τραγουδι, προσδιδοντας του ενα ιδιαιτερο χαρακτηρα “ελληνικοτητας”, που εως τοτε εθεωρειτο πως δεν ειναι συμβατος με τις “σοβαρες” αισθητικες προθεσεις ενος συνθετη. Ωστοσο, η δημιουργια τραγουδιων που παντρευαν με ιδιαιτερη ευαισθησια τη μουσικη με την ποιηση αξιολογων Ελληνων ποιητων, ετσι οπως το πετυχαν αυτοι οι δυο συνθετες, υπηρξε ενα εγχειρημα που δεν μπορουσαν να το εφαρμοσουν ολοι με την ιδια επιτυχια. Ενα απο τα μεγαλυτερα προβληματα που προεκυψε υπηρξε η ακριτη μεταφορα ενος λαϊκοτροπου ιδιωματος σε καθε ειδους ποιηση. Για να το πουμε απλα, τα συμβολικα νοηματα διαφορων Ελληνων ποιητων δεν μπορουσαν ολα να ταιριαξουν με βυζαντινου τυπου μελωδιες, με μουσικα ιδιωματα που παρεπεμπαν στα ρεμπετικα, κλπ. Εαν ενας τετοιος τροπος προσεγγισης μπορει να υπηρξε ιδιοφυης προκειμενου για εναν “Επιταφιο” του Ριτσου, για ενα νεανικο Λειβαδιτη, ή, για το “Αξιον Εστι” του Ελυτη, τουτο ομως δεν σημαινει πως ηταν καταλληλος για ολα τα ποιηματα του Ριτσου, ή του Λειβαδιτη, του Ελυτη, του Αναγνωστακη, κλπ. Αυτη η ακριτη και συχνα ατεχνη χρηση ενος τετοιου ιδιαιτερου μουσικου ιδιωματος που –κατω απο το επιχειρημα της “λαϊκοτητας”- επιβαλλονταν μερικες φορες ως οδοστρωτηρας πανω στον ποιητικο στιχο, υπηρξε η αιτια ν’ αρχισουν να τιθενται ορισμενα, εν πολλοις δικαιολογημενα ερωτηματα περι της σκοπιμοτητας να μελοποιουνται ορισμενα ποιητικα εργα που παρουσιαζουν μια αισθητικη επαρκεια που δεν επιτρεπει αυθαιρετες μουσικες παρεμβασεις.

Το ιδιο θα μπορουσε επισης να λεχθει και στην περιπτωση οπου ορισμενοι συνθετες, επηρεασμενοι περισσοτερο απο τον Χατζιδακι, κατεφευγαν σε δυτικοτροπα ιδιωματα χωρις να εχουν τα απαραιτητα τεχνικα και πολιτιστικα εφοδια. Οι απλοϊκες εναρμονισεις ωδειακου επιπεδου κι’ οι εξ΄ισου δυσκαμπτες, εως αφελεις, ενορχηστρωσεις δεν προδιδαν μονο τα δευτερα και τριτα νοηματα ενος ολοκληρωμενου ποιητικου εργου αλλα κι’ ενα μουσικο ερασιτεχνισμο. Το να εφαρμοζεις απλοϊκα στερεοτυπα πανω σε ποιητικα εργα με υψηλο συμβολικο περιεχομενο και νοηματικη πυκνοτητα οδηγουσε ορισμενες φορες σε τραγελαφους, τουλαχιστον για οποιον μπορουσε να τον αντιληφθει.

Ενα ακομα προβλημα που προεκυψε ηταν το γεγονος πως η μελοποιηση ποιηματων με πολιτικο περιεχομενο ετεινε καποια εποχη να γινει μια ευκολη μοδα που οδηγησε επισης σε αισθητικες καταχρησεις. Πισω απο το προσχημα του πολιτικου τραγουδιου αρχισαν να στεγαζονται και πληθος ατεχνων και απλοϊκων εγχειρηματων. Κι’ αν οι πολιτικες προθεσεις κι’ η πολιτικη λειτουργια των τραγουδιων που βασιζοντουσαν σε αξιολογους ποιητες συγχωρουσε ισως, για μια συγκεκριμμενη ιστορικη περιοδο, καποια μουσικη αθωοτητα ή και απλοϊκοτητα -κατω κι’ απο το επιχειρημα της “αγωνιστικοτητας” και της “πολιτικης καταγγελιας”- εν συνεχεια η μουσικη απλοϊκοτητα ετεινε να γενικευτει κι’ αρχισε να γινεται αποδεκτη με αποτελεσμα, ακομα και εντελως ατεχνα τραγουδια να διεκδικουν εκ των προτερων υψηλες αισθητικες προθεσεις, μονο και μονο επειδη βασιζονταν σε στιχους αξιολογων ποιητων. Μ’ αλλα λογια, η ποιηση κατεληξε μερικες φορες να λειτουργει ως ενα αλλοθι που συγκαλυπτε τεχνικες ελλειψεις και απλοϊκες μουσικες προθεσεις.

Νομιζω λοιπον πως σ’ αυτους τους παραγοντες οφειλονταν εν πολλοις ολες οι συζητησεις κι’ οι διαφωνιες που ειχαν προκυψει καποια εποχη στον τοπο μας, γυρω απο το εαν ή οχι πρεπει να μελοποιειται η ποιηση.

Τελειωνοντας θα προσθεσω μονο πως σημερα τετοια ζητηματα με τα οποια σας απασχολησα αρχιζουν να μοιαζουν ουτοπικα, λογω της καταστρεπτικης επιδρασης του μαζικου πολιτισμου. Φοβαμαι πως στις μερες μας αρχιζει να μην εχει θεση στην κοινωνια μας, οχι μονο ενα τραγουδι που βασιζεται σε μελοποιημενη ποιηση, αλλα ουτε καν ενα απλο και γοητευτικο τραγουδι που δεν θιγει το στοιχειωδες γουστο ενος μεσου ακροατη. Πιστευω ωστοσο πως δεν βλαπτει μερικες φορες να ξαναθετουμε καποια τετοια ερωτηματα και να ξαναθυμωμαστε αυτα που για μας, εις πεισμα της πραγματικοτητας που μας επιβαλλουν με το ζορι, παραμενουν ως αυτονοητα.

Μιχαλης Γρηγοριου

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ



Την Κυριακή 29 Απρίλη, στις 7 μ.μ., ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας θα μιλήσει σε συγκέντρωση, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Θα ακολουθήσει μεγάλη συναυλία του Γιάννη Μαρκόπουλου.

Στη συναυλία που θα διευθύνει ο ίδιος ο συνθέτης, τραγούδια του ερμηνεύουν οι Ρίτα Αντωνοπούλου, Γιώργος Νταλάρας, Μίλτος Πασχαλίδης, Λάκης Χαλκιάς. Μαζί τους και η Δάφνη Ζουρνατζή και οΓιώργος Νικηφόρου - Ζερβάκης.

Συμμετέχουν η ορχήστρα «Παλίντονος Αρμονία» και το πειραϊκό φωνητικό σύνολο «Libro Coro» σε διδασκαλία της Ανθής Γουρουντή.

Ένα μουσικό σεργιάνι σε σπουδαία έργα του Γ. Μαρκόπουλου από όλη τη μουσική του διαδρομή... Θα ακουστούν τραγούδια που εξακολουθούν να συγκινούν και να εμπνέουν το σύγχρονο κοινό, χωρίς να χάνουν την αρχική τους δύναμη. Τραγούδια που μετουσιώνουν τα μεγάλα συμφέροντα και τους πόθους του λαού μας και στη σημερινή εποχή. «Εμείς», «Μιλώ για τα παιδιά μου», «Η φάμπρικα», «Πόσα χρόνια δίσεκτα», «Παραπονεμένα λόγια» και τόσα άλλα που τραγουδήθηκαν, τραγουδιούνται και εξακολουθούν να συγκινούν και να μας γεμίζουν δύναμη.

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος με τη μουσική του κατόρθωσε να σπάσει τα καθιερωμένα ακούσματα. Με την επιστροφή του στις ρίζες της λαϊκής και παραδοσιακής μας μουσικής, έδειξε τον τρόπο πώς μπορεί κανείς να αξιοποιήσει τα εξελίξιμα στοιχεία της παράδοσης, πώς μπορεί κανείς να ερμηνεύσει γόνιμα τις κληρονομημένες αξίες.

Ο στίχος και η μουσική στο έργο του βρίσκονται σε αρμονία και καταφέρνει να συνδέει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον για μια δίκαιη και ευτυχισμένη ζωή. Γι' αυτό και κατάφερε να κατακτήσει με το έργο του τις καρδιές και τα ακούσματα ενός πλατύτερου λαϊκού κοινού.

Ανεπανάληπτοι είναι οι κύκλοι του «Χρονικό», «Θητεία», «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», «Μετανάστες», «Σεργιάνι στον κόσμο», «Θεσσαλικός Κύκλος» και τόσοι άλλοι... Ευτύχησε να τραγουδηθεί από σπουδαίους και αξέχαστους ερμηνευτές, όπως ο Νίκος Ξυλούρης, η Μαρία Δημητριάδη, ηΒίκυ Μοσχολιού, αλλά και άλλους που εξακολουθούν να σημαδεύουν με τις ερμηνείες τους τα τραγούδια αυτά, όπως οι Λάκης Χαλκιάς, Γιώργος Νταλάρας, Χαράλαμπος Γαργανουράκης και άλλοι.




Το πρόγραμμα της συναυλίας

Στη συναυλία θα παρουσιαστούν επιλογές από έργα του συνθέτη.

Συγκεκριμένα, θα ακουστούν τραγούδια από το «Χρονικό» σε στίχους Κ. Χ. Μύρη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γιάννης Μαρκόπουλος παρουσίασε για πρώτη φορά το «Χρονικό» το 1969, στο ιστορικό στούντιο «Λήδρα», και την ίδια χρονιά ανέθεσε στους Νίκο Ξυλούρη και Μαρία Δημητριάδη την ερμηνεία και για την ηχογράφηση του έργου στο δίσκο.

Από τους κύκλους τραγουδιών «Εργάτες» (1976) και«Εντεύθεν» (2015) σε στίχους του Γ. Μαρκόπουλου.

Από τη σειρά τραγουδιών«Ανεξάρτητα» (1976) σε στίχους του συνθέτη, του Γιώργου Χρονά και του Γιώργου Σκούρτη.

Από το μουσικό έργο «Ήλιος ο πρώτος» (1969), σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη και από το συμφωνικό έργο «Πέντε Στάσιμα» σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη.

Από το μουσικό έργο «Ιθαγένεια» (1972) σε στίχους Κ. Χ. Μύρη και«Θητεία» (1974) σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου.

Από τη σειρά τραγουδιών «Τα τραγούδια του νέου πατέρα» (1972) σε στίχους Μιχάλη Κατσαρού.

Από τον κύκλο τραγουδιών «Σεργιάνι στον κόσμο» (1979) σε στίχους του συνθέτη, του Πάνου Θεοδωρίδη, του Μάνου Ελευθερίου και του Μελέτη Κυριακού.

Από τη σειρά τραγουδιών «Παράθυρο στη Μεσόγειο» σε στίχους του Μιχάλη Σταυρακάκη.

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΧΟΛΗΠΤΗ ΣΤΕΛΙΟ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟ




Σπαράγματα από τον βίο ενός ηχο-πλάστη

Εκδήλωση για τον Στέλιο Γιαννακόπουλο, τον «ήχο» της Columbia για μια και πλέον, εικοσαετία.

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018, 19.30’ Πολιτιστικό Πολύκεντρο Δήμου Ηρακλείου Αττικής «Ηλέκτρα Αποστόλου» (Κουντουριώτου και Νεότητος).

Δελτίο Τύπου

«Είναι ένας άνθρωπος που έχει γεννηθεί με την αίσθηση της ισορροπίας των ηχοχρωμάτων και μπορούσε να ζωντανέψει ένα έργο, να του δώσει ζωή, ήχο, μ’ ένα τέτοιο τρόπο που είναι πολύ σπάνιο σήμερα να τον συναντήσεις(..)» Νίκος Κυπουργός για τον Στέλιο Γιαννακόπουλο. 

Τον Στέλιο Γιαννακόπουλο, τον ακούραστο εργάτη της φωνοληψίας στην Columbia, τον ηχολήπτη που μετά από μια διαδρομή σαράντα και πλέον χρόνων πίσω από τις κονσόλες ιστορικών στούντιο, του αποδίδεται ο τίτλος του «ηχο-πλάστη», φιλοξενεί ο «Άλλος Τόπος Επικοινωνίας και Πολιτισμού», την Δευτέρα 16 Απριλίου 2018, στις 7.30 το απόγευμα, στο Πολιτιστικό Πολύκεντρο Δήμου Ηρακλείου Αττικής «Ηλέκτρα Αποστόλου» (Κουντουριώτου και Νεότητος). Τον ηχολήπτη που συνδιαμόρφωσε τον «ήχο» της Columbia, προλογίζει ο κριτικός και ιστορικός μουσικής Γιώργος Β. Μονεμβασίτης. 

Στο αφιέρωμα, ο ίδιος ο Στέλιος Γιαννακόπουλος, με τη συνδρομή οπτικού, ηχητικού και αρχειακού υλικού, εκθέτει σελίδες από τη ζωή του. Πρόκειται, όπως ο ίδιος λέει, για «Σπαράγματα από τον βίο ενός ηχο-πλάστη» καθώς «παρήγαγε» ήχο για παραπάνω από σαράντα χρόνια (ξεκίνησε το 1954 από την Ε.Ι.Ρ και συνταξιοδοτήθηκε το 1992 από το Γ' Πρόγραμμα της ΕΡΑ). 

Αφετηρία της εξιστόρησης του, η ιδιαίτερη πατρίδα του το Ναύπλιο (έτος γέννησης 1929) και οι βυζαντινές μελωδίες που τον συνοδεύουν από παιδί. Ενδιάμεσοι σταθμοί, οι σπουδές (μουσική και φωνοληψία), τα πρώτα επαγγελματικά βήματα στο Ελληνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και στους ραδιοθαλάμους των Ενόπλων Δυνάμεων, όπου θήτευσε πλάι σε ραδιοσκηνοθέτες - διασκευαστές θεατρικών έργων όπως ο Νίκος Γκάτσος. Χρόνια μετά, θα συναντηθεί πολλές φορές με τον Γκάτσο και τον Μάνο Χατζιδάκι στα στούντιο της Columbia, όπου εργάστηκε για εικοσιένα ολόκληρα χρόνια. 

Ο Στέλιος Γιαννακόπουλος, από το 1962 έως το 1983, υπέγραψε ως ηχολήπτης δεκάδες εμβληματικά βινύλια της ελληνικής δισκογραφίας. Πίσω από αυτή την υπογραφή κρύβονται χιλιάδες ώρες εργασίας, ξενύχτια, δημιουργικές συναντήσεις, μαγικές παρεμβάσεις. Κάποιες από αυτές τις δημιουργικές στιγμές θα έχουμε τη χαρά και την τιμή να μας τις διηγηθεί ο ίδιος. 

Να επισημάνουμε τέλος ότι το εύρος και ο πλούτος των ηχογραφήσεων που έχει πραγματοποιήσει στα στούντιο της Columbia ο Στέλιος Γιαννακόπουλος, απηχούν όπως είναι επόμενο, το εύρος και τον πλούτο των ηχογραφήσεων που πραγματοποιήθηκαν στο εργοστάσιο και στις αίθουσες φωνοληψίας της Columbia τις «χρυσές αυτές δεκαετίες». Έως την παύση, το 1983, των φωνοληψιών και την απόλυση των «μηχανικών φωνοληψίας». Το 1991 κλείνει και το εργοστάσιο. Το Μάιο του 2006 παρά το κίνημα που έχει αναπτυχθεί για τη μετατροπή του χώρου σε ένα δημόσιο, ανοιχτό μουσείο δισκογραφίας, γκρεμίζονται τέσσερα από τα οκτώ κτίρια της Columbia μεταξύ των οποίων και το ιστορικό στούντιο του 1936, το τρίτο κατά σειρά που είχε κατασκευαστεί στην Ευρώπη. Από τα οκτώ κτίρια της Columbia είχε κηρυχθεί ως διατηρητέο (Φεβρουάριος 2006) μόνο ένα, καθώς και η πύλη του ιστορικού εργοστασίου.





Ενδεικτική Δισκογραφία (33 στροφών) του Στέλιου Γιαννακόπουλου ως Μηχανικού Ήχου

1965 Τζένη Βάνου, «Έξη Τραγούδια του Μίμη Πλέσσα και Έξη Λαϊκά Τραγούδια» (Lyra)
1969 Μίμη Πλέσσα – Λευτέρη Παπαδόπουλου, «Ο Δρόμος» (Lyra)
1970 Μίμη Πλέσσα – Λευτέρη Παπαδόπουλου, «Μέρες του Καλοκαιριού» (Lyra)
1971 Γιάννη Μαρκόπουλου, «Ριζίτικα» (Columbia) *
1972 Νίκου Μαμαγκάκη – Γιάννη Ρίτσου, «11 Λαϊκά Τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου» (Lyra)
1972 Διονύση Σαββόπουλου, «Το Βρώμικο Ψωμί» (Lyra) *
1972 Μάνου Χατζιδάκι, «Ο Μεγάλος Ερωτικός» (Νότος)
1972 ΠΕΛΟΜΑ ΜΠΟΚΙΟΥ, «ΠΕΛΟΜΑ ΜΠΟΚΙΟΥ» (Lyra)
1973 Γιώργου Ζαμπέτα, «Μάλιστα Κύριε» (Olympic)
1973 Αργύρη Κουνάδη – Βαγγέλη Γκούφα, «Δεν Περισσεύει Υπομονή» (Νότος)
1974 Ηλίας Ασβεστόπουλος 2002, «ΠΟΛΑ» (Pan-Vox) *
1974 Μίκη Θεοδωράκη – Γιάννη Ρίτσου, «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» (Lyra) *
1974 Μάνου Λοΐζου – Δημήτρη Χριστοδούλου, «Καλημέρα Ήλιε» (Minos)
1974 Μάνου Λοΐζου, «Τραγούδια του Δρόμου» (Minos)
1974 Μάνου Χατζιδάκι, «Ο Οδοιπόρος, Το Μεθυσμένο Κορίτσι και Ο Αλκιβιάδης» (Νότος) *
1974 Μάνος Χατζιδάκις, «Τα Πέριξ» (Πολύτροπον)
1974 Μάνου Χατζιδάκι, «Ο Σκληρός Απρίλης του ‘45» (Minos)
1974 Μάνου Χατζιδάκι, «Sweet Movie» (Πολύτροπον)
1975 Μίκη Θεοδωράκη – Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Ο Εχθρός Λαός» (Minos)
1975 Σταύρου Κουγιουμτζή, «Στα Ψηλά τα Παραθύρια» (Minos)
1975 Μάνου Λοΐζου – Γιάννη Νεγρεπόντη, «Τα Νέγρικα» (Minos)
1975 Γιάννης Πάριος, «Έρχονται Στιγμές» (Minos)
1975 Αρλέτα, «Ταξιδεύοντας» (Lyra)
1976 Τζένη Βάνου, «Έλα» (Minos)
1976 Σταύρου Κουγιουμτζή, «Λαϊκές Κυριακές» (Minos) *
1976 Μάνου Λοΐζου – Φώντα Λάδη «Τα Τραγούδια Μας» (Minos)
1976 Μάνου Χατζιδάκι – Νίκου Γκάτσου, «Αθανασία» (Minos)
1976 Μάνου Χατζιδάκι – Νίκου Γκάτσου, «Τα Παράλογα» (Minos)
1977 Χάρις Αλεξίου, «24 Τραγούδια» (Minos) *
1977 Σωτηρία Μπέλλου, «Χαλάλι Σου 8» (Lyra)
1977 Γιάννης Πουλόπουλος, «Αγάπαμε…» (Minos) *
1978 Μίκη Θεοδωράκη, «Ταξίδι Μέσα στη Νύχτα» (Lyra)
1978 Γιώργος Νταλάρας, «Οι Μάηδες οι Ήλιοι μου» (Minos)
1978 Μάριου Τόκα, «Τραγούδια της Παρέας» (Columbia)
1979 Ηλία Ανδριόπουλου, «Γράμματα στον Μακρυγιάννη και άλλα Λαϊκά» (Lyra)
1979 Ελένη Βιτάλη, «Άϊντε και Φύγαμε» (Lyra)
1979 Γιάννη Γλέζου, «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» (Lyra) *
1979 Μάνου Λοΐζου, «Τα Τραγούδια της Χαρούλας» (Minos) *
1979 Γιάννη Σπανού, «Σάββατο Κι’ Απόβραδο – 14 Μελωδίες για Πιάνο» (Minos)
1980 Νίκου Κυπουργού – Δημήτρη Μαραγκόπουλου – Λένας Πλάτωνος – Μαριανίνας Κριεζή, «Εδώ Λιλιπούπολη» (Columbia)
1980 Μάνου Λοΐζου, «Για Μια Μέρα Ζωής» (Minos) *
1980 Γιώργος Νταλάρας, «Τα Ρεμπέτικα της Κατοχής» (Minos)
1980 Μάνου Χατζιδάκι, «Η Εποχή της Μελισσάνθης» (Νότος)
1981 Χάρις Αλεξίου – Δήμητρα Γαλάνη, «Τα Τραγούδια της Χθεσινής Μέρας» (Minos) * 
1981 Δήμου Μούτση, «Φράγμα» (Lyra) *
1981 Χρήστου Νικολόπουλου – Μανώλη Ρασούλη, «Οι Κυβερνήσεις Πέφτουνε Mα η Αγάπη Μένει» (Lyra) *
1982 Γιάννης Πάριος, «Τα Νησιώτικα» (Minos) *
1982 Λάκης Χαλκιάς, «Τα Παραδοσιακά μας Τραγούδια» (Columbia)
1983 Χάρις Αλεξίου, «Τα Τσίλικα» (Minos) *
1983 Γιάννη Μαρκόπουλου, «Παράθυρο στη Μεσόγειο» (Minos)
1983 Γιάννης Πάριος, «Όταν Βραδυάζει…» (Minos) *
1984 Μάνου Χατζιδάκι, «Memed Γεράκι Μου» (Minos)
1988 Σάκη Παπαδημητρίου, «Piano Oracles» (Leo Records)

* Οι παραπάνω δίσκοι συμπεριλαμβάνουν ηχογραφήσεις και άλλων ηχοληπτών.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Ο ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Ο Μητροπάνος για την πολιτική

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα απάνθισμα σκέψεων του Δημήτρη Μητροπάνου για την πολιτική, το οποίο ίσως βοηθήσει τον αναγνώστη να κατανοήσει τις θεμελιακές αξίες και πεποιθήσεις του μεγάλου τραγουδιστή. Τίποτε άλλο, καμία άλλη φιλοδοξία, καμία «γραμμή».

ηρ.οικ.
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ) 






Για την πολιτική συμμετοχή

«Το να πεις ότι αυτά που συμβαίνουν είναι απαράδεκτα είναι λίγο. Συμβαίνουν τόσα πράγματα. Κάθε μέρα σκοτώνουν τον κόσμο, κάθε μέρα κάνουν πράγματα και δεν ασχολείται κανένας. Τώρα ξαφνικά τους πείραξε ότι ο κομμουνισμός είναι βλαβερός. Αν έτσι νομίζουν τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να τους πούμε να μην αποφασίζουν. Δικαίωμά τους είναι να αποφασίζουν. Όμως, δικαίωμά μας είναι να αντιστεκόμαστε και να αγωνιζόμαστε και να παλεύουμε. (…) Οι προοδευτικοί άνθρωποι που αγωνίζονται και που σηκώνουν το κεφάλι θα το σηκώσουν και θα το σηκώσουν και πιο πολύ. Γι' αυτό σας λέω, ότι κάπου θα ξυπνήσουν συνειδήσεις, θα ξυπνήσουν πράγματα, θα ξυπνήσουν τα μαζικά κινήματα. Μάλλον πιστεύουν ότι ο λαός θα πειθαρχήσει σε αποφάσεις. Δε νομίζω όμως ότι θα πειθαρχήσει, μάλλον θα εξαγριωθεί και μάλλον καλό θα κάνει, πιστεύω εγώ».
Ριζοσπάστης, 31 Δεκεμβρίου 2005.

«Για να πούμε κάτι για την νεολαία, θα πρέπει να σκεφτούμε ποια παραδείγματα έχει η σημερινή νεολαία και ποια είναι τα πρότυπά της. Λέμε συνήθως, γιατί δεν ασχολούνται οι νέοι με την πολιτική. Μα οι νέοι έχουν ταυτίσει την πολιτική με το ψέμα και την κλεψιά. Και ποιος ευθύνεται γι’ αυτό; Σίγουρα όχι οι νέοι. Τι έγινε με τα ομόλογα; Τι έγινε με την Siemens; Τι έγινε με το Βατοπέδι; Τι έγινε με τα τόοοοσα σκάνδαλα; Τιμωρήθηκε κανείς; Δηλαδή πως γίνεται μέσα σε μια δεκαετία ένας άνθρωπος από το τίποτα να είναι δισεκατομμυριούχος; Πολύ απλά δεν γίνεται! Κάποια κομπίνα έχει γίνει! Και όλα αυτά δεν είναι άγνωστα αλλά γνωστά και τα ξέρουν. Επειδή όμως όλοι έχουν βάλει το χεράκι τους μέσα, αλληλοκαλύπτονται. Και αν κάποιοι λένε πως δεν είναι όλοι ίδιοι εγώ έχω να πω το εξής: Για μένα ίδιοι είναι και ας λένε ότι θέλουνε πως δεν γνώριζαν! Στη Βουλή όλοι ξέρουν και αν υπάρχουν 10 που δεν κλέψανε είναι και αυτοί συνένοχοι γιατί ξέρανε και δεν μιλήσανε, γνώριζαν και σιωπούσαν. Επομένως για ποια συμμετοχή της νεολαίας στα δρώμενα μιλάμε; Στα δρώμενα της συγκάλυψης;».
Συνέντευξη στη Λογοτεχνική Ομάδα Γοργογυρίου, filomatheia.blogspot.gr, 23 Φεβρουαρίου 2011






Για τον πόλεμο και την ειρήνη

«Ο αγώνας για την ειρήνη μάς έχει όλους ανάγκη. Αυτό φάνηκε και με τον τελευταίο πόλεμο του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας και την καθολική αντίδραση του ελληνικού λαού. Ήταν ο μόνος λαός, που τόλμησε να σηκώσει το κεφάλι και να καταδικάσει την επέμβαση. Όμως, θα ήθελα ανάλογη να ήταν και η στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Δε δέχομαι τα ψέματά της, ότι εμείς δε συμμετέχουμε στον πόλεμο, αφού από τη χώρα μας γίνεται επέλαση των ΝΑΤΟικών στρατευμάτων, αφού τα παιδιά μας, οι Έλληνες φαντάροι είναι ακόμη εκεί. Υπάρχουν αυτοί που θέλουν την ειρήνη κι εκείνοι που επιβάλλουν τον πόλεμο, αυτοί που αμύνονται κι εκείνοι που δεν τους απασχολεί τίποτα άλλο, παρά το πώς θα αυξήσουν τα κέρδη τους και θα μεγαλώσουν τις επιχειρήσεις τους, το πώς θα ξοδέψουν τα όπλα που παρασκευάζουν, γιατί τα πιο πολλά έχουν και ημερομηνία λήξεως. Κατασκευάζουν, λοιπόν, μια αιτία πολέμου, ξαμολάνε τα όπλα τους και ξαναρχίζουν να φτιάχνουν καινούρια. (…)

Το έγκλημα κατά της Γιουγκοσλαβίας απέδειξε την ύπαρξη της δικτατορίας του ενός, που αποφασίζει και διατάσσει. Ο υποτιθέμενος αμυντικός οργανισμός, που λέγεται ΝΑΤΟ - εμείς ξέρουμε πόσο αμυντικός είναι, καθώς με δικά του αεροπλάνα βομβάρδιζε η Τουρκία την Κύπρο - αποφάσισε να επέμβει στη Γιουγκοσλαβία. Οι ηγέτες του δεν είχαν καν την τσίπα να ζητήσουν την άδεια του ΟΗΕ. Αφού πρώτα βομβάρδισαν, είπαν μετά να πάρουν και την άδειά του. Δε νομίζω ότι πλέον πιστεύει κανείς πως ο ΟΗΕ προσφέρει κάποιο έργο. Εντολές παίρνει και εκτελεί, σύμφωνα με τα συμφέροντα των Αμερικανών. Το ίδιο κάνουν και οι σοσιαλδημοκράτες Ευρωπαίοι ηγέτες. Το αποδεικνύει η Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ και τόσες άλλες περιπτώσεις. (…)

Θα ήθελα το Παγκόσμιο Συνέδριο Ειρήνης να συνοδεύεται την ίδια μέρα με μια μαζική κινητοποίηση σε όλο τον κόσμο. Να γίνει μια αλυσίδα ειρήνης, που θα αγκαλιάσει όλο τον κόσμο, μια παγκόσμια γιορτή της ειρήνης, με συναυλίες, πορείες, κινητοποιήσεις. Έτσι, πιστεύω ότι θα είχε πιο ουσιαστική συμβολή, ιδιαίτερα για τα νέα παιδιά, δίνοντάς τους το ερέθισμα να ενδιαφερθούν, να ρωτήσουν, να μάθουν. Στο κίνημα ειρήνης χωράνε όλοι. Οι μόνοι που δε χωράνε είναι όσοι επιβουλεύονται την ειρήνη. Ο αγώνας για την ειρήνη μάς αφορά όλους. Και όλοι έτσι πρέπει να το βλέπουμε. Ίσως δεν αφορά τους Αμερικανούς. Τους ένοιαζε όμως την εποχή του Βιετνάμ, όταν τους πήγαιναν οι κάσες με τους νεκρούς Αμερικανούς στρατιώτες... Όμως, σήμερα στην αμερικανική κοινωνία κυριαρχεί το ‘καλημέρα πόσα κάνεις’, όχι τι κάνεις... Δυστυχώς, κατάφεραν κι επιβλήθηκαν σε όλο τον κόσμο. Τι άλλο από να εξαπολύει τους πυραύλους της θα κάνει μια χώρα, όπου ο άξονας της ζωής της, ακόμη και το πόσιμο νερό, είναι πολεμική βιομηχανία, όπου το όπλο είναι η δεύτερη φύση της;».
Συνέντευξη στη Ρουμπίνη Σούλη, Ριζοσπάστης, 23 Απριλίου 2000






Για την ευρωπαϊκή ενοποίηση

«Εγώ περιμένω και χειρότερα. Τι περιμέναμε, δηλαδή, ότι η ενωμένη Ευρώπη θα μας σώσει; Τι είναι η ενωμένη Ευρώπη και αποφασίζει για τα πάντα; Δεν κατάλαβα. Δεν έχουμε άποψη, δεν έχουμε θέσεις, δεν έχουμε τίποτε εμείς; Δεν υπάρχουμε σαν λαός εμείς; Δεν υπάρχει τίποτε; Υπάρχει μόνο η ενωμένη Ευρώπη; Κάπως αλλιώς τείνει να γίνει η ενωμένη Ευρώπη. Εν πάση περιπτώσει, μακάρι να κάνουν τέτοια πράγματα για να τους πάρουν χαμπάρι όλοι και θα απαντήσουμε, πιστεύω, ανάλογα».
Ριζοσπάστης, 31 Δεκεμβρίου 2005.

«Εγώ ήμουν αντίθετος στο να μπούμε στην ΕΟΚ εξαρχής. Τι σόι ένωση είναι αυτή που, αντί να μας παρέχει ασφάλεια, αυξάνει τις ανάγκες μας για στρατιωτικούς εξοπλισμούς για να τα κονομάει η Γερμανία; Δεν υπάρχει αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών της Ευρώπης. Μας δανείζουν τοκογλυφικά και μας απειλούν με ένα Τέταρτο Ράιχ, οικονομικής φύσεως αυτήν τη φορά. Δυστυχώς, δεν έχουμε άξιους πολιτικούς, ακόμη και εκείνοι που δεν φάγανε, αν δεχτούμε ότι υπήρξαν και τέτοιοι, είναι το ίδιο συνένοχοι επειδή γνώριζαν και δεν έκαναν τίποτε. Δεν έχω καταλάβει ποτέ, αυτήν την καμένη γη, που έλεγαν όλοι ότι παραλάμβαναν, και σκοτώνονταν για να την πάρουν, τι την ήθελαν αυτήν την ξεραΐλα, όπως δεν έχω καταλάβει τι τους χρειαζόμασταν τους Ολυμπιακούς. Δεν απαιτούν να πάρουν χρήματα από εκεί που υπάρχουν, επειδή δεν τολμούν να ακουμπήσουν τους ισχυρούς, να ζητήσουν τα χρωστούμενα του πολέμου από τη Γερμανία».
Συνέντευξη στον Γιώργο Νάστο, Βημαγκαζίνο, 20 Ιουνίου 2011.





Για το ΚΚΕ και την αριστερά

«Αν θέλουμε να μιλάμε για αγώνες δε μας έμεινε τίποτα άλλο. Το ΚΚΕ σε όλη αυτή την 85χρονη πορεία του έχει αποδείξει την αγωνιστική του στάση. Σήμερα, στην περίοδο της ‘παγκοσμιοποίησης’, που έχουν ισοπεδωθεί τα πάντα, υπάρχει μόνο μια διαφορετική φωνή και το ‘γιες μεν’ των υπολοίπων. Αλλού παίρνονται οι αποφάσεις και αυτές τις αποφάσεις-διαταγές εκτελούν και εδώ στη χώρα μας. Το ΚΚΕ αντιστέκεται σε αυτές τις πολιτικές, διαμαρτύρεται στη Βουλή και στους δρόμους, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου γι' αυτά που έρχονται. Ας ξυπνήσουν και οι άλλοι. Θέλω να ελπίζω ότι κάποιοι θα καταλάβουν τα μηνύματα, θ' αντισταθούν σε αυτή τη λαίλαπα και θα γίνουμε περισσότεροι».
Ριζοσπάστης, 30 Νοεμβρίου 2003

«Από μια πλευρά θεωρώ μπας και είναι και λίγο καλό να ξυπνήσουμε και λίγο και να δούμε τι γίνεται, πού βαδίζουμε, πού πάμε, γιατί κάπου βολευτήκαμε, κάπου είπαμε εντάξει, είμαστε καλά, νόμιμο το ΚΚΕ, νόμιμο το ένα, νόμιμο το άλλο, όμως παραγίναμε νόμιμοι. Ίσως μας ξυπνήσει λίγο και να ξαναμάθουμε να αγωνιζόμαστε. Καλό θα μας κάνει».
Ριζοσπάστης, 31 Δεκεμβρίου 2005.

«Δυνατό ΚΚΕ - το λέμε χρόνια, το ζητάμε χρόνια, όχι μόνο στη συγκεκριμένη συγκυρία. Από χρόνια το ΚΚΕ θα έπρεπε να έχει ενισχυθεί περισσότερο. Θεωρώ ότι είναι μια δύναμη και μια εγγύηση γι' αυτά που πρεσβεύει. Το έχει αποδείξει. Το ΚΚΕ δεν τάζει θέσεις, όμως χρόνια βρίσκεται στο πλάι των εργαζόμενων και στηρίζει τους αγώνες τους. Αυτό το κάνει χρόνια. Είναι όμως άλλο να έχεις 10% και άλλο να έχεις 15% για να μπορείς να προστατεύσεις και να διεκδικήσεις πράγματα. Αυτή είναι η ιστορία. Είναι φανερό ότι η ενίσχυση του ΚΚΕ θα του δώσει μεγαλύτερη δύναμη να παλέψει για τα προβλήματα. Το ΚΚΕ δεν είναι το κόμμα του ενός ή του άλλου. Είναι συγκεκριμένες οι θέσεις του και δεν είναι χτεσινές. Χρόνια έχει αυτές τις πάγιες θέσεις σ' αυτά που λέει, σ' αυτά που πιστεύει, σ' αυτά που κάνει».
Ριζοσπάστης, 30 Σεπτεμβρίου 2009

«Πιο χάλια η Αριστερά δεν νομίζω να ήταν ποτέ. Ποια είναι η πρόταση της Αριστεράς για να πει ο κοσμάκης ‘έχω κάπου να ακουμπήσω’; Κι ύστερα στο ΚΚΕ μείναν οι 80άρηδες. Γιατί για να σου επιτρέψει το ΚΚΕ να εκλεγείς πρέπει να 'χεις περάσει τα 50. Έλεος».

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου, Ελευθεροτυπία, 14 Οκτωβρίου 2011.