08/11/2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΑΓΝΗΣ ΜΠΑΛΤΣΑ ΣΤΟΝ ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ

Αγνή Μπάλτσα:
«Με βασανίζει η Ελληνίδα μέσα μου!»

από τον ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ
(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό BHMAgazino, αρ. 332, 25 Φεβρουαρίου 2007).


Τραγουδάει αυτές τις μέρες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών Κλυταιμνήστρα στην Ηλέκτρα του Στράους. Με καριέρα τεράστια πια πίσω της, η Αγνή Μπάλτσα, κορυφαία mezzo σοπράνο στον κόσμο επί πολλά χρόνια, με αλλεπάλληλους θριάμβους στη Γερμανία, στην Αυστρία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Αμερική, στην Ιαπωνία, σε κάθε μεγαλη σκηνή του κόσμου, την Ελλάδα ποτέ δεν ξέχασε, ποτέ δεν την ξεχνάει. Επιστρέφει παντα στη χώρα της με την εξαίρετη ταπεινότητα των μεγάλων, με την πιο συγκινητική κι αυτή νοσταλγία του τόπου της.
Ξετυλίγοντας το υπέροχο ώς τώρα παραμύθι της ζωής της, το μικρό κορίτσι από τη Λευκάδα που άκουγε στο ραδιόφωνο μιά φορά κι έναν καιρό όπερα κι έτρεχαν τα μάτια του, δείχνει με τα λόγια εδώ και τον τρόπο της γιατί ξεχώρισε, γιατί πάντα θα ξεχωρίζει: γιατί μαζί με το ταλέντο της το μεγάλο συνταξιδεύει ένας εαυτός αποφασισμένος να οδηγήσει την τέχνη της όσο γίνεται πιο σοφά. Μιά ψυχή εντός της ικανή να αποκρυπτογραφεί όσο πιο σωστά γίνεται των στιγμών και των προκλήσεων τις πιο κρυφές παραμέτρους, την πιο ακριβή αιτία των ημερών και των πραγμάτων προσπαθώντας κάθε φορά να της αποκαλύπτει:


-Να ξεκινήσουμε πάλι με ονόματα, κυρία Μπάλτσα; Σιμιονάτο ή Μπαρμπιέρι; Τρογιάνος ή Μπάλτσα;
ΑΓΝή ΜΠάΛΤΣΑ: Κι εγώ απάντηση σ’ αυτές τις ερωτήσεις πώς να δώσω; Το κοινό τις δίνει συνήθως τις απαντήσεις αυτές. Εγώ λάτρεψα και την Κρίστα Λούντβιχ, αλλά και τη Σιμιονάτο. Αυτός ο συνδυασμός φαίνεται μου πάει, μια κι είμαι Ελληνίδα αλλά και γερμανόφωνη πολλά χρόνια. Η Κρίστα Λόυντβιχ υπήρξε μεγάλη δασκάλα και καταπληκτική τραγουδίστρια, με μιάν απίστευτα ερωτική φωνή, αλλά τι να πει κανείς και για τις άλλες;

-Έχει σημασία, εγώ λέω, πως κι εσείς τι λέτε.
-Εγώ λέω, λοιπόν, πως το ενδιαφέρον έγκειται στη μοναδικότητα της κάθε φωνής, του κάθε ανθρώπου. Η ιδιαιτερότητα καθορίζει τον καθένα μας, κι εκεί βρίσκεται το σπουδαίο της κάθε φωνής. Ξέρετε, κύριε Κακίση, το τραγούδι είναι κι αυτό αθλητισμός.

-Και για σας, τους αρχιτραγουδιστές της όπερας, πρωταθλητισμός μέγας;
-Ναι, ακριβώς. Μιλάμε για μια ιστορία δύσκολη, αλλά μη νομίζετε κιόλας πως τραγουδώντας σώζουμε και ζωές. Όταν, πάντως, έχεις αυτό το θείο χάρισμα, όταν έχεις γεννηθεί μ’ ένα τέτοιο ταλέντο, όταν έχεις και το μυαλό να το χρησιμοποιήσεις σωστά, η τύχη είναι πως η δουλειά σου είναι ταυτόχρονα και το χόμπυ σου. Ξέρετε τι μεγάλη τύχη, πόσο μεγάλο δώρο είναι αυτό; Γιατί τίποτα δεν είναι αυτονόητο, ούτε στο τραγούδι, ούτε στη ζωή.

-Πείτε πάλι αυτό...
-Ύστερα, δεν είναι και κανένας αναντικατάστατος. Κανένας. Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εγώ αισθάνομαι μιάν απέραντη ευγνωμοσύνη για ό,τι μου συνέβη. Γιατί, μεταξύ μας, δεν ήταν και τόσο λογικό αυτό που μου συνέβη, αυτό που συνέβη σ’ ένα μικρό κορίτσι από τη Λευκάδα.

-Που ήταν εκεί, όταν πέρασε από τον Σκορπιό η Κάλλας και τραγούδησε για τους Λευκαδίτες εκτάκτως, μ’ ένα πιάνο στο λιμάνι;
-Όχι, έλειπα. Δεν ήμουνα εκεί, δεν την είδα ποτέ την Κάλλας ζωντανή δυστυχώς. Τραγούδησε Καβαλλερία εκείνη τη μέρα, νομίζω, έχω δει κι εγώ φωτογραφίες. Δεν είναι λογικό, λοιπόν σας έλεγα, ένα παιδί σ’ ένα μικρό νησί γεννημένο, να κατακτήσει μετά τον κόσμο. Μόνη μου μάλιστα, τελείως μόνη, χωρίς να έχω πίσω μου ούτε καμμιά πάμπλουτη οικογένεια, ούτε καμμία στήριξη από άλλες πηγές. Δεν θέλω ν’ ακουστεί αυτό τώρα μελοδραματικό, αλλά δεν πέρασαν πολλά χρόνια, κι έγινα ο μικρότερος Οκτάβιαν, στον «Ιππότη με το Ρόδο» εικοσιπεντάχρονη μόνο, στα χρονικά της Όπερας της Βιέννης.

-Και κάνατε το πρώτο σας ρεκόρ στον πρωταθλητισμό που λέγαμε, ρεκόρ που, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει καταρριφθεί ακόμη.
-Αυτό δεν το ξέρω, δεν μπορώ να σας το πω. Δεν παρακολουθώ τίποτα. Ούτε πόσες παραστάσεις έχω πια τραγουδήσει, ούτε μ’ ενδιαφέρει ν’ αναπολώ. Μ’ ενδιαφέρει, μ’ ενδιέφερε ανέκαθεν, το τώρα, το σήμερα και το αύριο. Το ν’ αναμασάς το παρελθόν είναι σημάδι γηρατιών, δεν το θέλω.

-Ναι, αλλά-
-Ναι, γίνανε πράγματα για μένα καταπληκτικά, τραγούδησα με τους μεγαλύτερους μαέστρους, παντού, κι εδώ είμαι πάντα, συνεχίζω.

-Τα Επτάνησα, πάντως, με το τραγούδι και την όπερα είχαν σχέση σοβαρή από πολλών χρόνων.
-Ο πατέρας μου εμένα ήταν έμπορος, κι η μητέρα είχε μιά πολύ ωραία φωνή. Μιλάμε για μιά οικογένεια απλή και νορμάλ, που εμένα προσωπικά μου έδωσε πολλή αγάπη. Επτά χρονών άρχισα να μαθαίνω πιάνο σ’ έναν μουσικο-φιλολογικό όμιλο ονόματι Ορφέα, και πρωτοανέβηκα στη σκηνή οκτώ χρονών, και με άγνοια κι αυθάδεια, αρκετά χοντρούλα, τραγούδησα έναν Σούμπερτ, που από τότε δεν έχω ξανατραγουδήσει, και, και, και.

-Λένε πως υπάρχει μιά ηχογράφηση της Κάλλας στη Νέα Υόρκη δωδεκάχρονης, να κερδίζει έναν διαγωνισμό τραγουδιού...
-Δεν πρωτοτραγούδησε πολύ μικρή Καβαλλερία, στο Ολύμπια, εδώ στην Αθήνα; Να, αν δεν προσέξουμε, και δεν έχουμε καθόλου μέχρι τώρα σαν χώρα προσέξει το θέμα Μαρία Κάλλας, θα την κατοχυρώσουν οι Αμερικανοί σαν Αμερικάνα, ή οι Ιταλοί, που περιμένουνε κι αυτοί στη γωνία πάντα, ως Ιταλίδα. Ντροπή μας, δηλαδή.

-Ναι, αλλά ο Ιταλός Πρόεδρος, στα είκοσι χρόνια από το θάνατο της Κάλλας, μιλάει στην τηλεόραση μισή ώρα γι’ αυτήν, αποδίδοντάς της τιμές όρθιος, κι εμείς περιοριζόμαστε ως συνήθως σε προχειρότητες.
-Πού είναι ένας δρόμος, μια πλατεία κεντρική «Μαρία Κάλλας»;

-Υπάρχει μιά προτομή της κρυμμένη πίσω από το Χίλτον...
-Ναι, κατάλαβα. Μα σας παρακαλώ πολύ, σας παρακαλώ πολύ. Επιτέλους!


-Ας γυρίσουμε, όμως, στο δικό σας όνειρο πάλι, στο δικό σας υπέροχο παραμύθι.
-Τό ‘χω ξαναπεί αυτό: όταν πρωτο-αποκτήσαμε ραδιόφωνο, εγώ, το βράδυ, που όλη η οικογένεια πήγαινε στην παραλία βόλτα, έμενα στο σπίτι, να ψάχνω με αγωνία να βρω κάποιο σταθμό ιταλικό, ν’ ακούω όπερα, και να κλαίω, να συγκινούμαι συνέχεια. Και να μη θέλω μετά τίποτ’ άλλο να κάνω στη ζωή, από αυτό που έκανα. Αν δεν τραγούδαγα, θά ‘πρεπε ίσως να γράφω, να είχα βρει οπωσδήποτε έναν τρόπο να ελευθερώνομαι. Εγωισμός, απίστευτος εγωισμός, αν το σκεφτείτε.

-Το σκέφτομαι, ομολογώ.
-Ευτυχώς, με βοήθησε το σπίτι μου στη συνέχεια, δεν εμπόδισε το όνειρό μου αυτό, κι εγώ άρχισα από μικρή να είμαι στο ωδείο και να λαμβάνω μέρος σε συναυλίες. Στην Αθήνα βέβαια όταν ήρθαμε με πολύ άσχημες συνθήκες, εγώ βρήκα μια καταπληκτική δασκάλα, τη Νουνούκα Φραγκιά-Σπηλιοπούλου, κι αυτή τότε μου έμαθε το πιο σπουδαίο πράγμα: να πατάω στα πόδια μου, να μην ψάχνω δικαιολογίες έξω από μένα, να αναλαμβάνω τις ευθύνες μου πάντα. Αυτή η γυναίκα με λάτρεψε αλλά δεν με παίνεψε. Με στρίμωξε, αλλά και μού ‘δωσε από πολύ νωρίς πρωτοβουλίες, για το πώς θα στήσω μόνη μου τον εαυτό μου τραγουδιστικά, πώς θα βρω τα πατήματά μου τα σωστά κι από μόνη μου.

-Η όπερα όμως, κι επέμενε σ’ αυτό ο Κώστας ο Πασχάλης, δεν είναι μόνο φωνή. Η όπερα είναι όλα.
-Και βέβαια είναι όλα η όπερα. Εγώ προσωπικά όταν ζητάω βοήθεια από κάποιον σκηνοθέτη ή από κάποιον μαέστρο, για να προστατεύσω εκεί πάνω το φόβο μου ή να μπορέσω καλύτερα να εκφραστώ, ξέρετε τι του λέω; Πρώτα, είμαι μουσικός. Δεύτερον, είμαι τραγουδίστρια. Τρίτον, αν το μπορώ κι αυτό, είμαι ηθοποιός. Αλλά, πάνω απ’ όλα αυτά, είμαι ένας μικρός, πολύ μικρός άνθρωπος, που όταν φτάσει εκείνη η στιγμή η μεγάλη που οφείλω στο δευτερόλεπτο να τραγουδήσω, τότε είμαι μόνη μου τελείως. Ο-λο-μό-να-χη.

-Υπακούοντας στου συνθέτη το όραμα.
-Υπακούοντας στου συνθέτη το όραμα, με τον μέγιστο δυνατό σεβασμό. Ξέρετε, κύριε Κακίση, οι παρτιτούρες είναι νεκρές. Αν δεν καθήσουν άνθρωποι με μία διορατικότητα και μία πειθαρχία και μία γνώση, να προσπαθήσουν να καταλάβουν όλες τις παραμέτρους τους, οι ίδιες οι παρτιτούρες μόνες τους δεν θα σε σώσουν. Ύστερα, την παράσταση δεν την κάνει ένας άνθρωπος μόνος του, αλλά πολλοί, όλοι, όλοι μαζί. Η παράσταση ξεκινάει από τον τελευταίο πορτιέρη,που θα μπεις μέσα και θα τον χαιρετίσεις, και πάει ως τον πιο ταπεινό βοηθό σκηνής. Εγώ τον χρειάζομαι αυτόν τον βοηθό σκηνής εκείνες τις στιγμές όσο δεν φαντάζεστε.

-Κι αυτό το φαντάζομαι, όσο μπορώ. Εσάς πάλι σας συνδέει και με τον Νίκο Ζαχαρίου η μεγάλη αδυναμία που σας είχε ο Κάραγιαν.
-Ναι, να μιά άλλη μεγάλη μου τύχη πάλι. Εγώ, παίρνοντας την υποτροφία Μαρίας Κάλλας, δεν πήγα στην Ιταλία, αλλά στη Γερμανία, σε μιάν άλλη καταπληκτική δασκάλα. Κι όλα αυτά τα χρόνια είχα την Αλεξάνδρα Τριάντη, με τις ώρες να μιλάμε για το κάθε τι. Κι είχα και τον Χρήστο τον Λαμπράκη, από την αρχή της καριέρας μου, και μ’ αυτόν να είμαι σε διαρκή εφ’ όλης της ύλης διάλογο, πέρα κι από τη μουσική, πάνω σε κάθε θέμα. Αυτός με συμβούλευε, αυτός με καθοδηγούσε, να πάρω τη μία ή την άλλη απόφαση, πότε σύμφωνα με τη δική του ιδέα, και πότε κι αντίθετα, όπως η δική μου διαίσθηση έλεγε. Αυτός ο διάλογος συνεχίζεται χωρίς διακοπή μέχρι σήμερα.

-Ο Κάραγιαν δεν υπάρχει, βέβαια, πια. Γιατί επέμενε, λέτε, τόσο στη Μπάλτσα;
-Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό. Ο Κάραγιαν επέμενε να τραγουδήσω και πράγματα, που ή τα τραγούδησα πολύ μετά, ή δεν τα τραγούδησα και ποτέ. Ένας μαέστρος μπορεί να επιμένει να τραγουδήσει ο τραγουδιστής ένα ρόλο. Αν εγώ, ως τραγουδιστής, υπερτιμήσω τότε τις δυνάμεις μου και τον τραγουδήσω αυτόν τον ρόλο, είμαι άξια της τύχης μου. Εγώ εξ αρχής είχα αποφασίσει να κάνω τρία βήματα μπροστά, κι αμέσως ύστερα δύο πίσω. Να συγκεντρωθώ, να ανασυγκροτηθώ, να αφουγκραστώ, να μετρήσω. Είπαμε: είσαι ολομόναχος εκεί πάνω. Κι εσύ αποφασίζεις τελικά για όλα. Τι θέλεις να κάνεις; ‘Ενα σώου για πέντε χρόνια, ή να το πας αυτό το ευγενές σου μικρόβιο μακριά;

-Κι η Έλενα η Σουλιώτη πόσο γρήγορα σταμάτησε, πόσο νωρίς.
-Η μεγάλη Μαρία Κάλλας «κατέστρεψε» πολλές, φοβάμαι. Ξέρετε πόσες νέες Μαρίες Κάλλας έχουν βγει από την Κάλλας ώς σήμερα; Δεν υπάρχει άλλη Μαρία Κάλλας. Το να ταυτίζεις εαυτόν με την Κάλλας και να κάνεις υπερβάσεις επικίνδυνες για να τη φτάσεις, συχνά σε οδηγεί στην καταστροφή.

-Δεν έλεγε κι η Κάλλας πως στην Τουραντότ αφήνεις πάντα κάτι από τη φωνή σου; Η Σουλιώτη νεότατη τραγούδαγε, λέγεται, το ένα βράδυ Τουραντότ και το επόμενο Τζοκόντα...
-Και τη Σουλιώτη δεν την είδα ποτέ λάιβ. Η Κάλλας όμως ήταν ανεπανάληπτη, ένα απίστευτο φαινόμενο στους αιώνες των αιώνων. Ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να εξηγηθεί. Πώς να εξηγηθούν οι τρομερές της εκστάσεις, πείτε μου; Είναι πέραν της λογικής. Ο τραγουδιστής δεν πρέπει να παραείναι ερωτευμένος με τον εαυτό του. Το αν μπορώ να κάνω ένα ρόλο δεν μετράει και τόσο. Αυτό που μετράει είναι το τι κάνω μετά από τον ρόλο αυτόν. Τι χάνω και τι κερδίζω.


-Τι αντέχει κανείς, τελικά.
-Εμένα ξέρετε πόσες φορές στη διάρκεια της καριέρας μου μου προτείνανε να τραγουδήσω Λαίδη Μάκβεθ ή Τόσκα; Μιλάμε για ρόλους θεϊκούς, ας μη γελιόμαστε. Εγώ, ας είχε η φωνή μου μία ευκολία και μία έκταση στις επάνω νότες, σοπράνο δεν είμαι, μεσόφωνος είμαι. Το χρώμα κάνει τη φωνή. «-Γιατί δεν το τόλμησες, βρε Ανιές;», με ρωτάγανε κάποιοι. «-Να σας πω», τους απαντούσα. «-Είτε από εξυπνάδα, είτε γιατί λιποψύχησα». Από δειλία, πείτε, αν θέλετε. Να όμως που έχω τόσα χρόνια επιβιώσει. Φαίνεται πως σωστά έπραξα.

-Μάλιστα. Ήμασταν στον Κάραγιαν, στον ...αρχαίο αυτόν Έλληνα. Που έβαζε και τον Ζαχαρίου με την Κάλλας να μιλάνε μεταξύ τους ελληνικά, για να απολαμβάνει τη γλώσσα των προγόνων του !
-Εγώ έγραψα και τον πρώτο μου δίσκο με τον Φον Κάραγιαν, τη Missa Solemnis. Απέξω μάλιστα τραγουδήσαμε, χωρίς libretto. Εκεί νομίζεις πως θα πεθάνεις εκατό φορές! Ο Κάραγιαν απαιτούσε από τους τραγουδιστές του αυτό που απαιτούσε κι από τον εαυτό του. Είχε μαζί μας σχέση έρωτα και ...μίσους, ας πούμε. Αυτός όμως ο «θεός», όταν έφτανε η ώρα της παράστασης γινότανε σαν τον πιο μικρό καπέλμaϊστερ: σου άπλωνε ένα χαλί καταπληκτικής προστασίας παντού σου ολόγυρα.

-Ο, κατά τ’ άλλα, κατηγορηθείς πως κατέστρεψε και φωνές;
-Εμένα ο Κάραγιαν μου πρότεινε σε πάρα πολύ μικρή ηλικία να τραγουδήσω Πάρσιφαλ. Εγώ δεν του απέκλεια τίποτα εξ αρχής. «-Μα εγώ τραγουδάω Ροσσίνι», του έλεγα. «-Και τι καριέρα θα κάνετε με Ροσσίνι;», μού ‘βαζε τις φωνές αυτός. «-Εγώ όμως θέλω να τραγουδάω για πολλά χρόνια μαζί σας. Είμαι εγωίστρια», του ξανάλεγα. Και τότε έβαζε τα γέλια αυτός. Δεν ήμουνα έτοιμη για Πάρσιφαλ. Γιατί να τον τραγουδήσω ένα-δυό χρόνια τώρα, και μετά να εξαφανιστώ;

-Αλλά με Τζοκόντα ξεκίνησε η Κάλλας στην Ιταλία...
-Μπορείτε να την αφήσετε ήσυχη την Κάλλας; Η Κάλλας ήταν η Κάλλας. Μην επανερχόμαστε συνέχεια εκεί. Πήγα να σας πω πριν πως, μετά από ένα κονσέρτο με τον Κάραγιαν, μεγάλης έντασης, του λέω, «-Μας τσακίσατε, μας διαλύσατε σήμερα». Κι αυτός, κουρασμένος κι ευτυχής όμως, τι γυρνάει και μου λέει: «-Παιδί μου, μόνο δύο Έλληνες θα τα βγάζανε σήμερα πέρα, όπως τα βγάλαμε εμείς !»...

-Όπως είπε κι ο Βισκόντι στον Τσαρούχη κάποτε, «-Ας μη λέγονται τέτοια πράγματα μεταξύ Ελλήνων»... Κι η Ελλάδα στην Αγνή Μπάλτσα, που την επισκέπτεστε, αρκετά συχνά μεν, αλλά ως κάτοικος εξωτερικού, πώς σας φαίνεται, πώς σας μοιάζει; Γιατί εμείς οι εδώ νοιώθουμε έντονα την πνευματική, και όχι μόνο, εγχώρια δυσκολία.
-Κατ’ αρχήν, εγώ βλέπω πρώτα τα καλά, τις βελτιώσεις της Ελλάδας, μια και λείπω. Να, τώρα, δεν μπορώ να πιστέψω πως βρισκόμαστε σ΄ένα τέτοιο κτίριο, κι ετοιμαζόμαστε ν’ ανεβάσουμε μια Ηλέκτρα με τέτοιες προδιαγραφές. Σε μέγαρα πια υπερσύγχρονα, όχι σ’ ένα μόνο Μέγαρο. Πραγματικά, δεν μπορώ να το πιστέψω.

-Απέξω όμως; Στους παραδρόμους των Αττικών μας Οδών;
-Τι να σας πω; Φαντάζομαι πως θα υπάρχει, όπως παντού στον κόσμο σήμερα, και πολύ σκουπίδι. Και πνευματικό, και ό,τι άλλο. Όμως κάτι κινείται. Πού μπορεί να πάει επιτέλους αυτή η κατάσταση; Και πρέπει να είμαστε πάντα αισιόδοξοι. Να κάνουμε όσο πιο καλά γίνεται τη δουλειά μας εμείς, να μην προσχωρούμε στο λίγο, στο άσχημο. Από την άλλη, καθόλου δεν ξέρω πώς αντιμετωπίζει η ελληνική Πολιτεία τα πολιτιστικά, πράγματα, είτε καν πόσο τα ξέρει.

-Η Πολιτεία, που λέτε: κήδεψε πρόσφατα τον Κώστα τον Πασχάλη δημοσία δαπάνη λέγεται, έστειλαν στεφάνια ο Πρωθυπουργός κι ο υπουργός Πολιτισμού. Αλλά στην αμέσως επόμενη κηδεία παρέστησαν σύσσωμοι, στου δολοφονημένου διοικητή του Ι.Κ.Α. Κι η είδηση του θανάτου του Πασχάλη στην κρατική τηλεόραση ήταν τελευταία είδηση, και αν...
-Κι ο Πασχάλης ήταν παγκοσμίως αυτό που ήταν: ένας πολύ μεγάλος τραγουδιστής της όπερας, με καριέρα τεράστια, και με φωτοστέφανο ελληνικό, δικό μας. Εκεί, ναι, αυτοφωτογραφίζεται και η Πολιτεία, και όλοι. Αλλά ο Κώστας ο Πασχάλης τι στεφάνι να χρειάζεται, κι από ποιόν; Υπάρχει ένας μικρός τάφος, επίσης στο Πρώτο Νεκροταφείο, του Δημήτρη του Μητρόπουλου. Χορταριασμένος, εγκαταλελειμμένος. Αλλά δεν χρειάζονται οι βασιλιάδες στεφάνι. Αυτοί μένουνε ζωντανοί στους αιώνες των αιώνων.

-Προλάβατε, τραγουδήσατε με τον Πασχάλη, όπως κι εκείνος πρόλαβε με τον Μητρόπουλο. Σας συνδέει κι η Βιέννη, άλλωστε.
-Ναι, τον πρόλαβα τον Πασχάλη στην αρχή της καριέρας μου. Σας λέω πως το εκτόπισμά του σαν τραγουδιστή, η γοητεία του, η ομορφιά του, η σκηνική του παρουσία, η μουσικότητά του, το τίμπρο της φωνής του, όλα ήσαν υψηλότατων προδιαγραφών. Ο Κώστας ήταν στα μάτια μου, και θα μείνει πάντα, ένας γίγαντας. Κι ο κόσμος ολόκληρος τον λάτρεψε, όχι μόνο οι αυστριακοί, οι γερμανοί ή οι γάλλοι. Όλοι, σ’ όλον τον κόσμο.

-Όπως κι εσας, από τη Μετροπόλιταν, ώς την Ιαπωνία. Ως την Κλυταιμνήστρα εδώ, σήμερα.
-Στην Κλυταιμνήστρα με συλλαμβάνετε τώρα με τους πόνους της ...γέννας του ρόλου μου. Που έχω μέσα μου και τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς, αλλά και του μεγάλου Χόφμανσταλ το libretto. Κι έχω τραγουδήσει και πολύ Ιππότη του με το Ρόδο, αλλά και Αριάδνη στη Νάξο. Παλεύω με το κείμενό του λοιπόν αυτές τις μέρες, όχι μόνο ως γερμανόφωνη τραγουδίστρια, αλλά και ως Ελληνίδα, με τον μύθο της Κλυταιμνήστρας ανέκαθεν μέσα μου. Και δεν θέλω καθόλου να σχηματίσω μιά καρικατούρα στη σκηνή, αλλά, ει δυνατόν, μιά γυναίκα τραγική, υπερβατική κι ολόκληρη.

-Είναι υπέροχο το ντουέττο πάντως με την Ηλέκτρα.
-Κάποτε, παλιά, μου είχανε ξαναπροτείνει να τραγουδήσω Κλυταιμνήστρα, ξέρετε. Κι εγώ, με αυθάδεια τότε μεγάλη, είχα ρωτήσει, «-Γιατί, ποιά θα τραγουδήσει Ηλέκτρα; Η Μαρία Κάλλας;». Πρωτοτραγούδησα Κλυταιμνήστρα πριν δυό χρόνια στο Τόκιο. Μιλάμε για απίστευτα δύσκολο ρόλο, γιατί δεν σου δίνεται η ευκαιρία να τον ξεδιπλώσεις ολόκληρο δραματουργικά. Με βασανίζει, δηλαδή, η Ελληνίδα μέσα μου. Θέλω να τη δαμάσω, κι όταν δεν τα καταφέρνω, συγχύζομαι. Θα δούμε. Θα με δείτε. Γιατί εγώ θέλω πάντα, μέσω της μουσικής, να τα πω, να τα λέω πάντα. Εγώ δεν είμαι της σχολής «Εγώ είμαι η Αγνή Μπάλτσα, και σήμερα παίζω αυτό». Εγώ θέλω να είμαι αυτό. Η Κλυταιμνήστρα.

-Κι ο έρωτας στη ζωή της Ντίβας; Ευτυχώς δεν έχει φόνους, σαν του Αγαμέμνονα...
-Ο έρωτας για κάθε γυναίκα, για κάθε άνθρωπο, είναι ευλογία, ζωή. Αλλά πώς γίνεται να τα έχει όλα κανείς; Και πώς γίνεται ένας άνθρωπος να σε ακολουθεί συνέχεια, όταν είσαι αλλού, στην Τέχνη σου κατ’ αρχήν, αφοσιωμένος; Πώς να είχα τώρα τρία παιδιά, καταπληκτικά παιδιά όπως θα τά ‘θελα, πώς να ήμουνα γιαγιά, πώς να είχα αναπνεύσει συνεχώς όλ’ αυτά τα χρόνια δίπλα σ’ αυτά παιδιά, όταν, αυτό που έκανα εγώ, όλο αλλού με πήγαινε; Μιά πληρωμή, λοιπόν, ίσως είναι κι αυτό, για όλα τ’ άλλα τα μεγάλα που ώς τώρα, εγωιστικά αν θέλετε, αξιώθηκα κι απολαμβάνω.

-Η πληρωμή της μοναξιάς, λέτε;
-Ναι, της μοναξιάς, αν θέλετε. Της εποικοδομητικής μοναξιάς όμως. Και για την τέχνη, και για τη ζωή μου. Που εμένα ποτέ δεν με φόβισε, που πάντα την είχα σύντροφό μου. Γιατί η ζωή είναι σύντομη, και για έχθρες και πολέμους επιπλέον, για του έρωτα και των σχέσεων τις δυσκολίες, δεν υπάρχει, σ’ εμένα τουλάχιστον δεν περισσεύει καιρός. Άλλωστε, το ξέρω πολύ, πάρα πολύ καλά αυτό: κι εκατό φορές να ξαναζούσα, τις ίδιες θα είχα ξαναπάρει αποφάσεις, τα ίδια ακριβώς εγώ λάθη πιστεύω πως θα ξανάκανα.

ΞΕΝΥΧΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ

Ο Λόρκα στο τραγούδι, κείμενο για το Δίφωνο με τον Γκαρτζόπουλο, Σαββατόβραδο παρέα με τον ποιητή και τις μουσικές του, ο Μάκης στέλνει στο e-mail τις απίθανες ανακαλύψεις του, κοντεύει δυόμισι, το word-count δε λέει να πέσει, φαντάζομαι πώς είναι να σ' εκτελούν οι φασίστες μέσα στου Βιθνάρ το ρέμα, κούνια που τους κούναγε τους φασίστες, το τραγούδι δεν σκοτώνεται ρε. Κι ο νους στριφογυρνά και επιστρέφει σε παλιές και αγαπημένες μελωδίες. Όταν θα έχουν όλα χαθεί, η μουσική θα είναι εκεί να μας θυμίζει τα παιδικά όνειρά μας. Δεν είναι απίθανο αυτό;

-----

06/11/2009

ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Δύο δημιουργίες νέων τραγουδοποιών, που παραπέμπουν στο τι μπορεί να σημαίνει το ελληνικό τραγούδι σήμερα. Θερμές ευχαριστίες στους ανώνυμους χρήστες του γιουτουμπ που ανέβασαν τα αρχεία. ηρ.οικ.

ΥΓ: Σημειώστε πως το τραγούδι θα υπήρχε και χωρίς τους μεσάζοντες - τα κατάφερε καλά μερικές χιλιάδες χρόνια τώρα. Οι μεσάζοντες όμως, χωρίς το τραγούδι, πολύ αμφιβάλλω αν θα υπήρχαν. Ούτε για δείγμα.

ΥΓ2: Επόμενη Ζωντανή Συνέντευξη του Μιχάλη Γελασάκη, την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου στις 8μ.μ. στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ στην Αθήνα. Καλεσμένη, η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΑΝΟΥ.

-----

Δανάη Παναγιωτοπούλου - Ψηφιδωτό

Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης - Έρωτας στον ακάλυπτο

04/11/2009

ΜΑΡΙΖΑ ΚΩΧ: "ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΓΩ ΤΡΑΓΟΥΔΩ"


ΜΑΡΙΖΑ ΚΩΧ

ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΓΩ ΤΡΑΓΟΥΔΩ

VERSO


Κάθε καινούργια δουλειά δημιουργών του καλλιτεχνικού διαμετρήματος και της ιστορίας της Μαρίζας Κωχ δεν μπορεί παρά να αποτελεί είδηση. Πολύ περισσότερο, όταν ο νέος δίσκος της διακεκριμένης Ελληνίδας τραγουδοποιού, «Πάνω στη θάλασσα εγώ τραγουδώ», είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στην εγχώρια δισκογραφία. Ο δίσκος περιέχει 11 τραγούδια, έξι σε ποίηση Γιώργου Σαραντάρη και μουσική της Κωχ, δύο σε στίχους και μουσική της Κωχ, και τρία παραδοσιακά Ηπειρώτικα. Η μελοποίηση ποιημάτων του Σαραντάρη συνέπεσε με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του ποιητή. Από το πρώτο τραγούδι, μια εκπληκτική, ψυχεδελική μελοποίηση του ποιήματος «Με τα λάβαρα» μπαίνουμε στο νόημα: μελωδικός λυρισμός, πηγαίο ροκ και μοναδικές τζαζ διαδρομές συναντιούνται σε ένα εκρηκτικό μείγμα. Συνυπεύθυνοι για αυτό το ευτυχές αποτέλεσμα είναι ο πιανίστας Νάσος Γκρόζας και ο ντράμερ Γιάννης Σπυρόπουλος, οι οποίοι επιμελήθηκαν την ενορχήστρωση και προσέθεσαν την εκτελεστική τους δεινότητα πλάι στο μπάσο του Περικλή Τριβόλη και το νέϊ του Χάρη Λαμπράκη. Όσο για την ερμηνεία της Κωχ, η γνώριμη φρεσκάδα και οι υψηλές συχνότητες της πλημμυρίζουν το ακρόαμα, σαν να μην πέρασε μια μέρα από τον «Αραμπά» και τη «Φάτα Μοργκάνα». Σημειώστε το εξαιρετικό «Για έναν έρωτα ζω», αλλά και την επιστροφή της Κωχ στην παραδοσιακή μουσική της Ηπείρου με μια βασανιστικά σύγχρονη οπτική. Συνολικά, με τον τελευταίο της δίσκο, η Μαρίζα Κωχ καταδεικνύει ότι συνεχίζει να βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της πρωτοπορίας, τέσσερις δεκαετίες μετά την εμφάνισή της στα μουσικά μας πράγματα. Η έκδοση συνοδεύεται από κείμενα του κινηματογραφιστή Αντώνη Μποσκοΐτη και του πανεπιστημιακού Gail Holst.

ηρ.οικ.

(Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ - "Οι ακροάσεις της Εποχής")

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΡΩΤΑΣ: "ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΒΑΦΗ"

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΡΩΤΑΣ

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΒΑΦΗ

STASSIS

«Γιατί ο λόγος που έκανε τη Μουσική Τέχνη να υπάρξει δεν ήταν η στείρα διακόσμηση της στασιμότητας της ζωής μας αλλά η γόνιμη κοινωνική συνειδητοποίηση, ζύμωση και διαρκής μεταλλαγή της ζωής μας προς ένα διαφορετικό αύριο». Αυτό το απόσπασμα που περιέχεται στο ένθετο του δίσκου ακτίνας «Τραγούδια Καβάφη» συνιστά τη «δήλωση πίστης» του Νικηφόρου Ρώτα, μιας προσωπικότητας που αδικαιολόγητα έχει λησμονηθεί από το κοινό της ελληνικής μουσικής. Συνθέτης περισσότερων από 100 έργων ποικίλης μορφής και 40 έργων για το θέατρο, ο Ρώτας υπήρξε μέχρι το θάνατό του το 2004 ένας δημιουργός συνεπής προς τα αισθητικά και ιδεολογικά του πιστεύω. Τα τελευταία έχουν αποτυπωθεί και στα βιβλία του «Πώς ακούμε μουσική» από τις εκδόσεις Κέδρος και «Και η μουσική που είναι;» από τις εκδόσεις Καστανιώτη, υποδείγματα μιας κριτικής, «αριστερής» οπτικής πάνω στη μουσική ως κοινωνικό-πολιτικό φαινόμενο.


Ο συγκεκριμένος δίσκος κυκλοφόρησε το 1972, και επανεκδόθηκε σε δίσκο ακτίνας το 2007. Περιλαμβάνει 18 μελοποιημένα ποιήματα του Καβάφη, σε σύνθεση και ερμηνεία του Ρώτα. Τη φωνή του Ρώτα συνοδεύουν άλλοτε πιάνο, άλλοτε κιθάρα, άλλοτε τύμπανα, και άλλοτε μηχανικοί ή ηλεκτρονικοί ήχοι, παιγμένα όλα από τον ίδιο το συνθέτη. Το μουσικό σύμπαν του Ρώτα είναι πολυδιάστατο και καθόλου «ευχάριστο». Επηρεασμένος βαθύτατα από τη μουσική πρωτοπορία των δεκαετιών του ’60 και του ’70, ο Ρώτας πλάθει για τον Καβάφη μια σκοτεινή, σχεδόν τελετουργική ατμόσφαιρα. Κρότοι και μηχανικοί ήχοι ενσωματώνονται σε μια ερμηνεία – απαγγελία, η οποία συνταράσσει μες στην ατέλειά της. Η Βυζαντινή παιδεία του Ρώτα – μαθήτευσε σε μικρή ηλικία πλάι στον Σίμωνα Καρά – είναι επίσης εμφανής στους δρόμους της απαγγελίας του. Πρόθεση του Ρώτα είναι η ανάδειξη των δύο στοιχείων που ο ίδιος θεωρεί ως κομβικά στην ποίηση του Καβάφη: την εναντίωση (ειρωνεία, σάτιρα, σαρκασμό) και την παρόρμηση (πίστη, τόλμη, φθορά). Όλα αυτά τα στοιχεία, σε διαφορετικές δοσολογίες το καθένα, είναι ανιχνεύσιμα στα «Τραγούδια Καβάφη». Τραγούδια που δεν τραγουδιούνται αλλά ακούγονται, απαιτώντας την πλήρη κινητοποίηση και σχεδόν Μπρεχτική αποστασιοποίηση του ακροατή.

ηρ.οικ.

(Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ - "Οι ακροάσεις της Εποχής")

ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ: "ΣΙΝΕΜΑΔΑΚΙ ΜΟΥ..."

ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ – ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ

ΣΙΝΕΜΑΔΑΚΙ ΜΟΥ…

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ


Στις μέρες μας έχει καταντήσει κοινοτοπία η ιδέα ότι «δεν γράφεται πια λαϊκό τραγούδι». Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα φορές που αυτή η ιδέα φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου. Ο καινούργιος δίσκος «Σινεμαδάκι μου…», ας πούμε, είναι τρανή απόδειξη του ότι γράφεται και σήμερα καλό λαϊκό τραγούδι. Ο δίσκος περιέχει 13 τραγούδια, τη μουσική των οποίων υπογράφουν ο Χρήστος Νικολόπουλος (7), ο Γιάννης Πηλιχός (5) και ο Θανάσης Βασιλάς (1). Στους στίχους συναντάμε τον Νίκο Αναγνωστάκη, και στις ερμηνείες τον ελπιδοφόρο Γιάννη Ματσούκα και τον αρτιότατο και ως ερμηνευτή Νικολόπουλο. Στην ορχήστρα δεσπόζουν οι δύο δεξιοτέχνες του μπουζουκιού, ο Νικολόπουλος και ο Βασιλάς, ενώ υπεύθυνος της δίχως εκπλήξεις ενορχήστρωσης είναι ο Αλέκος Χαραλαμπίδης. Οι στίχοι του Αναγνωστάκη είναι άμεσοι και πρωτότυποι, αντανακλώντας μια ευαίσθητη ματιά στον έρωτα και την καθημερινή ζωή. Ιδιαίτερη είναι η αναφορά στον «Λευτέρη» (Παπαδόπουλο), και στις «πενιές από το Χρήστο». Οι συνθέσεις του Νικολόπουλου είναι εξαιρετικές και επιβεβαιώνουν τη θέση του ανάμεσα στους κορυφαίους λαϊκούς συνθέτες σήμερα. Οι συνθέσεις των Πηλιχού και Βασιλά κινούνται στο ίδιο πνεύμα, αλλά ακολουθούν από απόσταση. Μοναδικό μελανό σημείο είναι η «Ιλιάδα», μια λαϊκό-ραπ ιστορία που αλλοιώνει την ατμόσφαιρα του δίσκου. Γενικότερα όμως, το «Σινεμαδάκι μου…» θα αποτελέσει μια ευπρόσδεκτη προσθήκη στη δισκοθήκη κάθε φίλου και φίλης του λαϊκού τραγουδιού.

ηρ.οικ

(Περιοδικό Δίφωνο - Νέες κυκλοφορίες)

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΑΚΝΗΣ: "ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ"


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΤΣΑΚΝΗΣ

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ

LEGEND


Ο Διονύσης Τσακνής διανύει την τρίτη δεκαετία του στο τραγούδι, έχοντας διαμορφώσει ένα προσωπικό στίγμα με τις ροκ μπαλάντες του και τις μουσικές για το θέατρο και τη μικρή και μεγάλη οθόνη. Η ιδιομορφία του νέου του δίσκου έγκειται ότι, για πρώτη φορά, ο Τσακνής ερμηνεύει τραγούδια άλλων, πλάι σε μόλις ένα ολότελα δικό του. Ξεχωρίζει με διαφορά η κατάθεση του Σταμάτη Κραουνάκη στον συγκλονιστικό «Λήσταρχο Νταβέλη» και στα παλαιότερα «Φεγγάρια» (από την ταινία «Πεθαίνοντας στην Αθήνα»). Πραγματικά, δεν έχει τελειωμό η φλέβα χρυσού που έχει χτυπήσει η μουσική ευφυΐα του Κραουνάκη, χρόνια τώρα… Εξαιρετικό και το «Χαρτομάντιλο» σε μουσική Σταμάτη Χατζηευσταθίου και στίχους του - και εκ Διφώνου ορμώμενου - Μιχάλη Γελασάκη, που επιτρέπει στον Τσακνή να ροκάρει ανεξέλεγκτα και με νόημα: «τον άστεγο που σε πουλάει ρώτα». Άξια μνείας είναι το «Ο κύριος Francois Villion» σε μουσική Νίκου Ζούδιαρη και ποίηση του Βιγιόν, και η διασκευή του γαλλικού «Un autre nom» από τη Λίνα Δημοπούλου. Αντίθετα, μάλλον διεκπεραιωτικές είναι οι συνεισφορές του Φίλιππου Πλιάτσικα - με κλισέ αναφορές σε «νύχτες», «κάπνα» και «ξίδι» - και του μουσικώς επαναλαμβανόμενου Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Την ενορχήστρωση υπογράφει ο Δημήτρης Μπαρμπαγάλας και υπηρετεί μια κλασική ροκ μπάντα με πυρήνα τον ίδιο στις κιθάρες, τον Αλέξανδρο Κτιστάκι στα τύμπανα, τον Αλέξανδρο Παρασκευόπουλο στο μπάσο και τον Σωτήρη Λεμονίδη στο συνθεσάιζερ. Η ερμηνεία του Τσακνή δεν περιείχε ποτέ – και δεν περιέχει τώρα - ιδιαίτερες κορυφώσεις, ούτε όμως θα απογοητεύσει το πιστό κοινό του αειθαλούς ρόκερ.

ηρ.οικ.

(Περιοδικό Δίφωνο - Νέες κυκλοφορίες)