Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2007

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΑΡΚΟΥ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ


Το τέλος του Ιουλίου μας βρήκε στη Σύρο, στο φιλόξενο σπίτι της Ειρήνης στην Ερμούπολη (ρωτήστε και βρείτε το, βρίσκεται κοντά στον Άγιο Νικόλαο και είναι αξιοθέατο από μόνο του χάρις στο λεπτό γούστο και την αισθητική της οικοδέσποινας). Συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου, βρεθήκαμε σε ένα νησί όχι μόνο ιδιαίτερα όμορφο, αλλά και με μεγάλη μουσική παράδοση. Πιστοί στα ιστολογιακά μας καθήκοντα, έχοντας χωνέψει πλέον τα τηγανητά καλαμαράκια και τις χωριάτικες σαλάτες, σας στέλνουμε μία ανταπόκριση από το Μουσείο Μάρκου Βαμβακάρη.


Στη φωτογραφία (αρχείο Μ.Π.) βλέπουμε την είσοδο του μουσείου και τη μικρή Ανναλύν από το Βέλγιο, η οποία περίμενε υπομονετικά τη σειρά της για να μπει. Σε άπταιστα ελληνικά, μας είπε ότι θαυμάζει την ελληνική μουσική, και ιδιαίτερα το ρεμπέτικο τραγούδι. Τι κρύβει λοιπόν αυτός ο χώρος για να τον επισκέπτεται κάποιος από τόσο μακριά; Μα φυσικά τη θύμηση του Μάρκου Βαμβακάρη. Το μουσείο ιδρύθηκε το 1995, στην Άνω Σύρο, την όμορφη συνοικία που αγναντεύει την Ερμούπολη από το λόφο του Σαν Τζώρτζη. Στεγασμένο σε ένα παλιό, ανακαινισμένο σπίτι, φιλοξενεί κάποια εκθέματα σχετικά με τη ζωή του μεγάλου ρεμπέτη. Τι περιμένει τον επισκέπτη; Καταρχήν, η χαμογελαστή Μανταλένα. Όπως μας είπε, γεννήθηκε στη Σύρο και πλέον σπουδάζει στον Πειραιά αλλά τα καλοκαίρια επιστρέφει στο νησί και απασχολείται στο μουσείο. Αν ζούσε ο Μάρκος και την έβλεπε να φυλάει τα προσωπικά του αντικείμενα και να αλλάζει πλευρά στην κασέτα με τα όμορφα τραγούδια του, θα έγραφε ίσως ένα τραγούδι και για αυτήν. Εξάλλου η διαδρομή της από τη Σύρο στον Πειραιά θα είχε πολλά να του θυμίσει. Ο Μάρκος γεννήθηκε το 1905 στην Άνω Σύρο και έζησε εκεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του, πριν φύγει στον Πειραιά αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Το μέλλον αυτό το βρήκε, αλλά τη Σύρο δεν τη ξέχασε ποτέ και επέστρεφε σε αυτήν όποτε μπορούσε.

Τα εκθέματα στο δωμάτιο, δωρεά της οικογένειας του Βαμβακάρη, ταξιδεύουν τον επισκέπτη σε ονειρικά μονοπάτια: βαλίτσες, αφίσες, γραμμόφωνα, ρούχα, παπούτσια, αποκόμματα εφημερίδων και βιβλία για τον Μάρκο, το κομπολόι του, εξώφυλλα δίσκων, προσωπικές σημειώσεις, ακόμα και η ταυτότητά από το «Σωματείον Εκδορέων». Και βέβαια, φωτογραφίες στους τοίχους, με τη γυναίκα του Ευαγγελία Βαμβακάρη, με την οικογένειά του στο πάλκο, και με τους άλλους ρεμπέτες της εποχής του, τον Ρούκουνα, τον Παπαϊωάννου, τον Χατζηχρήστο, την Μπέλλου.

Και ο Μάρκος; Τον Μάρκο και τη φιλοσοφία του τους βρήκαμε αποτυπωμένους σε κάτι ανορθόγραφους αλλά βαθιά αληθινούς στίχους του, πάνω σε ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί:

1. Αν μαξιοσι ο Θεος λεπτα και αποκτοισο
θαγόραζα ένα κοτερο τον κοσμο να γιριζο.
2. Οπου ηπιρχαν ομορφες μαζί τους θα γλεντουσα
και οσους φτοχους εγνοριζα θα τονεβοιθουσα

Στη μέση του δωματίου ένα τραπεζάκι, μία καρέκλα και ένα ανοιγμένο τετράδιο προσκαλούν τον επισκέπτη να αφήσει μία-δυο λέξεις. Λαθραία σταχυολογήσαμε μερικές από τις σκέψεις αυτών που ήρθαν και θέλησαν να αφήσουν ένα κομμάτι τους στο βράχο της Άνω Σύρου:

«Πολύ θα ήθελα να ζούσα τον καιρό σου να σε άκουγα και να έπινα μαζί σου»

«Τα τραγούδια σου είναι αξέχαστα. Θα ‘θελα να σε γνώριζα από κοντά»

«Χιώτη μάθαμε να παίζουμε, ΜΑΡΚΟ ακόμα δεν καταφέρνουμε όπως πρέπει»

«Γεια σου μεγάλε ρεμπέτη Μάρκο Βαμβακάρη πάντα θα ‘σαι αθάνατος»

«Καλλίτερα που δεν ζεις να δεις τα χάλια της μουσικής που παρέδωσες»

«Χαίρομαι που με αξίωσε ο θεός να δω τα μουσικά μονοπάτια του εδώ στην Άνω Σύρα»

«Μάρκο, πόσο όμορφη ήταν η Φραγκοσυριανή; Ελπίζουμε να σου κρατάει καλή συντροφιά στον παράδεισο»

«Βρεθήκαμε στο σπίτι του Βαμβακάρη βλέποντας τα προσωπικά του αντικείμενα και το γεγονός αυτό μας προκάλεσε απεριόριστη συγκίνηση. Είμαστε νέα παιδιά και προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανή τη ρεμπέτικη μελωδία»

«Εμείς μεγαλώσαμε δύσκολα και ευχάριστα. Τα παιδιά μας ελπίζουμε να σε ακούν για να ζήσουν μόνον ευχάριστα».

“Het was interressant om te zien waar Βαμβακάρη gewoond heft…Zijn muziek leeft ook nog verder in Belgie”

[«Ήταν ενδιαφέρον που είδαμε το μέρος όπου έζησε ο Βαμβακάρης…Η μουσική του ζει ακόμα στο Βέλγιο»]

Πριν φύγουμε, ρίξαμε μια ματιά σε κάτι φωτοτυπίες εφημερίδων, απλωμένες πάνω σε ένα λευκό καναπέ. Αναφέρονταν όλες στο θάνατο του Μάρκου. Σε ένα άρθρο του Φρέντυ Γερμανού («Συννεφιασμένες Κυριακές», Απογευματινή, 12 Φεβρουαρίου 1972) διαβάσαμε τα παρακάτω λόγια του Βαμβακάρη:

Ένα είναι το αληθινό τραγούδι. Αυτό που γεννιέται απ’ τον πόνο…Δεν μπορείς να κάτσεις στο σπίτι σου και να πεις: «Τώρα θα γράψω λαϊκό τραγούδι». Ο πόνος σου κλείνει ραντεβού. Δεν το βρίσκεις στο σούπερ-μάρκετ. Σε βρίσκει εκείνος. Κι άμα είσαι έτοιμος τον δέχεσαι.

Μετά την επίσκεψη δώσαμε δίκιο στον Μάρκο, καθισμένοι στο όμορφο μεζεδοπωλείο «Φραγκοσυριανή» πάνω στην Πλατεία Μάρκου Βαμβακάρη. Η προτομή του που κοσμεί την πλατεία μας κοιτούσε αμείλικτα. Τα τραγούδια της σύγχρονης λαϊκο-ποπ παραγωγής από το ραδιόφωνο συνόδευαν - χωρίς πόνο και χωρίς αλήθεια - το κόκκινο κρασί και την πανέμορφη θέα της Ερμούπολης. Και έτσι, με μια γεύση βαθιάς αντίφασης στα χείλη, τραβήξαμε το δρόμο της επιστροφής.

1 σχόλιο:

για την Αρλέτα είπε...

Την καλησπέρα μου. Σας διαβάζω έστω κι αν δεν αφήνω σχόλιο.
Οι κριτικές των δίσκων του Νταλάρα και της Γαλάνη με βρίσκουν απολύτως σύμφωνη. Έτσι ακριβώς.
Καλή συνέχεια
Κλέλια