Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΕΒΑΡΑ


Σαράντα χρόνια από τη δολοφονία του Ερνέστο (Τσε) Γκεβάρα κλείνουν στις 9/10. Καμία όρεξη για επαναστατική γυμναστική και αγιοποιήσεις δεν έχουμε. Η μνήμη εξάλλου άλλοτε χρησιμοποιείται ως έναυσμα για συνεπή πράξη, και άλλοτε ως άλλοθι για να δικαιλογηθεί ο συμβιβασμός. Ο Μάνος Λοΐζος τουλάχιστον πέθανε νωρίς, με αμόλυντο το μάτωμα της άνοιξής του.

Τσε

Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα
Μια φωτογραφία σου απ' τα ξένα

Απ' αυτές που κρατάν οι φοιτητές
Απ' αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές
Απ' αυτές που κρεμάν οι φοιτητές
στην καρδία τους

Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα

Κλείσε το παράθυρο, σφάλισε τις πόρτες
Τρέμω για τον άνθρωπο με τις μπότες

Τι ζητά και στους ίσκιους περπατά
Τι ζητά και για σένανε ρωτά
Τι ζητά και το σπίτι μας κοιτά
κάθε βράδυ

Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα

Τόσα τριαντάφυλλα, τα 'καψε το χιόνι
Αχ αυτή η άνοιξη με ματώνει

(Στίχοι-Μουσική-Ερμηνεία: Μάνος Λοΐζος, Δίσκος: «Τα τραγούδια του Δρόμου», 1974)

Την λεπτή κλωστή που συνδέει τον Γκεβάρα με τη συλλογική μας συνείδηση την παίρνει ο Ελευθερίου και την τυλίγει γύρω από την κόκκινη Ρόζα. Εκεί έγκειται και η διαχρονικότητα του Γκεβάρα, μορφής που παραπέμπει με την ίδια ευκολία στο Βιετνάμ και στο Κονγκό, στην Αβάνα και στην Τσιάπας, στη Γερμανία του ’19 και στο Παρίσι του ’68. Και όσο υπάρχουν ακόμα εμπόροι που κλείνουν τα νιάτα σου και τα νιάτα μου στο κλουβί, όσο τριγυρνούν οι ίδιοι φονιάδες με άλλα ονόματα, σαν κι αυτούς που έδειξε με τα Τροπάρια του ο κύριος Μάνος το ’77, τόσο η κλωστή συνεχίζει να υφαίνει.

Ρόζα Λούξεμπουργκ

Μπλουζάκι χίπικο και παντελόνι τζιν
και στη καρδιά ζωγραφισμένος ο Γκεβάρα
Στα πορνοστάσια με ουίσκι και με τζιν
παίζουν αλέγκρο τη καρδιά μου σε κιθάρα

Αϊ Ρόζα Λούξεμπουργκ τι σου 'χω φυλαγμένα
Πάνω στο κάρο σ' είδα το εννιακόσια επτά
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως του εικοσιένα
Κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά

Φυλλάδες κίτρινες και πράσινη χολή
τα νιάτα σου, τα νιάτα μου κι οι εμπόροι
Χρυσό πουλάκι δίχως το κλουβί
για σένα κάνουν τον αγώνα οι τζογαδόροι

Αϊ Ρόζα Λούξεμπουργκ τι σου 'χω φυλαγμένα
Πάνω στο κάρο σ' είδα το εννιακόσια επτά
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως του εικοσιένα
Κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά

(Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου, Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη, Δίσκος: «Τροπάρια για Φονιάδες», 1977)

Ο Γκεβάρα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Και πως να είναι άλλωστε, όταν ακόμα και ένας Νίκος Γκάτσος, έξω από κομματικά γραφεία, εμπνέεται από τον Γκεβάρα για να τραγουδήσει τα ‘βάσανα του κόσμου’. Σάτιρα και κοινωνική ανάλυση συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα με τη μουσική του Δήμου Μούτση, χωρίς κανενα διαπιστευτήριο ιδεολογικής καθαρότητας. Ευτυχώς.

Σαν τον Τσε Γκεβάρα

Κουρασμένοι εργάτες μ' ένα σάκο στις πλάτες
δούλευαν σε τρένο φορτηγό
κάτι εργάτες μ' ένα σάκο στις πλάτες
ούτε συ τους ξέρεις αλλά ούτ' εγώ.

Κάτω στην Κορινθία μένει κάποια μου θεία,
παντρεμένη μ' ένα κυνηγό
στην Κορινθία κυνηγάει κι η θεία
ούτε συ την ξέρεις αλλά ούτ' εγώ.

Λιβανέζοι και νέγροι στη Φωκίωνος Νέγρη
βγάλαν Ευρωπαίο αρχηγό
χορεύουν οι νέγροι στη Φωκίωνος Νέγρη
ούτ' εσύ τους ξέρεις άλλά ούτ' εγώ.

Είδα κάποιους ανθρώπους στους Αγίους τους Τόπους
να σταυρώνουν πάλι τον Χριστό
κάποιους ανθρώπους στους Αγίους τους Τόπους,
τώρα πια τους ξέρεις και τους ξέρω κι εγώ.

Σαν τον Τσε Γκεβάρα με μια κιθάρα
βάσανα του κόσμου τώρα τραγουδώ
σαν τον Τσε Γκεβάρα μες στην αντάρα
όλα θα τα κάψω κι ας καώ κι εγώ.

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος, Μουσική: Δήμος Μούτσης, Ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς, Δίσκος: «Δρομολόγιο», 1979).

Και φτάνουμε στο σήμερα, δηλαδή στο χθες, που ίσως να είναι και αύριο. Στους μεταλλεργάτες της Χιλής του ’73 που ξαναθάβουν το καλύτερο κομμάτι του χαλκού για το μέλλον. Στους δρόμους της Ευρώπης και στα βουνά του Μεξικού που περιμένουν να αντηχήσουν καινούργια τραγούδια. Να αντηχήσουν σαράντα χρόνια απουσίας – συγνώμη, παρουσίας ήθελα να πω – του Γκεβάρα, όχι μόνο σε σημαίες και πλακάτ, αλλά και στο πάντα ζωντανό ελληνικό τραγούδι.

Χιλή

Της Χιλής τα παραθύρια τα κλεισμένα
μες στη νύχτα μισανοίγουν ένα-ένα
Κι αφουγκράζονται γυναίκες μαυροφόρες
του αρχιπέλαγου το κλάμα με τις ώρες

Στης Χιλής τα περιβόλια τα γεμάτα
οι χωριάτες συχνοβλέπουνε στην στράτα
Το Φιντέλ να πολεμά στη Σάντα Κλάρα
και το σώμα το πεσμένο του Γκεβάρα

Στης Χιλής τα μεταλλεία που στενάζουν
οι εργάτες το χαλκό στον ήλιο βγάζουν
Μα για τ’ αύριο, κρυφά από τον επιστάτη
ξαναθάβουν το καλύτερο κομμάτι

(Στίχοι: Φώντας Λάδης, Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη, Δίσκος: «Τραγούδια της Λευτεριάς», 1978).

Για το τέλος, Μάνος Λοΐζος και «Τσε». Από την ταινία «Τα Τραγούδια της Φωτιάς», σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου (1975):
http://www.youtube.com/watch?v=sD8kiHfRmQ8

Και ένα σημείωμα για τον Τσε από το blog "'Άνθρωποι από καλαμπόκι" ΕΔΩ

2 σχόλια:

αμμος είπε...

Δεν ξέρω αν σκόπευες να εξαντλήσεις τα σχετικά τραγούδια στο ποστ σου, αλλά υπάρχει κι ένα σχετικό μελοποιημένο ποίημα του Καββαδία, όντας και το μόνο που ανεβάσαμε από τη μεριά μας :-)

Ευχαριστούμε πολύ για το λινκ και ανταποδίδουμε (ενημερωτικά περισσότερο, ανήκουμε μάλλον στα μουσικά μπλογκ, ο άλλος συμπλόγκερ, ο Σαμμάνος, ανεβάζει κάθε Κυριακή μια επιλογή απο τραγούδια).

Να είσαι καλά!

Μουσικά Προάστια είπε...

Άμμος,
Ευχαριστούμε για το σχόλιο και το λινκ (διορθώθηκε).
Όχι, η αναφορά στα τραγούδια δεν είναι εξαντλητική, απλά ενδεικτική. Π.χ., ένα άλλο κλασσικό τραγούδι για τον Τσε βρίσκεται στον δίσκο "Πολιτικά Τραγούδια", μουσική Θάνου Μικρούτσικου και στίχοι Βολφ Μπίρμαν. Για τη μελοποίηση του ποιήματος του Καββαδία από τη συλλογή του "Τραβέρσο", έχω την εντύπωση ότι η μουσική δεν ανταποκρίνεται με επιτυχία στο περιεχόμενο των στίχων. Είναι βέβαια και το ποίημα από τα πολύ δύσκολα μουσικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ούτε ο Μικρούτσικος, ούτε οι Ξέμπαρκοι, ούτε η Κωχ, το άγγιξαν. Αυτά βέβαια είναι υποκειμενικά. Ηρακλής, Μ.Π.