Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΓΑΛΑΝΗ ΣΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ

Ολοκληρώνουμε σήμερα το αφιέρωμα στη Σοφία Βέμπο με τη συνέντευξη που παραχώρησε η Δήμητρα Γαλάνη (φώτο: www.filmfestival.gr/) στον Αργύρη Παπαστάθη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΒΗΜΑgazino (18 Ιουνίου 2006, αρ. 296).



Δήμητρα Γαλάνη: «Τραγούδια για να χορέψει ο κόσμος»
Λίγο προτού ανέβει στη σκηνή, η μεγάλη ερμηνεύτρια λέει ότι αισθάνεται τα τραγούδια της Βέμπο πολύ «δικά» της: «Η Βέμπο ξεκινάει από το λεγόμενο αστικό τραγούδι του Μεσοπολέμου, αυτό που ονομάζουμε ελαφρό. Μεγαλώνοντας στην Αθήνα, η πληροφορία που έπαιρνα από τη Βέμπο είναι πολύ πιο ισχυρή από την πληροφορία που έπαιρνε π.χ. η Χαρούλα που μεγάλωνε στην επαρχία. Το υλικό της Βέμπο είναι κοντινό σε μένα, από τα ακούσματα του ραδιοφώνου. Από παιδάκι, το πρωί που σηκωνόμουν να πάω σχολείο, ακούγαμε στο ραδιόφωνο τα ελαφρά τραγούδια της εποχής. Έχω αυτή την παιδεία του κρατικού ραδιοφώνου, της οποίας η Βέμπο υπήρξε μεγάλο μέρος της». Και δεν είναι μόνο αυτό: «Τις Κυριακές, στα οικογενειακά μαζώματα, οι καλλίφωνοι της οικογένειας, οι μπαμπάδες και οι θείοι, έπαιρναν τις κιθάρες και τραγουδούσαν αυτά τα τραγούδια: Βέμπο, Στέλλα Γκρέκα, Δανάη…Άνθρωποι που έχουν χαράξει αυτή την περίοδο και δημιουργοί σαν τον Γιαννίδη, τον Χαιρόπουλο, τον Αττίκ. Δεν είναι μόνο ότι τα αγαπάω αλλά με κάνουν να αισθάνομαι και ένα γουργούρισμα οικογένειας». Βέβαια η γενιά της μεγάλωσε με Μπητλς, Ντίλαν και Τζόαν Μπαέζ, τη δεκαετία του 1960. Ωστόσο όλα αυτά είχαν εγγραφεί σαν πληροφορία μέσα της. «Δεν είχα δηλαδή τον Βαμβακάρη ούτε τη σμυρναίικη σχολή σαν παιδεία. Στο ρεμπέτικο μπαίνω από τη στιγμή που με επέλεξε ο ίδιος ο Τσιτσάνης να τραγουδήσω τραγούδια του και περνάω σιγά σιγά στο λαϊκό τραγούδι όπως το αντιλαμβάνεται η γενιά μου» συμπληρώνει η Γαλάνη.


Ποιο είναι όμως το ζητούμενο από τη σκοπιά της ερμηνεύτριας; «Θέλω να γίνω ξαφνικά ακροατής του εαυτού μου και να μπω σε μια παρέα που τραγουδάει τα τραγούδια. Να ακουμπήσω σε ένα υλικό που είναι περασμένο στην παιδεία μου μέσα από παιδικά ακούσματα. Όχι με το δέος απέναντι σε αυτή τη γυναίκα που αποτελεί μια τεράστια σχολή τραγουδιού, αλλά με την ησυχία του ακροατή που έχει αγαπήσει τα τραγούδια». Έτσι σκοπεύει να τραγουδήσει η Δήμητρα Γαλάνη. Δεν φιλοδοξεί να «χτίσει» ερμηνεία. «Τα περισσότερα τραγούδια που έχει πει η Βέμπο είναι βαλς ή ταγκό. Και αναρωτιόμουν γιατί. Η απάντηση είναι ότι εκείνη την εποχή ο κόσμος χόρευε. Και γι’ αυτό βλέπεις ότι τα περισσότερα τραγούδια έχουν κουπλέ-ρεφρέν, μετά ένα μέρος που η ορχήστρα παίζει το θέμα, και στο τέλος πάλι ρεφρέν χωρίς δεύτερο κουπλέ. Άρα δίνουν έμφαση στο ότι ο κόσμος θα σηκωθεί να χορέψει».

Η Δήμητρα Γαλάνη βρίσκει ότι υπάρχουν τραγούδια της Βέμπο, αλλά και όλης εκείνης της εποχής, τα οποία είναι εξαιρετικά συγκινητικά, με ενδιαφέρον μελωδικό και στιχουργικό, που ο λόγος τους μπορεί με έναν τρόπο να ειπωθεί ακόμη και σήμερα. Άλλα πάλι θα τα χαρακτήριζε ως και γραφικά. Όμως: «Για μένα είναι περισσότερο μια πολιτικοκοινωνική καταγραφή. Όταν ακούω π.χ. “Αγκαλιά εγώ κι εσύ στο αμπαζούρ το θαλασσί” είναι σαν να βλέπω μια παλιά ταινία». Όσο για τη συνεργασία της με τη Νικολακοπούλου αρκούν δύο κουβέντες: «Με τη Λίνα μας συνδέουν πάρα πολλά. Έχω πει από τα πρώτα τραγούδια της, έχουμε γράψει τραγούδια μαζί. Είναι σαν να μιλάω για τη ζωή μου, είναι κομμάτι του εαυτού μου και ένα μεγάλο κομμάτι της πίστης μου στο τραγούδι».

Αργύρης Παπαστάθης

ΒΗΜΑgazino, 18 Ιουνίου 2006, αρ. 296.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ ΣΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ

Με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου που έρχεται, είμαστε περήφανοι που παρουσιάζουμε τρεις συνεντεύξεις από τρεις σημαντικές καλλιτέχνιδες, με άξονα αναφοράς τη Σοφία Βέμπο. Τις συνεντεύξεις από τη Λίνα Νικολακοπούλου, τη Χάρις Αλεξίου και τη Δήμητρα Γαλάνη, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΒΗΜΑgazino (18 Ιουνίου 2006, αρ. 296), έλαβε ο έγκριτος δημοσιογράφος Αργύρης Παπαστάθης. Αφορμή στάθηκε ένα αφιέρωμα στη Σοφία Βέμπο το οποίο επιμελήθηκε η Λίνα Νικολακοπούλου και παρουσιάστηκε στις 24-25 Ιουνίου 2006 στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Συνεχίζουμε σήμερα με τη συνέντευξη της Χάρις Αλεξίου (φώτο: http://www.gothess.gr/) ευχαριστώντας τον Αργύρη Παπαστάθη για την παραχώρηση άδειας αναδημοσίευσης.
Μ.Π.
-----
Της Ελλάδας φωνές

Λίνα Νικολακοπούλου, Δήμητρα Γαλάνη, Χάρις Αλεξίου, μιλούν (και τραγουδούν) για τη μεγάλη Σοφία Βέμπο

Χάρις Αλεξίου: «Είναι ωραίο να μαθαίνω ως σήμερα»

«Η Βέμπο μέχρι σήμερα ήταν και λίγο άγνωστος τόπος για εμένα» παραδέχεται η Χάρις Αλεξίου. «Είναι η πρώτη φορά που την προσεγγίζω ως τραγουδίστρια. Δεν υπήρξε για μένα μια φωνή-πρότυπο. Άκουγα τη Μαρίκα Νίνου, τις τραγουδίστριες του δημοτικού τραγουδιού, του λαϊκού και του ρεμπέτικου. Από εκείνες προσπαθούσα να κλέψω και να μάθω πράγματα». Το αφιέρωμα στη Βέμπο όμως έδωσε συνέχεια στη μακροχρόνια καλλιτεχνική σχέση της Αλεξίου με τη Λίνα Νικολακοπούλου και αποτελεί την αφορμή για να ξαναβρεθεί στη σκηνή με τη Δήμητρα Γαλάνη. «Αυτή η δουλειά είναι περισσότερο δουλειά της Λίνας. Η πρόταση του φεστιβάλ ήρθε μέσα από εκείνη σε μένα και την αποδέχτηλα αμέσως. Ακριβώς επειδή θα ήταν η Λίνα που θα έκανε την επιμέλεια και γιατί είναι μια δεύτερη πρόκληση να βρεθώ με τη Δήμητρα Γαλάνη ύστερα από τόσα χρόνια και να μοιραστούμε τις ερμηνείες αυτών των τραγουδιών. Η Λίνα έχει εντρυφήσει, έχει μελετήσει και έχει μιλήσει σε μένα και τη Δήμητρα για την ιστορία της Βέμπο, αφού την αντιμετωπίζει πλέον και σαν ιστορικός, αναλύοντας πολλές λεπτομέρειες. Με άλλα λόγια, δεν είναι ο άνθρωπος που απλώς έχει επιμεληθεί ένα πρόγραμμα» λέει η Αλεξίου για αυτή τη συνεργασία και συνεχίζει: «Για τα πρόσωπα που έχουν γράψει ιστορία στο ελληνικό τραγούδι, που είναι ψηφίδες του πολιτισμού του τραγουδιού μας, οποιαδήποτε στιγμή είναι κατάλληλη για να τα “επισκεφθούμε”. Είτε σήμερα είτε αύριο».

Η Χάρις Αλεξίου επισημαίνει ότι, εκτός από τα αρχοντορεμπέτικα, το ελαφρό τραγούδι σπάνια το έχει αγγίξει. «Είναι μια άλλη άσκηση, αλλά και μια πρόκληση. Αυτή τη φορά, τραγουδώντας τα τραγούδια που έχει τραγουδήσει η Βέμπο, δοκιμάζω τη φωνή μου σε ένα άλλο ύφος. Αυτό που μου αρέσει είναι ότι προβάρω και ασκούμαι όχι μόνο για να μάθω το τραγούδι, τα λόγια του και τη μουσική του, αλλά και για να μπω σε έναν άλλον “τρόπο”. Βέβαια, πρέπει να περάσω μέσα από τον τρόπο της Βέμπο και μετά να τον φέρω στον δικό μου. Κάτι που κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα τη συμμετοχή μου σε αυτή τη δουλειά, διότι, όταν βρίσκεσαι σε χώρους που δεν έχεις κατακτήσει, μπαίνεις στη διαδικασία να μάθεις. Και είναι ωραίο να συμβαίνει αυτό έπειτα από τόσα χρόνια που είσαι μέσα στη δουλειά».

Πώς σκέπτεται να χειριστεί ερμηνευτικά τα τραγούδια της εποχής του 1940, αλλά και συνολικά το ρεπερτόριο της Βέμπο; «Ορισμένα τραγούδια όπως και να τα πούμε, αν είναι τόσο μαρκαρισμένα από έναν ερμηνευτή, ο κόσμος μπορεί την ίδια στιγμή που το τραγουδάς να ακούει τη φωνή του άλλου μέσα από σένα. Αυτά τα τραγούδια δεν χρειάζονται τη μεγάλη ερμηνεία, απλώς θέλουν τη φωνή σου για να περνούν τα λόγια και η μουσική στο κοινό». Ορισμένα από τα τραγούδια τη συγκινούν αληθινά, ενώ άλλα τα προσεγγίζει σχεδόν ακαδημαϊκά, αφού είναι συνδεδεμένα με μια συγκεκριμένη εποχή. «Αυτό που μου αρέσει σε αυτή την ιστορία είναι ότι δεν στέκομαι με δέος απέναντι στο πώς και στο τι έχει τραγουδήσει η Βέμπο. Στέκομαι με σεβασμό για αυτή τη γυναίκα με την τεράστια αξία και ό,τι κουβαλάει το όνομά της, και πολύ συνειδητοποιημένα θέλω να πω τραγούδια της με τον δικό μου τρόπο. Πολλές φορές είναι ένας λόγος που μου φαίνεται ξένος και στέκομαι απέναντί τους από την πλευρά της ερμηνεύτριας που μαθαίνει έναν ρόλο τον οποίο πρέπει να πει. Με ενδιαφέρει αυτό που σήμαινε και μπορεί να σημαίνει ακόμη για τους Έλληνες».

Αργύρης Παπαστάθης

BHMAgazino (18 Ιουνίου 2006, αρ. 296)
-----

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΛΙΝΑΣ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟΝ ΑΡΓΥΡΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ

Με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου που έρχεται, είμαστε περήφανοι που παρουσιάζουμε τρεις συνεντεύξεις από τρεις σημαντικές καλλιτέχνιδες, με άξονα αναφοράς τη Σοφία Βέμπο. Τις συνεντεύξεις από τη Λίνα Νικολακοπούλου, τη Χαρούλα Αλεξίου και τη Δήμητρα Γαλάνη, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΒΗΜΑgazino (18 Ιουνίου 2006, αρ. 296), έλαβε ο έγκριτος δημοσιογράφος Αργύρης Παπαστάθης. Αφορμή στάθηκε ένα αφιέρωμα στη Σοφία Βέμπο το οποίο επιμελήθηκε η Λίνα Νικολακοπούλου (φώτο: www.musicheaven.gr) και παρουσιάστηκε στις 24-25 Ιουνίου 2006 στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Αρχίζουμε σήμερα με τη συνέντευξη της Λίνας Νικολακοπούλου, ευχαριστώντας τον Αργύρη Παπαστάθη για την παραχώρηση άδειας αναδημοσίευσης.

Πιστεύουμε ότι η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, η γνώση των μορφών που προϋπήρξαν και διαμόρφωσαν τον πολιτισμό μας, τιμά αυτούς που αγωνίστηκαν και πέθαναν στους πολέμους περισσότερο απ’ όσο χίλιες παρελάσεις, δηλώσεις και δεξιώσεις. Γι’ αυτό και κάνουμε δημόσια πρόταση, αντί παρελάσεων (μαθητικών και στρατιωτικών) να διοργανώνονται σε κάθε «εθνική επέτειο» συναυλίες ελληνικού τραγουδιού σε όλη την Ελλάδα. Μπορεί τα τεθωρακισμένα να φυλάνε τα σύνορα, αλλά τα τραγούδια φυλάνε τη ψυχή μας. Και δεν εννοούμε κάποια «εθνική» ψυχή, αλλά τη ψυχή τη δική σου και τη δική μου, τα μυαλά και την αισθητική μας.
Μουσικά Προάστια



-----
Της Ελλάδας φωνές

Οι Λίνα Νικολακοπούλου, Δήμητρα Γαλάνη και Χάρις Αλεξίου μιλούν (και τραγουδούν) για τη μεγάλη Σοφία Βέμπο

του Αργύρη Παπαστάθη

«Και εσύ αν μου χτυπούσες την πόρτα, φοβισμένος και με σπασμένο κεφάλι, θα σ’ έβαζα στο σπίτι και θα σε φιλοξενούσα». Τον Νοέμβριο του 1973, η Σοφία Βέμπο ήταν αρκετά μεγάλη και πολύ καταξιωμένη για να μασήσει τα λόγια της στον αξιωματικό που ζήτησε να μάθει αν αληθεύει η πληροφορία ότι το προηγούμενο βράδυ, το βράδυ των γεγονότων στο Πολυτεχνείο, είχε κρύψει στο διαμέρισμά της – γωνία Στουρνάρη και Πατησίων, 100 μέτρα από την πύλη – κυνηγημένους φοιτητές. Η Βέμπο άλλωστε είχε βρεθεί σε πολλών λογιών πεδία μάχης στη ζωή της. Εδώ είχε επιβιώσει από τα καλέσματα στις χουντικές εορτές κακογουστιάς! Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας, στο Καλλιμάρμαρο, είδε η Λίνα Νικολακοπούλου για πρώτη και τελευταία φορά την εθνική τραγουδίστρια επί σκηνής. Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

«Ο πατέρας μου ήταν εν ενεργεία στρατιωτικός, ταξίαρχος, με ένα μεγάλο προτέρημα, ότι ποτέ δεν προπαγάνδισε στο σπίτι υπέρ του καθεστώτος. Μία ημέρα του δώσανε κάτι προσκλήσεις για μια γιορτή στο Καλλιμάρμαρο και, χωρίς να θέλει να παραστεί ο ίδιος, έφερε τις προσκλήσεις στο σπίτι και έτσι πήγα με τη μητέρα μου. Θυμάμαι ότι φορούσα ένα μίνι άσπρο φουστάνι – ήταν στη μόδα εκείνη την εποχή – και ότι ένιωθα άβολα μέσα στο λεωφορείο. Εκείνο το βράδυ, είδα μια γυναικεία φιγούρα ανεβασμένη σε ένα υπερυψωμένο επίπεδο και γύρω γύρω σκοτάδι. Και επειδή δεν κινιόταν, δεν καταλάβαινα αν ήταν η ίδια η Βέμπο ή είχανε βάλει ένα ομοίωμά της. Η φωνή ακουγόταν εξωπραγματική. Θυμάμαι τους τσολιάδες, τους χορευτές, τους αρχαίους Έλληνες και τις επτά πληγές του Φαραώ, αλλά για χρόνια δεν ήξερα αν όντως είχα δει τη Βέμπο ζωντανά. Εφέτος το ρώτησα και έμαθα τελικά ότι η ίδια είχε πάει» περιγράφει η Νικολακοπούλου. Δεν έχει ξεχάσει ακόμη το πόσο μεγάλη ήταν η κλίμακα του σταδίου και τον κόσμο που έμπαινε σαν ποτάμι. Το στάδιο ήταν κατάμεστο από μαθητές από όλα τα σχολεία της Αθήνας. Ανάμεσα στα χιλιάδες παιδιά βρέθηκε εκεί, εκτός από τη μικρή Λίνα, μαθήτρια της Α’ Γυμνασίου τότε, η λίγο μεγαλύτερή της και επίσης μαθήτρια Δήμητρα Γαλάνη.

Έπειτα ήρθαν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και η Σοφία Βέμπο ξαναβρήκε την παλιά της ορμητικότητα. Έστω για λίγο. Παρά την επιβαρημένη υγεία της. «Η μάχη για την ελευθερία ενάντια στον φασισμό υπήρξε σταθερό σημείο αναφοράς στη ζωή της. Εκείνη την περίοδο είχε αποσυρθεί από το τραγούδι, αισθανόταν πικραμένη και άδεια, και το Πολυτεχνείο τη ζωντάνεψε» σχολιάζει σήμερα η Λίνα Νικολακοπούλου. «Προσπαθώ να διακρίνω το κίνητρό της. Από πού πήγαζε δηλαδή όλη αυτή η δύναμη και η ενέργειά της να τρέχει σε νοσοκομεία και καταστρώματα πλοίων, να σκαρφαλώνει στα φυλάκια την εποχή του πολέμου και να θέτει τον εαυτό της στην υπηρεσία του τόπου. Βλέπω τη Βέμπο να γίνεται δυνατή ίσως γιατί έπρεπε να ισορροπήσει κάτι άλλο μέσα της. Όλο αυτό το δόσιμο γιάτρευε την ίδια. Ήξερε ότι είχε μεγάλη δύναμη και ένα εκτόπισμα που δεν πιστεύω ότι μπορούσε να το δαμάσει αλλιώς. Αυτό ήταν η ζωή της, η επικοινωνία με τον κόσμο. Και είναι κάτι που δεν ξέρω αν πρόλαβε να ερμηνεύσει μέσα της. Με το που τελείωσε η ζωή της καλλιτεχνικά, λίγο μετά πέθανε».

Πώς σκέπτεται η Νικολακοπούλου να χειριστεί το πλούσιο υλικό των τραγουδιών τα οποία ερμήνευσε η Βέμπο σε δεκάδες επιθεωρήσεις, από το 1933 ως το 1965; «Όταν ξέρω ότι έχω να αντιμετωπίσω πολύ κόσμο, μαζεμένο και ακίνητο, αισθάνομαι την υποχρέωση να προσφέρω την καλύτερη διαδρομή που μπορώ. Σαν να είμαι ο ξεναγός των επιβατών ενός πούλμαν».

Εκτός από το δέσιμό της με την ποίηση, ελληνική και ξένη, τα τραγούδια που αγαπούσε πάντα η Λίνα Νικολακοπούλου απείχαν πολύ από το ύφος των τραγουδιών της Βέμπο. «Σαν παιδιά ξέρουμε τον εαυτό μας. Από πολύ μικρή κατάλαβα ότι υπήρχε κάτι που με έκανε ευτυχισμένη ή μελαγχολική, κάτι διαφορετικό από ό,τι τα άλλα παιδιά. Από μικρή με γιάτρευε, με παρηγορούσε το τραγούδι, μεγάλωσα με το αφτί κολλημένο στο ραδιόφωνο…». Αργότερα ήρθε η «γνωριμία» με τους ανθρώπους που τη χάραξαν, καθώς τραγουδούσε στο «νησάκι», έξω από τα Μέθανα όπου μεγάλωσε, τα απαγορευμένα τραγούδια του Θεοδωράκη, μαζί με την παρέα της. «Ο λόγος του Γκάτσου με τη μουσική του Χατζιδάκι, αλλά και ο λόγος, η μουσική και η ερμηνεία του Σαββόπουλου ήταν τα μαγικά κλειδιά που ξεκλείδωναν τα δικά μου πράγματα, που μου ελευθέρωναν τον δρόμο να μιλήσω και εγώ με προσωπικό τρόπο». Πώς άρχισε όλο αυτό το «ξεκλείδωμα»; Λίγο τυχαία. «Ήταν το 1965. Εγώ διάβαζα όπως κάθε παιδί ‘Κλασσικά Εικονογραφημένα’, ‘Μικρό Ήρωα’, ‘Μικρό Σερίφη’. Περιέργως μια φορά ήρθε το καράβι στα Μέθανα και μαζί με αυτά τα έντυπα είχε φέρει και ένα μικρό βιβλίο, μια ανθολογία ελληνικής ποίησης. Εκείνη την ημέρα δεν ήθελα κανένα άλλο περιοδικό και ζήτησα από τη μητέρα μου εκείνο το βιβλίο. Αφορμή ήταν ένα υπερρεαλιστικό ποίημα στην πρώτη σελίδα. Μπορεί να ήταν του Νικήτα Ράντου, δεν θυμάμαι. Το πήρα μαζί μου στη θάλασσα και άργησα να μπω. Εκεί κατάλαβα ότι κάτι γίνεται…». Και έπειτα, κάποια στιγμή πήγε στο Πανεπιστήμιο. «Στο Πάντειο έγινε η μοιραία συνάντηση με τον Κραουνάκη και από εκεί άρχισα να γράφω. Ανοίγω την πόρτα σε ένα αμφιθέατρο και βλέπω τον Κραουνάκη στο πιάνο να παίζει…».

Τώρα πια όμως, η ίδια γράφει λιγότερο από ό,τι παλιά. «Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια μεγάλη περίοδος τελευταία κατά την οποία αυτό που ήξερε ο κόσμος από εμένα σαν συχνότητα δεν το βλέπει» παραδέχεται. «Τα τελευταία χρόνια έχω δεχθεί μέσα μου την ανάγκη να με δω και έξω από αυτή τη συνθήκη, να δω πως θα μπορούσα να ζήσω χωρίς να γράφω. Είμαι ψύχραιμη απέναντι σε αυτό. Νομίζω ότι αυτό που μένει είναι ότι είμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να ξαναμπώ μέσα στην πυρά και να προσπαθήσω».(…)
Αργύρης Παπαστάθης
ΒΗΜΑgazino, 18 Ιουνίου 2006, αρ. 296.
-----

Το αφιέρωμα συνεχίζεται στις 25 Οκτωβρίου με τη συνέντευξη της Χάρις Αλεξίου και ολοκληρώνεται την 28η Οκτωβρίου με τη συνέντευξη της Δήμητρας Γαλάνη (Μ.Π.).

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007

ΟΙ ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΙ ΚΟΛΥΜΒΗΤΕΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΚΥΨΕΛΗΣ


Ανοιχτή συναυλία των Χειμερινών Κολυμβητών!

Που; Στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, Φωκίωνος Νέγρη 42

Πότε; Παρασκευή 19 Οκτωβρίου (αύριο), στις 21.00

Γιατί; Γιατί η Δημοτική Κίνηση "Ανοιχτή Πόλη" συζητάει για τα προβλήματα του Δήμου Αθηναίων μετά μουσικής.


Δεν θα είμαστε σκληροί μαζί σας, για αυτό και δεν σας λέμε να πάτε από τις 18.30 για να ακούσετε την Άννα Φιλίνη να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους πρέπει να κατέχει ταυτόχρονα δύο θέσεις - βουλευτής και δημ. σύμουλος - κόντρα σε κάθε έννοια αριστεροσύνης (γλυκές μου θεσούλες), ή για να μάθετε τις ασυνάρτητες απόψεις του Γρηγόρη Ψαριανού περί ναρκωτικών, ομοφυλοφιλίας κλπ (από καλαμπουράκια άλλο τίποτα).

Αρκεί να περάσετε το βραδάκι, για άλλο ένα μουσικό ταξίδι στη Μυροβόλο, στην Αρτζεντίνα και στο Μικρό Καφέ. Παρασκευή στις 21.00 λοιπόν, στην Κυψέλη, με τον Αργύρη Μπακιρτζή και τα μυαλά στα κάγκελα.

-----


Υ.Γ. (για απόντες): Ιδού και φωτογραφικό πειστήριο (φώτο: Γιώργος Παπαγγελής) της μοναδικής αυτής νύχτας με Αργύρη Μπακιρτζή και λοιπούς Χειμερινούς Κολυμβητές σε δράση:

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2007

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΚΑΪΦΥΛΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΛΟΪΖΟ


Δε συνηθίζουμε να ανοίγουμε ξένη αλληλογραφία. Αλλά όταν αποστολέας είναι ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας (φώτο: http://www.mic.gr/) και παραλήπτης ο Μάνος Λοΐζος (φώτο: http://www.melodia.gr/), τότε ίσως να μην είναι και τόσο ξένη. Ίσως να περιέχει και ένα μικρό κομμάτι από τον καθένα μας, ίσως και να 'ναι το κομμάτι μας που πήρε μαζί του ο Λοΐζος φεύγοντας τον Σεπτέμβρη του '82. Ευχαριστούμε τον κ. Γκαϊφύλλια για την άδεια αναδημοσίευσης του κειμένου, και ευχόμαστε καλή αρχή με το νέο του ιστολόγιο.
Μ.Π.

-----

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

Καλέ μου φίλε Μάνο

απο καιρό ήθελα να σου γράψω, αλλά βλέπεις οι δουλειές, τα παιδιά, δύσκολα πια μένει χρόνος.

Κάθε φορά όμως που κάτι συμβαίνει στην παρέα, έρχεσαι στο μυαλό μου,και λέω "άραγε τα ξέρει αυτά ο Μάνος;". Μάθε λοιπόν ότι ο Στράτος απ' τα Μέγαρα έχει τώρα έναν καφενέ πίσω απ' το σταθμό.

Στη ταμπέλα ζωγράφισε μια όμορφη γοργόνα και κάθε φορά που μπαίνει η Ευδοκία στο μαγαζί βάζει στο μαγνητόφωνο το ζεϊμπέκικο που σου άρεσε.

Τώρα δεν γίνονται διαδηλώσεις κάθε πρώτη Μαϊου, αλλά κάθε φορά που μαζεύονται ο Μπράουν, ο Φίσερ κι ο Κράφτ, για να διαλέξουν την καινούργια χωματερή, στην οποία θα αδειάσουν τις αποθήκες τους απ' τα όπλα που τους περισσεύουν.

Τα παιδιά φορούν μπλουζάκια με τη στάμπα του Τσε και τραγουδούν το τραγούδι του δρόμου. Οι μπάτσοι που φοβούνται μην ξεσπάσει ο Τρίτος παγκόσμιος πόλεμος στήνουν και πάλι συρματοπλέγματα.

Ο Σεβάχ θέλησε το μερτικό του απ' τη χαρά αυτού του κόσμου και με πλαστό πασαπόρτι ανέβηκε σ' ένα γέρικο καράβι κι έφυγε νύχτα, μακριά απ' τον πόλεμο που άναψε ο Τζο. Τα τελευταία λόγια του ήταν...
"Αχ πατρίδα μου καημένη / άλλο τίποτα δεν μένει".

Θέλω να σου γράψω ευχάριστα, ρε Μάνο,αλλά όλα γύρω μου
χλιαρά και παλλόμενα.
Ο Έλληνας, ίδιος μέρμηγκας, στη δουλειά και στον αγώνα, κι η νοικοκυρά στο σίριαλ.

Μη με ρωτάς που πάμε.

Το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι εκείνο το όμορφο παιδί που δεν γεννήθηκε ακόμα.

Είναι εκείνη
η πιο όμορφη θάλασσα που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.

Το παλιό ρολόϊ στον τοίχο λέει πως
σε πέντε ώρες ξημερώνει Κυριακή.

Θα πω μια καλημέρα στον ήλιο και για λογαριασμό σου κι ελπίζω να 'χεις δίκιο, ρε Μάνο, που πάντα λες πως τίποτα δεν πάει χαμένο.

Ο φίλος σου Θανάσης.

-----

Θανάσης Γκαϊφύλλιας
Ιστολόγιο "Romanticoffender"

Το γράμμα στον Μάνο Λοΐζο το διαβάσαμε ΕΔΩ

Και ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα του Γκαϊφύλλια μαζί με μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη, θα τα διαβάσετε ΕΔΩ

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΚΛΙΚΑ"


Σήμερα αναδημοσιεύουμε μία συνέντευξη που μας άρεσε πολύ. Ο Στέλιος Βαμβακάρης (φώτο: www.klika.gr), συνθέτης και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και φυσικά γιος του μεγάλου Μάρκου, μίλησε για τον πατέρα του στο διαδικτυακό περιοδικό "η Κλίκα" (αρ.1, Μάιος 2005). Και αυτά που είπε πρέπει να διαβαστούν από κάθε θαυμαστή και θαυμάστρια του Ρεμπέτικου τραγουδιού, αυτού του μοναδικού πολιτισμικού φαινομένου που συνεχίζει να γοητεύει και να συγκινεί. Ευχαριστούμε την "Κλίκα" για την άδεια αναδημοσίευσης της συνέντευξης. Την πολύ ενδιαφέρουσα ύλη του περιοδικού (το οποίο θα αποτελέσει και αντικείμενο μελλοντικής αναφοράς μας) μπορείτε να τη διαβάζετε εδώ: www.klika.gr
ηρ.οικ.
-----

Κλίκα: Τι είναι αυτό που έβαλε ο Μάρκος στη μουσική, στο λαϊκό τραγούδι;

Σ.Β: Πρέπει να βάλουμε τα πράγματα στην θέση τους, ο Μάρκος είναι η αρχή το άλφα της λαϊκής μουσικής. Ο λόγος του, η σύνθεση, η φωνή του είναι η αρχή του θέματος που λέγεται μπουζούκι. Ήταν ο άνθρωπος που για το μπουζούκι πλήρωσε ακριβά. Τίμημα της ξεφτίλας, γιατί νόμιζαν ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν του πεζοδρομίου, ενώ ήταν άγγελοι που μπήκαν σ’ αυτό τον χώρο, μπήκαν στη μουσική και διδάξανε. Και η τετράς είναι μες το παιχνίδι, από αυτούς τους ανθρώπους ξεκίνησε το θέμα της μουσικής. Αρχηγός ήταν ο Μάρκος γιατί αυτός λανσάρισε τα πρώτα τραγούδια με το μπουζούκι.

Ο Μάρκος έβγαλε την ψυχή του, θυσιάστηκε για το μπουζούκι, για να φέρει το ελληνικό στοιχείο στη μουσική τη δεκαετία του ’30 που κυριαρχούσε η μίμηση του ευρωπαϊκού στοιχείου, δηλαδή η οπερέτα, η καντσονέτα κλπ. Όταν ο Μάρκος έπαιζε και τραγούδαγε «Έπρεπε να ’ρχόσουνα μάγκα μου στον τεκέ μας» και «Εφουμέρναμ’ ένα βράδυ» και έβαλε αυτήν την πενιά μέσα στο θέμα, άλλαξε όλο το πακέτο και τα γραμμόφωνα από …τόσα που ήτανε γίνανε …χίλια τόσα, έγινε μια επανάσταση.

Ούτε κράτησε αυτό καθαυτό το ανατολίτικο στοιχείο…

Ο Μάρκος ότι έγραφε ήταν από το Βυζάντιο ή και πριν από το Βυζάντιο. Ο Θεός ο Πάνας έπαιζε με ένα ταμπούρλο ή κάτι τέτοιο. Ο Μάρκος έπαιζε το μπουζούκι και τον συνόδευε ο χτύπος από ένα …κουτί που χτύπαγε ο Σκαρβέλης ή ο Καρίπης, αυτοί που του παίζανε κιθάρα και γράψανε τον πρώτο δίσκο. Έχει ένα χτύπημα μπουζουκιού και ένα κρουστό που το συνοδεύει και από κει ξεκινάνε όλα. Η σύλληψη της μουσικής του Μάρκου έχει στοιχεία πολύ Ελληνικά. Ο Μάρκος έβαζε τον εαυτό του, τη μαγκιά του, το αρσενικό θέμα.

Το άκουσμα του μπουζουκιού του Μάρκου τα πρώτα χρόνια δίνει την εντύπωση ότι είναι ένα όργανο-ορχήστρα, που δε χρειάζεται ακομπανιάρισμα.

Ναι, ακούς το Μάρκο και νομίζεις ότι παίζουν άλλα δυο μπουζούκια, γιατί παίζει ανοιχτά και είναι άλλα τα χρώματά του. Το καραντουζένι λαλεί διαφορετικά από το Ρε-Λα-Ρε, έχει έναν άλλο ήχο που κουμπώνει τέλεια. Τα τραγούδια του είναι βουτηγμένα στο μεράκι στον έρωτα στο περιθώριο…

Ο Μάρκος ξεκινάει στο μπουζούκι γύρω στο 1925 που υπήρχαν μπουζούκια με στριφτάρια και δεσμούς, αλλά και τάστα. Ο ίδιος ξεκινάει με την ευρωπαϊκά συγκερασμένη ταστιέρα και το Ευρωπαϊκό κούρδισμα;

Όχι, ο Μάρκος ξεκινάει μεν με την ευρωπαϊκή ταστιέρα, αλλά το θέμα του Μάρκου είναι το καραντουζένι. «Κατέβαζε» τις χορδές στο Σολ, στο Σι μπεμόλ, στο Ντο και μαλακώνανε οι χορδές και γλύκαινε την πενιά με τη φωνή του, κούρδιζε πάνω στη φωνή του.

Όλοι κουρδίζανε Ρε-Λα-Ρε, ενώ ό Μάρκος στα πρώτα του τραγούδια, τα μάγκικα, έβαζε το Καραντουζένι. Στα 21 τραγούδια που έχει κάνει στην Κολούμπια από το ’32 έως το ’34-’35 δηλαδή. Ο Μάρκος το Καραντουζένι το άκουσε από μπουζουξήδες στη Σύρα και αργότερα στον Πειραιά. Στη Σύρα υπήρχε ο Στραβογιώργης, ο Βαφέας ο Κουρέας, από κει άκουσε και αργότερα από το Νίκο τον Αϊβαλιώτη στο Πειραιά και το Σκριβάνο. Ήτανε μάγκες αυτοί, Πειραιώτες και παίζανε μπουζούκι στο λιμάνι στον Πειραιά, εκεί που ξεκίνησαν όλα. Ο Μάρκος άκουσε αυτό το πράγμα, έβαλε τις ρίζες και το καλλιέργησε.

Οι ρυθμοί που χρησιμοποιούσαν πριν εμφανιστεί ο Μάρκος ήταν και καλαματιανά, και τσάμικα, και συρτά, ενώ ο Μάρκος μπαίνει κατευθείαν 9/8 και 2/4. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Ο Μάρκος είναι 9/8. Τα τραγούδια του έτσι εκφράζονται. Μην ξεχνάς πώς ήταν και καταπληκτικός χορευτής του ζεϊμπέκικου. Έγραφε την «Άτακτη», το «Τι πάθος ατελείωτο» ή παλιότερα το «Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς» και μέσα στα ίδια τα λόγια ήταν το ζεϊμπέκικο. Έφτιαχνε την τελετή της έκφρασης του καθενός που ακούει αυτά τα τραγούδια και τα χορεύει. Τα τραγούδια «Κάντονε Σταύρο», «Αντιλαλούν οι φυλακές», όλα αυτά τα ζεϊμπέκικα, αυτοί που τα χορεύουν τα νοιώθουν. Για τις βεργούλες έγινε φόνος για να χορέψει κάποιος μόνος του…

Τα 9/8 είναι ρυθμός που περιέχει όλο το θέμα. Σε φέρνει σε επαφή με το όργανο, σε κάνει και γλεντάς, είναι χορός αρσενικός, μάγκικος.

Το «Ψεύτικος είναι ο ντουνιάς» που ανέφερες, παρότι είναι μεγάλο τραγούδι δεν τό ’χω ακούσει ποτέ σε κέντρο.

Αυτοί που έχουν τα λεφτά και πάνε και τα πληρώνουν χοντρά στα μαγαζιά, δε γουστάρουν ν’ ακούνε ότι «ψεύτικος είναι ο ντουνιάς και ψεύτικη η ζωή μας, αφού στην μαύρη γη θα μπει μια μέρα το κορμί μας», ότι δηλαδή όσα και να ’χουν, δεν είναι τίποτα , ένα …φου να έγινε και έσβησαν όλα, ο κάθε άνθρωπος χάνεται όσα και να ’χει. Ο Μάρκος αν έκανε ό,τι έκανε και μπόρεσε κι «έκανε την τσάρκα του», την έκανε αγνά, δεν μπήκε στο παιχνίδι κανενός, δεν έγραψε τραγούδια κατά παραγγελία, μέχρι την τελευταία στιγμή που πέθανε ήταν η ζωή του κόλαση.

Όταν ο Μάρκος παίζει με την τετράδα ο κόσμος που πάει να τον ακούσει είναι του περιθωρίου;

Όχι, στην παράγκα του Σαραντόπουλου πήγε όλη η κοινωνία και τον άκουσε. Μαζεύονταν από όλη την Αθήνα με τις άμαξες, ήθελες ένα μήνα για να βρεις τραπέζι και εκεί ο Μάρκος μαζί με την «Τετράδα» άλλαζε την πορεία της μουσικής αυτού του τόπου.

Δηλαδή στην ουσία ο Μάρκος βγάζει το μπουζούκι απ’ το περιθώριο;

Βέβαια, βάζει το μπουζούκι στα βάσανα και τις αγωνίες των ανθρώπων, εκφράζει το λαό μέσα από το όργανο. Τα τραγούδια που έκανε ο Μάρκος και οι ρεμπέτες είναι κατευθείαν επιστολή και αποστολή μες την ψυχή για να χορέψεις και να εκφραστείς. Κάθε πενιά, κάθε τραγούδι είναι και μια σταγόνα ψυχή, μια σταγόνα αίμα είναι τροφοδοσία για την ψυχή, είναι σαν φάρμακα, σαν την πενικιλίνη, είναι το Θείο Δώρο. Η μουσική είναι τέχνη, είναι το ταξίδι για να λυτρωθείς.

Ο Μάρκος πήρε από άλλους στίχους για τα τραγούδια του;

Όχι. Του ήταν εύκολο να γράφει ένα σωρό στίχους, ώστε δεν χρειαζόταν να πάρει. Αντίθετα μάλιστα, έδινε σε άλλους.

Για παράδειγμα;

Το «Όταν μπουκάρω στον τεκέ» του Ανέστου. Οι στίχοι είναι του Μάρκου.

Το ’54 ο Μάρκος βγάζει ένα δίσκο με το «Συμφέρον» απ’ τη μια μεριά και το «Πολλά είδανε τα μάτια μου» απ’ την άλλη, δυο εκπληκτικά τραγούδια και αμέσως μετά σταματά τη δισκογραφία. Απ’ τη στιγμή λοιπόν που είχε τη δυνατότητα να γράφει τέτοια τραγούδια, γιατί τον έβαλαν στο περιθώριο;

Γιατί τότε άρχισε να επιβάλλεται το «τουρκοπρεπές» και το «ινδοπρεπές», με αποτέλεσμα όσοι δεν ακολούθησαν αυτό το είδος να περιθωριοποιηθούν. Τότε έγραψε και ο Παππαιωάννου τις «Βαλίτσες» και το «Βγήκε ο χάρος να ψαρέψει», καταπληκτικά τραγούδια που δεν είχαν την τύχη που τους έπρεπε, γιατί τότε άρχισε να μεσουρανεί το τσιφτετέλι και βγήκε και το ρεύμα μικρόφωνα και τα λοιπά και άρχισαν να οι τραγουδιστές να φαίνονται κι από την εμφάνιση τους με τα ρούχα και τα ξενόκουμπα που φορούσαν. Και όσοι είχαν «μασέλα», δηλαδή ήταν μεγαλωμένοι και δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν αυτό το στυλ και ήδη τους είχαν ξεζουμίσει οι εταιρείες, έμπαιναν στην άκρη.

Το γεγονός ότι ο Μάρκος ήταν δημιουργός που συνήθως τραγουδούσε ο ίδιος τα τραγούδια του έπαιξε ρόλο στην περιθωριοποίησή του; Γιατί αν δεν κάνω λάθος εκείνη την περίοδο αρχίζουν να προβάλλουν τους τραγουδιστές…

Βέβαια γιατί τους τραγουδιστές τους ελέγχουν πιο εύκολα, ενώ ο δημιουργός έχει άλλες απαιτήσεις, δεν κουμαντάρεται έτσι εύκολα. Αυτό γίνεται ακόμα και τώρα. «Φυτεύουν» έναν τραγουδιστή, κάνει την τσάρκα του για ένα εξάμηνο και μετά άλλον, κι άλλον… Τη μια κάνουν εκατό χιλιάδες δίσκους, βραβεία κλπ, και μετά ξαφνικά χάνονται. Υπάρχουνε πολλοί τραγουδιστές που κάνουν …ενάμισι δίσκο και εξαφανίζονται.

Τι θα έλεγε γι’ αυτά τα φαινόμενα αν ζούσε σήμερα ο Μάρκος;

Μα ό,τι έλεγε πάντα: «Της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη»!

-----

Περιοδικό "Κλίκα", αρ. 1, Μάιος 2005.

http://www.klika.gr/cms/index.php?option=com_content&task=view&id=64&Itemid=68


η Κλίκα: Διαδικτυακό Περιοδικό για το λαϊκό τραγούδι

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΕΒΑΡΑ


Σαράντα χρόνια από τη δολοφονία του Ερνέστο (Τσε) Γκεβάρα κλείνουν στις 9/10. Καμία όρεξη για επαναστατική γυμναστική και αγιοποιήσεις δεν έχουμε. Η μνήμη εξάλλου άλλοτε χρησιμοποιείται ως έναυσμα για συνεπή πράξη, και άλλοτε ως άλλοθι για να δικαιλογηθεί ο συμβιβασμός. Ο Μάνος Λοΐζος τουλάχιστον πέθανε νωρίς, με αμόλυντο το μάτωμα της άνοιξής του.

Τσε

Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα
Μια φωτογραφία σου απ' τα ξένα

Απ' αυτές που κρατάν οι φοιτητές
Απ' αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές
Απ' αυτές που κρεμάν οι φοιτητές
στην καρδία τους

Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα

Κλείσε το παράθυρο, σφάλισε τις πόρτες
Τρέμω για τον άνθρωπο με τις μπότες

Τι ζητά και στους ίσκιους περπατά
Τι ζητά και για σένανε ρωτά
Τι ζητά και το σπίτι μας κοιτά
κάθε βράδυ

Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα, Τσε Γκεβάρα

Τόσα τριαντάφυλλα, τα 'καψε το χιόνι
Αχ αυτή η άνοιξη με ματώνει

(Στίχοι-Μουσική-Ερμηνεία: Μάνος Λοΐζος, Δίσκος: «Τα τραγούδια του Δρόμου», 1974)

Την λεπτή κλωστή που συνδέει τον Γκεβάρα με τη συλλογική μας συνείδηση την παίρνει ο Ελευθερίου και την τυλίγει γύρω από την κόκκινη Ρόζα. Εκεί έγκειται και η διαχρονικότητα του Γκεβάρα, μορφής που παραπέμπει με την ίδια ευκολία στο Βιετνάμ και στο Κονγκό, στην Αβάνα και στην Τσιάπας, στη Γερμανία του ’19 και στο Παρίσι του ’68. Και όσο υπάρχουν ακόμα εμπόροι που κλείνουν τα νιάτα σου και τα νιάτα μου στο κλουβί, όσο τριγυρνούν οι ίδιοι φονιάδες με άλλα ονόματα, σαν κι αυτούς που έδειξε με τα Τροπάρια του ο κύριος Μάνος το ’77, τόσο η κλωστή συνεχίζει να υφαίνει.

Ρόζα Λούξεμπουργκ

Μπλουζάκι χίπικο και παντελόνι τζιν
και στη καρδιά ζωγραφισμένος ο Γκεβάρα
Στα πορνοστάσια με ουίσκι και με τζιν
παίζουν αλέγκρο τη καρδιά μου σε κιθάρα

Αϊ Ρόζα Λούξεμπουργκ τι σου 'χω φυλαγμένα
Πάνω στο κάρο σ' είδα το εννιακόσια επτά
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως του εικοσιένα
Κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά

Φυλλάδες κίτρινες και πράσινη χολή
τα νιάτα σου, τα νιάτα μου κι οι εμπόροι
Χρυσό πουλάκι δίχως το κλουβί
για σένα κάνουν τον αγώνα οι τζογαδόροι

Αϊ Ρόζα Λούξεμπουργκ τι σου 'χω φυλαγμένα
Πάνω στο κάρο σ' είδα το εννιακόσια επτά
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως του εικοσιένα
Κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά

(Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου, Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη, Δίσκος: «Τροπάρια για Φονιάδες», 1977)

Ο Γκεβάρα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Και πως να είναι άλλωστε, όταν ακόμα και ένας Νίκος Γκάτσος, έξω από κομματικά γραφεία, εμπνέεται από τον Γκεβάρα για να τραγουδήσει τα ‘βάσανα του κόσμου’. Σάτιρα και κοινωνική ανάλυση συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα με τη μουσική του Δήμου Μούτση, χωρίς κανενα διαπιστευτήριο ιδεολογικής καθαρότητας. Ευτυχώς.

Σαν τον Τσε Γκεβάρα

Κουρασμένοι εργάτες μ' ένα σάκο στις πλάτες
δούλευαν σε τρένο φορτηγό
κάτι εργάτες μ' ένα σάκο στις πλάτες
ούτε συ τους ξέρεις αλλά ούτ' εγώ.

Κάτω στην Κορινθία μένει κάποια μου θεία,
παντρεμένη μ' ένα κυνηγό
στην Κορινθία κυνηγάει κι η θεία
ούτε συ την ξέρεις αλλά ούτ' εγώ.

Λιβανέζοι και νέγροι στη Φωκίωνος Νέγρη
βγάλαν Ευρωπαίο αρχηγό
χορεύουν οι νέγροι στη Φωκίωνος Νέγρη
ούτ' εσύ τους ξέρεις άλλά ούτ' εγώ.

Είδα κάποιους ανθρώπους στους Αγίους τους Τόπους
να σταυρώνουν πάλι τον Χριστό
κάποιους ανθρώπους στους Αγίους τους Τόπους,
τώρα πια τους ξέρεις και τους ξέρω κι εγώ.

Σαν τον Τσε Γκεβάρα με μια κιθάρα
βάσανα του κόσμου τώρα τραγουδώ
σαν τον Τσε Γκεβάρα μες στην αντάρα
όλα θα τα κάψω κι ας καώ κι εγώ.

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος, Μουσική: Δήμος Μούτσης, Ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς, Δίσκος: «Δρομολόγιο», 1979).

Και φτάνουμε στο σήμερα, δηλαδή στο χθες, που ίσως να είναι και αύριο. Στους μεταλλεργάτες της Χιλής του ’73 που ξαναθάβουν το καλύτερο κομμάτι του χαλκού για το μέλλον. Στους δρόμους της Ευρώπης και στα βουνά του Μεξικού που περιμένουν να αντηχήσουν καινούργια τραγούδια. Να αντηχήσουν σαράντα χρόνια απουσίας – συγνώμη, παρουσίας ήθελα να πω – του Γκεβάρα, όχι μόνο σε σημαίες και πλακάτ, αλλά και στο πάντα ζωντανό ελληνικό τραγούδι.

Χιλή

Της Χιλής τα παραθύρια τα κλεισμένα
μες στη νύχτα μισανοίγουν ένα-ένα
Κι αφουγκράζονται γυναίκες μαυροφόρες
του αρχιπέλαγου το κλάμα με τις ώρες

Στης Χιλής τα περιβόλια τα γεμάτα
οι χωριάτες συχνοβλέπουνε στην στράτα
Το Φιντέλ να πολεμά στη Σάντα Κλάρα
και το σώμα το πεσμένο του Γκεβάρα

Στης Χιλής τα μεταλλεία που στενάζουν
οι εργάτες το χαλκό στον ήλιο βγάζουν
Μα για τ’ αύριο, κρυφά από τον επιστάτη
ξαναθάβουν το καλύτερο κομμάτι

(Στίχοι: Φώντας Λάδης, Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη, Δίσκος: «Τραγούδια της Λευτεριάς», 1978).

Για το τέλος, Μάνος Λοΐζος και «Τσε». Από την ταινία «Τα Τραγούδια της Φωτιάς», σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου (1975):
http://www.youtube.com/watch?v=sD8kiHfRmQ8

Και ένα σημείωμα για τον Τσε από το blog "'Άνθρωποι από καλαμπόκι" ΕΔΩ

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2007

ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΥ


Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του Μετρονόμου...

Τεύχος 26 Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2007

Περιεχόμενα

Ακριβές στιγμές: «Την εκπομπή προσφέρουν…», του Ηλία Κατσούλη

Εντυπώσεις από την «Ιδαία» του κύριου Νίκου!, του Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη

Μιχάλης Τερζής, του Τάσου Π. Καραντή

Η μορφή της Παναγίας στους στίχους του Νίκου Γκάτσου, του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη

Μιχάλης Παπανικολάου, της Τούλας Καρώνη

Για τον Πάνο Γεραμάνη, του Φώντα Λάδη

Ευγένιος Σπαθάρης, του Χάρη Κόντου

Φοίβος Δεληβοριάς, της Μαριάνθης Πελεβάνη

Dasho Kurti, του Aλέξη Βάκη

Αρμενο-ελληνικοί παραλληλισμοί του χορού Γετ ου αράτς, της Ναΐρας Κιλιτσιάν

Ευάγγελος Σωφρονίου, του Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη

Λάκωνες μουσικοί στην Αμερική, του Ηλία Δ. Μπαρούνη

Τα μάτια και τα φρύδια στο λαϊκό μας τραγούδι, του Ανδρέα Καρζή

Από τη ζωή της Σμύρνης: Ο Κοκκινάκης, του Κρικόρ Ζοχράπ (1891)

Η Ελλάδα φάλτσα ζει, του Θόδωρου Βαλσαμίδη

Eurovision 2007 ή αν θέλετε η Μαρία η άσκημη, του Γιώργου Καλαντζή

Πίσω από τα όργανα: Κώστας Σταματάκης, του Γιώργου Αλτή

Ανθολόγιο μουσικών αισθημάτων από την ελληνική πεζογραφία:Το τραγούδι στα δραματικά συμβάντα της ζωής, επιμέλεια: Ηλίας Κατσούλης

Ακροάσεις

ΕΝΘΕΤΟ
Εξώφυλλά, μουσικές και αναμνήσεις από τις 45 στροφές: Τα λαϊκά (β΄ μέρος)

-----

Μην λέμε ξανά τα ίδια και τα ίδια, ο «Μετρονόμος» είναι υποχρεωτική ύλη για κάθε σοβαρό φίλο και φίλη της ελληνικής μουσικής, οπότε βουρρρ όλοι στα περίπτερα. Όταν όμως έχει και συνέντευξη του Φοίβου Δεληβοριά, τότε παθαίνουμε και στερητικό σύνδρομο χωρίς το περιοδικό. Μόνο που υπάρχει το εξής πρόβλημα: Η Γ.Γ.Π.Π.Π.Σ (Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας και Πολιτικού Σχεδιασμού) των Μουσικών Προαστίων βρίσκεται προσωρινά εκτός Ελλάδος. Ποιός καλός άνθρωπος θα αγοράσει και θα κρατήσει ένα τεύχος και για μας; Περιμένουμε τις προσφορές σας.
Μ.Π.

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2007

BLOG "ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΙΒΩΤΟΣ"


Γενικά, τα ιστολόγια χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: α) σε αυτά που περιαυτολογούν και σχολιάζουν τους ανέμους και τα ύδατα της καθημερινότητας, και β) σε αυτά που ασχολούνται με μία θεματική, που έχουν δηλαδή ως σημείο αναφοράς μία κοινωνική πρακτική που εκτείνεται πέρα από το υποκείμενο του blogger. Και οι δύο κατηγορίες ιστολογίων επιτελούν σοβαρό κοινωνικό έργο. Τα πρώτα επιτρέπουν στους συγγραφείς τους να επικοινωνήσουν με τον κόσμο και να ανακαλύψουν και τον εαυτό τους μέσα από την καθαρτική διαδικασία της συγγραφής και της ανάγνωσης, δηλαδή της επιβεβαίωσης. Τα δεύτερα επιτελούν μεν την ίδια λειτουργία, αλλά ταυτόχρονα αποκτούν και μία διαχρονικότητα, πηγαίνοντας πέρα από την εφήμερη χρονογραφική καταγραφή. Αντλούν δηλαδή την οντότητά τους από το ίδιο το αντικείμενο το οποίο καταγράφουν∙ όσο πιο διαχρονικό το αντικείμενο, τόσο πιο διαχρονικά και αυτά. Προσωπικά μου αρέσουν περισσότερο τα δεύτερα, επειδή συνήθως περιέχουν λιγότερο ναρκισσισμό και συμβάλλουν στη διεύρυνση των γνώσεων και των αντιλήψεών μου. Μου αρέσουν δηλαδή επειδή ο συγγραφέας τους, άθελα ή ηθελημένα, συμβάλλει όχι μόνο στη δική του αυτο-ικανοποίηση αλλά και στην εκλέπτυνση των αναγνωστών του.

Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ιστολογίων ανήκει η «Μουσική Κιβωτός». Φυσικά, δεν είμαστε και οι πιο αντικειμενικοί κριτές, καθώς οτιδήποτε ασχολείται με την καλή ελληνική μουσική αγγίζει ευαίσθητες χορδές μας. Όμως, η Κιβωτός κάνει κάτι ακόμα πιο κρίσιμο
: επιτελεί έναν σημαντικό καλλιτεχνικό και κοινωνικό σκοπό, συμβάλλοντας στη διάσωση μουσικών έργων τα οποία έχουν αποσυρθεί από την αγορά. Το ακόλουθο κείμενο-μανιφέστο του ιθύνοντα νου της Κιβωτού εξηγεί το λόγο ύπαρξης και δράσης αυτού του ιστολογίου:

-----
Η Μουσική Κιβωτός επέπλευσε στο διαδίκτυο στις 25 Αυγούστου του 2006.
Ξεκινώντας αυτό το blog έδωσα το στίγμα μιας προσπάθειας παρέμβασης με τα λιγοστά μέσα που διαθέτω, ως μια πράξη πολιτιστικής αντίστασης κόντρα στην αδιαφορία των υποτιθέμενων σχετικών και ενδιαφερόμενων για τον μουσικό μας πολιτισμό, δηλαδή: του Υπουργείου Πολιτισμού, των δισκογραφικών εταιρειών και των εταιρειών είσπραξης και διαχείρισης των πνευματικών δικαιωμάτων των καλλιτεχνών.
Το τραγούδι μας υφίσταται μια ομηρία: Η διάθεση πνευματικού έργου (μουσικής και στίχων) γίνεται υπό αγοραίους όρους και κανείς, ούτε καν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες με τους φορείς τους, δεν έχουν πάρει την κατάσταση στα χέρια τους!
Δίσκοι αποσύρονται, καταργούνται, δεν διανέμονται, δεν ηχογραφούνται, στο όνομα της εμπορικής επιτυχίας και της είσπραξης.
Από την άλλη: Δεν υπάρχει τόπος και τρόπος μελέτης του ελληνικού τραγουδιού συνολικά, πέραν κάποιων προσπαθειών πολιτιστικών συλλόγων και ιδρυμάτων μικρού βεληνεκούς ή εξειδικευμένου ενδιαφέροντος, να στήσουν μια αρχειακή βιβλιοθήκη.Δεν διεκδικώ ούτε πειρατική σημαία, ούτε κάποια πρωτοπορία. Το ψηφιακό αρχείο της ελληνικής μουσικής είναι απαραίτητο και απολύτως εφικτό.. και δεν υπάρχει!! Προσδοκώ στη δημιουργία ενός κέντρου, μιας εξειδικευμένης βιβλιοθήκης, όπου θα μπορεί να πηγαίνει ο ενδιαφερόμενος, να βρίσκει ό,τι επιθυμεί, να μελετά, να ακούει, και εφ' όσον θέλει, να μπορεί να αγοράζει το μουσικό έργο σε ψηφιακή μορφή.
Αυτή η βάση δεδομένων μπορεί να στηθεί από ιδιωτικό μη-κερδοσκοπικό φορέα ή ακόμα και από εμάς, τους απλούς χρήστες του διαδικτύου και τους συλλέκτες μουσικής, με εθελοντική εργασία.

Επειδή κανείς δεν δικαιούται να κλειδώνει στο συρτάρι πνευματικές δημιουργίες και να τις στερεί από τον δημιουργό τους και το κοινό..
Επειδή έχω ξοδέψει ώρες από τη ζωή μου, αναζητώντας καταργημένους δίσκους σε υπόγεια και βρώμικα παλαιοπωλεία..
Επειδή δεν υπάρχει κανένας φορέας να αρχειοθετεί και προστατεύει την ελληνική δημιουργία στο σύνολο της..
Για όλα αυτά…
Στην Κιβωτό μοιράζομαι με φίλους αρχεία καταργημένων δίσκων ελληνικής δημιουργίας, με βάση το προσωπικό μας γούστο και τις αναμνήσεις μας.
Σε περίπτωση επανέκδοσης του έργου, αποσύρεται άμεσα από το blog το αντίστοιχο link για downloading.
Η Μουσική Κιβωτός δεν ανεβάζει νέο υλικό που μπορεί να βρει ο ενδιαφερόμενος εύκολα στα δισκοπωλεία. Όμως ακόμα και το «ανέβασμα» του παλαιού υλικού κινείται στα όρια της παρανομίας, με πλήρη συναίσθηση του uploader:
Πώς μπορεί να διεκδικεί διαφυγόντα κέρδη μια εταιρεία, όταν ή ίδια απαξιώνει και πετά ουσιαστικά στα σκουπίδια το υλικό της;(...)

Μουσική Κιβωτός
-----

Υποθέτω ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου με τέτοια τρομακτική μουσική παράδοση όπως η Ελλάδα, αυτή η λειτουργία θα ήταν κομμάτι κρατικής ή τέλος πάντων συλλογικής μέριμνας. Στην Ελλάδα όμως αυτά είναι ψιλά γράμματα, και έτσι η διάσωση και προβολή της ζωντανής μουσικής μας μνήμης επαφίεται στον ‘πατριωτισμό’ πρωτοβουλιών όπως η Κιβωτός. Βλέπεται, ακόμα και το επιχειρηματικό κεφάλαιο στην Ελλάδα στάθηκε ιστορικά ανίκανο να παράγει, να δημιουργήσει, να ξεφύγει από τη λειτουργία του παρασιτισμού. Έτσι και οι μουσικές εταιρείες μας (με κάποιες πάντα εξαιρέσεις)...κωλύονται να δουν πέρα από τη μύτη τους, δηλαδή πέρα από τα βραχυπρόθεσμα κέρδη τους. Προσοχή αγαπητοί μας αναγνώστες, δεν μιλάμε για έργα της δημοτικής ή ρεμπέτικης παράδοσής μας, κάποια εκ των οποίων στο πέρασμα του χρόνου φυσικό είναι να χάνονται. Μιλάμε για έργα πρόσφατα, έργα που υπάγονται στο νέο ελληνικό τραγούδι, έργα δημιουργών και εκτελεστών με το καλλιτεχνικό ανάστημα ενός Σταύρου Κουγιουμτζή, μιας Μαρίας Δημητριάδη, ενός Νικόλα Άσιμου, μιας Αφροδίτης Μάνου, ενός Χριστόδουλου Χάλαρη, ενός Γιώργου Μεράντζα, ενός Άκη Πάνου βρε αδερφέ και αδερφή. Τι να πεις...καλή συνέχεια στη Μουσική Κιβωτό και περαστικά μας.
ηρ.οικ.

Για κρατήσεις θέσεων στη «Μουσική Κιβωτό» πατήστε εδώ:
http://arcofgreekmusic.blogspot.com

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2007

ΤΟ ΠΡΩΤΟΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΒΑΦΕΙΟ

Λάβαμε και με μεγάλη χαρά δημοσιεύουμε το ακόλουθο δελτίο τύπου, που μπορεί να διαβαστεί και ως συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης μας για το Θέατρο «Βαφείο». Η προγραμματισμένη εκδήλωση καταδεικνύει ότι η υπόθεση κλεισίματος και ξεπουλήματος ενός θεάτρου αφορά όλους τους μουσικόφιλους, και όχι μόνο όσους ασχολούνται με την θεατρική τέχνη. Η υποστήριξη μας είναι δεδομένη.
Μ.Π.


Το «Πρωτόγραμμα» στο «Βαφείο»

Το «Πρωτόγραμμα» είναι ένα μουσικοποιητικό έργο σε μουσική Χαρίλαου Τρουβά και στίχους Γιάννη Ανδρουλιδάκι. Το 2006 ηχογραφήθηκε με ερμηνευτή το Θοδωρή Τσάγγαρη, σε ενορχήστρωση του Roland Hofmann.
Την άνοιξη του 2007 το «Πρωτόγραμμα» κυκλοφόρησε διαδικτυακά μέσα από τη σελίδα
www.protogramma.com. Από τους πρώτους κιόλας μήνες της κυκλοφορίας του έτυχε θερμής υποδοχής από μερικούς φιλόμουσους διαδικτυακούς χρήστες. Οι bloggers Υπερτασική Αριστερά (ypertasikiaristera.pblogs.gr) και Αllu Fan Marx (afmarx.wordpress.com) είναι οι πρώτοι που το παρουσίασαν, ενώ στη συνέχεια στους αναγνώστες του το πρότεινε ο ANemos (naftilos.blogspot.com) καθώς και άλλοι bloggers.
Το «Βαθύ Μπλε του Κάρλο Τζουλιάνι» είναι το τραγούδι που κέρδισε τις περισσότερες εντυπώσεις. Στη σελίδα www.prato.linux.it προτείνεται μεταξύ άλλων 58 ελληνόφωνων αντιπολεμικών τραγουδιών, ενώ έχει δημοσιευθεί και μια απόδοση των στίχων του στα ιταλικά από τον Riccardo Venturi.
Στις 5 και 6 Νοέμβρη, στις 9 η ώρα, στο θέατρο «Βαφείο», θα δοθεί η πρώτη του «Πρωτογράμματος». Το έργο θα ερμηνεύσει ο Θοδωρής Τσάγγαρης ενώ στο πιάνο θα τον συνοδεύσει ο Χαρίλαος Τρουβάς.
Η πρώτη παρουσίαση του έργου συμπίπτει με μια κρίσιμη στιγμή στην ιστορία του «Βαφείου». Ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, με τις ευλογίες της Κτηματικής Εταιρείας του «Δημοσίου», απειλούν τον ιδιαίτερο αυτό θεατρικό χώρο του Βοτανικού. Υπογραφές στήριξης, στο
http://art-os.blogspot.com.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007

ΘΕΑΤΡΟ ΒΑΦΕΙΟ - ΟΧΙ ΣΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ


Αντιγράφουμε από το ιστολόγιο:
http://art-os.blogspot.com/

-----
Το Θέατρο «Βαφείο», είναι ένας σημαντικός χώρος πολιτισμού στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Αγίου Όρους 16 και Κωνσ/λεως 115, στο Βοτανικό. Τα εφτά χρόνια της λειτουργίας του υπήρξε ένα πολύ ζωντανό κύτταρο πολιτισμού, για την τέχνη και την κοινωνία της περιοχής. Αν και ο χώρος είναι μικρός μόλις 140 τ.μ, έχει μεγάλη ιστορική αξία γιατί αποτελεί τμήμα του ιστορικού βαφείου, φινιριστηρίου της οικογενείας Σικ, ιδρυθέν το 1885. Πρόκειται για ένα όμορφο θεατράκι, στο οποίο έχουν γίνει δεκάδες παραστάσεις. Τελευταία δουλειά του ήταν η «Μήδεια» του Ευριπίδη, η οποία ακόμα περιοδεύει στην Ελλάδα και το εξωτερικό και μάλιστα έγινε ταινία, που θα πάει στις Κάνες του χρόνου (με παραγωγό το Στούντιο Άλφα-Δ.Ευαγγελόπουλο και σκηνοθέτες τον Ανδρέα Θωμόπουλο και τον Λάκη Καραλή).

Το κτίριο αυτό το έχει μισθώσει η αστική μη κερδοσκοπική εταιρία θεάτρου «Προσωδία», με επικεφαλής το σκηνοθέτη-μουσικό Λάκη Καραλή και μια ομάδα είκοσι αξιόλογων ηθοποιών, οι οποίοι εντός ολίγου θα είναι άστεγοι, από την ΚΕΔ (Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου), ακολουθώντας το παράδειγμα κι άλλων θεάτρων, όπως το πρώην Θέατρο ‘Εμπρός’. Το κτίριο ήταν εγκαταλειμμένο και σε άθλια κατάσταση, κατοικία τρωκτικών και σκόνης αιώνων, για τουλάχιστον 50 χρόνια. Η ομάδα του «Βαφείου», αφού το μίσθωσε, το αποκατέστησε και το διαμόρφωσε σε θέατρο με κόπο, πόνο και χρήμα.

Το θέατρο ΒΑΦΕΙΟ βγαίνει σε δημοπρασία στις 18 Σεπτεμβρίου 2007 (σ.σ: νέα ημερομηνία: 4 Οκτωβρίου 2007) και αυτός ο θαυμάσιος χώρος θα γίνει μπαρ, σκυλάδικο ή πολυκατοικία, ή θα γκρεμιστεί! Η ΚΕΔ, που υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου, έκρινε ξαφνικά και χωρίς καμιά προειδοποίηση ότι δεν την συμφέρει πλέον η μίσθωση και το πουλάει. Εδώ ανακύπτουν τα εξής ερωτήματα:
1. Αφού το κράτος χρειάζεται ρευστό, γιατί δεν πουλάει ένα από τα χιλιάδες ακίνητα της ΚΕΔ που δεν είναι μισθωμένα, που μένουν ερειπωμένα και σε άθλια κατάσταση, έρμαια των καταπατητών και της φυσικής φθοράς, που στο κάτω-κάτω είναι και μεγαλύτερα σε έκταση και θα κερδίσει περισσότερα;
2. Γιατί, αν έπρεπε να το αξιοποιήσει ή να το πουλήσει, δεν το είχε κάνει εδώ και 50 χρόνια, που ήταν ερείπιο και προτού γίνει θέατρο;
3. Γιατί το πουλάει εν μέσω εκλογών που ο κρατικός μηχανισμός είναι αδρανής, και τόσο αιφνιδιαστικά (1 Σεπτέμβρη το μάθαμε, στις 18 Σεπτέμβρη πουλιέται), γνωρίζοντας πως είναι δύσκολο ένα θέατρο να κατέχει 250.000 Ευρώ (τιμή εκκίνησης) ώστε να πάρει μέρος στη δημοπρασία;
4. Γιατί το συμφέρον του Δημοσίου είναι να καταστρέψει ένα υγιές θέατρο, πουλώντας το σε ιδιώτη και δεν το χρησιμοποιεί διαφορετικά; Πόσα χρήματα θα κερδίσει; Και επιτέλους, το συμφέρον του δημοσίου, δηλαδή της κοινωνίας και όλων των πολιτών τελικά αξιολογείται μονάχα με οικονομικά κριτήρια;
5. Γιατί το Ελληνικό Δημόσιο χαρίζει με επιδοτήσεις δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για ανέγερση αθλητικών εγκαταστάσεων σε Ανώνυμες Εταιρείες όπως είναι οι ΠΑΕ, (βλ. γήπεδο Καραϊσκάκη (Ολυμπιακός), Βοτανικός (ΠΑΟ), και το πολύ πρόσφατο προσύμφωνο του ΟΔΔΥ για το γήπεδο της ΑΕΚ) και την ίδια στιγμή για τον Πολιτισμό και τις μη κερδοσκοπικές εταιρείες (και για ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα) επιφυλάσσει τέτοια αντιμετώπιση; (...)

Βοηθείστε μας! Έχουμε εξαντλήσει κάθε νομική δυνατότητα, δεδομένου ότι είμαστε θέατρο-μη κερδοσκοπική επιχείρηση και τα δικαιώματά μας είναι περιορισμένα, μήπως «συγκινηθεί» ή ευαισθητοποιηθεί κάποιος από τους αρμοδίους φορείς και σταματήσει τον παραλογισμό αυτό. Είμαστε βέβαιοι πως αν ήταν άλλη εποχή, λιγότερο κερδοσκοπική, το ΥΠ.ΠΟ. θα είχε παρέμβει. (...)
Θεωρούμε ότι η βιαστική κίνηση της ΚΕΔ είναι προκλητική και προσβλητική για όλον τον πνευματικό κόσμο της χώρας, κυρίως για τον ύπουλο και βεβιασμένο τρόπο που γίνεται. Τελικά το χρήμα εξουσιάζει κι αποφασίζει στη χώρα αυτή; Άλλη αξία δεν υπάρχει στην Ελλάδα; (...)

http://art-os.blogspot.com/2007/09/18-2007.html
-----

Στο ακόλουθο σύνδεσμο μπορείτε να υπογράψετε και εσείς την ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας ενάντια στον πλειστηριασμό του «Βαφείου»:

http://art-os.blogspot.com/2007/09/blog-post.html

Έως και την 16η Σεπτεμβρίου, την επιστολή είχαν ήδη υπογράψει πολλές προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων. Στη σχετική λίστα ο πολιτικός κόσμος λάμπει δια της απουσίας του - πέρασαν και οι εκλογές βλέπετε - με κάποιες ευχάριστες εκπλήξεις από τον χώρο της αριστεράς (Α. Αλαβάνος, Θ. Δρίτσας, Μ. Μπαλαούρας, Γ. Μπουρνούς, Δ. Στρατούλης, κ.α.). Στα δικά μας, από το χώρο της ελληνικής μουσικής ξεχωρίσαμε τους: Μάνο Ελευθερίου, Χρήστο Λεοντή, Μίκη Θεοδωράκη, Μαρία Φαραντούρη, Διονύση Τσακνή, Νίκο Κυπουργό, Νίκο Τουλιάτο, Βασίλη Λέκκα, Αντώνη Καλογιάννη, Γιάννη Ζουγανέλη, Γιάννη Κούτρα, κ.α. Τα Μουσικά Προάστια έβαλαν και αυτά φαρδιά πλατιά τη τζίφρα τους, ενάντια σε κάθε προσπάθεια ξεπουλήματος χώρων τέχνης στην Ελλάδα. Γιατί όχι κι εσείς;

Να ανυψώσουμε την αισθητική της κοινωνίας, όχι τα κέρδη των μεγαλοκαρχαριών.

Ελεύθερη πρόσβαση στα επιτεύγματα της τέχνης για όλους.

Μουσικά Προάστια

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΧΟΥΛΙΑΡΑ ΣΤΟΝ ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ

Συνεχίζοντας τη συνεργασία μας με τον ποιητή Σωτήρη Κακίση, αναδημοσιεύουμε σήμερα τη συνέντευξη που του παραχώρησε ο γνωστός ζωγράφος, συγγραφέας αλλά και συνθέτης Νίκος Χουλιαράς (φώτο: Σωτ. Κακίσης). Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΒΗΜΑgazino, στις 24 Σεπτεμβρίου 2006. Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Κακίση για την παραχώρηση άδειας αναδημοσίευσης της συνέντευξης.
Μ.Π.
-----


ΝίΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡάΣ:

«Η μελαγχολία είναι πιο ενδιαφέρουσα από την ευτυχία»...


από τον
ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ.

Αναβιώνει στην εποχή μας το μύθο του απόλυτου δημιουργού. Από τη μουσική στη ζωγραφική πάντα, από την ποίηση στην πεζογραφία εναλλάξ, ο Νίκος Χουλιαράς καταφέρνει ίσως το πιο δύσκολο σε μια εποχή ειδικοτήτων και αυτοπεριορισμών: να παραμένει ολόκληρος με τις λέξεις ή τα χρώματα, να εκφράζεται παντού με την ίδια πολυσήμαντη κι εγκάρδια ευφυία.

Αυτός που κάποτε μας γνώρισε τον βαθύ ηπειρώτικο μουσικό τρόπο, του «Νέου Κύματος» και των μπουάτ ο μια φορά κι έναν καιρό πρωτοπόρος, αυτός που με τα διηγήματά του των περιθωριακών ανθρώπων και με την απίστευτη πανελλήνια δημοφιλία του « Λούσια» έδωσε πνοή στην πεζογραφία μας κι υψηλή ξαφνικά συνέχεια, είναι ο ίδιος ο μεγάλος ζωγράφος, είναι ο ίδιος ο μαγευτικός συζητητής.

Κι όπως είναι φυσικό, τα πάντα στου μυαλού και της καρδιάς του τον τόνο αδιάκοπα διϋλίζονται, αδιάκοπα λαξεύονται. Από τις πιο ιδιαίτερες αποχρώσεις των νοημάτων ώς της καθημερινότητάς μας την επικίνδυνη πια στις μέρες μας απελπισία. Ώς του ποδοσφαίρου και του Μπουφφόν τα είδωλα, ώς τις αντανακλαστικές των στιγμών μας στα γήπεδα κινήσεις:


(Τζίμης Πανούσης, Αντώνης Καφετζόπουλος, Νίκος Χουλιαράς και Σωτήρης Κακίσης μαζί. Φώτο: αρχείο Σ.Κ.)

Σ.Κ.: -Τί γίνεται μ’ εσάς πάντα, κύριε Χουλιαρά; Από τη λογοτεχνία στη ζωγραφική θα συνεχίζετε πάντα, από τις νέες εκδόσεις στις εκθέσεις; Μόνο τραγούδια δεν έχετε τον τελευταίο καιρό ξαναγράψει.

Ν.Χ.: -Επειδή οι άνθρωποι ούτε τραγουδάνε, αλλά, προπαντός, ούτε ακούνε όπως παλιά, δεν το βλέπω πιθανό τώρα κοντά να ξαναγράψω.

-Γιατί λέτε δεν τραγουδάμε; Γεμάτη δεν είναι η τηλεόρασή μας με ακαδημίες τραγουδιών κι όχι μόνο;

-Όπως το λέτε: με ακαδημίες. Από τραγούδια όμως άδεια τελείως είναι. Πάνε κάποιοι εκεί, βγάζουνε μερικά λεφτά, τα παίρνουνε, και γυρνάνε μετά σπίτι τους, να πάνε άλλοι. Βέβαια, αυτοί ανέκαθεν υπήρχανε, τους βλέπαμε-δεν τους βλέπαμε στην τηλεόραση.

-Οι παραγωγοί;

-Οι άνθρωποι που εργάζονται για να βγάζουν λεφτά. Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο αυτό. Αλλά σήμερα υπάρχουν κάποιοι που βγάζουν πολλά, μα πάρα πολλά λεφτά. Έχει ανοίξει, θέλω να πω, δραματικά η ψαλίδα. Κι υπάρχουν κι άλλοι, πολλοί πια, που δεν βγάζουν καθόλου. Και δεν ξέρουμε πια ποιός είναι ποιός. Ποιός είναι μαζί μας, και ποιός δεν είναι. Ο ένας κρύβεται πιο καλά απ’ τον άλλον.

-Και με ποιόν είμαστε, τελικά; Ποιός είναι μαζί μας;

-Εγώ νομίζω κανένας. Σαν να έχουμε βρεθεί στο κενό, όσοι επιμένουμε στην ουσία της τέχνης μας. Σαν να έχουμε συμπτύξει μια ομάδα παιδιών καθυστερημένων, και μας πάνε από ‘δω κι από ‘κει, από το ΠΙΚΠΑ σε διάφορες εκδηλώσεις, κι άντε πίσω πάλι. Κάπως έτσι.

-Θέλει λίγη ανάλυση αυτό...

-Τι ανάλυση; Είμαστε σαν εκείνα τα παιδιά που λένε «-Ου, ου, ου», και τα κρατάνε στο βάθος του σπιτιού, και δεν τα βγάζουνε στον κόσμο μην ντροπιαστούνε. Και μόνο αν καταφέρει και πει το παιδί αυτό καμμιά πρόταση που να μοιάζει σ’ αυτούς της προκοπής, ξαφνικά υπερηφανεύονται όλοι οι δικοί του.

-Πώς φτάσαμε όμως εδώ, σαν λαός και …ως άνθρωποι;

-Φτάσαμε, γιατί κι οι Έλληνες τα τελευταία χρόνια έχουν μπει στη διαδικασία να είναι όλοι ωραίοι κι ατσαλάκωτοι, επιτυχημένοι και άτρωτοι. Οι γυναίκες νομίζω διεκδικούν μεγάλο μερίδιο σ’ αυτή την παράνοια, αλλά οι άντρες φταίμε πιο πολύ.

-Οπτικά επιτυχημένοι μας αρκεί να είμαστε;

-Φυσικά οπτικά. Απέξω. Τελείως απέξω. Και μέσα σ’ αυτό το κύμα κακοκαιρίας των ψυχών, που θά ‘λεγε κι αν υπήρχε ειδικός μετεωρολόγος, όλο και λιγότεροι άνθρωποι ουσιαστικοί έχουν θέση.

-Κατόπιν τούτου;

-Κατόπιν τούτου, περνάμε όλο και πιο δύσκολα, αλλά όλο και πιο ωραία!

-
Ποιοί ακριβώς;

-Οι πέντε, οι δέκα, οι είκοσι, όσοι τελοσπάντων επιμένουμε να μένουμε έξω απ’ όλο αυτό. Όσοι δεν χωράμε με τους πολλούς, που μεγαλώνουν σαν σύνολο,- αλλά μηδενίζονται σιγά-σιγά ως σημασία.

-Παλιά τα πράγματα ήσαν κάπως αλλιώς, δεν ήσαν;

-Παλιά, υπήρχε και μιά μιζέρια, αλλά ανθρώπινη, αντιμετωπίσιμη. Ενώ σήμερα υπάρχουν τόσοι άνθρωποι στην τρίχα, τόσα ωραία παιδιά, τόσες γυναίκες καταπληκτικές, μια επιφάνεια τόσο ίδια κι ατσαλάκωτη, που σε τρομάζει. Μιλάμε για μια ιστορία δηλαδή με όλο και λιγότερο ενδιαφέρον. Ίσως νά ‘χουμε φτάσει πια σε κάτι που είχα πει παλιότερα: πως αυτή η κοινωνία θα μετατρέψει την ουσία σε αισθητική. Κι αν δεν έχουμε φτάσει τελείως εκεί, το νοιώθουμε, το αγγίζουμε αυτό και μας αγγίζει απειλητικά. Απειλητικότατα.

-Εσείς πώς ακριβώς αντιμετωπίζετε όλο αυτό το έξω που διαλύει επίμονα το μέσα;

-Εγώ, τι να σας πω; Κάθε καλοκαίρι, που κάθομαι εδώ ή στην Αντίπαρο, και δεν ζωγραφίζω ή δεν γράφω, δεν ξέρω πια τι είμαι, ποιός είμαι ακριβώς. ‘Η μάλλον σαν νά ‘μαι κάπου μέσα μου συνεχιστής του μαγαζιού του πατέρα μου στα Γιάννενα, κι ας μην έχω πάει καθόλου, κι ας μην υπάρχει πια το μαγαζί, ούτε τα υφάσματα, ούτε τίποτα, εδώ και πολλά χρόνια. Θέλω να πω, δεν σκέφτομαι αν είμαι ζωγράφος ή συγγραφέας, ή τι. Δεν σκέφτομαι τέτοια καθόλου. Ό,τι τύχει κάθομαι κι είμαι.

-Μα η ζωγραφική έστω δεν πρέπει να έχει συνέχεια ...συνέχεια, να μη σας αφήνει ούτε για μια στιγμή;

-Μπα. Εγώ νοιώθω σαν να μ’ έχει κάποιος κουρδίσει κάποτε, και να μ’ έχει ρυθμίσει ν’ ανοίγω πόρτες δωματίων, που άλλου η πόρτα γράφει επάνω ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ, και του άλλου άλλα. Αλλά κι ίδια σαν νά ‘ναι όλα, κι η ζωγραφική, κι η μουσική, κι η λογοτεχνία. Το ίδιο πράγμα εγώ τα νοιώθω όλα. Κι επειδή είμαι άνθρωπος που σκέφτομαι, τις πιο πολλές φορές μάλιστα χωρίς να χρειάζεται, ξαναμπαίνω στο κάθε τι, και ζωγραφίζω ή γράφω. Και μου λένε μετά οι άλλοι πως είμαι το ένα ή το άλλο. Αλλά εγώ ίδια όλ’ αυτά με τη ζωή τα βρίσκω, με ή χωρίς ονόματα να τα λένε.

-Ίδιες είναι οι λέξεις με τα χρώματα;

-Ίδιες. Απλώς μιλάνε άλλη γλώσσα. Κι είναι μόνο άλλος ο κώδικας της ζωγραφικής κι άλλος της λογοτεχνίας. Από μέσα όμως είναι όσο δεν φαντάζεστε ίδιες.

-Το φαντάζομαι. Και η μουσική υποψιάζομαι.

-Ναι. Και κατόπιν τούτου, μπορώ να σας δηλώσω πως κατά βάθος είμαι χαρούμενος! Γιατί, κατ’ αρχήν, δεν περιμένω όπως τόσος κόσμος να μου συμβεί κάτι για να νοιώσω καλά. Κι όλη αυτή την ιστορία με την ευτυχία, που την αναμασσάνε οι πάντες, «-Η Ευτυχία!» κι «-Ευτυχία!», ποιά ευτυχία; Γιατί, ντε και καλά ευτυχία; Εγώ αντιλέγω: Μελαγχολία! Η μελαγχολία είναι, ας πούμε, και πιο ενδιαφέρουσα, και, εν πάση περιπτώσει, μπορεί να βρεθείς έτσι και με κάναν άνθρωπο της προκοπής. Πάμε να την ξεχάσουμε αυτή τη λέξη κι αυτή την κατάσταση οι Έλληνες. Είμαστε αεράτοι, φλου, κι όλα τά ‘χουμε ανεβάσει στον αέρα, όλα να παίζουνε.

-«’Ολα καλά, μεγάλε;»...

-Ναι. Κι αυτό το «μεγάλε» πάει να πει «μικρέ», κι ότι δεν είναι κανένας πια μεγάλος. Αν είναι ο άλλος κάνα-δυό πόντους παραπάνω, αναγο-ρεύεται σε μεγάλο πάραυτα.

-Στο τελευταίο σας βιβλίο, στο «Νερό στο Πρόσωπο», που το ύφος του εγώ το συναρτώ με τις υπέροχες εκείνες «Νέες, Αθηναϊκές Ιστορίες» του Χρήστου Βακαλόπουλου, κυκλοφορείτε στην twilight zone μιας πόλης, συνέχεια μεταξύ φανταστικού και πραγματικού, χωρίς όρια.

-Ναι. Γιατί εμείς πάλι δεν βρισκόμαστε με το μυαλό μας σε τόσα μέρη όπως ήτανε παλιά, όπως ήτανε παλιότερα; Ίσως γιατί δεν μπορούμε να καθόμαστε και τόσο στα νέα μέρη, όπως τά ‘χουνε φτιάξει κάποιοι άλλοι, τελείως, μα τελείως ξένοι, για μας. Εγώ τουλάχιστο, δεν μπορώ.

-Δεν υπάρχει πια κι ο «Μαγεμένος Αυλός» με τον Χατζιδάκι, του «Φλόκα» με τον Γκάτσο;

-Δεν υπάρχουν, αλλά κι αυτά τα μέρη ήσαν μικρού βεληνεκούς. Για την παρέα τη δική τους, κι έτσι γινότανε δουλειά. Αν υπήρχαν όμως πάντου παρέες-παρέες παρόμοιες, θα ήταν όλο το πράγμα καλό, κι ίσως ν’ άντεχε και περισσότερο απ’ όσο, τελικά, άντεξε. Τώρα πού να βρει την παρέα του ο καθένας; Έχει ξεχειλώσει η πόλη, κι ο φίλος σου μένει ώρες μακριά. Και το ταξίδι μπορεί νά ‘ναι δυό-τρεις ώρες να φτάσεις στο αεροδρόμιο ή στα πλοία, και μετά μόνο μισή ώρα ώς εκεί που πας. Παλαβά πράγματα, που αφαιρούν χειρουργικά το καλύτερο μέρος ενός ταξιδιού: αυτό που μπορεί να συμβεί στη διαδρομή. Σε οδηγούν σε μια είσοδο ενός αεροπλάνου, και σε ξαναπαίρνουν σαν με φορείο, όρθιο, από ‘κει. Και δεν υπάρχει περίπτωση να βρεις ένα νόμισμα που θά ‘χει πέσει από έναν αλλον, προηγούμενο από σένα άνθρωπο και ταξιδιώτη, λίγο πριν στην ίδια διαδρομή.

-Τώρα σε οδηγούν και σχεδόν γυμνό στ’ αεροπλάνο, με τα υπάρχοντά σου σε σακκούλα διαφανή.

-Σε λίγο θα βρεθούμε όπως στο παλιό τ’ ανέκδοτο: με τις ταυτότητες στο στόμα, δαγκωμένες γερά, θεόγυμνοι σε ιπτάμενα Γκουαντανάμο. Χτες ήμουνα στη στοά τη μικρή του Παπαγιάννη, πήγα να φάω στο αρχαίο εστιατόριο της Παπαδιαμαντοπούλου το καλό, κι ήταν βράδυ, κι ήταν ερημιά. Κι είχα πάει μ’ ένα βάρος μεγάλο, κι έμπαινε κόσμος συνέχεια, κι έπαιρνε πακέτα με το φαγητό του, κι εγώ περίμενα το κοτόπουλο που είχα παραγγείλει. Κι αυτή η αναμονή, μόνος μες στους άλλους που ήμουνα, μ΄έβαλε στη φάση της ευεργετικής μελαγχολίας που λέγαμε, κι ο χρόνος σταμάτησε πάλι τέλεια. Κι εμφανίστηκε κι ένας μαύρος με τα cd, και πήγαινε κι αυτός νωχελικά, κι ήτανε σαν νά ‘χαμε όλοι μαζί μεταφερθεί μαγικά στην Κούβα του Φιντέλ, στην άλλη άκρη του κόσμου δηλαδή. Στην Αβάνα. Κυμάτισε μια ερημιά στη στοά του παλιού σινεμά του «Άλεξ» τρομερά λυτρωτική ξαφνικά.

-Εκεί από πάνω, άλλωστε, δεν έμενε επί χρόνια κι η Σωτηρία η Μπέλλου, η ιέρεια της ερημιάς η αυθεντική;

-Ναι. Και μελαγχόλησα πολύ, δεν έφαγα το κοτόπουλό μου, κι έφυγα. Είδατε και τι ωραία πράγματα μπορεί να σου τύχουν στην ίδια κι απάνθρωπη Αθήνα που ζούμε τον τελευταίο καιρό;

-Κι η νέα εποχή στην τέχνη την ίδια; Οι εκθέσεις, στη Νέα Υόρκη, στο Τόκιο;

-Όπως πάντα κι αυτά. Πάντα εκθέσεις παντού θα γίνονται, και πάντα ο κόσμος θα πηγαίνει να δει. Εγώ ομολογώ πως δεν τα παρακολουθώ εκ του σύνεγγυς όλ’ αυτά, είμαι ναϊφ απέναντι σ’ όλ’ αυτά.

-Ναϊφ δηλώνετε πια;

-«ΓΝΩΣΤΟΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΔΗΛΩΝΕΙ ΝΑϊΦ!»; Εμένα η γνώμη μου είναι πως η τέχνη γενικότερα, και η ζωγραφική, και οι ζωγράφοι, τραβάνε εκεί που τους τραβάνε. Όπου τραβάνε και τους συγγραφείς. Εδώ δεν υπάρχει πια ούτε μια επαγγελματική διαδρομή, που ακολουθεί ένας άνθρωπος, και κάποια στιγμή να φαίνεται λογικό να έχει φτάσει εκεί που έχει φτάσει. Όλα είναι πια στην τύχη. Αλλά η ουσία η αποκάτω άλλα λέει.

-Τι λέει λέτε;

-Πως ό,τι και να γίνεται, προς όπου και να προσπαθούν στρατιές ολόκληρες να μας οδηγήσουν, μόλις φυσήξει στη στοά των Παπαγιάννηδων, στην Αβάνα εμείς πάντα θα βρισκόμαστε, με άλλα πρόσωπα, δικά μας, φιλικά.

-Εγώ είπα Νέα Υόρκη, εσείς ξαναλέτε Αβάνα, λοιπόν.

-Το ίδιο είναι και στη Νέα Υόρκη οι πιο πέρα άνθρωποι κι η από κάτω ζωή. Πάμε όποια στιγμή θέλετε και στη Νέα Υόρκη με την ίδια μέθοδο την απλή.

-Χωρίς τον Φιντέλ;

-Ο Φιντέλ, άλλωστε, δεν είναι ούτε με τον εαυτό του πια...

-Κι η δική σας η άποψη χωρίς υπεκφυγές; Τι είναι η ζωγραφική, τελικά;

-Αν ήξερα τι είναι η ζωγραφική, δεν θα ζωγράφιζα ενδεχομένως. Για μένα προσωπικά, η ζωγραφική είναι σαν όταν ήμουνα μικρός και πήγαινα για ψάρεμα στη Λίμνη, και πέταγα την πετονιά, και περίμενα το χαζό ψαράκι, κι ονειρευόμουνα εικόνες για να περάσει η ώρα. Το ίδιο κάνω από τότε μια ζωή. Απλώς τα φτιάχνω κιόλας όλ’ αυτά, αυτά που μικρός μόνο τα σκεφτόμουνα. Και ποτέ δεν ζωγραφίζω κάτι που ξέρω πως το θέλω εξ αρχής. Και μόλις βρεθώ εντός μου έτσι, ξαναβάζω το δολωματάκι στις εικόνες σαν παιδί, και τις περιμένουν να περάσουν μία-μία από μπροστά. Και κάποιες την πατάνε τελικά. Αλλά και μία εικόνα να βγει προς τα έξω, για μένα είναι αφορμή να χωθώ αμέσως μετά στο διάδρομο της ζωγραφικής, και να χαθώ, για όσο χαθώ, εκεί μέσα ξανά.

-Ώς την επόμενη φορά.

-Ώς την επόμενη φορά. Είναι και λίγο σαν να ζωγραφίζω εν υπνώσει. Αλλά, μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι σαν να είμαι το ίδιο κοντά στην αρχή μου, και το ίδιο κοντά στο τέλος μου. Είναι κάτι σαν τους Σαμουράι: που μοιάζουν απέξω ήρεμοι και σαν έτοιμοι να τους πάρει ο ύπνος, αλλά τη στιγμή που χτυπάνε με το σπαθί, καθόλου κοντά σε κανέναν ύπνο δεν βρίσκονται τελικά.

-Και το σινεμά; Αυτό το μεγάλο όνειρο; Μετά τον Φορντ, τον Κουροσάβα, μετά τον Φελλίνι; Μετά τον Ώλτμαν, τι;

-Με το σινεμά δεν τυγχάνει να έχω και τόσο καλές σχέσεις τα τελευταία χρόνια. Ας μ’ ενδιέφερε πάντα πολύ, ας με συναρπάζουνε πάντα οι εικόνες. Ας είχαμε τον έρωτα που είχαμε με το σινεμά μια φορά κι έναν καιρό. Ίσως με δυσκολεύει πάλι το «ώς το σινεμά». Αλλά, και μην πηγαίνοντας πια και τόσο, εισπράττω και πάλι τη μαγεία του, ακόμα και περνώντας για μια στιγμή έξω από έναν κινηματογράφο. Και πιστεύω πως πάντα θα γίνονται και μεγάλες ταινίες. Απλώς, αυτό που λένε οι ταινίες οι σημερινές είναι όλο και πιο λίγο, όλο και πιο ανούσιο. Αλλά, θα μου πεις, η εικόνα δεν χρειάζεται πολλά: όλες τις πραγματικά μεγάλες ταινίες μπορείς να τις δεις και χωρίς ήχο. Αντέχουνε και χωρίς λόγια, έχω να πω.

-Η τηλεόραση;

-Το αντίθετο, ακριβώς. Μόνο και μόνο που ο καθένας μας νοιώθει πιο μεγάλος από την κάθε συσκευή, και την κοιτάει αφ’ υψηλού, έχει τελειώσει η τέχνη γι’ αυτήν. Στο σινεμά όμως αφήνεις το εγώ σου μες στο σκοτάδι της αίθουσας, και το φως της οθόνης σε καθηλώνει, σ’ αναγκάζει κάπου αλλού, πέρα από σένα, να οδηγηθείς. Είτε ως ήρωας κι εσύ, είτε ως σκηνοθέτης ενός άλλου κόσμου, αποκαλυπτικού. Τώρα όλα έχουν έρθει στα μέτρα της τηλεόρασης τα μικρά.

-Δεν έχει κι αγώνες η τηλεόραση όμως, ποδόσφαιρο, μπάσκετ, μιά καλλιτεχνία κρυμμένη ίσως, αλλά υπαρκτή;

-Φυσικά. Φέτος είδαμε και μια Ιταλία από τα παλιά. Κι εγώ την υποστήριζα εξ αρχής φέτος, δεν ξέρω γιατί, την ίδια Ιταλία που μου την έδινε παλιά. Κι αποδειχτήκανε αρτίστες αποτελεσματικοί. Αρκετά σαν τους παλιούς ποδοσφαιριστές, λίγο πιο πεζοί ίσως, αλλά με αρετές ο καθένας τους ιδιαίτερες και έντονα προσωπικές.

-Με τον Μπουφφόν επικεφαλής;

-Ο Μπουφφόν είναι ο μέγιστος, ίσως κι όλων των εποχών. Σαν ένα σκιάχτρο στα χωράφια φοβερό και τρομερό, να διώχνει τα μαύρα πουλιά. Αλλά και σαν παράξενη νοικοκυρά μαζί ήταν ο Μπουφφόν, με υπερκινητικότητα διαρκή.

-Αλλά και σαν ακίνητος μαζί...

-Έλεγε ο άλλος, «-Τι τυχερός! Η μπάλα πήγε πάνω του». Όχι. Αυτός είχε κανονίσει να πάει η μπάλα πάνω του. Κι έστηνε και τους συμπαίκτες του σε κάθε στημένη φάση υποδειγματικά, σαν κορίνες στο μπόουλινγκ σωστά, να μην περνάει τίποτα. Αυτός οργάνωνε αυτό που λέγεται παιχνίδι. Αυτός οργάνωνε τη μαγεία. Γιατί και για τη μαγεία πρέπει κανείς να εργαστεί, να τη σώσει για να τον σώσει. Κι ο Μπουφφόν γι’ αυτό ακριβώς μας γοήτευσε όλους. Γιατί είναι κι ωραίος αλήτης μαζί. Έχει και την την επικίνδυνη, αλλά ποιητική, μαγκιά που χρειάζεται. Κι αυτό το σκοτεινό, αλλά υπερβατικό πράμα. Τους τακτοποιούσε τους Καναβάρους και τους Πίρλους του σαν να περίμενε τους καλεσμένους του να ‘ρθούν.

-Σαν ζωγράφος τα σχέδια; Σαν πεζογράφος τα νοήματα;

-Σαν θεία που περιμένει τις φίλες της για τσάι. Του κάναμε...μπουφ- φονιάδα τώρα, αλλά και ως Σαμουράι, και ως θεία είναι αυτός εκεί.

-Κι εμένα μου φαίνεται πως πήρε πια τη θέση του Μπανκς στην ιδανική, με Πελέ και Μπεστ και Μαραντόνα, ενδεκάδα όλων των εποχών. Παρεμπιπτόντως, εσείς τι απαντάτε στο μεγάλο δίλημμα «Πελέ ή Μαραντόνα»;

-Αυτό εγώ τ’ αφήνω να παραμένει δίλημμα. Για λόγους άλλους είναι ο ένας πρώτος, και για λόγους άλλους ο άλλος. Για κρυφούς μάλιστα λόγους του καθενός μας θ’ αλλάζει στον αιώνα τον άπαντα αυτή η πρωτιά. Θα μου πείτε πάλι, «-Τι έγινε; Έχουν τόση σημασία δυό ποδοσφαιριστές;» ‘Οχι. Είναι το ίδιο όμως σαν δυό τσαγκάρηδες. Που κάνουν τη δουλειά τους κι οι δύο πάρα πολύ καλά, το καταλαβαίνουν οι άλλοι πως μιλάμε για τσαγκάρηδες κι όχι για ζαχαροπλάστες, και που έχουν αποφασίσει πως το μαγαζί τους δεν είναι πρακτορείο, δεν είναι περατζάδα. Το αντίθετο τόσο με τόσους σημερινούς ανθρώπους, δηλαδή.

-Δηλαδή;

-Που έχουν αποφασίσει πως το μαγαζί ή η τέχνη τους είναι για να φεύγουνε. Για το πώς θα περάσουν οι ώρες κι η ζωή για να φύγουνε. Για το πώς θα κλέψουνε ίσως, να βγάλουν λεφτά, για να μην τα χαρούνε. Αλλά αφού έχουμε όλοι έρθει σ’αυτή τη ζωή για να δώσουμε λίγο ενδιαφέρον σε κάτι, αυτή η στάση σαν...στάση λεωφορείου που δεν έρχεται ποτέ μοιάζει τελικά.

-Να τελειώσουμε τόσο μελαγχολικά;

-Και δεν παίρνουμε ένα κλαρίνο αντί για όλ’ αυτά, να φεύγουμε με τη μουσική του σιγά-σιγά, λέγοντας ονόματα φίλων και ανθρώπων φωτεινών; Να πηγαίνουμε κι εμείς με τους άλλους από κοντά, σε μια οθόνη κινηματογράφου μεγάλη, με το «Έλαβαν Μέρος» να περνάει από τη μια μεριά. Κι ύστερα «Τέλος» να λέει, τελικά.

-«THE END”;

-Ναι, καλύτερα να λέει «THE END”, ή σε καμμιά γλώσσα ακόμα άγνωστη σ’ εμάς, για να νομίζουμε πως δεν λέει τέλος, αλλά πως λέει «ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ» κανονικά.

ΒΗΜΑgazino, 24 Σεπτεμβρίου 2006

Σωτήρης Κακίσης