Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

Ο ΑΛΕΞΗΣ ΒΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Τα Μουσικά Προάστια είναι αυστηρά μη κομματικά, αλλά εκτιμούν οποιαδήποτε προσπάθεια προβολής του ελληνικού τραγουδιού από πολιτικούς οργανισμούς. Στις 23 Οκτωβρίου 2007, η Νεολαία Συνασπισμού διοργάνωσε στο στέκι της στο κέντρο της Αθήνας (Θεμιστοκλέους 52) μια συζήτηση αφιερωμένη στον Μάνο Χατζιδάκι, τιμώντας τα 82 χρόνια από τη γέννησή του. Καλεσμένοι ήταν ο Γιώργος Χρονάς, ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Οδός Πανός» και ο Αλέξης Βάκης, συνθέτης, μουσικοκριτικός και ραδιοφωνικός παραγωγός στον σταθμό «105.5-Στο Κόκκινο». Τις σκέψεις του Γιώργου Χρονά θα τις βρείτε δημοσιευμένες ΕΔΩ. Σήμερα δημοσιεύουμε την εισήγηση του Αλέξη Βάκη. ηρ.οικ.



"Ζηλεύω τον Γιώργο Χρονά που έχει να λέει ιστορίες για τον Μάνο Χατζιδάκι. Δεν είχα τη χαρά να τον γνωρίσω. Θα μπορούσα ενδεχομένως να τον έχω γνωρίσει γιατί η μητέρα μου ήταν παιδική του φίλη, είχε την ίδια ηλικία, ήταν κι αυτή γεννηθείσα το 1925. Ευτυχώς την έχω ακόμα και μπορώ να ακούω ιστορίες από τα πολύ παιδικά τους χρόνια, από τις εποχές όπου μαζί με τη φίλη της την Πίτσα πηγαίνανε οι τρεις μαζί, ο Χατζιδάκις, η μητέρα μου και η Πίτσα στο ωδείο διασχίζοντας το Ζάππειο και στο δρόμο γίνονταν διάφορες στιχομυθίες που είναι γοητευτικές μετά από 70 χρόνια που τις ακούμε.

Επί της ουσίας τώρα. Εγώ χαίρομαι που το εδώ μαγαζί, η Νεολαία του Συνασπισμού, βγαίνει από το καβούκι της και σιγά σιγά αρχίζει και κάνει εκδηλώσεις προς τα έξω. Έμαθα εκ των υστέρων για δύο εκδηλώσεις που ήθελα να τις παρακολουθήσω, μία για τα Δεκεμβριανά και μία για τον Νίκο Μπελογιάννη, εκδηλώσεις που απ’ ότι άκουσα γνώρισαν επιτυχία. Χαίρομαι ακόμα περισσότερο που αυτή η Νεολαία - που έχει μια παράδοση σε σχέση με το παρελθόν – ανασκαλεύει λίγο τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την τέχνη και τον πολιτισμό στον νεοελληνικό χώρο, δείχνει ότι θέλει να παράγει ανθρώπους συνολικούς και όχι μόνο πολιτικά κτήνη (αν μου επιτρέπεται η έκφραση, δεν το λέω επιθετικά). Αλλά έχω βαρεθεί να συζητάω με αριστερούς οι οποίοι μπορεί να έχουν γραμμή, μπορεί να έχουν μια αυτάρεσκη άποψη για την κοινωνία, κι όταν η κουβέντα πηγαίνει για το πάπλωμα, όταν ας πούμε συζητάμε για τον Χατζιδάκι, να ακούμε διάφορες σαχλαμάρες.

Προσωπικά δεν αισθάνομαι Χατζιδακολόγος, είμαι ένας άνθρωπος που σαν μουσικός αγαπάω τον Μάνο Χατζιδάκι. Και να μην ήμουν μουσικός, πάλι υποθέτω θα τον αγαπούσα με αυτό το έργο που μας άφησε πίσω του. Ακούω πολύ συχνά τη μουσική του ακόμα και τώρα. Χαίρομαι που νεότεροι και από μένα τον σαρανταπεντάρη δείχνουν να διακατέχονται από μία τέτοια ευαισθησία πάνω στο ζήτημα. Θα ήθελα απλά στους συνομιλητές μου να θέσω τρία ερωτήματα που θεωρώ καίρια.

Μιλάμε για τον Μάνο Χατζιδάκι, που αν ζούσε τώρα θα έσβηνε την τούρτα με τα ογδόντα δύο κεράκια. Η μουσική του είναι δηλαδή αυτό που λέμε «παλιά» μουσική – σε εισαγωγικά η λέξη. «Παλιά» μουσική σε σχέση με τη χρηστική μουσική που ευδοκιμεί στις μέρες μας, δηλαδή με τη μουσική που υποτίθεται ότι – πάλι σε εισαγωγικά - «ασχολείται» με τα προβλήματα του καιρού μας. Ο Χατζιδάκις μιλούσε για πιο διαχρονικές αξίες, μιλούσε για τον έρωτα όπως είπε ο Γιώργος Χρονάς, για τους αστερισμούς, για πράγματα ανείπωτα, απροσδιόριστα. Είναι λοιπόν ένας εκπρόσωπος της «παλιάς» μουσικής. Γιατί επιμένουμε άραγε στη μουσική του;

Επίσης, σε πολιτικό επίπεδο όπως όλοι ξέρουμε δεν είχε καμία σχέση με το οργανικό σώμα της Αριστεράς, αν και υπήρξε ΕΠΟΝίτης στα πολύ νεανικά του χρόνια, όπως ελπίζω να γνωρίζουν πολλοί. Έκανε διαφορετικές επιλογές στη ζωή του, διατηρούσε την ιδιότητα του πολίτη, έφτιαξε το περιοδικό «Τέταρτο» όπου άσκησε αυτή την ιδιότητα του πολίτη αρθρογραφώντας. Μιλούσε για τη μεγάλη αστική παράταξη, ήταν συνομιλητής του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Παναγιώτη Λαμπρία, του Τάκη Χορν και των άλλων αστέρων της φωτισμένης Δεξιάς, αλλά ταυτόχρονα μπορούσε να τον δει κάποιος και στα Προπύλαια σε μία αναρχική συγκέντρωση για την απελευθέρωση κάποιου πολιτικού κρατούμενου, να είναι εκεί. Υπάρχει και μια φωτογραφία που είναι δημοσιευμένη και σε μία εφημερίδα της δεκαετίας του ’80, την έχω στο αρχείο μου, και μου έκανε εξαιρετική εντύπωση όταν την είδα δημοσιευμένη. Λέμε λοιπόν ότι ο Χατζιδάκις εκπροσωπεί την «παλιά» μουσική, εκπροσωπεί την μη Αριστερά σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Το ερώτημα είναι: Γιατί μας αφορά;

Και το τρίτο είναι ότι ο Χατζιδάκις έρχεται σε κόντρα με αυτό που επικρατεί σήμερα. Δηλαδή, έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τη μουσική σαν να είναι τα λόγια της, και τη μουσική από πάνω σαν ένα αναγκαίο κακό, μία αναγκαία συνθήκη. Κρίνουμε κάτι από το αν μας αρέσει ο στίχος ή δεν μας αρέσει. Έχουμε το φαινόμενο των τραγουδοποιών στην Ελλάδα, οι οποίοι κάνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Κάνουν μια μηχανική απαγγελία πάνω σε ένα κείμενο που επιλέγουν, δηλαδή έχουν μια αναπηρία έναντι του κειμένου τους, δεν μπορούν να αρθρώσουν έναν αυτόνομο μουσικό λόγο που να δημιουργείται παράλληλα με τον λόγο του κειμένου. Ο Χατζιδάκις υπήρξε σε όλη του τη ζωή Συνθέτης – με σίγμα κεφαλαίο – με την ιδιαιτερότητα ότι αν και υπήρξε συνθέτης, ανάλωσε όλη του τη δραστηριότητα γράφοντας τραγούδια. Το τραγούδι αναζητούσε σε όλη του τη ζωή. Αυτό το παράδοξο θα ήθελα να το συζητήσουμε λίγο. Φυσικά έχει γράψει και πράγματα είτε κατά παραγγελία – όπως η μουσική επένδυση ταινιών, κυρίως διεθνών – είτε για κάποιες άλλες αιτίες. Αλλά αυτό που κυρίως χαρακτηρίζει την περίπτωση Χατζιδάκι είναι η εμμονή του στον όρο «τραγούδι».

Και επέμενε στον όρο «τραγούδι» με την έννοια ότι επιθυμούσε να το περιέχουμε, και όχι τόσο να το τραγουδάμε. Δεν νομίζω ότι τον ενδιέφερε ιδιαίτερα να το σιγοσφυρίζουν οι εργάτες στις οικοδομές ή τα ζευγάρια στο δρόμο. Τον θυμάμαι πολύ καλά να διακόπτει συναυλίες όταν το κοινό θορυβούσε. Θυμάμαι ας πούμε το 1983 ένα φεστιβάλ της «Αυγής» όπου είχε κληθεί να παίξει και είχε έρθει με χαρά απ’ ότι έλεγε αργότερα – δεν ήμουν παρών αλλά τα έμαθα. Είπε λοιπόν ότι η τότε νεολαία του ΚΚΕ Εσωτερικού ήταν η πολιτισμένη νεολαία, και το χρησιμοποίησε σε αντιπαράθεση με μία εβδομάδα πριν που είχε παίξει για κομματικούς λόγους στο φεστιβάλ της Νέας Δημοκρατίας και τον γιουχάρανε από κάτω, του φωνάζανε «φερ’ τον Σαλαμπάση», τέτοια πράγματα που πολύ τον είχαν ενοχλήσει. Ποιος τον είδε και ποιος δεν τον φοβήθηκε όταν τα έψαλλε στους ΟΝΝΕΔίτες.

Γιατί λοιπόν τον Μάνο Χατζιδάκι και όχι κάποιον άλλον; Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν είναι ένας αριστερός διανοούμενος, δεν είναι ο Ρίτσος ή ο Αναγνωστάκης αν ήταν ποιητής, δεν είναι ο Τσίρκας αν ήταν συγγραφέας, δεν είναι ο Θεοδωράκης ή ο Σαββόπουλος αν ήταν μουσικός, δεν είναι ο Κούνδουρος αν ήταν σκηνοθέτης. Αυτά λοιπόν είναι τα ερωτήματα: Γιατί επιμένουμε στην «παλιά» μουσική; Γιατί επιμένουμε στην περίπτωση ενός ανθρώπου που δεν έχει να κάνει με τους αριστερούς; Και τι ψάχνουμε από τη μουσική και από το τραγούδι για τη συνέχεια;"

Αλέξης Βάκης
23 Οκτωβρίου 2007

2 σχόλια:

ένας στρατολάτης είπε...

Τι κι αν ήταν αριστερός ή κεντροδεξιός, η Τέχνη δεν είναι ζυγαριά φρονημάτων.

Μουσικά Προάστια είπε...

Συμφωνούμε! Αλλα μου φαίνεται ότι παρεξήγησες το ύφος του κειμένου. Ο Βάκης δεν αναφέρεται περιφρονητικά στον Χατζιδάκι και στη μη αριστεροσύνη του. Αντίθετα προσκαλεί το ακροατήριο να ενσκύψει πάνω στο μέγεθος και τη διαχρονικότητα του έργου του Χατζιδάκι, που ξεπερνά τα οποιαδήποτε πολιτικά ή μουσικά σχήματα.
Οι ερωτήσεις στο τέλος είναι δηλαδή ρητορικές, όχι επικριτικές. Βεβαίως, είναι πιθανό ο γραπτός λόγος να μη μεταδίδει το προφορικό ύφος μιας ομιλίας, και της συζήτησης που ακολούθησε.