Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: "ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΙ ΜΕΝΕΙ"


Κυκλοφόρησε από τη σειρά «άξιος λόγος» ο δίσκος «Πάντα κάτι μένει», με 13 νέα τραγούδια σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου μελοποιημένα από τους: Γιώργο Ανδρέου, Στέργιο Γαργάλα, Χρήστο Θηβαίο, Γιώργο Καζαντζή, Νικόλα Κουμπιό, Κώστα Λειβαδά, Σωκράτη Μάλαμα, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Γιώργο Νταλάρα, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Λάκη Παπαδόπουλο, Σταύρο Σιόλα και Διονύση Τσακνή. Στις ερμηνείες συμμετέχει μια αξιοζήλευτη εντεκάδα, η οποία με την πρώτη ματιά χτυπάει άνετα πρωτάθλημα: Χρήστος Θηβαίος, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Μελίνα Κανά, Γιάννης Κούτρας, Κώστας Μακεδόνας, Σωκράτης Μάλαμας, Γιώργος Νταλάρας (σε τρία τραγούδια), Μιλτιάδης Πασχαλίδης, Σταύρος Σιόλας, Μπάμπης Στόκας, Ελένη Τσαλιγοπούλου. Η προσεγμένη έκδοση είναι εικονογραφημένη με εικαστικές παρεμβάσεις της αδερφής του ποιητή, Λιλής Ελευθερίου, και συνοδεύεται από τους στίχους των τραγουδιών και από σύντομα κείμενα για τον Μάνο Ελευθερίου των Γιώργου Νταλάρα, Κώστα Κωτούλα, Μιχάλη Κουμπιού και Σωτήρη Κακίση.

Ο ίδιος ο Ελευθερίου γράφει:
«Το 2008 σηματοδοτεί για μένα μια κρίσιμη χρονολογία. Η περιπέτειά μου με το τραγούδι άρχισε το 1961 όταν ο φίλος μου Βαγγέλης Καπετανάκης μου ’γραψε στα Γιάννενα όπου υπηρετούσα, να γράψω μερικά τραγούδια για τον συνθέτη Κώστα Καπνίση, ο οποίος τότε μεσουρανούσε.
Μάλλον έγραψα, μάλλον τα ’στειλα. Δεν θα άρεσαν. Άρεσε όμως σ’ εμένα η περιπέτεια. (Σ’ αυτήν την περίοδο των Ιωαννίνων έγραψα και τέσσερα τραγούδια τα οποία αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης στην ενότητα των «Λαϊκών»).
Τώρα, ύστερα από σχεδόν μισό αιώνα, η τύχη με βοήθησε να μελοποιήσουν στίχους μου οι εντελώς νεότεροι συνθέτες. Τους ευχαριστώ θερμά. Ευχαριστώ ακόμη και τους ερμηνευτές, όπως επίσης και τους παραγωγούς γι’ αυτήν τη χρήσιμη, ελπίζω, σειρά για την οποία εύχομαι να έχει καλή μοίρα. Και εννοώ ότι όταν τελειώσει με το καλό να μείνουν μερικά τραγούδια στη μνήμη των ανθρώπων για πολλά χρόνια».

Ιανουάριος 2008
Μάνος Ελευθερίου

Ο δίσκος περιέχει μερικά πολύ όμορφα τραγούδια, γεγονός καθόλου αμελητέο στην εποχή μας. Ας πούμε, ιδιαίτερα εμπνευσμένο μουσικά και στιχουργικά είναι το πρώτο τραγούδι του δίσκου, «Οι σταθμάρχες» σε μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου.

Οι σταθμάρχες
στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας

Στόλιζες τούλια στην οθόνη
κι η τηλεόραση σα νύφη.
Πώς να διαβάσω αν έχω τύχη
που η αγάπη πάντα με σταυρώνει.

Γραμμές δε βρίσκω στην παλάμη
για να μου πεις κι εσύ τη μοίρα.
Θυμίζω κάποιο χρυσοθήρα
μπροστά σ’ ένα στεγνό ποτάμι.

Τα σύνορα φυλούν σταθμάρχες
σαν κάποιους μετρ ξενοδοχείων.
Μοιάζουν με λήγοντες λαχείων
και με παλιές χαμένες μάχες.

Σκυμμένος πάνω στο μπουκάλι
τους ρόλους σου μονολογούσα.
Σιωπές μονάχα αφαιρούσα
κι όλα τα κλικ απ’ τη σκανδάλη.

Σε σκέφτηκα μετά από χρόνια.
Τα ίχνη σου πια τα ’χω χάσει.
Και τ’ όνομά σου έχω ξεχάσει
σε μια γωνιά, στη Βαβυλώνα.

Με τρένο ερχόμαστε απ’ την Πάτρα
και στις στροφές γι’ άλλα μιλούσες.
Το ’ξερα πως δεν μ’ αγαπούσες
μα εγώ ανέβαινα προς τ’ άστρα.

Ο δίσκος βρίσκει τον Ελευθερίου σε φόρμα, και με όλα τα βέλη του στη φαρέτρα: αξιοζήλευτη διαχείριση του ρυθμού, λέξεις με λόγο ύπαρξης, νοηματική συνοχή, απόρριψη των εύκολων στιχουργικών εντυπωσιασμών, ιδεολογία και, προπαντός, συναίσθημα συγκεκριμένο και ορισμένο στο χώρο και το χρόνο. Πόσο τετριμμένα πρέπει να ακούγονται αυτά για έναν τεχνίτη του λόγου που σημάδεψε την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία σαράντα και βάλε χρόνια. Ενδεικτικά, μεταφέρω μία από τις πιο υποβλητικές – και βαθιά πολιτικές - στιχουργικά στιγμές του δίσκου, από το τραγούδι «Ένας ζητιάνος στα χρυσά»:
Με την Ελλάδα στο κεφάλι σαν αιμάτωμα
και κρεμασμένοι τόσα χρόνια στον αέρα
παραμιλάμε αυτά που γράψανε στο πάτωμα
όσοι καρφώθηκαν στον τοίχο με μια σφαίρα.

Μουσικά, ο δίσκος κινείται σε ενδιαφέρουσες, αν και άνισες μεταξύ τους, διαδρομές. Τελείως υποκειμενικά, ξεχώρισα τις πρωτότυπες μελωδίες πέντε τραγουδιών: «Οι σταθμάρχες» του Δημήτρη Παπαδημητρίου, «Στου σπιτιού τη σάλα» του Διονύση Τσακνή (αν και θα προτιμούσα λιγότερους μακρόσυρτους λαρυγγισμούς από τον Νταλάρα), «Μέσα στον ύπνο μου γυρνάς» του Κώστα Λειβαδά (πολύ μεγάλη τραγουδάρα), «Σαββάτο βράδυ» του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (είναι ιδέα μου ή η φωνή της Κανά δεν ευτύχησε στην επεξεργασία του ήχου και ακούγεται αλλοιωμένη;) και «Πάντα κάτι μένει» του Γιώργου Ανδρέου.

Δύο είναι οι κύριες ενστάσεις μου: η πρώτη σχετίζεται με μια κάπως διεκπεραιωτική προσέγγιση που διέκρινα σε συνθετικές προτάσεις όπως, ας πούμε, αυτές του Μάλαμα και του Νταλάρα. Ο Νταλάρας έχει το ελαφρυντικό ότι δεν είναι συνθέτης, ούτε τραγουδοποιός· τραγουδιστής είναι ο άνθρωπος, και από τους κορυφαίους. Ο Μάλαμας όμως; Νομίζω ότι στο τραγούδι «Οι γέροι» επαναπαύεται στις δάφνες του διακριτού μουσικού του γνωρίσματος, το οποίο φυσικά τον έχει καταστήσει τόσο δημοφιλή. Αυτό το γνώρισμα όμως ίσως και να δείχνει τα – καθ’ όλα σεβαστά – όρια του συνθετικού εύρους του Μάλαμα.

Η δεύτερη και βασική ένσταση αφορά την ενορχήστρωση του cd και ειδικά την ευρύτατη χρήση ντραμς και λοιπών κρουστών, αληθινών αλλά και ψεύτικων. Αλήθεια, προς τι αυτή η ενορχηστρωτική επιλογή; Γιατί πρέπει το μονάκριβο τραγουδάκι μας να ακούγεται μονίμως ως συναυλία κρουστών σε συγκέντρωση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ, ή ως ηχογράφήση κρουστών της θαυμάσιας κατά τα άλλα σειράς της UNESCO αφιερωμένης στις απειλούμενες τοπικές μουσικές κοινότητες του κόσμου; Υποθέτω ότι αυτή η επιλογή αντανακλά την τόσο διαδεδομένη – και τόσο λανθασμένη! - πεποίθηση ότι όσο περισσότερα ντραμς μπαίνουν σε ένα τραγούδι, τόσο πιο σύγχρονο ακούγεται αυτό. Όμως, το αν ένα τραγούδι είναι μοντέρνο δεν συνδέεται με τα κιλά κρουστών που περιέχει, αλλά με τα γραμμάρια έμπνευσης και ‘εντοπιότητας’ με την εποχή του. Να με συγχωρούν οι παραγωγοί του cd, αλλά σε κάποιες στιγμές το εύρος της παρουσίας των κρουστών καταντάει overdose και λειτουργεί πραγματικά εναντίον του τελικού αποτελέσματος. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι ο δίσκος υπογράφεται από εννιά διαφορετικούς ενορχηστρωτές, που σημαίνει ότι η χρήση κρουστών αποτελεί «κεντρική» επιλογή του δίσκου, με κάποιες εξαιρέσεις (Ανδρέου, Μάλαμας). Επειδή η σειρά «άξιος λόγος» θα συνεχιστεί – και μακάρι να συνεχιστεί – προτείνω στα επόμενα cd να ακούγονται λιγότερα ντραμς και περισσότερα μελωδικά όργανα. Ακούστε ας πούμε πόσο ‘γλυκαίνουν’ την ατμόσφαιρα το μαντολίνο του Μιχάλη Νικολούδη και το ακορντεόν της Ζωής Τηγανούρια στο τραγούδι «Στου σπιτιού τη σάλα».

Στου σπιτιού τη σάλα
στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
μουσική: Διονύσης Τσακνής
ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

Μέσα απ’ του σπιτιού τη σάλα
τα καράβια σου περνούσαν.
Ταξιδιώτες άλλου κόσμου
τρυφερά μας χαιρετούσαν.
Έριχναν την άγκυρά τους
μέσα στην τραπεζαρία
για να κατεβούν εκείνοι
που δεν είχαν ιστορία.

Μέσα στου σπιτιού τη σάλα
δυο στρατοί μονομαχούσαν.
Τ’ άλογά τους μες στο χιόνι
κι οι στρατιώτες τραγουδούσαν
μες στο αίμα, μες στη θλίψη
κάτω απ’ τις παλιές τις σκάλες
άναβαν φωτιές μεγάλες
κι έστηναν παντού κρεμάλες.

Μέσα στου σπιτιού τη σάλα
άπλωνες τα νυφικά σου.
Κι είχες βάζα δυο οβίδες
για τα ροζ χρυσάνθεμά σου.
Μέσα στου σπιτιού τη σάλα
σαν το κλάμα μαντολίνου
άκουσες απ’ τα καράβια
και το σήμα του κινδύνου.

Ένας άρρωστος αιώνας
τρέχει δίχως περηφάνια.
Τα καράβια είναι των άλλων
και των άλλων τα λιμάνια.

Ακούστε προπάντων τη διαφορά που κάνει η εγκατάλειψη της ευκολίας των ντραμς και του συνθεσάιζερ (άλλο πάλι και τούτο) και η αντικατάστασή τους από έγχορδα και πιάνο στο πανέμορφο τραγούδι «Πάντα κάτι μένει» σε μουσική Γιώργου Ανδρέου με τη φωνή του Γιάννη Κούτρα. Ένα μεγάλο μπράβο στον Ανδρέου που πιάνει το μουσικό και ενορχηστρωτικό νήμα εκεί από όπου το άφησαν δίσκοι-σταθμοί στην καριέρα του Μάνου Ελευθερίου όπως τα «Τροπάρια για Φονιάδες». Η δουλειά δείχνει κατανόηση της ιστορικότητας του έργου του Ελευθερίου και των αισθητικών του καταβολών. Όσο για τη φωνή του Κούτρα, αυτή ράγισε τους τοίχους του σπιτιού μου με μνήμες και μελλοντικές προβολές. Πόσο συγκινητική είναι αλήθεια η επάνοδος του Κούτρα στη δισκογραφία!

Πάντα κάτι μένει
στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
μουσική: Γιώργος Ανδρέου
ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας

Πάντα κάτι μένει για να πεις
κάτι που είναι μόνο για τους άλλους
να φιλήσεις πόδια ως τους αστραγάλους
στους αλήτες να ’σαι συνεπής

Τότε θα ’σαι μες στην αγορά
ένας σεβαστός αρχιερέας
σε βιτρίνα θα ’σαι σπάνιος αμφορέας
δίπλα σ’ αντικείμενα ιερά

Θα γραφτείς για πάντα στα χαρτιά
με τ’ αποτυπώματα χεριών σου
στην ασπρόμαυρη φωτό το πρόσωπό σου
θα ’ναι σαν τοπίο στη φωτιά

Χρόνια όσα έχεις σιχαθεί
θα τους δίνεις το αίμα της καρδιάς σου
για να πάρεις τίτλους τα παράσημά σου
κι η ζωή σου να εξιλεωθεί

Πάντα κάτι μένει για να βρεις
κάτι ο καθείς θα συμπληρώνει
θ’ αγοράζει άλλος κι άλλος θα πληρώνει
τη διαφορά θα εκλιπαρείς

Θα συρθείς. Θα θέλεις να σωθείς.
Το όνομά σου θα ’ναι πια για γέλια
και θα βλέπεις την καρδιά σου στα τσιγκέλια
θα παρακαλάς μην τρελαθείς.

Για το τέλος, επιτρέψτε μου δύο απορίες: Πρώτον, γιατί ο Νταλάρας έκανε δεύτερη φωνή στον εαυτό του, και δεν διάλεξε κάποιον από την υπόλοιπη ομάδα ερμηνευτών; Και, δεύτερον, γιατί στο οπισθόφυλλο του cd και στο τραγούδι «Η πανοπλία που φοράς» αναφέρεται ως δεύτερη φωνή μόνο ο Γιώργος Νταλάρας; Το άσχετο αυτί μου μπόρεσε να διακρίνει τουλάχιστον δύο επιπλέον ηχοχρώματα φωνών που ακούγονται εξίσου με τη φωνή του Νταλάρα. Ή μήπως ο Νταλάρας κάνει και τις τρεις δεύτερες φωνές που ακούω, και άρα εγώ πρέπει να επισκεφθώ ΩΡΛ; Και γιατί τότε με την ίδια λογική δεν γράφεται στο οπισθόφυλλο και η κομβική δεύτερη φωνή της Τσαλιγοπούλου στο «Πάντα κάτι μένει»; Για κάποιους αυτά ίσως είναι ασήμαντες λεπτομέρειες. Για άλλους όμως, η ταπεινότητα και το μέτρο είναι προνόμια ακριβά και αναγκαία. Αυτό εξάλλου νομίζω ότι μας δίδαξε μέχρι σήμερα και ο ίδιος ο Ελευθερίου.
ηρ.οικ.

ΥΓ:
Έρχεσαι πάντα σκεφτική
λίγο πριν έρθει το πρωί
μέσα στον ύπνο.
Κι εγώ τρομάζω, αιμορραγώ,
και προσπαθώ να εξηγώ
τον κάθε χτύπο.

4 σχόλια:

nicola beerman είπε...

...σ'αυτους τους δθσκολους καιρους(οικονομικα)μηπως μπορει κανεις να βοηθησει να τον βρω τον δισκο σε mp3;

Μουσικά Προάστια είπε...

Δυστυχώς δεν μπορούμε να σας βοηθήσουμε.Ευχαριστούμε για την επικοινωνία.

Ανώνυμος είπε...

Εντάξει κύριε Ελευθερίου... Πράγματι το έργο που αφήνετε πίσω είναι μεγάλο και στην πλειονότητά του αξιόλογο. Όμως όταν είδα εκείνες τις φωτογραφίες ΝΤΡΟΠΗΣ που σας παρουσιάζουν δίπλα στον άρχοντα της γελοιότητας, στον Ηλία Ψινάκη, μέσα μου καταστράφηκε κάθε εικόνα που είχα για το πρόσωπό σας... Αναφέρομαι βέβαια στις φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν από το περιοδικό ΟΝ-ΟFF(δυστυχώς ξεχνώ την ακριβή ημερομηνία). Μπορείτε κύριε Ελευθερίου να μας εξηγήσετε ποια ανάγκη σας ώθησε στο να κάνετε παρέα με αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί μέχρι να εξηγήσετε, θα πρέπει να πάψετε να μιλάτε για κουλτούρα και καλλιέργεια.

Μουσικά Προάστια είπε...

Ανώνυμε/η, καταννοώ και συμμερίζομαι τον προβληματισμό σας αλλά δεν δέχομαι την προτροπή σας, ως προς το αν ο Ελευθερίου πρέπει να μιλάει και τι να λέει, ούτε το με ποιους πρέπει να κάνει παρέα. Η σύμπλευση με τον Ψινάκη έσπειρε σύγχυση και προσωπικά την βρήκα άστοχη αισθητικά και καλλιτεχνικά. Ο Ελευθερίου σε άλλη συνέντευξη είπε ότι απλώς ήθελε να κάνει ένα χάπενιγκ. Όπως και να 'χει, το έργο του Ελευθερίου ξεπερνά κατά πολύ τις οποιεσδήποτε τρέχουσες επιλογές του, και σίγουρα δεν δικαιολογεί τις νουθεσίες σας προς το πρόσωπό του.