Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

ΗΛΙΑΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ: "ΑΝΤΙ-ΗΧΗΣΕΙΣ"


Το βιβλίο του γνωστού συνθέτη Ηλία Ανδριόπουλου, Αντι-ηχήσεις (Εκδόσεις Μαΐστρος, 2007), συνιστά μια σημαντική προσθήκη στον περί της ελληνικής μουσικής Λόγο. Αυτή δεν είναι η πρώτη απόπειρα συγγραφής κειμένων για τη μουσική από τον συνθέτη, καθώς το 2006 κυκλοφόρησε και Η αφήγηση των ήχων από τις εκδόσεις Κέδρος, μια συλλογή με τις επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Τα Νέα. Στο επίκεντρο του καινούργιου βιβλίου του Ανδριόπουλου παραμένει φυσικά η μουσική, μέσα όμως στις υποκειμενικές διαστάσεις που ορίζει ο ίδιος ο συγγραφέας. Για τον Ανδριόπουλο, η μουσική συνιστά ένα σύμπαν ορισμένο από τέτοια ετερόκλητα στοιχεία όπως η μνήμη των νερών και των αρωμάτων της Ολυμπίας, η πολιτικοποίηση της δεκαετίας του ’70, η νέα ελληνική ποίηση, τα φιλολογικά καφενεία, και η έννοια της πρωτοπορίας. Ο αναγνώστης θα συναντήσει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες μουσικολογικές παρατηρήσεις γύρω από τη σύνδεση του έντεχνου-λαϊκού τραγουδιού και της ελληνικής παράδοσης, αλλά και πιο προσωπικές ματιές του δημιουργού πάνω στα ίδια του τα έργα. Παρούσα στα κείμενα είναι και η έννοια της ελληνικότητας δοσμένη με έναν υγιή τρόπο, όχι ως εθνικιστικό παραλήρημα ή ως αραχνιασμένη παρελθοντολογία, αλλά ως επίκληση της ανάγκης σύνδεσης της εποχής μας με τις πιο δημιουργικές φλέβες του εθνικού και παγκόσμιου πολιτισμού. Αυτή η ανάγκη οδηγεί και στην οργή που διακρίνεται στον Ανδριόπουλο έναντι των ανεύθυνων-υπεύθυνων διαχειριστών του συστήματος του μουσικού καταναλωτισμού και των συνεπακόλουθών του: αναξιοκρατία, καλλιτεχνική παρακμή, αγοραία βαρβαρότητα.

Οι 149 σελίδες της ιδιαίτερα προσεγμένης έκδοσης επιφυλάσσουν εκπλήξεις. Πρόλογος του καθηγητή Ντέιβιντ Κόνολι, ανέκδοτο ποίημα του Ανδριόπουλου, και μια πυκνή γραφή που περνάει με άνεση από την κοινωνιολογία στην αυτοβιογράφηση και από τη μουσικολογία στην κριτική. Έκπληξη (δυσάρεστη ίσως για κάποιους...) και η παραδοχή του συνθέτη ότι το τραγούδι Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες και η αναφορά στις τρεις του Σεπτέμβρη δεν γράφτηκε προς τιμήν της ιδρυτικής διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ αλλά προς τιμήν των εξεγερμένων του Σεπτέμβρη του 1843 στην Αθήνα, οι οποίοι διεκδίκησαν – και κέρδισαν – τη θέσπιση Συντάγματος από τον τότε βασιλιά Όθωνα (σελ. 126).

Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη συνιστά το cd-ντοκουμέντο που συνοδεύει την έκδοση, με τέσσερα κομμάτια. Το πρώτο, οι «Αναπολήσεις», δεν είναι άλλο από την ορχηστρική εκδοχή του συγκλονιστικού τραγουδιού «Ο αγέρας στους δρόμους» από τα Λαϊκά Προάστια. Το δεύτερο και το τρίτο, «Μέσα στα καπνομάγαζα και «Είναι κάτι άνθρωποι», είναι δύο τραγούδια σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, που ηχογραφήθηκαν το 1982 πάνω στη μουσική των τραγουδιών «Στις λάσπωμένες γειτονιές» και «Λαϊκά Προάστια», άπό τον ομώνυμο δίσκο. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα πρέπει να ανακαλύψει γιατί ο Ανδριόπουλος επεδίωξε να ηχογραφήσει ξανά τις μελωδίες του με άλλους στίχους. Τέλος, το τέταρτο κομμάτι είναι μια ζωντανή ηχογράφηση του κομματιού «Ιριδισμοί» από το γήπεδο του Παναθηναϊκού το 1979, με το σαντούρι του Αριστείδη Μόσχου.

Από το βιβλίο, παραθέτω ένα σύντομο απόσπασμα που αναφέρεται στην προσωπική μου εμμονή, στον δίσκο «Λαϊκά Προάστια»:


-----
Τα Λαϊκά Προάστια κινούνται και αυτά στον ίδιο καλλιτεχνικό προβληματισμό (σ.σ.: με τα Γράμματα στον Μακρυγιάννη), αν και η εκκίνησή τους είναι εντελώς διαφορετική. Η μουσική μου εδώ μετατοπίζεται στην περιοχή του λαϊκού τραγουδιού, για να εξυμνήσει τους αδικημένους των λαϊκών συνοικιών και να ζωγραφίσει με ήχους, εικόνες από τη ζωή τους.

Δεν ήταν τότε έτσι, όπως είναι σήμερα το Πέραμα, η Νίκαια, τα Ταμπούρια, ο Κορυδαλλός, η Δραπετσώνα, το Περιστέρι και ο Πειραιάς. Όταν στα 1968, νέο παιδί, εγκατέλειπα για την Αθήνα τους φωτεινούς σταφιδόκαμπους του χωριού μου και, αναγκασμένο για να σπουδάζω, εργαζόμουν στις εγκαταστάσεις της BP στο Πέραμα, εκεί γνώρισα έναν άλλο κόσμο που δεν είχα φανταστεί. Ήταν ο κόσμος των λαϊκών προαστίων. Μια γκρίζα εικόνα μέσα σε απαλή ομίχλη κάλυπτε όλη την κίνηση αυτού του κόσμου. Ταλαιπωρημένα πρόσωπα που κινούσαν για το μεροκάματο. Ανήλιαγα εργοστάσια. Σκονισμένοι δρόμοι και πλατείες. Λεωφορεία που αγκομαχούσαν από στάση σε στάση. Φτώχεια και εγκατάλειψη συνόψιζαν μέσα μου ένα μακρύ παράπονο και μια απαρηγόρητη απελπισία. Έξοχα αποτυπώνεται αυτή η μελαγχολική ακινησία στον πίνακα της Χαρίκλειας Μυταρά, που κοσμεί το εξώφυλλο. Μέχρι τότε μεγαλωμένος σε ελεύθερο αγροτικό περιβάλλον, ένιωθα με διαφορετικό τρόπο τις δυσκολίες της ζωής, γιατί αυτά εκεί τα αντιστάθμιζε και τα εξουδετέρωνε η ομορφιά της φύσης και το άπλετο φως του ολύμπιου τοπίου. Εκεί γνώριζα μια άλλη ζωή, που δυσκολευόμουν να προσαρμοστώ μαζί της.

Όταν λοιπόν ο Μπουρμπούλης στις αρχές του 1980 μου διάβασε τους στίχους του, λίγα πράγματα είχαν αλλάξει σε αυτές τις περιοχές και εγώ δεν είχα ξεχάσει τίποτε από εκείνα τα χρόνια. Θυμάμαι ρίχτηκα με μεγάλο κέφι στη δουλειά, έτσι που σε δεκαπέντε ημέρες είχα ετοιμάσει όλα τα τραγούδια. Η επιλογή της Μπέλλου, πιστεύω, ήταν εύστοχη. Ερμήνευσε τα Λαϊκά Προάστια με τρόπο συγκλονιστικό, κομίζοντας εκείνο το δραματικό και συνάμα τραγικό στοιχείο της φωνής της, που είχε κατακτήσει στα ώριμα χρόνια του βίου της.

Δεν ξέρω αν παραβαίνω τις αρχές μου, αλλά πρέπει να γνωρίζετε, γιατί δεν θα το μάθετε από κανέναν δημοσιογράφο, ότι τα Γράμματα στον Μακρυγιάννη και τα Λαϊκά Προάστια άγγιξαν σε πωλήσεις τα δύο εκατομμύρια δίσκους και cd. Κρατώ από αυτή τη διαδικασία τη μεγάλη αγάπη του κόσμου και τίποτε άλλο.

Ηλίας Ανδριόπουλος, Αντι-ηχήσεις, (Αθήνα: Μαΐστρος, 2007), σελ. 101-103
© Εκδόσεις Μαϊστρος, 2007
-----

Περασμένα μεσάνυχτα, με τη φωνή της Μπέλλου στα ηχεία, χαιρετώ σας με την παραίνεση να διαβάσετε τις Αντι-ηχήσεις και να ακούσετε το cd της έκδοσης, και με την ευχή να ζήσει και η δικιά μας, η λειψή και πρόωρα γερασμένη γενιά, η γενιά των 700 Ευρώ και των λίγων γραμμαρίων μνήμης και επιθυμίας (εκεί να δεις φτώχεια...), αυτό που περιγράφει ο Ανδριόπουλος για τα χρόνια της δικής του μεταπολιτευτικής νεότητας:

Χρήματα δεν είχαμε(...)Αλλά ήμασταν απογειωμένοι και τρισευτυχισμένοι, που είχαμε κερδίσει την ελευθερία μας. Διαβάζαμε, ακούγαμε μουσική, τραγουδούσαμε ατελείωτα και προπαντός αισθανόμασταν, και ονειρευόμασταν. (Αντι-ηχήσεις, σελ. 124-125).

Δεν υπάρχουν σχόλια: