Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ: "ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΠΛΕ" - ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Τα Μουσικά Προάστια δημοσιεύουν σήμερα ένα ανέκδοτο τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου με τον τίτλο «Όλα τα χρώματα του μπλε». Το χειρόγραφο βρίσκεται στο Θεατρικό Μουσείο της Ερμούπολης, δωρεά του ποιητή στην αγαπημένη του πόλη. Αυτή είναι η τελική εκδοχή του έργου, όπως δόθηκε στα Μ.Π. από τον ίδιο τον Ελευθερίου. Ευχαριστούμε θερμά τον ποιητή για την τιμή που μας έκανε παραχωρώντας προς δημοσίευση αυτό το ανέκδοτο τραγούδι. Μακάρι να βρει στο μέλλον και αυτό τη θέση που του αξίζει στην ελληνική δισκογραφία.

Μ.Π.

-----


Όλα τα χρώματα του μπλε


(Νύχτα Πρωτοχρονιάς 2002)


Δρόμοι με τα κλωστήρια και τα μηχανουργεία

μες στο μπαμπάκι γέρασαν και μέσα στη σκουριά.

Τριάντα χρόνια τα ’βλεπα μαζί με μιαν αγία.

Εγώ κρατούσα το κλειδί κι αυτή την κλειδαριά.


Στο καφενείο «Άιφελ» με τρέλαναν τα πούλια.

Το τάβλι σπάει τη μοναξιά κι η νύχτα την «ξερή».

Νύχτες αραχνοΰφαντες σα νύφες με τα τούλια.

Κανείς δεν φωτογράφισε. Κανείς δεν ιστορεί.


Κάτι δεν ξέρεις μυστικό, υπάρχει δεν υπάρχει.

Κάτι συμβαίνει μυστικό που μοιάζει με θηλιά.

Κάτι παντού ετοιμάζεται που μοιάζει με τη στάχτη.

Σαν το κυνήγι του έρωτα τις νύχτες με σκυλιά.


Πρώτη φορά ξενύχτησα κι εσύ με περιμένεις,

πίσω απ’ την πόρτα ξάγρυπνη να δεις τι έχει συμβεί.

Όλα τα χρώματα του μπλε στο πέτο μου της χλαίνης

τα γάζωσες και τα ’ραψες, πουλάκι στο κλουβί.


Οδός Μυλέρου έμενες κι ύστερα Σαλαμίνος.

Μετά πήγες στη Λένορμαν κι είπες θα ριζωθείς.

Χάθηκες μες στους ρόλους σου σα να ’σουν θεατρίνος.

Χάθηκες απ’ το πρόσωπο της γης μη σταυρωθείς.


Έρημη αράχνη κατοικεί για χρόνια στο ταβάνι.

Σε κάτι αόρατο, βαθύ, έχει προσηλωθεί.

Ακίνητη μες στη σιωπή, στην κάπνα απ’ το λιβάνι.

Ποτέ της δε με κοίταξε για να μη τρελαθεί.


Μικρές κορνίζες, μπιμπελό πάνω στις εταζέρες.

Σε ταξιδεύουν πρόσωπα που τα ζητάς παντού.

Χτυπιέσαι να τηλεφωνείς, χρόνια, νυχτιές και μέρες.

Όσους καλείς σπαρακτικά, ποτέ δεν απαντούν.


Μάνος Ελευθερίου


Δωρεά του χειρογράφου στο Θεατρικό Μουσείο, Θέατρο Απόλλων, Ερμούπολη, Σύρος.

© Μάνος Ελευθερίου – Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου του έργου χωρίς την έγγραφη άδεια του συγγραφέα.


Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ


… Όταν το παραδοσιακό συναντά το έντεχνο, όταν το παλιό συναντά το καινούριο και όταν το χθες συναντά το σήμερα.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης σ’ ένα πρόγραμμα με υπέροχα τραγούδια που παραμένουν διαχρονικά, μας συντροφεύουν σε κάθε στιγμή της ζωής μας, μας κάνουν να ονειρευόμαστε, να γλεντάμε και μας παίρνουν μαζί τους, για ένα γοητευτικό μουσικό ταξίδι σε λιμάνια, με «Μυθικά καράβια», «Ένα φεγγάρι δρόμος», «Τα τιμαλφή», «Ένα κομμάτι ουρανό» και «Λαλήματα Ονείρου».
Στις συναυλίες συμμετέχει η Ντίνα Γιακουμάκου.

Παίζουν οι μουσικοί:
Μιχάλης Τρανουδάκης πιάνο και επιμέλεια ορχήστρας.
Στέλιος Καρύδας κιθάρα.
Νίκος Κιάκος βιολί.
Δημήτρης Βαρελόπουλος λαούτο-μπουζούκι.
Νίκος Τσεσμελής μπάσο.
Μαρίνος Τρανουδάκης κρουστά.
Ηλίας Μπουκουβάλας τύμπανα.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΑΥΛΙΩΝ
Τρίτη 22 Ιουλίου στις Α. Γούβες Ηρακλείου.
Τετάρτη 23 Ιουλίου «ΠΑΡΑΘΑΜΝΕΙΑ 2008» στο Τεφέλι.
Παρασκευή 25 Ιουλίου στο Λιμάνι Χερσονήσου (Θεατράκι Αγ. Παρασκευής).
ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΗΣ 9.30 μ.μ.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

ΒΑΣΩ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: "ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΛΙΓΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ"


Συνέντευξη της Βάσως Δημητρίου στο «Δίφωνο» και στα «Μουσικά Προάστια»



Συναντήσαμε την κατά Σαββόπουλο «κιθαρού μας», την κιθαρίστρια, ενορχηστρώτρια και συνθέτρια Βάσω Δημητρίου, λίγο πριν βγει στη σκηνή του Polis Theatre. Συνεργάτιδα δημιουργών όπως ο Μικρούτσικος, ο Σαββόπουλος, ο Θ. Παπακωνσταντίνου, ο Θηβαίος, ο Ανδρέου, ο Κιουρτσόγλου και ο Καπηλίδης, έχει βάλει το χεράκι της σε δίσκους όπως τον πολύ-αναμενόμενο «Σαμάνο», «Υπέροχα Μονάχοι», «Μόνο νερό στη ρίζα» και «182». Η ίδια λέει ότι έχει ένα τυχερό άστρο που την οδηγεί. Ίσως είναι το ίδιο άστρο που μας οδήγησε στη σεμνότητα και την αισθητική της.

ηρ.οικ.


Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Δίφωνο» (αρ. 151, Μάιος 2008).


Πως σας φαίνεται η συνεργασία Σαββόπουλου–Παπακωνσταντίνου;
Είναι μέρος του τυχερού μου άστρου. Είναι όνειρα και ευχές που πραγματοποιούνται και εγώ είμαι πανευτυχής γι’ αυτό. Τα πιο ενδιαφέροντα χρώματα βγαίνουν από μίξεις αντιθέτων, όταν αυτές οι μίξεις και τα αντίθετα συνυπάρχουν σε κάτι αρμονικό. Ο Θανάσης εκπροσωπεί μια ιδιόμορφη μουσική και στιχουργική σχολή, είναι αυτόνομος σε αυτό που κάνει, όπως και ο Διονύσης πέρα από την ιστορία του. Το ότι αυτοί οι δύο συνυπήρξαν με τόσο παράλληλους και σχεδόν αντίθετους δρόμους είναι μια μεγάλη επιτυχία. Και χαίρομαι που είμαι μέρος αυτού του προτεινόμενου ήχου.

Πότε πιάσατε για πρώτη φορά μουσικό όργανο;
Ήμουν έξι-εφτά χρονών όταν ξεκίνησα με ένα ψεύτικο πιανάκι. Οι γονείς μου δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν μουσικά όργανα καθώς ζούσαμε στην επαρχία. Μου πήραν μια πολύ μικρή κιθάρα αλλά δεν είχα δάσκαλο και περίμενα τα μουσικά διαλείμματα της ΕΡΤ για να ακούσω κάποια τραγούδια. Μου άρεσε πολύ η Αρλέτα τότε. Βλέποντάς την, ανακάλυψα το δακτυλισμό και το κούρντισμα της κιθάρας. Αυτή την πορεία ακολούθησα για πολλά χρόνια ως αυτοδίδακτη ενώ αργότερα έκανα μαθήματα κλασικής κιθάρας και αρμονίας. Τελικά έφυγα στην Αμερική για μουσικές σπουδές, τζαζ κιθάρα, ενορχήστρωση, μουσική κινηματογράφου και τηλεόρασης. Έζησα και δούλεψα για έντεκα χρόνια στο Λος Άντζελες.

Ποια ήταν τα παιδικά σας ακούσματα;
Ο πατέρας μου άκουγε Nat King Cole και η μητέρα μου Τσιτσάνη. Ζω μόνιμα σε καταστάσεις αντιθέσεων. Η επιλογή της τζαζ ξεκίνησε από τον πατέρα μου και η επιλογή να κρατάω μπουζούκι από τη μητέρα μου. Όλα τα μετέπειτα ψαξίματα και ακούσματα ήταν φυσικά και επόμενα. Απ’ τη στιγμή που ενδιαφέρεσαι για ένα αντικείμενο, όσο επιμένεις –δε λέω «εμβαθύνεις», γιατί θεωρώ τον εαυτό μου απλά ερασιτέχνη– η επιμονή σε φέρνει σε νέους δρόμους, καλλιεργεί την επόμενη νότα, πρόταση, μέρα. Η επιμονή μου έφερε διάφορα όργανα στο χέρι, όλα έγχορδα. Καταπιάστηκα με πνευστά, αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να τρομάξω τα περιστέρια της γειτονιάς. Υπήρξαν ενδιάμεσα ακούσματα που με οδήγησαν να κρατάω μπουζούκι, τζουρά, δεκάχορδο τενόρο μπουζούκι –μια πρωτότυπη κατασκευή- κιθάρα ακουστική, κλασική, finger-style.

Από όλη αυτή τη σειρά των εγχόρδων, ποιο αγαπάτε περισσότερο;
Όποιο κρατάω στα χέρια μου εκείνη τη στιγμή. Υπήρξαν εποχές που είχα εμμονές. Δηλαδή, θα κρατούσα μόνο το μπουζούκι στα χέρια μου, ίσως και την κιθάρα, αλλά αντιληπτή μέσα από ένα ιδιαίτερο πρίσμα και χρώμα. Ένα διάστημα ήθελα να ακούω μόνο τζαζ κιθάρα. Αυτή η εμμονή είναι υγιής για να σε οδηγήσει να κατανοήσεις κάποιες βασικές μουσικές δομές, τι είναι η αρμονία, τι είναι ο ρυθμός. Ξεκινάει το όργανο σαν ένα εργαλείο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο και αποδίδεις αυτό που κουβαλάει η ψυχή σου.

Υπάρχουν κιθαριστές που επηρέασαν τη μουσική σας παιδεία;
Αρχικά άκουγα John Williams και Julian Bream στην κλασική κιθάρα. Μετά άκουσα βραζιλιάνικη κιθάρα μέσα από την cool εποχή της τζαζ, Stan Getz και Antonio Carlos Jobim. Μαγεύτηκα από αυτό τον ήχο, άλλαξε όλος μου ο κόσμος. Ύστερα η κιθάρα άρχισε να μετατρέπεται σε ακουστική χωρίς να θυσιαστεί η μουσικότητα και η τεχνική. Δεν θεωρώ ότι η επόμενη μέρα είναι καλύτερη από την προηγούμενη, είναι απλά διαφορετική. Μπορείς να έχεις τη μνήμη της κλασικής κιθάρας αλλά μια συγκεκριμένη εποχή να ακούς progressive τζαζ.

Πόσο σας διαμόρφωσε η επαφή σας με τη τζαζ;
Η τζαζ ήταν ένα συμπτωματικό βήμα για μένα, δεν τη θεωρώ απαραίτητα την καλύτερη μουσική. Δεν υπάρχει καλύτερη μουσική και αυτό μου πήρε πολλά χρόνια για να το δω. Ευχαριστώ την καλή τύχη που έφερε στο δρόμο μου τη τζαζ γιατί μέσα από αυτήν αντιλήφθηκα μια πιο σύγχρονη ματιά της δυτικής αρμονίας. Όμως, αυτό υπήρξε η μεγαλύτερή ευχή και κατάρα. Ακριβώς επειδή απαίτησε τόσα πολλά από τη ζωή μου, ήταν δύσκολο να την απαρνηθώ και να δω μια άλλη απλότητα, πράγμα που μου έμαθε ο Θάνος Μικρούτσικος. Έλεγε: «Βάσω, μην παίζεις τόσες πολλές νότες στα ακόρντα!». Μέσα απ’ αυτόν έμαθα τι πρέπει να υπονοώ περισσότερο παρά να παίζω. Και του είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.

Από την τζαζ στον Σαββόπουλο και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου… Συναρπαστική διαδρομή!
Εάν είσαι Έλληνας μουσικός, έχεις κάποια ελληνικά ακούσματα, βρίσκεσαι στο εξωτερικό και επανέρχεσαι στην Ελλάδα, τότε είναι αδύνατον να αποφύγεις τον Σαββόπουλο διαχρονικά, όπως είναι αδύνατο να αποφύγεις και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Μπορεί να μη σου αρέσει, δεν μπορείς να τον αγνοήσεις όμως. Έτσι και αλλιώς, εμένα μου αρέσει πολύ η μουσική του Θανάση. Τον γνώρισα μέσα από τον Χρήστο Θηβαίο παλαιότερα, είχε κάνει μουσική για μια θεατρική παράσταση που λεγόταν «Το ημερολόγιο της Άννας» όπου συμμετείχα ως μουσικός και εγώ. Το είχα πάντα στην άκρη του μυαλού μου και έλεγα ότι με αυτόν τον άνθρωπο θα ήθελα πολύ να παίξω μουσική. Ήρθα στην Ελλάδα και αυτά που θεωρούσα σε όλη μου τη ζωή σημαντικά τα έζησα, μαζί με τις προεκτάσεις τους, τους νέους ανθρώπους, την νέα γενιά τραγουδοποιών όπως ο Θανάσης, ο Χρήστος.



Υπήρξατε δασκάλα κιθάρας του Θηβαίου. Τι επιδιώκει ένας δάσκαλος;
Σαν δασκάλα, ο μοναδικός μου στόχος ήταν να κρατάω τον μαθητή -από τον αρχάριο μέχρι και τον πιο προχωρημένο- σε έμπνευση και εγρήγορση. Ο Χρήστος είναι μια πολύ σπάνια περίπτωση τραγουδοποιού. Έχει μια πολύ καλή εντύπωση αρμονίας και μελωδίας και θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που τον είχα μαθητή. Ο Χρήστος Θηβαίος είναι μια πολύ σπάνια περίπτωση τραγουδοποιού. Έχει μια πολύ καλή εντύπωση αρμονίας και μελωδίας, και θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που τον είχα μαθητή. Κάναμε περισσότερο συζητήσεις πάνω στο μουσικό αντικείμενο, στην αντίληψη, είτε μέσα από έννοιες χρωμάτων, είτε μέσα από έννοιες λόγου. Τώρα μιλάμε για τη μουσική με λόγια, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για την αρμονία με λόγια, χωρίς μουσικούς όρους. Ακούς μια ανοιχτή συγχορδία, τι σου θυμίζει; Εμένα μου θυμίζει ότι ανοίγει το σύννεφο, και το λέω απλοϊκά. Είχαμε ατέλειωτες συζητήσεις που αφορούσαν κυρίως τη σύνθεση και τη χρήση της κιθάρας σαν συνθετικό εργαλείο. Κάτι που ο Χρήστος επαναλαμβάνω ότι το είχε ήδη.

Τι κάνει έναν μουσικό, καλό μουσικό; Τι κάνει κάποιον…Κιουρτσόγλου;
Αναφέρεις έναν άνθρωπο στον οποίο χρωστάω όλο το ταξίδι στην Αμερική. Με το Γιώτη φύγαμε μαζί, τον ξέρω από παιδί και είμαστε φίλοι εδώ και 25 χρόνια. Σχεδόν επενέβηκα σε ένα δίλημμα που είχε αν θα γινόταν ηλεκτρολόγος ή μουσικός…κανείς δεν ξέρει το μεγάλο του ταλέντο στα ηλεκτρονικά! Ευτυχώς έγινε μουσικός. Του οφείλω πάρα πολλά, είναι ένας μέντοράς μου.
Η απάντησή μου στην ερώτησή είναι: ένστικτο. Το ένστικτο συνδυασμένο με ταλέντο καλλιεργείται και καταλήγει σε θαύματα. Ως ταλέντο θα μπορούσα να ορίσω την αντίληψη και την τοποθέτηση μέσα στο μουσικό χωροχρόνο. Το ταλέντο αναφέρεται ακόμα και στην απλή αντιγραφή ενός κομματιού όπως το ακούει κάποιος σε μια πιστή αναπαραγωγή. Επίσης, ταλέντο είναι η διορατικότητα, το τι άλλο θα μπορούσες να βάλεις σαν προσωπικό στοιχείο επάνω σε ένα δεδομένο υλικό. Αλλά το ένστικτο έχει να κάνει με συνδυασμό πολλών πραγμάτων. Έχει να κάνει με αισθητική, έχει να κάνει με την αντίληψη της πιστής αντιγραφής, και την αντίληψη και την ερμηνεία του τι θα χωρέσει τι σε που. Τολμώ να πω ότι το ένστικτο και η αισθητική είναι τα πρωταρχικότερα όλων. Γιατί λίγο-πολύ υπάρχει πολύς κόσμος με μουσική αντίληψη, αλλά όχι τόσο με αισθητική. Ζούμε στο χώρο της αντιγραφής, και το να απαρνηθείς ακούσματα, να απαρνηθείς κάτι που σου μοιάζει ότι είναι το σωστό, να κάτσεις να βρεις τη ρίζα του, να δεις πόσες φορές το έχεις ξανακάνει στη ζωή σου ακριβώς ίδιο, να απαρνηθείς τα ίδια σου τα μοτίβα είναι το πιο δύσκολο απ’ όλα. Αυτό το τοποθετώ στη γωνία του ενστίκτου.

Τι προσβάλλει την αισθητική σας στο ελληνικό τραγούδι;
Υπάρχουν πολλά πράγματα στο ελληνικό τραγούδι που προσβάλλουν την αισθητική μου αλλά και πολλά που την τιμούν. Εγώ βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο. Είμαι πολύ αισιόδοξη, ίσως γιατί έχω γνωρίσει πολλά νέα, ταλαντούχα άτομα. Υπάρχει μια καινούργια γενιά αγνώστων παιδιών, οι οποίοι έχουν πάρει τις σπουδές τους στα σοβαρά και έχουν μάθει σημαντικά πράγματα, είτε σαν εκτελεστές, είτε σαν συνθέτες. Είμαι ενθουσιασμένη από τη νέα γενιά.

Αλήθεια, πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του ενορχηστρωτή;
Ενορχηστρώνω σημαίνει αναθέτω στο μέλος μιας ορχήστρας να κάνει κάτι. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια συνθετική ιδέα και στην απόδοσή της από μία ορχήστρα. Αν σε ένα τραγούδι με φωνή και κιθάρα προστεθεί άλλη μια κιθάρα, γίνεται σχεδόν ένα άλλο κομμάτι. Το πεδίο είναι πολύ μεγάλο και ο ρόλος ενός ενορχηστρωτή είναι να έχει ακούσματα και να κρατάει προσωπικές σημειώσεις, όχι μόνο ακαδημαϊκές αλλά και προσωπικές. Η ενορχηστρωτική παλέτα είναι η παλέτα του γούστου σου, είναι το λεξιλόγιο που επιλέγεις. Είναι καλό να ακούς περισσότερα πράγματα για να μην εγκλωβιστείς στα ίδια όργανα και στις ίδιες αρμονίες.

Με ποια κριτήρια κάνετε τις ενορχηστρωτικές σας επιλογές;
Με μια μακροσκελή συζήτηση με τον τραγουδοποιό και συνθέτη. Απευθύνομαι σε όσους ανήκει το υλικό είτε ερμηνευτικά, είτε συνθετικά, με ένα ερωτηματολόγιο ανάλογο με το δικό σου. Οι άνθρωποι γίνονται διαλλακτικοί και εύκαμπτοι όταν κάποιος τους βάζει σε μια συζήτηση που πρέπει να εμβαθύνουν. Υπάρχει ένας διάλογος που μου αρέσει, και από εκεί καταλήγουμε στο τελικό αποτέλεσμα. Μετά συζητάμε ποια όργανα θα θέλαμε, καθώς και το πεζό ζήτημα του προϋπολογισμού. Εκεί αρχίζεις να συζητάς τον αριθμό των οργάνων, ή – αν είσαι τυχερός – το ποιοι επώνυμοι μουσικοί θα παίξουν. Εγώ ποντάρω πάρα πολύ σ’ αυτό. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει καλύτερο μπάσο από τον Γιώτη Κιουρτσόγλου, άρα το να επιλέξω τον Γιώτη αυτόματα μου λύνει τα χέρια καθώς δεν χρειάζεται να μπω στη διαδικασία να γράψω νότα προς νότα. Καταλήγω με μια συζήτηση με τους δημιουργούς, για να αποφασίσουμε τις βασικές μελωδίες και το χτίσιμο. Έρχονται οι μουσικοί και τους λέω «το σενάριο παιδιά είναι αυτό». Τους γράφω λοιπόν οδηγούς, και από ενορχηστρωτής όπου γράφω το σενάριο λέξη προς λέξη, γίνομαι σκηνοθέτης αφήνοντας τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν σε ένα θέμα με ορισμένες αυστηρές ατάκες.

Ποιες συνεργασίες ξεχωρίζετε στην καριέρα σας;
Ξεχωρίζω τις δουλειές που έκανα για κάποια ντοκιμαντέρ για την Ιρλανδική τηλεόραση καθώς και για το κανάλι PBS στο Λος Άντζελες. Είμαι άνθρωπος που έβλεπα πάντα πολύ κινηματογραφικά το ζήτημα της μουσικής. Είχαν ένα θέμα π.χ. για την αρχιτεκτονική στο Λος Άντζελες, την εποχή αρτ-ντεκό και τα ακροκέραμα, και έκανα μουσικές γι’ αυτά τα ντοκιμαντέρ. Χρειάστηκε να κάτσω να ακούσω συνθέτες από την εποχή του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, όπως ο Ralph Williams.

Και από τις ενορχηστρωτικές συνεργασίες στην Ελλάδα;
Δεν έχω κάνει πολλές συνεργασίες, τουλάχιστον όχι επώνυμες. Από τις επώνυμες ξεχωρίζω το «Μόνο νερό στη ρίζα» με τον Χρήστο Θηβαίο, και τον ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό. Φυσικά ξεχωρίζω και τη συνεργασία μου με τον Θάνο, αλλά ο Θάνος είναι ένας εμπειρότατος ενορχηστρωτής. Δεν θα μπορούσα να επέμβω στο έργο του καλύτερα από τον ίδιο. Ο Θάνος ξέρει να γράφει τα πάντα, και για τον εαυτό του δεν μπορεί κανένας να μιλήσει μουσικά καλύτερα από τον ίδιο. Επίσης, έχω κάνει δουλειές για underground φιλμάκια παιδιών, και φυσικά για δικά μου κομμάτια.

Τι σας έλκει ως μουσικό στον κινηματογράφο;
Η κρυφή χορογραφία σκηνής, που δύσκολα την αντιλαμβάνεσαι συνειδητά και πρέπει να κάτσεις να δεις μια σκηνή πολλές φορές για να καταλάβεις τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει την εικόνα να χορέψει στη μουσική που θα γράψεις. Η καλύτερη κινηματογραφική μουσική σκηνών είναι αυτή την οποία δε θυμάσαι μετά το πέρας του έργου. Υπάρχει η μουσική που τη γράφεις για τα κύρια θέματα και αυτή την αναλαμβάνουν οι γνωστοί συνθέτες, και οι μη γνωστοί συνθέτες αναλαμβάνουν τη μουσική σκηνών.

Συνθέτρια, κιθαρίστρια, ενορχηστρώτρια, δασκάλα. Μέσω ποιας ιδιότητας εκφράζεστε καλύτερα;
Μέσω της ιδιότητας στην οποία βρίσκομαι τη δεδομένη στιγμή. Πιστεύω ότι με το που μπαίνεις σε ένα ρόλο, αυτόματα κάνεις τα πάντα για να τον υποδυθείς όσο καλύτερα μπορείς και παίρνεις όποια πηγή και πληροφορία χρειάζεται προκειμένου να ανταποκριθείς. Να σου δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα. Το βράδυ που παίζουμε έχουμε κομμάτια που είναι μπαλάντες, λαϊκά, τζαζ. Το κάθε κομμάτι και το κάθε όργανο μου παίρνει ένα συγκεκριμένο χρόνο για να κλειδώσω στο ρόλο του. Το ίδιο συμβαίνει και με τις δουλειές που μου αναθέτουν. Θέλει ο Διονύσης και ο Θανάσης κάποια ιδέα; Εγώ οφείλω να κάνω μια ολόκληρη δουλειά πάνω στο παρελθόν τους και να καταλάβω τι έχουν κάνει. Δεν είναι το τι ξέρω εγώ, είναι το τι ξέρουν αυτοί. Οπότε, πάντα έχω να μαθαίνω από αυτό που μου ζητάνε. Με πληρώνουν για να είμαι ο γνώστης της ερώτησης με την οποία τους προσεγγίζω.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια μίξη τζαζ μελωδιών με την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Πώς σας φαίνεται αυτό το ρεύμα;
Θεωρώ ότι βρίσκεται ακόμα στη φάση της ανάπτυξης, και χαίρομαι γιατί ήταν επιτέλους καιρός να γίνει. Είναι κάτι το οποίο συμβαίνει στην Ευρώπη εδώ και χρόνια. Ως και οι γείτονές μας οι Βούλγαροι, οι Τούρκοι, έχουν εδώ και χρόνια βγάλει πολύ καλό jazz-mix με προσωπικά στοιχεία. Νομίζω ότι ήδη υπάρχουν αρκετά παιδιά που το κάνουν καλά αυτό, είμαστε σε πολύ καλό δρόμο. Μην ξεχνάμε ότι σε αυτό το χώρο έχουμε και εκπληκτικούς μουσικούς από το εξωτερικό που ζούνε πλέον στη χώρα μας, όπως ο Haik Υagitzian.

Τι σας φέρνει στο νου ο όρος «έθνικ»;
Από τη μία, αυτή η ταμπέλα πρέπει να ξεκίνησε από κάποια εταιρεία που ήθελε να πουλήσει ένα προϊόν. Από την άλλη, έχει γίνει συνώνυμο κάποιου ρεύματος και είναι κάπως χονδροειδές να το αγνοούμε. Έχουμε την τάση να γελάμε με καθετί για το οποίο είχαμε κάποτε περιέργεια, και αυτό το θεωρώ ένα ελληνικό μειονέκτημα. Έχουν γίνει εκπληκτικά πράγματα στο όνομα του «έθνικ». Πρέπει να γίνουμε πολύ συγκεκριμένοι για να πω κάτι καλό ή κάτι κακό. Και επειδή βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο, μόνο καλά έχω να σου πω.


Έντεκα χρόνια στην Αμερική. Τι αποκομίσατε από αυτή την εμπειρία;
Ψυχραιμία για την Ελλάδα. Μου έμαθε τα ελαττώματά μου, ίσως γιατί δεν είχα ελληνικό κόσμο να με παρηγορήσει στα δύσκολα. Με προετοίμασε για το μέλλον το οποίο ζούμε τώρα σαν παρόν. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα το έχω δει τουλάχιστον 15 χρόνια πριν. Μου πρόσφερε καλούς φίλους και ονειρεμένους δασκάλους. Ο Σάντναμ Ραμγκότρα και ιδίως ο Τζίμι Μαχλής είναι παλιοί μου φίλοι από τότε. Η μοναξιά της Αμερικής σου δίνει μόνο αυτογνωσία ή απελπισία, και πολύ καλούς φίλους.

Η μοναξιά του δημιουργού τι δίνει;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει μοναξιά στη δημιουργία. Όλοι μας είμαστε δημιουργοί, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο συνειδητά. Και εκ των πραγμάτων ο δημιουργός είναι συλλογικό πλάσμα· από τη στιγμή που μοιράζεται αυτό που έχει σκεφτεί, αυτόματα δεν είναι μόνος του.

Στην Αμερική ανακαλύψατε κάποια «ελληνικότητα» της μουσικής;
Βέβαια, δραματικά. Εγώ την ελληνική μουσική την ανακάλυψα στην Αμερική, και δεν είναι τυχαίο ότι μπουζούκι έμαθα εκεί. Εκεί ζητούσα από τη μητέρα μου να μου στείλει τις λαϊκές κασέτες για τις οποίες τη σνόμπαρα επί χρόνια, από Τσιτσάνη μέχρι Νικολόπουλο. Ελληνικότητα είναι η απλή αποθυμιά, η αποθυμιά του ξενιτεμένου. Ψάχνεις με κάθε τρόπο να είσαι πίσω, ιδίως τις δύσκολες στιγμές. Αλλά η Αμερική με έκανε να καταλάβω και κάτι άλλο· ότι είμαστε όλοι κάτοικοι του ίδιου παγκόσμιου χωριού.

Βλέπετε στην Ελλάδα ένα καθρέφτισμα της Αμερικής;
Είμαστε πολύ πιο Αμερικανοί από όσο νομίζουμε. Το βλέπω αυτό στον καταναλωτισμό μας, παρά τα αντι-Αμερικανικά μας αισθήματα. Ταυτίζουμε την Αμερική με τον μιλιταρισμό και αγνοούμε ένα μεγάλο κεφάλαιο, την προσφορά της χώρας αυτής στις τέχνες, τα γράμματα, τις επιστήμες. Συμμερίζομαι και εγώ τα αντι-μιλιταριστικά συναισθήματα. Πόσοι όμως από εμάς έχουν πολιτική συνείδηση για το τι γίνεται στην Ουγκάντα ή στο Θιβέτ; Μόνο με διαμαρτυρίες δεν κάνουμε τίποτα. Πρέπει να απευθύνουμε μια ερώτηση στον εαυτό μας: Τι κάνουμε εμείς στην καθημερινή μας πολιτική, πέρα από την κριτική προς τους άλλους; Ποια είναι η κριτική προς τον εαυτό μας;

Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σας;
Τα πάντα, σε εφιαλτικό βαθμό. Αλλά αυτό που θέλω πάντοτε είναι να διακρίνω την πρόθεση του γράφοντος. Παλιότερα είχαμε τη λογοκρισία της χούντας. Σήμερα έχουμε τη λογοκρισία των λίγων λέξεων, τη λογοκρισία της άγνοιας, η οποία είναι και μουσική λογοκρισία αντίστοιχα. Φοβόμαστε να γράψουμε γιατί το έργο δε θα πουλήσει, γιατί δεν θα το καταλάβουν.

Βλέποντάς σας στη σκηνή σκέφτηκα το τραγούδι του Λοΐζου… «Κι αν είμαι ροκ, μη με φοβάσαι». Είναι η Βάσω Δημητρίου ροκ;
Βεβαίως και είμαι ροκ αλλά να μη με φοβάστε καθόλου! Από πού να ξεκινήσω; Από την εποχή των 1970s και τις κλασικές ροκ μπάντες όπως οι Led Zeppelin μέχρι τον Tim Buckley που μου έμαθε ο Θηβαίος; Ομολογώ ότι ο Χρήστος έχει μια έντονη ροκ πλευρά που δεν την αντιλαμβάνεται κάποιος εύκολα, γιατί φαίνεται ως ο τραγουδιστής της κλασικής μπαλάντας. Κάναμε πολλές ακροάσεις μαζί, κλασικά ροκ ακούσματα, Joni Mitchell, Bob Dylan. Το κλασσικό το εννοώ ως διαχρονικό, όχι ως παρωχημένο, γιατί πλέον έχει καταντήσει ο όρος «κλασικός» να είναι αρνητικός.

Υπάρχει ελληνική ροκ;
Θα σου δώσω μια απάντηση που είπε ο Σαββόπουλος. Ροκ είναι ο καλλιτέχνης ο οποίος εξισώνει τον εαυτό του με την εξουσία, είτε αυτή η εξουσία έρχεται από το κράτος, είτε από μια άρχουσα τάξη, είτε από τον ίδιο το θεό. Ροκ είναι η ισοδύναμη απάντηση-πρόκληση στην εξουσία. Με αυτή την έννοια υπάρχει πολλή ελληνική ροκ, και δε μιλάω μόνο για τον Σιδηρόπουλο.

Ποιες εξουσίες κληθήκατε να αμφισβητήσετε εσείς;
Καθημερινά πολλές, ίσως όμως να μην τις κατάλαβα γιατί έχω καλό αμυντικό σύστημα και θεωρώ τη ζωή μου χαρισματικά εύκολη. Έχω πάντως κι εγώ βιώσει τη θέση της γυναίκας στον πλανήτη και στην Ελλάδα. Όμως, σε γενικές γραμμές, περισσότερο μου έδωσαν εξουσίες παρά μου επέβαλλαν. Και αυτές που μου επιβλήθηκαν έχουν επιβληθεί στον καθένα, εφόσον ζούμε με τους όρους που ζούμε την καθημερινή ζωή. Όσο για τις εξουσίες που μου έχουν δοθεί, εύχομαι να μου έχουν δοθεί αξιοκρατικά.

Ας επιστρέψουμε στην αρχή. Διονύσης Σαββόπουλος;
Τον θεωρώ ιδιοφυή. Δεν είναι καθόλου τυχαία η καριέρα του – τι φτηνή λέξη για έναν τέτοιο άνθρωπο. Ζηλεύω αφάνταστα, με την καλή έννοια, το έργο του. Έχει ένα δικό του τρόπο να κάνει συνειδητές τις λέξεις του υποσυνείδητου. Αυτό είναι το χάρισμα των ταλαντούχων τραγουδοποιών, να σου δίνουν με τρεις λέξεις-σύμβολα ολόκληρες έννοιες, και μέσα σε ένα ρεφραίν να τα έχεις ακούσει όλα.

Θανάσης Παπακωνσταντίνου;
Ίδια περίπτωση. Ο Θανάσης είναι ο τραγουδοποιός που αυτό τον καιρό μελετάω πολύ καθώς τακτοποιώ στο μυαλό μου την ιστορία των ανθρώπων που θαυμάζω. Ο Θανάσης είναι το κεφάλαιο εργασίας μου αυτό τον καιρό.

Μελλοντικά σχέδια;
Θέλω να τελειώσω ένα δίσκο με προσωπικό υλικό, σαν μικρή αναφορά στις εμπειρίες, τους ανθρώπους και τις φωτογραφίες των τόπων που έχω πάει. Ο προσωρινός τίτλος είναι “It’s just a FACE we go through”. Είναι ένας ορχηστρικός δίσκος με τη συνδρομή κάποιων φωνών σε σύντομους διαλόγους σαν χαïκού. Σκοπός των φωνών είναι να υπογραμμίσουν το ανάποδο από αυτό που θα κάναμε σε μία κινηματογραφική σκηνή. Εκεί υπάρχει ο διάλογος και η μουσική υπογραμμίζει. Εδώ υπάρχει η μουσική, και ο διάλογος υπογραμμίζει. Κατά τα άλλα, το παρών είναι τόσο έντονο και ισχυρό που αδυνατώ να δω το μέλλον.

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

Ο ΣΑΜΑΝΟΣ ΠΑΕΙ ΓΗΠΕΔΟ


Ο Σαμάνος πάει γήπεδο


Πολύ μελάνι χύθηκε για τη συναυλιακή και δισκογραφική συνεργασία των Διονύση Σαββόπουλου και Θανάση Παπακωνσταντίνου. Παράγραφοι επί παραγράφων συνωστίστηκαν όχι μόνο σε έντυπα αλλά και σε λογής μουσικά φόρα, μπλογκς και άλλα, γύρω από το τι και πώς αυτής της συνεργασίας. Το ταπεινό συμπέρασμα που έβγαλα διαβάζοντας κάμποσα από αυτά τα σημειώματα είναι ότι στην Ελλάδα η ακρόαση της μουσικής έχει αντικατασταθεί από την ποδοσφαιροφιλία. Φαίνεται ότι στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει, αλλά αυτός ο αναστεναγμός μας έγινε συνήθειο και έξω από αυτά. Εξηγούμαι…


Πέρα από τις καθιερωμένες συνεντεύξεις, διάβασα εκνευριστικά λίγα πράγματα για την καλλιτεχνική ουσία της συνύπαρξης Παπακωνσταντίνου - Σαββόπουλου. Ελάχιστα γράφτηκαν για το τι κομίζει ο κάθε καλλιτέχνης, για την ιστορία και το περιεχόμενο της τραγουδοποιίας του, για τους τρόπους με τους οποίους οι δυο τους επηρέασαν, λίγο ή πολύ, το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Ελάχιστα γράφτηκαν επίσης για τις ενορχηστρωτικές επιλογές της παράστασης, τις καινοτομίες ή μη στον ήχο, οτιδήποτε έχει να κάνει τέλος πάντων με την τέχνη του τραγουδιού όπως αυτή εκφράζεται ή δεν εκφράζεται μέσα από τη συγκεκριμένη συνεργασία.


Γενικά. αυτό που κυριάρχησε (ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε) ήταν μια ακατάσχετη παραφιλολογία για τα κρυφά κίνητρα των δημιουργών και τα υστερόγραφα, τα «ψιλά γράμματα» της συνεργασίας. Το μενού ιδιαίτερα πλούσιο: ότι ο Σαββόπουλος θέλει να κλέψει τη δόξα του Παπακωνσταντίνου, ότι ο Παπακωνσταντίνου θέλει να κλέψει την ιστορία του Σαββόπουλου, ότι ο Θανάσης κάνει συμβιβασμό και υποχωρήσεις, ότι ο Διονύσης είναι περίπου ο νέος ηγεμόνας του Μακιαβέλι, ότι η συνεργασία είναι βασικά μια αρπαχτή, ότι ο ένας το ρίχνει στο mainstream και τις εύκολες λύσεις, ότι ο άλλος είναι εκτός εποχής και ψάχνει σωσίβιο, κι άλλα ωραία. Σε αυτά ήρθαν να προστεθούν οι προβληματισμένοι και προδομένοι οπαδοί των δύο στρατοπέδων, που είδαν τα ινδάλματά τους να σμίγουν και συνεπώς να ραγίζουν τον αντικατοπτρισμό των πρώτων στον καθρέφτη, μαζί με τις βεβαιότητες και τον οπαδισμό τους.


Δύο ενστάσεις μπορούν να τεθούν απέναντι σε αυτή την επιχειρηματολογία. Η πρώτη, απλή και εύλογη: δεν μπορείς να κρίνεις κάτι το οποίο δεν έχεις ακόμα ακούσει. Δεν μπορείς να κρίνεις το αποτέλεσμα μιας συνεργασίας που ως κύριο στόχο έχει την έκδοση ενός δίσκου, αν δεν έχεις ιδέα για τον ίδιο το δίσκο. Αυτονόητα πράγματα…


Η δεύτερη ένσταση είναι λίγο πιο σύνθετη, και πολύ πιο σοβαρή. Συνοψίζεται στο ότι δεν μπορείς να κρίνεις έναν καλλιτέχνη ή μια καλλιτεχνική συνεργασία χρησιμοποιώντας εξω-καλλιτεχνικά κριτήρια. Το αν ο Σαββόπουλος γουστάρει προβολή ή αν ο Παπακωνσταντίνου γουστάρει προστασία δεν αφορά ούτε εμάς τους ακροατές, ούτε τα μελλοντικά κιτάπια της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού. Γενικώς, οι προθέσεις δεν γράφουν ιστορία· ούτε οι καλές, ούτε οι κακές. Εξάλλου, η υψηλή τέχνη δεν υπήρξε ποτέ γέννημα «καλών παιδιών». Με τα καλά παιδιά φτιάχνεις σπίτι, οικογένεια, φιλίες· δεν φτιάχνεις ούτε Ρεζέρβες, ούτε Βραχνούς Προφήτες. Μπορεί να είσαι κακός, ανήθικος, καιροσκόπος, εγωπαθής και συμφεροντολόγος. Αυτό δε λέει κάτι για το αν είσαι μικρός ή μεγάλος καλλιτέχνης.


Μια παρέκβαση: Φυσικά, η τέχνη δεν εμπεριέχει μόνο την αισθητική, αλλά και την ιδεολογία. Και θα ήταν πραγματικά ευπρόσδεκτη μια κριτική η οποία θα εστιάζε στα ιδεολογικά ζητήματα που ανακύπτουν από, π.χ. τη νέο-συντηρητική μετάλλαξη του Σαββόπουλου, τις άστοχες παρεμβάσεις του σε ζητήματα έθνους και εκκλησίας, τις τεράστιες αντιφάσεις που ανέδειξε η πολιτική - δηλαδή και καλλιτεχνική με την ευρεία έννοια - στάση του τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Όμως, μια τέτοια κριτική στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει, για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι ζούμε σε μια εποχή από-ιδεολογικοποιημένη, όπου η ιδεολογία γίνεται βορά στα σχόλια γνωστών διαφημιστών-«διανοητών» και στις μοδάτες εξυπνάδες των lifestyle περιοδικών. Η ιδεολογία είναι απόβλητη όχι μόνο από την τέχνη αλλά και από την καθημερινή ζωή. Ο δεύτερος και σημαντικότερος λόγος είναι ότι, πολύ απλά, η συνεργασία Σαββόπουλου-Παπακωνσταντίνου δεν μπορεί να δώσει βήμα σε τέτοιου είδους κριτική, όταν επαναφέρει στη σκηνή την «Παράγκα», το «Κιλελέρ» και το «Αερικό» και όταν εισάγει στις μονοδιάστατες ζωές μας επαναστατικούς ήρωες και αντάρτικες φιγούρες από τα βουνά της Λατινικής Αμερικής.


Συμπερασματικά, όσοι έσπευσαν να «πάρουν θέση» - πλην ελάχιστων εξαιρέσεων – διαλέγοντας ανάμεσα στον έναν ή τον άλλον πόλο της συνεργασίας, όσοι έκατσαν σε μια γωνία του Polis Theater ανεβάζοντας πίεση επειδή ο Σαββόπουλος είπε τρία δικά του τραγούδια στη σειρά και «καπέλωσε» τον Θανάση, όσοι ξενέρωσαν με το δίσκο (που τον άκουσαν αλήθεια; στον ύπνο τους;) κλπ. μάλλον μπέρδεψαν τον Σαμάνο με το Καραϊσκάκη και τη Λεωφόρο. Είναι καταστροφικό να βλέπουμε τη μουσική με ποδοσφαιρικούς όρους, καθώς και να απαντάμε στην καλλιτεχνική δημιουργία με ψυχολογισμούς και ηθικοπλαστικά κηρύγματα. Τα ματς ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό κρίνονται στο γήπεδο (ενίοτε και έξω απ’ αυτό). Τα ματς ανάμεσα σε καλλιτεχνικούς δημιουργούς κρίνονται – και υπάρχουν - μόνο μέσα στην προκάτ αισθητική και φαντασία μας.


Ηρ. Οικ.


ΥΓ: Ο δίσκος «Ο Σαμάνος» βγήκε, οπότε ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Και μέχρι να τον πάρουμε στα χέρια μας, ας διαβάσουμε και μια ενδιαφέρουσα άποψη από το αδερφό μπλογκ «Άσματα και Μιάσματα» ΕΔΩ.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

Η ΑΛΙΚΗ ΚΑΙ Η ΕΛΕΝΗ-ΛΥΔΙΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Σε παγκόσμια δεύτερη, σας παρουσιάζουμε τις αποκλειστικές φωτογραφίες της μαμάς και κόρης Καγιαλόγλου που τράβηξαν ο Bosko από τα "Άσματα και Μιάσματα", και τα Μ.Π. Μιλάμε φυσικά για τη γνωστή τραγουδίστρια Αλίκη Καγιαλόγλου και την κόρη της Ελένη-Λυδία Σταμέλου, άρτι αφιχθείσα από τις όπερες της Γερμανίας και με ένα ήδη υπερ-πλούσιο βιογραφικό στο χώρο του λυρικού τραγουδιού. Και όλα αυτά συνέβησαν χθες στο Μαρούσι, σε μια πολύ ωραία εκδήλωση του Δήμου Αμαρουσίου αφιερωμένη στον Μάνο Χατζιδάκι.


(Αντώνης Μποσκοΐτης με διερευνητική διάθεση, Ελένη-Λυδία Σταμέλου, Αλίκη Καγιαλόγλου)


(Ελένη-Λυδία Σταμέλου, κρατώντας πλούσια ανθοδέσμη)


(Ελένη-Λυδία Σταμέλου, Αλίκη Καγιαλόγλου)


Για κους-κους και παραλειπόμενα από τη βραδιά, πατήστε ΕΔΩ

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ "SUPERMARKET"


Σας προσκαλούμε στην παρουσίαση του CD

SUPERMARKET
του Λάκη Καραλή

την Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008 και ώρα 9μ.μ.
στο Θέατρο Βαφείο
Αγίου Όρους 16 και Κωνσταντινουπόλεως 115,
Βοτανικός ΑΘΗΝΑ, μετρό Κεραμεικού

Το SUPERMARKET θα παρουσιάσουν οι:

Περικλής Κοροβέσης, Βουλευτής
Θοδωρής Δρίτσας, Βουλευτής
Γρηγόρης Ψαριανός, Βουλευτής
Γιώργης Χριστοφιλάκης, θεατρικός συγγραφέας, Γεν.Γραμ. ΕΕΘΣ
Βαγγέλης Βέκιος, Δντής Προγράμματος Στο Κόκκινο 105,5
και ο Δημήτρης Παπαχρήστος, συγγραφέας, δημοσιογράφος

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2008

ΕΠΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΟ "SUPERMARKET" ΤΟΥ ΛΑΚΗ ΚΑΡΑΛΗ



Κυκλοφορεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα, 37 χρόνια μετά,

μαζί με πρόσθετο υλικό

ακυκλοφόρητα τραγούδια των Μίκη Θεοδωράκη και Λάκη Καραλή,

σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, Περικλή Κοροβέση και Λάκη Καραλή.

Ο πρωτότυπος δίσκος Supermarket με 14 τραγούδια του Λάκη Καραλή (στίχοι, μουσική, ερμηνεία) κυκλοφόρησε το 1971 –ως δίσκος βινυλίου- σε 500 αντίτυπα στο Λονδίνο.

Σήμερα, 37 χρόνια μετά, ο δίσκος κυκλοφορεί (σε CD) από την ανεξάρτητη εταιρία ΤΡΟΧΟΣ (των αδελφών Αλέξη και Δημήτρη Βάκη) μαζί με έξι επιπλέον τραγούδια, μεταξύ των οποίων και δύο τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη: «Μου μιλάτε για κείνον» και «Σκέψου καλά κυρ- Βουλευτή». Το δεύτερο μάλιστα δισκογραφείται για πρώτη φορά.

Στις νέες αυτές ηχογραφήσεις του 2008 συναντάμε επίσης τη συνεργασία του Περικλή Κοροβέση, που απαγγέλλει ένα απόσπασμα από τον «Κοινό Τόπο» και έχει γράψει τους στίχους στο τραγούδι «Κυριακή Απομεσήμερο», αλλά και της εννιάχρονης Μαρίας Λαχανά, που τραγουδά «Πιφ πως βρωμάει».

Το 1971, το Supermarket ηχογραφήθηκε σε ένα στούντιο της Camden Street στο Λονδίνο, με τα έξοδα να καλύπτονται δια της μεθόδου του ρεφενέ.

Είχε προηγηθεί (τρία χρόνια νωρίτερα, στη Βουδαπέστη), η διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας. Οι αντιδράσεις στο δίσκο –που κυκλοφορούσε χέρι με χέρι στους αντιδικτατορικούς κύκλους των Ελλήνων- ήταν ποικίλες, αφού τα τραγούδια του Καραλή δεν έπαιρναν τη θέση καμμιάς από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, αλλά σχολίαζαν ειρωνικά την πάλη για τη «σφραγίδα», την ίδια στιγμή που η επίσημη Αριστερά ήταν ανήμπορη να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και να παρέμβει ουσιαστικά.

Ο τίτλος «Supermarket» δεν ήταν τυχαίος: προέρχεται από μια φράση κάποιου κομματικού στελέχους, τότε, που έλεγε πως «το κόμμα, έτσι καθώς διασπάται και διαλύεται, έχει καταντήσει σούπερ μάρκετ». Απογοητευμένος από τα συμβάντα, ο Λάκης Καραλής γράφει για «τη γραμμή του κόμματος» όπου «κάποιος είναι αόμματος», ενώ «σ’ άλλους τάζουνε λουκούμια, σε άλλους παίρνουν μέτρα για κουστούμια»…

Τα τραγούδια του «Supermarket» ισορροπούν ανάμεσα στο πέταγμα του συνειρμού και τον σκληρό ρεαλισμό, ανάμεσα στην ποίηση και την πολιτική, με την ακραία χρήση του στίχου. Από αυτήν προκύπτει τελικά η μουσικότητα και ο Λάκης γίνεται η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Είναι ο γιος του παπά-Θανάση από τη μια και ο σουρρεαλιστής ριμαδόρος από την άλλη. Επαναστάτης (με και χωρίς αιτία) από τη μια, ανένταχτος της αριστεράς από την άλλη. Δεν τον άφηναν οι φίλοι του να οργανωθεί, δε θα το άντεχε ούτε θα τον άντεχαν. Φοιτητής ιατρικής από τη μια, κιθαρίστας και τραγουδιστής στα «Τραγούδια του αγώνα» του Μίκη, από την άλλη.

Το «Supermarket» είναι ένας δίσκος αιρετικός, πού προκάλεσε την αντίδραση πολλών και που στα χρόνια της μεταπολίτευσης εξελίχτηκε σε ένα δυσεύρετο ντοκουμέντο μιας ταραγμένης και άβολης εποχής.

-----

Σημείωμα του Λάκη Καραλή για την πρώτη έκδοση του 1971

Τα οχτώ τραγούδια της πρώτης πλευράς γράφτηκαν το ‘68. Ήταν η εποχή που η διάσπαση του κόμματος μας συγκλόνισε. Όσα αποκαλύφθηκαν, με το ξέσπασμα της μακρόχρονης κρίσης, στάθηκαν για μας –τη νέα γενιά– ένα οδυνηρό ξάφνιασμα. Γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά. Δεν είχα άλλο τρόπο έκφρασης, από το τραγούδι μου. Δεν είχα άλλο όπλο, από την κιθάρα μου. Αυτά τα τραγούδια εκφράζουν τη δική μου αγωνία μέσα σ’ αυτή την αποσύνθεση. Το όνομα του Κολιγιάννη μπορεί κάλλιστα να αντικατασταθεί με οποιοδήποτε άλλο της καθοδηγητικής βιτρίνας. Τα ερωτήματα δεν έχουν προσωπικό στόχο. Αφορούν ολόκληρη την πολιτική της Ελληνικής Αριστεράς, όπως εκφράζεται είτε από τη μια, είτε από την άλλη μερίδα του κόμματος.

Είναι σίγουρο πως θα ενοχληθούν πολλοί -κι από το ύφος κι από την αθυροστομία μου. Αλλά τα τραγούδια μου δεν απευθύνονται στα –ανεπανόρθωτα– βουλωμένα αυτιά της καθωσπρεπικής υποκρισίας. Αν σε κάτι ωφέλησε η δικτατορία –όσο κι αν αυτό φαίνεται οξύμωρο– είναι γιατί έβαλε σε μας καυτά ερωτηματικά, ανύπαρκτα προηγουμένως. Τα «ταμπού» γκρεμίστηκαν, μαζί με τους μύθους και τα είδωλα. Η «γραμμή», που ερχόταν από κάποια μυστικά κι αόρατα κέντρα, μπήκε σε αμφισβήτηση –συζητιέται.

Τα υπόλοιπα τραγούδια γεννήθηκαν από τις τωρινές εμπειρίες μου, από τους νέους προβληματισμούς, την επιτακτική αναζήτηση του νέου δρόμου, την προσωπική στάση απέναντι στα προβλήματα που σήμερα αντιμετωπίζουμε, τις ευθύνες που πρέπει επί τέλους ν’ αναλάβουμε. Ειδικότερα «η περίοδος της Ροζέτας» είναι γραμμένη από τίτλους της «Νέας Πολιτείας», αποσπάσματα λόγων του Παπαδόπουλου και κειμένων του «Ρομάντσου».

Καταλήγοντας, θα ‘θελα να πω ότι κανείς δεν θα στενοχωρηθεί αν αυτά τα τραγούδια ξεχαστούν, όσο γίνεται πιο γρήγορα.

Κι ένα υστερόγραφο από το 2008…

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι αυτός που, το 1966, μου έδωσε τη σπρωξιά λέγοντας “γιατρός Λάκη δε γίνεσαι, παρ’ το απόφαση, είσαι μουσικός”. Και μου εμπιστεύτηκε τα δύο πρώτα τραγούδια που είπα στη σκηνή, σε στίχους του αξέχαστου Γιάννη Νεγρεπόντη. Κατά κάποιο τρόπο, ο Μίκης “ευθύνεται” για όσα επακολούθησαν. Όπως και να’ χει, τους ευχαριστώ και τους δυο μέσα από την καρδιά μου.

Ο Περικλής Κοροβέσης (κείμενο του οποίου περιλαμβάνεται στο ένθετο του CD, μαζί με κείμενα του Γιώργου Βότση και του Δημήτρη Παπαχρήστου) σημειώνει «Αυτός ο δίσκος, που ξανακυκλοφορεί, κάποτε ήταν ένα παράνομο μπεστ σέλλερ. Αν ξαναγίνει και δεύτερη φορά, σημαίνει πως τίποτε δεν πήγε χαμένο».

-----

SUPERMARKET, 1971


01. Η σφραγίδα (1:12)

02. Κολιγιάννης (2:21)

03. Το σεργιάνι (2:22)

04. Το ασβέστωμα (1:36)

05. Οι εκπρόσωποι (1:47)

06. Η συνέλευση (1:36)

07. Χαφιές (1:20)

08. Ο Μαρξ δεν τό ‘πε (0:56)

09. Ο τοίχος (1:36)

10. Μια μέρα (4:20)

11. Τα παιδιά (2:06)

12. Η περίοδος της Ροζέτας (12:32)

13. Επανάσταση (2:19)

14. Οι σαλτιμπάγκοι (3:27)


ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ 2008

15. Μου μιλάτε για κείνον / Γιάννη Νεγρεπόντη-Μίκη Θεοδωράκη (3:06)

16. Σκέψου καλά κυρ-βουλευτή* / Γιάννη Νεγρεπόντη-Μίκη Θεοδωράκη (2:32)

17. Πιφ, πως βρωμάει* / Τραγουδά η Μαρία Λαχανά (4:32)

18. Κάτω το κεφάλαιο, ζήτω το προλετάριο* (10:40)

19. Ξέρω πως θα είναι ο θάνατος / Απαγγελία: Περικλής Κοροβέσης (1:06)

20. Κυριακή απομεσήμερο* / Περικλή Κοροβέση-Λάκη Καραλή (4:40)

21. Το θύμα θυμάται* (1:28)

* Δισκογραφούνται για πρώτη φορά

Συνολική διάρκεια: 68:28

Πρώτη έκδοση: Μάρτιος 1971, Λονδίνο

Δεύτερη έκδοση: Ιούλιος 2008, Αθήνα

Διεύθυνση παραγωγής: Αλέξης Βάκης, Δημήτρης Βάκης

Συντελεστές:

Supermarket, 1971

Στίχοι-μουσική: Λάκης Καραλής

Λάκης Καραλής: κιθάρα, τραγούδι

Χαράλαμπος Βιολάρης: βιολί (12)

Ηχογράφηση, μίξη: David Vorhaus / Kaleidophone Studios, Λονδίνο

Σχέδιο εξωφύλλου: Νίκος Ναυπλιώτης

Παραγωγή: Λάκης Καραλής

Ηχογραφήσεις 2008

Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης, Περικλής Κοροβέσης, Λάκης Καραλής

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Λάκης Καραλής

Ενορχήστρωση: Αλέξης Βάκης (15,16,17)

Τραγουδούν: Λάκης Καραλής, Μαρία Λαχανά (17)

Παίζουν οι μουσικοί:

Λάκης Καραλής: κλασσική κιθάρα (18,20,21)

Βασίλης Μασσαλάς: ακουστική κιθάρα (15,16), κλασσική κιθάρα (17)

Θανάσης Σοφράς: ηλεκτρικό μπάσσο (15,16), κοντραμπάσσο (17)

Νίκος Τουλιάτος: τύμπανα (16)

Γιάννης Βιλλιώτης: μαντολίνο (15,16)

Μόδεστος Τριπολιτσιώτης: τούμπα (16)

Φωνητικά: Δημήτρης Βάκης (15)

Χορωδία: Τάσος Ράπτης, Μαρία Σκούπα, Γρηγόρης Καραντινάκης, Γρηγόρης Ψαριανός, Έρη Μανουρά, Χαρίλαος Τρουβάς, Αλέξης Βάκης, Δημήτρης Βάκης

Ηχογράφηση, μίξη, mastering: Χάρης Ζουρελίδης / Feedback Sound Studio

Επιμέλεια εντύπου: Δημήτρης Βάκης

Φωτογραφίες: Δημήτρης Κοιλαλούς

Παραγωγή: Αλέξης Βάκης, Δημήτρης Βάκης / ΤΡΟΧΟΣ


Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΖΑΓΟΡΑΙΟΥ ΣΤΟΝ ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ

Σπύρος Ζαγοραίος: «Ν' αγαπάς αυτούς που σε θέλουνε...»

Σαν να μην μπορούσανε να το χωνέψουνε, πώς ένας άνθρωπος μ' ένα χέρι πάει καταπάνω

του Σωτήρη Κακίση


Ζει και βασιλεύει, λοιπόν. Τραγουδάει πάντα, περασμένα μεσάνυχτα κατεβαίνει, συγγνώμη, ανεβαίνει στο μπαλκόνι της φωνής του πάντα, πάντα επίσημος και λαμπρός σαν αρχαίος Έλληνας, ο ανεπανάληπτος Σπύρος Ζαγοραίος. Στο «Εντελαμαγκέν» του το τωρινό, στο Αιγάλεω του Θεμιστοκλή κάποτε και του Αριστείδη και του Ξέρξη. Από το δικό του βουνό μπορεί αυτός πραγματικά να θαυμάζει της ζωής του τη συνεχή μαγεία, το πώς από μια έκρηξη παιδική τού σώματός του η αλλιώς από τότε παρουσία τον φτάνει ώς τις μέρες μας σαν Προσευχή, σαν Κούκλα, σαν τοτέμ ενός τόσο μελλοντικού παρελθόντος. Μιλάει απλά. Διήγηση τόσων γεγονότων πάλι και πάλι, μυθικά ξαφνικά ονόματα σαν αστέρια πάνω από τις λέξεις: ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Παπαϊωάννου. Η Γκρέυ, η Μπέλλου, η Νίνου. Η Λίντα, η Πόλυ Πάνου. Και η Ζωή. Προπαντός η Ζωή, η Γυναίκα του.
Σ.Κ.


Η συνέντευξη του Σπύρου Ζαγοραίου στον Σωτήρη Κακίση δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Τα Νέα", 28 Απριλίου 2001.

Φωτογραφίες: Εφημερίδα "Τα Νέα", Αρχείο Σ. Κακίση


Σπ. Ζαγοραίος.: Από την αρχή να ξεκινήσουμε, από πού αλλού; Άμα ξεκινάς από την αρχή, είσαι πάντα μέσα. Σαν τα τραγούδια. Έχετε δει τραγούδι να ξεκινάει από το τέλος; Μην πάμε μετά προς τα πίσω. Αν κι εγώ, τα περισσότερά μου τραγούδια τα 'χω αρχινισμένα με ρεφρέν. Ενώ οι άλλοι πάνε κουπλέ-ρεφρέν, εγώ πιο συχνά πάω ρεφρέν-κουπλέ.

Σωτ. Κακίσης.: Σαν τον Ιούλιο Βερν, πάντα από τη μέση το μυθιστόρημα, να τον πιάνεις τον άλλον με τη δράση;
Εγώ δεν ξέρω πώς και γιατί το 'κανα. Ίσως με διευκόλυνε καλύτερα έτσι, ίσως μου αρέσει κι εμένα μια ζωή η δράση που 'πατε. Κι έχω και μια ιδιοτροπία στους τόνους... Όλο διέσεις τραγουδάω, μισούς τόνους. Άμα ξέρατε από μουσική, θα καταλαβαίνατε τώρα τι σας λέω. Όλο στη δίεση είμαι. Και είναι δύσκολο έτσι να με συνοδεύουν οι οργανοπαίκτες. Τους θέλω πολύ καλούς.

Ας είναι δωρικό κι ίσιο το λαϊκό τραγούδι, το ρεμπέτικο, χωρίς ιδιοτροπία κανείς δεν κάνει.
Ό,τι και να είναι, όσοι κανόνες και να υπάρχουνε, χωρίς ιδιοτροπίες δεν γίνεται. Με τη μόνη διαφορά να είναι καλές αυτές οι ιδιοτροπίες, να μην είναι κακές. Να μην υπάρχει μέσα τους το μίσος και η κακία, η ζήλια, ο φθόνος. Να είσαι κι εσύ ευθύς και εντάξει.

Να είσαι αυτός που είσαι;
Α, μπράβο. Και ν' αγαπάς αυτούς που σε θέλουνε. Όπως κάνω εγώ από πάντα. Γιατί εγώ ξεκίνησα από πολύ χαμηλά. Ήμουνα από φτωχή οικογένεια. Είχα έναν πατέρα που είχε μια καλή δουλειά στο αγγλικό ναυτικό, αλλά ήτανε όμως αλανιάρης. Του άρεσε πολύ το θηλυκό το γένος. Και έτσι την βγάζαμε στα ξένα και στην ταβέρνα... Το 1940, στον πόλεμο, μας ξεσήκωσε να μας πάρει να μας πάει στην Αγία Παρασκευή. Γιατί ήτανε και θεριακλής κυνηγός, μανιώδης.

Όχι μόνο του θηλυκού γένους!
Ναι. Και πήγαμε εκεί, να βάζουμε ξώβεργες, να πιάνουμε πουλιά, να 'χουμε και χόρτα. Για να μπορούμε να την βγάζουμε. Γιατί κάτω εδώ είχε αρχίσει η πείνα. Η μεγάλη η δυστυχία. Γιατί πριν μέναμε στον Άγιο Αρτέμη, στη Γούβα. Την ξέρετε τη Γούβα, στου Παγκρατίου τα μέρη. Αλλά στην Αγία Παρασκευή ήτανε αλλιώς ακόμα τα πράγματα. Το τσαντάκι το πρωί και στα χόρτα. Δεκατριών χρόνων ήμουνα δεν ήμουνα εγώ τότε. Κι ήτανε μια κυρία εκεί στην εκκλησία, που 'χε κοινοποιήσει πως παρέδιδε μαθήματα Δημοτικού. Εγώ είχα μεγάλη μανία με τα γράμματα, μεγάλη μανία. Κι έτρεξα από τους πρώτους στην εκκλησία. Μήπως το κάνουμε μακρύ το κομμάτι; Να σας πάω πιο γρήγορα; Γράφτηκα, λοιπόν, πρώτος και καλύτερος και παρακολουθούσα τα μαθήματα της Έκτης, της Πέμπτης, τι ήτανε. Όλοι μαζί ήμασταν. Σ' άλλον έλεγε για την Τετάρτη, σ' άλλον για την Πρώτη, μονοτάξιο ήτανε, και καλοσύνη της. Όπου, ένα πρωί...

Το μοιραίο εκείνο πρωινό...
Παίρνω την τσάντα μου να πάω για χόρτα. Κι όπου πήγαινα, βρίσκω ένα πράγμα στρογγυλό, μ' ένα καρφάκι, έτσι, απάνω. Κι η σκέψη μου έτρεξε στο μελανοδοχείο. Γιατί μελανοδοχείο δεν είχα. Το 'βαλα στην τσάντα, το πήρα στο σπίτι. Και του δίνω μια με το σκεπάρνι σ' εκείνο το κεφαλάκι. Κι έσκασε. Και μου 'φαγε τα χέρια.

Δεν σας πέρασε τότε καθόλου από το μυαλό πως ήτανε χειροβομβίδα;
Όχι. Πού να μου περάσει; Ποιος ξέρει πώς είχανε βρεθεί αυτά τα πράγματα εκεί... Ήτανε για την τύχη τη δικιά μου. Εγώ την βρήκα μπροστά μου, δεν την βρήκε άλλος. Τα δικά μου τα χέρια έπρεπε να κοπούνε.


Η ώρα εκείνη η κακιά δεν θα 'χει φύγει ποτέ από μέσα σας.
Ποτέ. Κι ούτε και θα φύγει ποτέ. Ουδέποτε. Ακόμα κι όταν ήρθε, ύστερα από χρόνια, ο καιρός να συνταξιοδοτηθώ, απ' όλα που μου 'χανε βάλει μπροστά τα είδη, εγώ κατ' ευθείαν πήγα στη δικιά μου τη χειροβομβίδα. Γιατί λέγανε και πως το 'χα μόνος μου κάνει. Και φέραμε και μάρτυρα από το εξωτερικό, να το πιστοποιήσει. Πού να ξέρω εγώ, λόγω του νεαρού της ηλικίας, τι είχα πάρει στα χέρια μου; Μόνος μου το 'κανα, αλλά χωρίς να ξέρω. Χωρίς ιδέα. Η μοίρα έκανε λάθος, που μου πήρε το χέρι. Γιατί αν είχα το χέρι μου, θα ήμουνα ένας πολύ δυνατός μουσικός. Την αγαπάω πάρα πολύ τη μουσική. Όλο μου το σόι ήτανε μουσικοί, κιθαρωδοί. Όχι επαγγελματίες σαν κι εμένα, βέβαια, ερασιτέχνες. Ο πατέρας μου ήτανε απ' τους πρώτους. Κι ωραίος τραγουδιστής. Και λέγαμε τις καντάδες. Με καντάδες, άλλωστε, ξεκίνησα κι εγώ. Από την Πλάκα.

Ετίναξε την ανθισμένην αμυγδαλιά;
Και δεν συμμαζεύεται. "Μικρό μου κοριτσάκι", κι άλλα πολλά, όλα. Αλλά εγώ είχα και μεγάλη μανία με το λαϊκό τραγούδι. Λησμόνησα να σας πω πως έπαιζα και φυσαρμόνικα. Βρήκα ένα κόλπο και κούρδιζα τις φυσαρμόνικες και τις έκανα να παίζουνε, όπως παίζει το μπουζούκι, ας πούμε. Τις έκανα σ' όλους τους δρόμους του μπουζουκιού. Γιατί οι φυσαρμόνικες δεν τις έχουνε όλες τις νότες πάνω. Κι έπαιζα με τη φυσαρμόνικα τις εισαγωγές, κι έλεγα και το τραγούδι με τη φωνή μου μετά. Κι είχα και δυο φίλους με τις κιθάρες τους κι ήμασταν ένα πάρα, πάρα πολύ ωραίο τρίο. Περιζήτητοι. Και δουλεύαμε στην Πλάκα, στα μαγαζιά, από 'δώ κι από 'κεί. Ώσπου ήρθε ο καιρός και γνωρίστηκα με τον αδελφό τού Κολοκοτρώνη. Του συνθέτη. Που ήτανε κι αυτός, ο αδελφός, κιθαρίστας. Και πιάσαμε δουλειά στο Πέραμα μαζί. Το '50 μιλάμε τώρα.


Με τον κόσμο πάντα φτωχό...
Φτωχό, αλλά γλεντζέδικο. Πάρα πολύ γλεντζέδικος ήτανε τότε ο κόσμος. Προ του '50 ήταν το άσχημο.

Ε, πριν από το '50 σφαζόμασταν και μεταξύ μας...
Βέβαια. Το '47 πάντως άρχισα εγώ. Τέλος πάντων. Πάμε πάλι στο Πέραμα. Όπου ένα βράδυ ήρθε κι ο αδελφός του κιθαρίστα μας, ο συνθέτης. Εμείς πια, είδαμε τον Κολοκοτρώνη και τρελαθήκαμε. Άρχισα εγώ να επιλέγω τραγούδια που μπορούσα να τα λέω καλύτερα, τέτοια. Καλά θα πήγα. Γιατί όταν σχολάσαμε και καθήσαμε για φαγητό, μου λέει ο Κολοκοτρώνης: "Θες να σε πάω στον Τσιτσάνη;". Γιατί του 'γραφε στίχους του Τσιτσάνη κι ήτανε και κουμπάροι οι δυο τους. Δώσαμε, λοιπόν, ραντεβού τη μεθεπομένη στο μπαράκι που πηγαίνανε όλοι οι μεγάλοι. Μ' άκουσε στο ιδιαίτερο ο Τσιτσάνης και του άρεσα, είπε, πάρα πολύ.

Ο Τσιτσάνης ήταν ήδη τότε πολύ μεγάλο όνομα;
Ε, βέβαια. Ο Μέγας Τσιτσάνης. Και Μέγας πάντα είναι και θα είναι και στον τάφο που είναι ακόμα, Μέγας Τσιτσάνης είναι. Κι από τότε ήταν ήδη πολύ φτιαγμένος ο Τσιτσάνης. Με τραγουδάρες. "Μην απελπίζεσαι και δεν θ' αργήσει"... Το θυμάστε;

Κοντά σου θα 'ρθει κάποια στιγμή»... Τον Εθνικό μου Ύμνο τώρα μου λέτε
Βέβαια. Κι ένα άλλο, πώς το λένε, «... ότι ζει το παλικάρι, κι ότι γρήγορα θα 'ρθεί»;

«Κάποια μάνα αναστενάζει»...
Μπράβο. Ήτανε η εποχή τέτοια. Το "Βιτριόλι"... Είχε γίνει κι ο σεισμός τότε στα Επτάνησα, που είχε γίνει, κι έβγαλε κι ένα τραγούδι για τον σεισμό... Ο Τσιτσάνης ήτανε πολύ μεγάλη δουλειά μέσα σε όλους τους τότε. Κι εμένα αυτοστιγμεί μ' έβαλε μέσα σ' ένα ταξί, να με πάει στην ODEON. Την εταιρεία. Να με παρουσιάσει στον μαέστρο τον Περιστέρη.

Το χέρι που 'λειπε ο Τσιτσάνης δεν το κοίταξε. Απ' τη φωνή έπιασε.
Ο Τσιτσάνης δεν τα 'βλεπε αυτά. Άλλοι τα κοιτάγανε αυτά. Και τα κοιτάνε και μέχρι σήμερα. Αλλά άλλο ο Τσιτσάνης. Σε λίγο το 'χα υπογραμμένο το συμβόλαιό μου στην εταιρεία. Αύγουστος ήτανε. Το '52. Και μόλις άνοιξε το στούντιο, με πήγανε και φωνογραφήσαμε ένα τραγούδι του Τσιτσάνη. Το "Κουρμπέτι". "Στο κουρμπέτι μιας και θες να βγεις, πρόσεξε, βλάμη, να μην τσαλακωθείς"... Πολύ ωραίο τραγούδι. Τότε εγώ τις είχα και τις απειρίες μου. Δεν ήμουνα ο τραγουδιστής ο έτοιμος. Κι εκεί που δούλευα, οι ορχήστρες δεν ήτανε από 'κείνες που θα μπορούσανε να με διδάξουνε καλύτερα.



Άλλες όμως οι αρετές στα νιάτα κι άλλες οι μετά.
Βέβαια. Τώρα, στην ηλικία που είμαι, αν ήμουνα όπως τότε, δεν θα μπορούσα πια να τραγουδάω. Αλλά με την πείρα που πια διαθέτω, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Τους τόνους που τραγούδαγα μικρός τραγουδάω και τώρα που είμαι εβδομηντατριών χρόνων. Ο δίσκος πάντως τότε δεν πούλησε όσα έπρεπε. Αντί πέντε χιλιάδες, ας πούμε, πούλησε τρεις. Ευκαιρία ήταν κι αυτό να με βάλουνε στην άκρη μετά, να "ψηθώ" λιγάκι. Είχα κι αυτή την αναμονή. Στην ODEON ήτανε κι ένα μεγάλο σαλόνι κι επηγαίνανε οι τραγουδιστές εκεί. Κι ο κάθε συνθέτης διάλεγε τον τραγουδιστή που ήθελε, να του πει το τραγούδι.

Σαν στην Ομόνοια, μια φορά κι έναν καιρό, με τους μπογιατζήδες πρωί πρωί;
Πέστε το κι έτσι. Κι είχαμε και τη λογοκρισία τότε, τι θα εγκρίνει, τι θα κόψει, τι θ' αφήσει. Τέλος παντων. Μια Πέμπτη έρχεται ένας από τους διευθυντάς και γυρνάει σ' εμένα και μου λέει, με σπασμένα ελληνικά: "Εσύ έρκεσαι πολύ εντώ και δεν χωράμε". Δεν χωράμε; Ε, να μην ξανάρθω κι εγώ! Και δεν ξαναπήγα.

Κι ο Τσιτσάνης, ο Κολοκοτρώνης με κάτι τέτοια τι λέγανε;
Μα πώς να επιμείνει κι ο Τσιτσάνης, αν το εμπόριο που ήτανε των πέντε το 'κανα τρεις εγώ; Πώς ν' αντιμετωπίσεις ανθρώπους που 'χουνε το χρήμα μπροστά απ' όλα; Τι να κάνεις και τι να κάνω κι εγώ; Πήγα κι έπιασα δουλειά τώρα σ' ένα μαρμαράδικο. Μαρμαράδικο την ημέρα και κέντρο διασκεδάσεως τη νύχτα, Καβάλας και Θηβών η διεύθυνσή του. Στη γωνία. Ήτανε χωματόδρομος τότε, δεν ήτανε η Καβάλας που λέμε σήμερα. Κι ένα από τα βράδια, το '56, ήρθαν ο Κλουβάτος με τον Χατζηχρήστο. Έχετε ακούσει για τον Κλουβάτο; Ήτανε οι δυνάμεις τον καιρό εκείνο. Σαν ταβέρνες ήτανε τότε τα μαγαζιά. Με γλυκά ποτά, πίπερμαν. Δεν είχαμε ουίσκι τότε.

Μετά μαθευτήκανε τα ουίσκι, πολύ μετά;
Μετά, μετά. Να μην σας τα πολυλογώ. Νέα πρότασις: "Θέλεις να 'ρθεις μαζί μας στα "Τζάκια", στη Μαγκουφάνα"; Αν θέλω; Να δουλεύω στο μαρμαράδικο, κι αμέσως να βρεθώ στα ψηλά; Στο Μαρούσι; Δωμάτια - δωμάτια με τζάκια ήτανε το κέντρο εκείνο.

Κι η φωνή έκοβε βόλτες ανάμεσα στις κολόνες;
Έλα ντε! Και δεν είχαμε και μικρόφωνα τότε. Κάτι καψούλες είχαμε τότε, τα λαιμά μας πρηζόντουσαν κάθε βράδυ, μέχρι 'δώ... Εμένα, τι να σας πω! Υπήρχε στην ιδιοσυγκρασία μου ένα γκελ. Όπου πήγαινα, με ήθελε ο κόσμος. Ακούγανε εκείνα τα χρόνια από έξω ο κόσμος, κι άμα τους άρεσε μόνο ο τραγουδιστής να μπαίνανε μέσα. Κι εγώ όπου πήγαινα, γινότανε πάταγος. Κι από την πρώτη μέρα που δούλεψα κι εκεί, άρχισε να γίνεται συζήτηση για έναν τραγουδιστή μ' ένα χέρι που ήτανε, πολύν καλό. Και λέγανε κι οι γυναικούλες, "Μα πώς τραγουδάει μ' ένα χέρι; " και τέτοια. Και γινότανε κι ο ανάλογος τζερτζελές...

Θα μπορούσε όλη αυτή η ιστορία με το χαμένο χέρι σας να έχει δουλέψει και θετικά. Πώς είναι ακόμα και σήμερα με κάτι τυφλούς τενόρους π.χ.
Κι ο Νταγιόλι δεν ήτανε σ' ένα καροτσάκι και τραγούδαγε; Γίνεται κι αυτό, πώς δεν γίνεται. Εγώ ο ίδιος τον είχα δει τον Νταγιόλι σ' ένα καροτσάκι πάνω να τραγουδάει στο "REX". Τότε και σ' εμένα γινότανε σκοτωμός: Ό,τι έλεγα, μ' αποθέωνε ο κόσμος. Κι έρχεται κι ένα άλλο βράδυ ο Κλουβάτος, που ήτανε ανοιχτοί οι ουρανοί και τ' αστέρια λάμπανε πολύ, και μου λέει: "Έλα να σου μάθω κι ένα άλλο τραγούδι". Και καθόμαστε κάτω, ντρίγκι, ντρίγκι, ντρίγκι και το φτιάχνουμε. Εγώ ήμουνα πολύ τσαχπίνης, αμέσως τα μάθαινα όλα. Αν είχα και τα λόγια στα χέρια, μπορούσα να στο ηχογραφήσω κι επιτόπου το τραγούδι.

Ποιο ήτανε το τραγούδι το καινούργιο;
"Άναψε το τσιγάρο, δώσ' μου φωτιά"... Σεισμός έγινε το βράδυ εκείνο που το πρωτόπα. Ο Κλουβάτος δεν κοιμήθηκε. Πήγε κατ' ευθείαν στην ODEON και μου τους έφερε όλους στο μαγαζί. Είπανε αμέσως να γίνει ο δίσκος. Και κόντρα σ' όλους κι όλα, με τον Κλουβάτο τώρα υπέρμαχο, ξανάνοιξε ο δρόμος. Κι ας ήθελαν να μου το πάρουν, να το πει μια άλλη τότε μεγάλη βεντέτα, λέει. Χαλασμός Κυρίου έγινε μόλις βγήκε αυτός ο δίσκος, και με τον "Πόνο της Αγάπης" επιπλέον από την άλλη. Όλοι οι... γύφτοι με τις μαϊμούδες αυτό το τραγούδι πιάσανε να παίζουνε αμέσως. Το καλύτερο ραδιόφωνο ήτανε τότε οι... γύφτοι. Αλλά τα τραγούδια δεν ήτανε σαν τα τωρινά. Ήτανε βγαλμένα μέσα από τις καρδιές κατ' ευθείαν, από τα σπίτια μέσα των ανθρώπων, από τις δουλειές, από τ' αυτοκίνητα, από τους δρόμους.


Όχι από τους δαιδάλους παλαβών μυαλών, εννοείτε.
Το "Τσιγάρο", για να καταλάβετε, μετά το είπε κι η Καίτη Γκρέυ, στην άλλη εταιρεία, στην Κολούμπια, κι είχαμε συναγωνισμό μεγάλο. Εκεί άρχισα να βρίσκω τον δρόμο της επιτυχίας κανονικά. Ύστερα πήγα και στη Θεσσαλονίκη. Αξίζει να σας το πω κι αυτό. Δουλεύαμε σ' ένα μαγαζί στις Τζιτζιφιές. Η Γκρέυ, εγώ κι ο Περπινιάδης...

Και παραδίπλα θα 'ταν όλοι, φαντάζομαι. Ο Παπαϊωάννου κι οι άλλοι. Ενώ με όλους σχεδόν είχατε συνεργαστεί, με τον Βαμβακάρη ­ ποτέ. Θυμάμαι καλά;
Όχι, με τον Μάρκο ποτέ δεν δούλεψα. Με τα παιδιά του όμως ναι. Και με τον αδελφό του. Γιατί όταν βγήκα εγώ, ο Βαμβακάρης πια ήτανε μεγάλος, δύσκολος στη δουλειά. Δεν πολυδούλευε.

Εσείς πιο πολύ απ' όλους τους μεγάλους ποιον αγαπούσατε, ποιον αγαπάτε;
Να τους κατατάξω, δηλαδή, με σειρά; Πρώτος, δεύτερος;

Όχι, αυτό δεν έχει σημασία. Μα ποιανού το ύφος πιο πολύ σας πήγαινε.
Αυτοί ήταν όλοι το ίδιο. Όλοι πολύ, πάρα πολύ καλοί ήτανε. Γιατί κανένας τους δεν έφευγε από το θέμα. Κανένας τους δεν ξέφυγε ποτέ, να πει ένα τραγούδι τελείως άσχετο με τη ζωή. Ό,τι τραγούδι έβγαινε είχε συμβεί, το 'χανε ακούσει, το 'χανε ζήσει οι άνθρωποι αυτοί.

Αλλιώς όμως το 'φτιαχνε ο ένας, αλλιώς ο άλλος.
Καλά, γιατί αυτές είναι κι οι τεχνικές ικανότητες του καθενός. Ο Βαμβακάρης, πώς να το πω τώρα, ήτανε η πηγή, η πηγή του λαϊκού όλη. Από μπουζούκι, ο Θεός να βάλει το χέρι του, με δυο δαχτυλάκια έπαιζε. Αλλά έτσι όπως το 'παιζε ήτανε σούπερ, κάργα λαϊκό, τελείως ρεμπέτικο το πράμα. Ο Τσιτσάνης απ' την άλλη ήτανε πιο "εξευγενισμένος". Ο δε Χιώτης ήταν ο υπ' αριθμόν ένα εξευγενισμένος. Αυτός έβαλε το μπουζούκι στα σαλόνια».

Κι ο Παπαϊωάννου ο δικός μου, ο γλυκός;
Κι αυτός γλυκύτατος, ωραίος. Καλή ψυχή, καλός άνθρωπος. Κι έφτιαχνε κι αυτός μελωδίες γερές, νοσταλγικές. Τα λέω καμιά φορά τώρα και νοσταλγώ όλη την εποχή εκείνη. Τις Τζιτζιφιές που λέγαμε, κι όλα τα παλιά.

Για τη φωνή του Στέλιου του Καζαντζίδη εσείς τι λέτε;
Τι να πω; Αυτός ήτανε, αυτός είναι. Όλοι οι άλλοι μπροστά του είμαστε οδοντόκρεμες...

Κι από τις τραγουδίστριες; Ποια πρωτοσηκώθηκε από την καρέκλα της τότε;
Τ' όρθιο το 'βγαλε η Λίντα. Η Μαίρη Λίντα με τον Χιώτη. Κι επικράτησε μετά αυτό. Ήθελε τόλμη να πρωτογίνει κάτι τέτοιο. Γιατί τότε ήτανε πολύ αυστηρά τα πράγματα. Δεν ήτανε άντε-άντε. Ο Χιώτης όμως με τη Μαίρη ήτανε άξιοι λόγου, για να σταθούνε. Το ζηλέψαμε όλοι μετά.

Κι όπως ήτανε ο Καζαντζίδης στους άντρες ήτανε κι η Μπέλλου στις γυναίκες; Εκτός συναγωνισμού;
Φωνάρα. Λαϊκιά πραγματική. Σούπερ λαϊκιά.

Η Μπέλλου τα διόρθωνε κιόλας τα τραγούδια. Ν' ακούγονται όλες οι λέξεις τέλεια.
Βέβαια. Αλλά όλοι οι τραγουδιστές το ίδιο προσπαθούμε. Άμα εμένα μου δώσεις ένα τραγούδι, θα το φορέσω επάνω στο δικό μου τον λαιμό. Μπορεί και ν' αλλοιώσω και δέκα νότες, άμα χρειαστεί. Η Μπέλλου πάντως τις τόνιζε μία μία τις λέξεις.

Πήγαινε και γι' αυτήν πρώτα ο λόγος, φαίνεται. Ενώ σήμερα...
Σήμερα; Σήμερα αυτή που έχουμε δεν είναι μουσική. Πρώτα πρώτα τίποτα απ' όλ' αυτά τα σημερινά δεν είναι ανθρώπινο, λαϊκό. Όλα ξένα είναι. Κι από τα εκατό, τα τέσσερα είναι δικά μας μόνο. Τι είν' όλ' αυτά τα μπούτου-μπούτου; Παίρνουνε και τ' ασανσέρ τώρα ν' ανεβούμε στην πίστα! Καινούργια κόλπα κι αυτά. Άλογα καβαλάνε, με σκοινιά τούς κατεβάζουνε...

Και κάνουνε και τ' άλογα την ανάγκη τους στα μπροστινά τραπέζια...
Καλά κάνουνε! Τι να κάνουνε; Στη Θεσσαλονική στ' "Αστέρια" πάντως εγώ πρωτόπα το "Θα πεθάνω, γλυκιά μου αγάπη" κι έγινε το σώσε. Το βράδυ που βγήκα στο μαγαζί δεν τραγούδησα τίποτ' άλλο. Όλο αυτό με βάζανε να τους λέω. Όλη νύχτα! Ήτανε οι στίχοι τού Γκούτη και τη μουσική την είχαμε κάνει μαζί. Μαζί τα φτιάχναμε τα τραγούδια όλα. Εγώ κι ο Γκούτης ήμασταν σαν ένας άνθρωπος. Κι από το τραγούδι αυτό και πέρα, άρχισε η μία επιτυχία να διαδέχεται την άλλη. Σαν να 'θελε πια η μοίρα μου να διορθώσει το λάθος που έκανε και μου πήρε το χέρι. Μου 'δωσε την ευκαιρία να μπω στον κόσμο τον καλλιτεχνικό, και κάτι κι εγώ να κάνω.

Είπατε και το «Στης Λαρίσης το ποτάμι»...
Κι αυτό. Έβαλε ο Μητσάκης τότε στη Φιντέλιτι νομίζω δυο τραγούδια, κι εγώ ούτε κατάλαβα πότε το είπα, πότε βγήκε κι έγινε σουξέ μεγάλο μ' εμένα.


(Η παλιά φωτογραφία έγινε αφίσα στον τοίχο. Τα βελάκια δείχνουν τη Ζωή και των Σπύρο Ζαγοραίο)


Δεν μας λέτε όμως για τις τραγουδίστριες λίγο πιο πολλά. Ξέρω πως με τη γυναίκα σας τραγουδάτε πάντα μαζί, αλλά...
Αυτή είναι η πιο ξεχωριστή, για μένα τον ίδιο, φωνή. Αλλά και για γυναίκες για ποια να πρωτοπούμε; Για την Γκρέυ, τη Λύδια, την Πόλυ Πάνου; Για τη Νίνου; Αν κι η Νίνου, έχω να το λέω αυτό, επειδή εγώ ήμουνα μ' ένα χέρι, δεν με ήθελε. Από τον ρατσισμό της αναπηρίας εγώ έχω περάσει πολλά. Και στο ραδιόφωνο τα τραγούδια μου δεν μου τα πολυβάζανε γι' αυτή την ιστορία.

Ο ρατσισμός τού ενός χεριού. Πώς σκεφτόντουσαν;
Πέστε μου εσείς. Το "Μια αμαρτία μου παλιά" μια φορά μόνο παίχτηκε στο ραδιόφωνο. Σαν να μην μπορούσανε να το χωνέψουνε, πώς ένας άνθρωπος μ' ένα χέρι πάει καταπάνω. Και σήμερα ακόμα. Στις τηλεοράσεις. Με βάζουνε εμένα; Ποιος είναι ο λόγος; Πέστε μου. Εγώ ο ίδιος δεν είπα τον "Ανάπηρο"; Άλλος τον είπε;

Δεν τον τραγουδήσατε όμως με σκοπό.
Όχι. Αλλά ήξερα πως θα το συνδυάσουνε μ' εμένα το τραγούδι. Αυτό δεν μ' ένοιαζε, δεν με νοιάζει. Ο ρατσισμός όμως με νοιάζει. Κι αν θα ξαναβγώ μια μέρα στην τηλεόραση, θα κάνω, επί του θέματος, αυστηρές δηλώσεις.

Και τα «Λαχεία»; Πέστε μας και γι' αυτό το διάσημό σας τραγούδι.
Χτίσαμε με τον Γκούτη πια σπίτια δίπλα δίπλα, για να μπορούμε να δουλεύουμε συνέχεια μαζί. Στο Περιστέρι. Μόλις ξυπνάγαμε, το μπουζούκι, ο καφές, τα χαρτιά, τα βιβλία, και καθόμασταν. Γράψαμε έτσι το "Πάρ' τε, κύριε, λαχεία", τον "Ανάπηρο", την "Κούκλα", "Εκεί που μένουν οι νεκροί", όλ' αυτά. Δώσαμε την "Κούκλα" στον Βαγγέλη, τ' άλλα τα είπα εγώ. Είχαμε εντολή από τον Μάτσα: "Γράφ' τε και φέρ' τε". Ήτανε καλοκαιράκι, και είπαμε να πάμε και για κάνα μπάνιο στη θάλασσα...

Οδηγούσατε κι εσείς, αν δεν κάνω λάθος.
Κι ακόμα οδηγάω. Μέχρι φορτηγό. Στο οδήγημα δεν έχω πρόβλημα. Κάναμε το μπάνιο μας, λοιπόν, τελειώσαμε, οι γυναίκες εκεί με τα πλεκτά τους σ' ένα δέντρο αποκάτω με κάτι ωραίες πολυθρονίτσες... Και πιάνουμε οι δυο μας και φτιάχνουμε την "Προσευχή". "Προσευχήηη...". Το '64. Με την "Προσευχή" να δείτε τι έγινε το ίδιο βράδυ στο μαγαζί. Λειτουργία! Τετρακόσια άτομα, όρθιοι όλοι! Με τον Αργύρη τον Βαμβακάρη, τον αδελφό του Στέλιου, μπουζούκι τότε βαρβάτο. Τα παλιά τα χρόνια, τα τραγούδια έτσι δοκιμαζόντουσαν. Απ' τα πριν. Έτσι και με τα "Λαχεία". Προ της "Προσευχής". Στην Ομόνοια, σαν τώρα το θυμάμαι, μόλις είχαμε υπογράψει τα νέα μας συμβόλαια με την ODEON. Και μας σταματάει ένα παιδί: "Πάρ' τε, κύριε, λαχεία", μας λέει. Κάτσαμε σ' ένα ζαχαροπλαστείο επιτόπου και το φτιάξαμε το τραγούδι.

(Αριστερά με τον Δ. Γκούτη στην Πάρνηθα το 1962 - Δεξιά το 1967 σε λαϊκό πάλκο στην Πλάκα)


Ο φίλος σας δεν ζει πια.
Πέθανε νέος σχετικά ο Γκούτης, απ' το ζάχαρο. Ούτ' εξηντάρης δεν ήτανε ο Δημήτρης. Αν ζούσε ο Γκούτης...

Δεν το 'χετε βάλει κάτω, πάντως. Βγαίνετε στο μαγαζί σας αργά τη νύχτα και τραγουδάτε πάντα για τον κόσμο σας.
Ε, βέβαια. Και να μην τραγουδάμε εμείς, αργά κοιμόμαστε. Πάντα αργά θα κοιμόμασατε. Εγώ ευχαριστώ τον Θεό που μου 'χει δώσει υγεία και μπορώ να τραγουδάω και σήμερα. Εμένα μ' αρέσει πάρα πολύ να τραγουδάω, όλη μου η ζωή αυτό είναι. Και στον δρόμο που πάω εγώ σφυράω, όταν δεν τραγουδάω. Και ξέρετε και κάτι; Αν έρθει ένας καιρός και δεν μπορώ πια να τα λέω τα τραγούδια όπως πρέπει, εγώ θα πηγαίνω στα μαγαζιά και θα τους λέω: "Πόσα θέλετε να σας δώσω, να σας πω δυο τραγούδια;

"Πάρ' τε, κύριε, τραγούδια";
Ναι, γιατί όχι; "Πάρ' τε, κύριοι, τραγούδια!". Απ' τα λαχεία πιο καλά δεν είναι τα τραγούδια τα ωραία;