Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

ΑΛΕΞΗΣ ΒΑΚΗΣ: "Η ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ"

ΑΛΛΑΞΕΣ- ΑΛΛΑΞΑ (1)
…Η ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ ΤΕΛΙΚΑ;


Η εναλλαγή του παλιού με τον εαυτό του


του Αλέξη Βάκη
(Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 151 του περιοδικού "Δίφωνο", Μάιος 2008)

Αν πιστέψουμε την πλειονότητα του μουσικού τύπου και ακούσουμε προσεκτικά τα σχόλια στα εξειδικευμένα ραδιόφωνα, θα βγάλουμε το συμπέρασμα πως το μεγάλο στοίχημα (αλλά και το άγχος ταυτόχρονα) στη σημερινή συγκυρία είναι η ανάδειξη του «σύγχρονου» και του «καινούργιου» -είτε ως συνέχεια του «παλιού», είτε σε ρήξη μ’ αυτό- στην τραγουδοποιητική δημιουργία. Θα έλεγα μάλιστα στην γενικότερη μουσική δημιουργία, αν δεν ήταν τόσο μονοδιάστατα εστραμμένη η προσοχή στο τραγούδι. Εν πάση περιπτώσει, δεν αρνούμαι να εναρμονιστώ επί της αρχής μ’ αυτή την αντίληψη. Γιατί όντως, όσο κι αν αγαπάς το Μάνο Χατζιδάκι η τα ρεμπέτικα π.χ., δεν είναι δυνατόν να τρέφεσαι εσαεί μόνον μ’ αυτά, μετατρέποντας ένα τόσο ισχυρό και διαχρονικό έργο σε μαυσωλείο αναμνήσεων.
Το ζήτημα όμως είναι πως οι περισσότεροι απ’ αυτούς που επικαλούνται το νέο τραγούδι, αυτό που θέλουμε να μας χαρίσει πρωτοφανέρωτες αισθητικές απολαύσεις και να εκφράσει με πειστικό τρόπο την εποχή μας, δεν είναι και τόσο σίγουροι ως προς το τι ακριβώς εννοούν. Και δείχνουν (μιλάω πάντα για τους επαγγελματίες του χώρου) να προτιμούν αυτή την ασάφεια από το να μιλήσουν συγκεκριμένα, παίρνοντας ταυτόχρονα και την ευθύνη των όσων θα πουν. Άσε που και οι επιλογές τους αφ΄ ενός είναι αμφίβολο ότι κομίζουν κάτι το καινούργιο, το σπουδαιότερο όμως είναι ότι δεν φαντάζουν σημαντικές καθ’ εαυτές. Με αποτέλεσμα, η σύγχυση να γίνεται μεγαλύτερη στο –ούτως η άλλως ταλαιπωρημένο- κοινό.
Θα έλεγε σ’ αυτό το σημείο κάποιος: «μα τόσες αλλαγές έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια. Τόσες που δυσκολευόμαστε να τις παρακολουθήσουμε. Δεν τις βλέπετε;» Όχι, ειλικρινά δεν τις βλέπω. Εκείνο που βλέπω είναι αλλαγές στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα (στο δισκογραφικό τοπίο, στους χώρους που παίζεται ζωντανά η μουσική, στην ενδυματολογική παρουσία των καλλιτεχνών ενίοτε), όχι όμως στην ίδια την καρδιά της μουσικής έκφρασης.
Υπάρχει πάντως και κάτι που πράγματι έχει αλλάξει άρδην: ο κυνισμός.

Χαρωπά τα δυο μου χέρια τα χτυπώ(2)

Είναι οι ίδιοι άνθρωποι τους οποίους θυμάμαι να κόπτονται περί του «καινούργιου», οι οποίοι πρωτοστάτησαν και έδωσαν τον αγώνα τον καλό για την επαναπροώθηση της προβολής της εθνικής υπόθεσης που ακούει στο όνομα Eurovision. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, έντυπα και ραδιόφωνα δεν άφησαν την ευκαιρία να πέσει χάμω. Την τελευταία πενταετία, επί ένα δίμηνο τουλάχιστον κατ΄ έτος, ο πολιτιστικός παλμός της χώρας ζει σε ρυθμούς Eurovision. Θα μας αντιπροσωπεύσει ο τάδε η ο δείνα; Και θα θριαμβεύσουμε ως έθνος η θα υποστούμε την ολοκληρωτική ταπείνωση; Με το –κρατικό μάλιστα- τηλεοπτικό κανάλι να είναι ο βασικός σπόνσορας σ’ αυτό το αλισβερίσι και να κάνει χρυσές δουλειές. Οποία υπεύθυνη, επίσημη πολιτιστική πολιτική: αυτό που για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες είχε εγκαταλειφθεί στις συνειδήσεις ως το διεθνές ομόλογο του κιτς της χούντας, επανήλθε αίφνης για να δώσει λύση στα μουσικά, αλλά –φευ!- ίσως και στα υπαρξιακά αδιέξοδα της χώρας.
Να μην ξεχάσω δε και το μικρό αδελφάκι, το αντίστοιχης σύλληψης εύρημα του Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης, επίσης απωθημένου στις συνειδήσεις. Και πάλι εδώ ο κρατικός ραδιοτηλεοπτικός μας εκπρόσωπος είναι αυτός που δίνει το γενικό πρόσταγμα για να κόψουν τις φλέβες πλήθος και από τα υπόλοιπα μέσα.
Ιδού λοιπόν η αλλαγή που ηπαγγέλοντο: η επάνοδος στις χειρότερες στιγμές και μνήμες της σχετικά νεότερης ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού ως ολοκληρωτική πρόταση για την ανανέωσή του.
Να επισημάνω βέβαια και τις εκλεκτικές διαφοροποιήσεις ορισμένων. Δεν συνηγορούν μεν ανοιχτά στην αναγωγή της Eurovision σε εθνική υπόθεση, αλλά από την άλλη προωθούν κατά το δοκούν μερικούς από τους διακριθέντες στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης (η ακόμα και στα reality show της ιδιωτικής τηλεόρασης). Σαν να λέμε, αρνούνται να λερώσουν τα χέρια τους με χαμηλής στάθμης προϊόντα, σφυρίζουν πλαγίως, αλλά χώνονται μέχρι τα μπούνια όταν όλα έχουν πια κριθεί. Έτσι ίσως να θεωρούν ότι παραλαμβάνουν το προϊόν αποκαθαρμένο. Το’ να χέρι νίβει τ’ άλλο…..

Το καινούργιο πράγμα είν’ άλλο πράγμα(3)

Μπαλάντα λοιπόν. Είναι το είδος που από τα πρώτα σκιρτήματα αναζήτησης του διαφορετικού μετά τη μεταπολίτευση, φάνηκε να προσφέρει μια αρκετά σίγουρη λύση. Πράγματι, τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια, ζούμε μονίμως την ανανέωση δια μέσου της μπαλάντας: από τον Μάνο Λοϊζο στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Βαγγέλη Γερμανό, τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Μιλτιάδη Πασχαλίδη. Μπαλάντα τρυφερή, μπαλάντα ερωτική, μπαλάντα κοινωνικού προβληματισμού…… Μπαλάντα μουσική; Προσέφερε άραγε κάτι στην εξέλιξη της μουσικής, η έστω του ίδιου του είδους, αυτή η διαδρομή; Νομίζω πως όχι.
Υπήρξαν αναμφίβολα και αρκετές μπαλάντες που ήταν πολύ περισσότερο καλές από άλλες, η άλλες λιγότερο καλές. Και άλλες, οι περισσότερες, καθόλου καλές, η αδιάφορες. Το ερώτημα επανέρχεται λοιπόν: μπαλάντες έχουμε, μουσική έχουμε; Και μάλιστα μουσική «καινούργια»;
Πάντως, κατά τους έγκριτους παραγωγούς ραδιοφώνου (των «καλλιτεχνικών» σταθμών), δια της μπαλάντας ζούμε στο διαρκή αστερισμό της ανανεούμενης ανανέωσης. Και το ερώτημα επανέρχεται μονότονο: μουσική έχουμε;
Κατά τα πολύ πρόσφατα ευρήματα των εν λόγω παραγωγών, η μουσική δεν έχει τελικά τόσο μεγάλη σημασία. Σημασία έχει αποκλειστικά ο στίχος. Αφού το κλωθογυρίζουν επί χρόνια, μας έχουν παιδέψει με τις μύριες σοφιστείες, εν τέλει βρήκαν τη λύση. Πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι. Εμ βέβαια! Κάτι που δεν κατανοείς, καλό είναι να το ακυρώνεις. Πρέπει να εξηγήσω περαιτέρω το ακραίο οξύμωρο; Μιλάνε για την ανανέωση της μουσικής αυτοί που στην ουσία, εμμέσως πλην σαφώς, κηρύττουν την κατάργησή της.

Επί παραδείγματι

Ας πάρουμε ως παράδειγμα τρεις αρκετά προβεβλημένες περιπτώσεις από τους σύγχρονους τραγουδοποιούς: τον Σωκράτη Μάλαμα, τον Ορφέα Περίδη και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, που η εμφάνισή τους στα μουσικά πράγματα θεωρήθηκε ως ιδιαιτέρως ελπιδοφόρα για το μέλλον. Όποια και να είναι η αξιολόγηση του καθενός για τους συγκεκριμένους καλλιτέχνες, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον καθένας απ’ αυτούς στο εσωτερικό της ίδιας του της εργασίας εμφανίζει τα ίχνη της προσδοκώμενης εξέλιξης. Κατά πόσον δηλαδή μπορούμε να περιμένουμε το απροσδόκητο η νέες καμπές έκφρασης στο ήδη υπάρχον έργο τους. Με όλη την εκτίμηση και προς τους τρεις, θα πρέπει να πω ότι όσον αφορά αυτό το πολύ συγκεκριμένο αίτημα, κάτι τέτοιο δεν φαντάζει ως το πλέον πιθανό. Άλλωστε, αυτό ακριβώς μοιάζει να είναι ένα από τα βασικότερα προβλήματα της μουσικής στην Ελλάδα. Οι καλλιτέχνες μας φαίνονται περισσότερο να νοιάζονται για την εδραίωση ενός σταθερού στίγματος, της αναγνωρισιμότητάς τους, και όχι τόσο για ένα παράλληλο άνοιγμα στη μουσική άνευ όρων.
Το να αναφερθούμε από κει και πέρα σε επί μέρους αλλαγές που συντελούνται, όπως π.χ. στο ότι ο Γιώργος Νταλάρας τα τελευταία χρόνια κάθεται πιο συχνά απ’ ότι στο παρελθόν στην καρέκλα του παραγωγού και στέκεται λιγότερο μπροστά από το μικρόφωνο, ότι η Ελένη Τσαλιγοπούλου αναζητά την επιτυχία σε τραγουδιστικές φόρμες εκτός των αρχικών της σχεδιασμών, η ότι η Ελευθερία Αρβανιτάκη ακροβατεί μονίμως ανάμεσα στην τραγουδίστρια με καλλιτεχνικές φιλοδοξίες και την απλή διασκεδέστρια, όλα αυτά δεν είναι βέβαια αυτό που θα εννοούσαμε ως αλλαγή επί της ουσίας.

Μπουζούκι γλέντι του ντουνιά(4)

Όσο για τον άλλοτε κραταιό χώρο του λαϊκού τραγουδιού, που στην ουσία έχει ξεμείνει με δύο μάχιμους δημιουργούς, τον Χρήστο Νικολόπουλο και τον Βαγγέλη Κορακάκη, η μόνη διαφορά είναι ότι ο πρώτος προσπαθεί σήμερα να καλύψει το κενό του Μανώλη Χιώτη, κλείνοντας το μάτι και σε τραγουδιστικά είδη και πέραν της κλασικής λαϊκής φιλολογίας, ενώ ο δεύτερος παραμένει σταθερά προσηλωμένος σ’ αυτό που παρέλαβε δια της σκυτάλης.
Με χαμένη -διά παντός ίσως- την ευκαιρία που δόθηκε, με την άνθιση του έθνικ, για μια συνολική αναθεώρηση του σολιστικού ρεπερτορίου του μπουζουκιού και την -αν μη τι άλλο- «ψυχολογική» αναβάθμισή του. Αλλά και με την αντοχή του παλιότερου ρεπερτορίου στα νυχτερινά μαγαζιά. Όπου, είτε πας στον Γιάννη Κότσιρα, είτε στον Πασχάλη Τερζή (αλλά και σε όλους τους ενδιάμεσους), στο τέλος το Αγριολούλουδο θα ακούσεις.

Ανακεφαλαίωση

Το θέμα μας ήταν λοιπόν η αλλαγή. Διότι αυτό φαίνεται να είναι το θέμα όλων των εμπλεκομένων. Απ’ όσα όμως ειπώθηκαν παραπάνω, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον το έχουν στο μυαλό τους κατ’ αρχάς αυτοί που παράγουν τη μουσική. Και αν το έχουν όντως, πως το κατανοούν και σε τι βάθος προτίθενται να το αντιμετωπίσουν. Διότι ας μη ξεχνάμε (η ίσως να μην το ξεχνούν οι ίδιοι) ότι κάθε αλλαγή μπορεί και να κοστίζει. Ότι συχνά επίσης το κοινό νοιώθει ασφαλέστερο με το ήδη γνωστό. Και ότι αυτοί οι οποίοι, από θέση δευτερογενούς παράγοντα, προσπαθούν να ορίσουν το καινούργιο, μάλλον αισθάνονται φρικτά άβολα όποτε κάτι έρχεται να διαταράξει τις ακουστικές τους συνήθειες. Υπό αυτούς τους όρους, η επίκληση του καινούργιου είναι περισσότερο για όλους ένα ξόρκι. Το θυμούνται κάθε φορά που είναι υποχρεωμένοι να αναφερθούν στα αδιέξοδα, για να το καταχωνιάσουν ακόμα βαθύτερα την επόμενη στιγμή, επιστρέφοντας στην ασφάλεια των παγιωμένων τους αντιλήψεων.

Σημειώσεις:
(1) Τραγούδι του Χρήστου Νικολόπουλου σε στίχους του Λευτέρη Χαψιάδη από το δίσκο Δική μου η Χαρά (2003)
(2) Ομαδικό παιδικό τραγούδι, που ακούγεται κυρίως στις κατασκηνώσεις
(3) Τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη με τη Βίκυ Μοσχολιού (δίσκος Καινούργιο πράγμα, 1992)
(4) Τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη (1947)

Δεν υπάρχουν σχόλια: