Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΕΟΝΤΗ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΒΑΚΗ


Η συνέντευξη του Χρήστου Λεοντή στον Αλέξη Βάκη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ, στο τεύχος 108 (Σεπτέμβριος 2004).
Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Χρήστου Λεοντή, είναι ανέκδοτες, και παραχωρήθηκαν στα Μ.Π. από τον Αλέξη Βάκη και τον ίδιο τον συνθέτη.
Ευχαριστούμε θερμά τους δύο καλλιτέχνες για την παραχώρηση αυτού του σημαντικού αρχειακού υλικού.
Μ.Π.
-----

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΟΝΤΗΣ:
"Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ"

του Αλέξη Βάκη

Το ζεύγος Μιχαηλίδη, φίλοι των γονιών μου, συνήθιζε να δωρίζει σε μένα και τον αδελφό μου δίσκους, σε γιορτές, γενέθλια και με διάφορες άλλες ευκαιρίες. Τους χρωστάω, ανάμεσα στα άλλα, τη χαρά της ανακάλυψης του Βυζαντινού εσπερινού του Απόστολου Καλδάρα, και της Θητείας του Γιάννη Μαρκόπουλου. Τα Χριστούγεννα του 1974, λίγους μήνες αφ’ ότου είχε πέσει η δικτατορία, έλαβα ως δώρο το Αχ... έρωτα, τα τραγούδια από τους Φασουλήδες του Κατσιπόρρα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που απέδωσε στα ελληνικά ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και μελοποίησε ο Χρήστος Λεοντής. Ήμουν δεκατριών χρονών, δεν είχα ακούσει τίποτα γι’ αυτό τον συνθέτη. Μου είναι αδύνατον όμως να ξεχάσω την ισχυρή εντύπωση που μου έκανε ο δίσκος, ιδιαίτερα Ο χάρος στην ταβέρνα, το Αβάσταχτο να σ’ αγαπώ και το Νανούρισμα. Σιγά- σιγά έμαθα μερικά πράγματα για το ποιος ήταν ο Λεοντής, βρήκα και την θρυλική Καταχνιά του 1964. Μου είπαν ακόμα πως είχε κυκλοφορήσει την Ανάσταση ονείρων και το 12 παρά 5, δίσκοι όμως που και τότε ήταν δυσεύρετοι και άκουσα πολύ αργότερα. Τον επόμενο χρόνο βγήκαν το Καπνισμένο τσουκάλι και οι Παραστάσεις, που απέκτησα από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας τους σχεδόν. Ήταν η εποχή που αρκετοί από την παρέα μου καταθέταμε ολόκληρο το χαρτζιλίκι μας για την αγορά ενός δίσκου και γυρίζαμε σπίτι μας με δέος γι’ αυτό που επρόκειτο να ακούσουμε. Αυτό το συναίσθημα είναι πολύς καιρός που δεν το νιώθω πια. Έχω όμως πάντα μεγάλο σεβασμό για τον Χρήστο Λεοντή. Για τις εξαιρετικές μουσικές του, αλλά και για την αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετωπίζει τόσα χρόνια την αλλαγή του τοπίου στην «επίσημη» δισκογραφία, που του στοίχισε μεν τον εξορισμό του στις παρυφές της, αλλά και τον έσπρωξε περισσότερο στη μουσική για το θέατρο, ειδικά τα αρχαία δράματα και κωμωδίες, όπου είναι ο κορυφαίος. Είχα τρακ όταν πηγαίναμε με τη Μάρω να τον επισκεφθούμε στο σπίτι του στην Παιανία. Μας υποδέχτηκε εγκάρδια, μιλήσαμε, παίξαμε με τα σκυλιά του, βγάλαμε φωτογραφίες. Και όταν γυρίζαμε το βράδυ πίσω, συνειδητοποίησα ότι ήμουνα πολύ χαρούμενος που (εγώ, ο νεότερός του συνάδελφος, έτσι άνετα και γενναιόδωρα όμως με αντιμετώπισε) συνομίλησα με ένα από τα πέντε- έξι πρόσωπα της ελληνικής μουσικής του 20ου αιώνα που εκτιμώ περισσότερο.

Πρόβα με την Φλέρυ Νταντωνάκη (1975)

- Γεννήθηκα στην Κρήτη, στο Ηράκλειο, το 1940. Εκεί τέλειωσα το Γυμνάσιο, δεκαεφτά χρονών, γιατί μπήκα κι ένα χρόνο μικρότερος. Το 1957 ήρθα στην Αθήνα να σπουδάσω μουσική, κρυφίως. Είχα δώσει στη Φυσικομαθηματική, όμως η πρόθεσή μου, μιας και δεν θα γνώριζε ο πατέρας μου τι θα κάνω εδώ, ήταν να φύγω από την Κρήτη για να κάνω αυτό που ήθελα, το είχα ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου από δέκα- δώδεκα χρονών. Μάλιστα θυμάμαι και μια έκθεση στο σχολείο, στην τρίτη τάξη, θα ήμουνα δεκατεσσάρων χρονών περίπου, που έγραψα ότι θέλω να γίνω μουσικός, να γράφω μουσική. Αυτή την ανάγκη την αισθάνθηκα επειδή έψελνα στην εκκλησία στη γειτονιά μου στο Ηράκλειο και μου άρεσε να αλλάζω τους ύμνους. Όχι μόνο οριζόντια, αλλά και κάθετα. Το έκανα για τρεις φωνές ας πούμε, προσπαθούσα εμπειρικά να βάλω τις άλλες φωνές. Όταν μάλιστα ξαναείδα μερικά από αυτά, πολύ αργότερα, έχοντας σπουδάσει πια αρμονία, διαπίστωσα ότι ήταν πολύ σωστά, απλοϊκές βέβαια αρμονικές αντιμετωπίσεις, αλλά σωστές.

- Μου κάνει εντύπωση το ότι από τόσο μικρός ήσασταν προσανατολισμένος στο μονόδρομο του συνθέτη. Πως την φανταζόσασταν τότε τη σύνθεση;
- Δεν ήξερα τι δουλειά κάνει ο συνθέτης, αλλά εγώ ήθελα να φτιάχνω δικές μου μελωδίες. Ήθελα να σπουδάσω μουσική, να έρθω στο Ωδείο. Και μετά θα έβλεπα τι θα έκανα. Όταν ήρθα να δώσω εξετάσεις, μου λέει ο μακαρίτης ο Φαραντάτος, ο διευθυντής του Ωδείου Αθηνών, «παίζεις κανένα όργανο;» Απάντησα: «λίγο μαντολίνο και λίγο βιολί.» «Ε τότε να κάνεις βιολί, για να βρεις και καμμιά δουλειά στην Κρατική Ορχήστρα» «Δεν θέλω βιολί, θεωρητικά θέλω να κάνω.» Ήξερα δηλαδή τι ήθελα. Δεν μου είχε πει κανείς ποτέ τίποτα. Φαίνεται όμως ότι το ένστικτο των ανθρώπων είναι πολύ ισχυρό για να σε κάνει να επιμένεις τόσο. Θυμάμαι όταν πρωτοπήγα στη Φόδελε, ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο, όπου λέγεται ότι γεννήθηκε ο Θεοτοκόπουλος, είσαι σε μια χαράδρα και βλέπεις γύρω- γύρω βουνά. Και αναρωτήθηκα, που διάβολο τώρα αυτός από δω πέρα, μικρό παιδί, έμαθε ότι υπάρχει Ισπανία και πήγε εκεί για να κάνει ζωγραφική;

- Τι έγινε τελικά όταν ήρθατε στην Αθήνα;
- Ήρθα λοιπόν στο Ωδείο Αθηνών και ξεκίνησα από την αρχή, από το άλφα, δηλαδή οι συμμαθητές μου ήτανε παιδάκια πέντε χρονών. Στο τετράμηνο- πεντάμηνο στην Αθήνα, έπεισε και η μάνα μου τον πατέρα μου, οι μανάδες συνήθως δείχνουν μεγαλύτερη κατανόηση, αφού το παιδί θέλει να σπουδάσει μουσική, άστονε να δοκιμάσει. Μού’ στελνε λοιπόν ο πατέρας μου ελάχιστα χρήματα, γιατί δεν είχε. Είχα όμως την τύχη να μου δώσει αμέσως υποτροφία το Ωδείο, γιατί σε τέσσερις- πέντε μήνες πέρασα τα σολφέζ και τη θεωρία για πέντε χρόνια. Και επειδή δεν είχαν δικαίωμα να δίνουν χρήματα, με έβαλαν βιβλιοθηκάριο στο Ωδείο Αθηνών. Αυτό ήταν ότι πρέπει για μένα, έπαιρνα εξακόσιες δραχμές από την Κρατική Ορχήστρα και πεντακόσιες από τη Ραδιοφωνία. Διότι ότι έπαιζε η Κρατική Ορχήστρα, αλλά και η Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας, τους το εδάνειζα εγώ, δεν είχαν δικές τους βιβλιοθήκες. Και ήμουνα και μέσα στα βιβλία που ήθελα, ήταν μια πολύ μεγάλη ευκαιρία. Εν τω μεταξύ προχώρησα ραγδαία με τον Παλλάντιο. Μετά, το 1968, έφυγα στο Κονσερβατουάρ στο Παρίσι, εκεί έκανα αντίστιξη. Ήταν δικτατορία, βρώμαγε μπαρούτι ακόμα η ατμόσφαιρα.

- Φαντάζομαι πως θα ήτανε δύσκολα τότε τα πράγματα, μιας και ήσασταν εκτεθειμένος πολιτικά, είχατε κυκλοφορήσει την Καταχνιά κλπ.
- Εδώ δεν ήταν εύκολο να εργαστώ, γι’ αυτό σηκώθηκα και έφυγα. Πήγα στο Παρίσι αποφασισμένος να σπουδάσω. Δεν πήγαινα να κάνω ούτε τον εμιγκρέ, ούτε τον αντιστασιακό, ούτε τίποτα. Στο Κονσερβατουάρ τα πράγματα δεν ήτανε εύκολη υπόθεση. Ήμουνα δεν ήμουνα δέκα μέρες εκεί, δεν ήξερα κανέναν, δεν με ήξερε κανείς, δεν είχα φροντίσει να πάρω ούτε ένα τηλέφωνο μαζί μου. Είχα κατέβει στο Μετρό να πάω στην Τράπεζα να πάρω τα πρώτα χρήματα που θα μου στέλνανε από εδώ, το φοιτητικό συνάλλαγμα ας πούμε. Σε μια correspondence απ’ το ένα τραίνο στο άλλο, ακούω κάποιον να μου φωνάζει: «Χρήστο!» Και βλέπω έναν, σαν θάμνος ήτανε. Τότε ήτανε και στη μόδα τα μούσια, ένα μούσι σκέτο. «Ποιος είσαι;» του λέω, «δεν σε ξέρω!» Πλησιάζω, ήτανε ένα παιδί, ο Γιάννης ο Λίναρης, καλή του ώρα. Αυτός ήτανε κινηματογραφιστής, τώρα είναι στην Ολλανδία. Μου λέει: «Καλά που σε βρήκα, σε ψάχνει ο Γαβράς.» Εγώ δεν τον ήξερα το Γαβρά. Μου λέει λοιπόν ποιος είναι, αλλά και ότι γυρνάει μια ταινία, το Ζ, και θέλει να του κάνω τη μουσική. Μου ζήτησε και το τηλέφωνό μου. Του το έδωσα, αλλά τον παρακάλεσα να μην το δώσει σε κανέναν άλλο. Πράγματι, την άλλη μέρα με πήρε ο Βασίλης ο Βασιλικός στην αρχή και μετά ο Γαβράς. Συναντηθήκαμε. Κάνω μια ταινία, μου λέει, το βιβλίο του Βασίλη, με τον Υβ Μοντάν κλπ. Όμως κοίταξε, έχω στείλει το σενάριο στον Μίκη. Δεν ξέρω αν θα φτάσει ποτέ στα χέρια του, οι συνθήκες είναι δύσκολες. Του ζητάω να γράψει καινούργια μουσική, η να μας επιτρέψει να κάνουμε χρήση τραγουδιών του. Υπάρχει και η περίπτωση να μην το λάβει ποτέ, οπότε θα μας κάνεις εσύ τη μουσική. Η στην περίπτωση που χρησιμοποιήσουμε μοτίβα, αν θες να βοηθήσεις με τα μοτίβα του Μίκη. Του λέω εντάξει, από τη στιγμή που με βάζεις στη διαδικασία, ότι χρειαστεί είμαι διατεθειμένος να το κάνω. Παρακολούθησα και δυο- τρεις προβολές. Δεν ήταν τυχερό βέβαια να το κάνω, ήρθαν τα πράγματα αλλιώς. Στο Παρίσι έμεινα περίπου ενάμιση χρόνο. Μετά δεν είχα χρήματα, έμεινε και έγκυος η πρώτη μου γυναίκα, οπότε είχαμε πρόβλημα οικονομικό. Έτσι, γύρισα πίσω και έγινα μαθητής του Γιάννη του Παπαϊωάννου.

- Παρεμπιπτόντως, εκείνη την εποχή ήταν που κάνατε και τη μουσική για την Αθλητική Κυριακή της τηλεόρασης; Ο περισσότερος κόσμος δεν ξέρει ότι είναι δική σας.
- Ναι, το 1969. Από το Παρίσι ερχόμουνα και έκανα ένα διαφημιστικό, εκείνη η περίοδος ήτανε. Έχω κάνει κι άλλα διαφημιστικά, που δεν τα θυμάμαι τώρα. Αυτό για το ποδόσφαιρο το είχα κάνει πάντως για τον Παπαστράτο.

- Το ’61 εμφανίζεται ο Θεοδωράκης με τον Επιτάφιο και το ’64 εσείς κάνετε την Καταχνιά. Κάθε φορά που την ακούω με εντυπωσιάζει, τόσο συνθετικά όσο και ενορχηστρωτικά, απ’ τη στιγμή μάλιστα που ξέρω ότι φτιάχτηκε από έναν πρωτοεμφανιζόμενο στην ουσία συνθέτη, εικοσιτεσσάρων μόλις χρονών. Αλλά και η έννοια συνθέτης είχε τότε διαφορετική βαρύτητα σε σχέση με σήμερα.
- Εγώ πιστεύω πως ο συνθέτης πρέπει να είναι έτοιμος ιδεολογικά για να γράψει. Θα πρέπει να ξέρεις γιατί γράφεις, σε ποιον απευθύνεσαι, από πού αντλείς, τι θες να κάνεις. Δηλαδή άλλο είναι να κάνεις τη φιγούρα σου και άλλο να θες να ανατρέψεις το σύμπαν. Να βάλεις με τον τρόπο σου σε κινητοποίηση τον κόσμο, αλλά κι εσύ να μπεις σε μια διαδικασία αλλαγής των πραγμάτων, με ιδεολογικούς στόχους να καλυτερέψεις τη ζωή σου, τη ζωή των ανθρώπων, τις σχέσεις σου με τους άλλους ανθρώπους, όλα αυτά. Από τότε που ασχολήθηκα με το αρχαίο δράμα, ας πούμε, μέχρι και σήμερα, βλέπω ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι λέγανε τα αυτονόητα αφ’ ενός. Αφ’ ετέρου, το εργαλείο τους ήτανε ο απλούστερος τρόπος για να μπορούνε να έρθουνε σε επικοινωνία με όλο τον κόσμο, που κάτι προσδοκούσε. Μην ξεχνάς ότι αυτή η περίοδος, το ’61 με ’63, είναι η πρώτη φορά που χάνει την εξουσία η Δεξιά, ανατρέπεται. Το ’61 είναι οι εκλογές της βίας και της νοθείας και το ’63 βγαίνει ο Γεώργιος Παπανδρέου, μια αλλαγή στον κόσμο, μια προσδοκία άλλη. Φαίνεται ότι ήμασταν έτοιμοι κι εμείς, μαζί με τον κόσμο, να αλλάξουμε τα πράγματα. Μιας και μίλησες για την Καταχνιά, δεν είχε γραφτεί μέχρι τότε τίποτα για την Εθνική Αντίσταση. Ίσα-ίσα που έμπαινες φυλακή, η σε στέλνανε εξορία, ήτανε πολύ δύσκολα τα πράγματα στην καθημερινή συμβίωση των ανθρώπων. Και αυτό που έλεγες, για να δώσεις και να πάρεις κουράγιο, ήτανε το ζητούμενο. Αυτό ήταν που σ’ έκανε και να αναζητήσεις, μέσα από την ίδια τη ζωή τη δική σου και των προπατόρων σου, το υλικό για να εκφραστείς και να δημιουργήσεις.


Με τον Μίκη Θεοδωράκη (1966)

- Αν δεν κάνω λάθος, είσαστε και ο πρώτος, μετά το Θεοδωράκη, που κάνατε λαϊκές συναυλίες.
-Ναι, έτσι γνωρίστηκα με τον Μίκη άλλωστε, το ΄61 που ήρθε από το Παρίσι για να κάνει την πρώτη του συναυλία εδώ. Εγώ ήμουνα τότε συγκάτοικος με τον Μαρκόπουλο. Μου λέει λοιπόν ο Γιάννης, ήρθε ένας καινούργιος μουσικός, ζητάει αντιγραφείς για τις πάρτες του, πάμε; Του λέω πάμε σούμπιτοι, για να βγάλουμε και κανα φράγκο, ήτανε εφτά δραχμές η σελίδα. Ετοιμάζει λοιπόν ο Μίκης τη συναυλία στο Κεντρικόν, εκεί όπου λιποθύμησε ο Μπιθικώτσης κλπ. Και η καθυστέρηση της συναυλίας ωφείλετο στο ότι δεν μας δίνανε τα λεφτά και εμείς πήραμε τις πάρτες και γυρίζαμε γύρω- γύρω στο Σύνταγμα! (γέλια) Αργότερα άρχισα να κάνω κι εγώ συναυλίες. Πριν ακόμα μπούμε στο στούντιο για να δισκογραφηθεί η Καταχνιά, έκανα μια συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Μπουζούκι έπαιζε ο Αγγέλου, που μόλις είχε έρθει από την Αμερική. Ο Αγγέλου «χάθηκε» κιόλας λίγο, είδε κόσμο, άνοιγε η σκηνή, δηλαδή είχε και την πλάκα του το πράγμα. Θα σου πω όμως και μια ιστορία διδακτική για τους νέους μουσικούς. Το ’66 είχα μια ορχήστρα για τις συναυλίες, ο Λεμονόπουλος και ο Ξαπλαντέρης μπουζούκια, ο μπαρμπα- Σπύρος ο Περιστέρης κιθάρα, ο Ορφανός στο πιάνο, ο Μεθυμάκης έπαιζε ντραμς και ο Πάνος ο Ιατρού μπάσσο. Τραγουδιστές ο Περπινιάδης και ο Τσετίνης. Οργανώσαμε τις συναυλίες για τέσσερις Δευτέρες στο Κεντρικόν, όπου εγώ θα παρουσίαζα την Ανάσταση ονείρων σε πρώτη εκτέλεση και ο Μίκης το Μαουτχάουζεν και τη Ρωμιοσύνη. Άσχημες οι συνθήκες, τρομοκρατία μεγάλη. Αστυνομία απ’ έξω με γκλομπ, δεν αφήνανε τον κόσμο να μπει μέσα, εμένα για να μ’ αφήσουνε να μπω μου ζητάγανε εισιτήριο να σκεφτείς. Τέλος πάντων, παίζουμε την πρώτη και τη δεύτερη συναυλία. Και την τρίτη Δευτέρα βλέπω στα παρασκήνια έναν μουσικό, τον Μπάμπη τον Μαλλίδη, τον κιθαρίστα. «Γεια σου μαέστρο, τι κάνεις; Θα παίξουμε μαζί απόψε.» «Μα πως; Αφού εγώ έχω τον μπαρμπα- Σπύρο τον Περιστέρη.» Επιμένει: «Μαζί θα παίξουμε.» «Αφού δεν έχεις κάνει πρόβα». «Έχω κάνει» μου λέει, «μού’ κανε ο μπαρμπα- Σπύρος. Με πήρε χτες και μου είπε, για να μην αφήσουμε εκτεθειμένο το παιδί, έλα να σου κάνω πρόβα, πάρε και τις πάρτες για να πας να παίξεις αύριο εσύ, εγώ δεν μπορώ.» Και σε μισή ώρα πέθανε ο μπαρμπα- Σπύρος. Δεν είναι συγκλονιστικό;

- Ασύλληπτο!
- Πέθαινε ο άνθρωπος και είχε στο νου του να κάνει το καθήκον του, φρόντισε να βρει αντικαταστάτη και να τον διδάξει.

- Τα έργα σας, ειδικά τα πρώτα, έχουν, εκτός των άλλων, και την «μυρωδιά» της Αριστεράς του ’60 και του ’70. Παραμένετε αμετακίνητος στις ιδέες σας;
- Αριστερός είμαι πάντα, αλλά με το ίδιο μάτι που κρίνω την Δεξιά, κρίνω και την Αριστερά. Εγώ αυτό που πιστεύω θα το πω. Δεν υπήρξα ποτέ μέλος κανενός κόμματος, αυτό δεν είναι τυχαίο. Δεν μπορούσα να μπω σ’ έναν σχηματισμό όπου θα έκανα το κορόϊδο για ορισμένα πράγματα και στα άλλα θα ζητωκραύγαζα. Δεν μπορούσα από τη φύση μου. Σε καμμιά εξουσία, σε κανέναν σχηματισμό δεν κάνουν άνθρωποι που σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο. Οι ιδέες του σοσιαλισμού και της άρσης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο δεν παλιώνουνε ποτέ, είναι πάντα φρέσκιες, αρκεί να βρεθούνε οι κατάλληλοι φορείς για να τις εκφράσουνε. Γιατί απ’ ότι φάνηκε μέχρι τώρα, η Σοβιετική Ένωση και όλες αυτές οι χώρες λιώσανε. Δεν είναι μοντέλο αυτό το πράγμα. Σοσιαλισμός πρώτα- πρώτα σημαίνει δημοκρατία, ελευθερία λόγου και αλληλεγγύη. Που’ ντα αυτά; Τέτοιον σοσιαλισμό, όταν έχει αυτές τις ελλείψεις, εγώ τον μάχομαι, το ίδιο σαν τον φασισμό.

- Για να ξαναγυρίσω στη μουσική, στον όρο συνθέτης υπάρχει πάντα και κάτι το λόγιο, όταν ακούμε δηλαδή αυτή τη λέξη, το μυαλό μας πάει και στον Μότσαρτ η τον Μπετόβεν. Έχω την εντύπωση για σας ότι, περισσότερο ίσως από κάθε άλλο συνάδελφό σας της ίδιας γενιάς, διαπνέεστε από τραγουδοκεντρική αντίληψη. Σας φαντάζομαι τραγούδια να σχεδιάζετε μια ζωή.
- Προ ημερών μιλούσα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Με είχε προσκαλέσει να μιλήσω σε κάτι μεταπτυχιακούς φοιτητές της θεατρολογίας για το αρχαίο ελληνικό δράμα. Είπα λοιπόν σ’ αυτά τα παιδιά ότι εγώ δεν είμαι προφέσσορας, μην περιμένετε από μένα να σας δώσω κώδικες. Εγώ θα σας πω μερικές εμπειρίες δικές μου, θα σας βάλω μουσική μου να ακούσετε, θα σας πω γιατί το έκανα έτσι και όχι αλλιώς, θα σας πω και ποιο είναι το στοιχείο που αναζητώ. Εγώ προσπαθώ λοιπόν να κατανοήσω αυτό που αυθαίρετα ονόμασα μόνος μου «λαϊκή συνείδηση». Δηλαδή δεν κάθομαι εδώ που κάθομαι τώρα και γράφω μουσική, έρχομαι εκεί που είστε εσείς και βλέπω προς τη σκηνή. Και προσπαθώ να καταλάβω τι προσδοκάτε, τι θα θέλατε, τι θα σας άρεσε ν’ ακούσετε αν ήσασταν στη θέση μου. Αυτό με βάζει σε μια κινητικότητα και σε μια διαδικασία τέτοια, αναζήτησης της λαϊκής συνείδησης, έτσι τουλάχιστον όπως έχει περάσει από αιώνες τώρα. Η μουσική μου είναι επηρεασμένη πάρα πολύ από το βυζαντινό μέλος, από το κρητικό τραγούδι, από το λαϊκό τραγούδι κλπ. Κοίταξε, έχεις περάσει από το Ωδείο και ξέρεις το σύνδρομο του Ωδείου. Το να δεχθείς μέσα σου τη φόρμα του τραγουδιού είναι μεγάλη επανάσταση για κάποιον που κάνει σοβαρές σπουδές. Έχω επιλέξει να κάνω αυτό, δεν με ενδιαφέρει τίποτα άλλο, θέλω αυτό να υπηρετήσω. Βέβαια, ήτανε και άλλοι συνάδελφοι που είχανε την εντελώς αντίθετη άποψη από μένα. Μας ρωτήσανε, ας πούμε, αν λαμβάνουμε υπ’ όψη μας το κοινό όταν γράφουμε. Και λέγανε πως δεν λαμβάνουμε υπ’ όψη μας το κοινό, διότι ευτελίζουμε τη μουσική μας. Εγώ λέω το εντελώς ανάποδο, λαμβάνω υπ’ όψη μου μόνο το κοινό, προσπαθώντας να βρω τη γλώσσα επικοινωνίας μαζί του.


Με τον Μάνο Λοίζο (1981)

- Με το θέατρο πως έγινε και «κολλήσατε»;
- Αφού μου λένε έλα να κάνεις θέατρο, φαίνεται ότι το κάνω καλά, ξέρω ‘γω; Αλλά το αγαπάω κιόλας, γιατί εκεί αισθάνομαι την ελευθερία μου. Στο θέατρο βρήκα ένα πεδίο ευρύτατο για να αναπτύξει κάποιος τις μουσικές του ιδέες και την ιδεολογία του μέσα απ’ αυτό. Δηλαδή όταν σου λένε να κάνεις Τρωάδες, Ηλέκτρα, Μήδεια, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, τι άλλο θέλεις; Το αγαπάω αυτό το πράγμα, διδάσκομαι ακόμα απ’ αυτό. Εκατό φορές να διαβάσεις τον κάθε στίχο, την εκατοστή φορά πάλι θα δεις ένα πράγμα που δεν είδες την ενενηκοστή ενάτη.

- Φέτος σπάσατε το ρεκόρ, με τέσσερις Αριστοφάνηδες στην Επίδαυρο.
- Ναι, τρεις με το Θέατρο Τέχνης, Αχαρνής, Ειρήνη, Πλούτο και τη Λυσιστράτη με το Εθνικό Θέατρο. Η Λυσιστράτη είναι καινούργια μουσική, την έκανα τώρα, οι άλλες είναι παλαιότερες.

- Είστε αποκλειστικά πια προσανατολισμένος στη σύνθεση μουσικής για το θέατρο;
- Όχι. Αλλά δεν το επιλέγω μόνο εγώ. Είναι γεμάτο τραγούδια το συρτάρι μου. Δεν ενδιαφέρεται όμως κανείς.

- Και θα μείνουν στο συρτάρι;
- Τι να κάνω εγώ δηλαδή;

- Τι κάνατε τότε που βγαίνανε οι δίσκοι σας;
- Τότε μου ζητάγανε. Έχεις τραγούδια να κάνουμε δίσκους; Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν τα πήγαινα ιδιαίτερα καλά με τη δισκογραφία. Η επικοινωνία με αυτού του είδους την λογική δεν είναι εύκολη υπόθεση. Εμένα κάθε φορά μου ζητάγανε τον προηγούμενο δίσκο. Πήγαινα έναν δίσκο και μου λέγανε δεν μας κάνει, δεν μας φτιάχνεις έναν σαν τον προηγούμενο; Μα όταν σας τον έφερα, μου λέγατε πως δεν σας αρέσει. Όταν έκανα την Καταχνιά, ευτυχώς ήτανε ο Βίρβος τότε στα πράγματα και καθάρισε, δεν ανακατεύτηκα καθόλου, ήμουνα και μικρό παιδί. Τώρα με ρωτάει κανείς; Δεν με ρωτάει. Ε, ας πάνε να τα κάνουνε μόνοι τους. Αφού η αγορά αποφάσισε να πουλάει αυτά που πουλάει, είναι δικό τους πρόβλημα. Τα κανάλια κάνουνε εταιρείες. Και οι εταιρείες κλείνουνε, θα τους έρθει μπούμερανγκ. Τόσα χρόνια προσανατολιζόσαστε να είστε πωλητές απορριμμάτων, εισπράξτε τώρα αυτό που κάνατε. Σε ότι με αφορά, αυτό που εξαρτάται από μένα, το κάνω. Η προσπαθώ να το κάνω. Όταν όμως δεν εξαρτάται από μένα, πως θα πάω να τους πω να κάνουμε δίσκους; Μη σώσουμε και κάνουμε!

- Παρά ταύτα, κάτι πρέπει να γίνει για να πάρει ένα τέλος κάποτε αυτό το χάλι, όπου το γούστο –και το συμφέρον- δέκα ανθρώπων καθορίζει αυτό που ακούμε καθημερινά όλοι οι υπόλοιποι. Εσείς τι προτείνετε;
- Έχω να κάνω μια συγκεκριμένη πρόταση προς τον Πρωθυπουργό της χώρας, που είναι και Υπουργός Πολιτισμού και, ως τέτοιος, οφείλει να αποδείξει ότι είναι σύμμαχος και όχι εχθρός των καλλιτεχνών. Το Υπουργείο Πολιτισμού να συνεργαστεί με τους έλληνες συνθέτες και να κουβεντιάσουν το ζήτημα της δισκογράφησης των έργων τους, για να κινηθεί η διαδικασία της παραγωγής καινούργιων έργων. Γιατί με την τρέχουσα νοοτροπία τους, οι ιδιωτικοί φορείς ενεργούν με τρόπο που μόνο σε δικτατορικά καθεστώτα αρμόζει. Υπάρχουν άπειροι τρόποι για να αρχίσει να κινείται η μουσική παραγωγή με αξιοπρέπεια. Δεν είναι προϊόν για τα σκουπίδια.

- Πως θέλετε να κλείσουμε αυτή τη συνομιλία;
- Θα ήθελα να ενθαρρύνω τους νέους μουσικούς και να τους πω ότι πρέπει να πάρουνε πρωτοβουλίες οι ίδιοι. Ο κόσμος θα τους δεχτεί. Υπάρχει πολύς κόσμος, ο οποίος είναι έτοιμος να αγκαλιάσει τις προσπάθειες, αρκεί να δραστηριοποιηθεί ο νέος άνθρωπος και να προσπαθήσει να οργανώσει την παράστασή του, να βρει την αυτοπεποίθησή του, να αποκτήσει μια ιδεολογία και να βγει προς τα έξω. Να είστε σίγουροι ότι θα βρείτε ακροατές και θα πάρετε πολύ μεγάλο θάρρος από την επαφή και την επικοινωνία με τον κόσμο. Αγνοείστε όλους αυτούς τους εμπόρους της μουσικής, αφήστε τους να βράζουν στο ζουμί τους. Βρείτε μόνοι σας τρόπους να διαδώσετε τη μουσική σας. Κάντε μια ζωντανή παράσταση, ηχογραφείστε την και δώστε την στο internet για να μπορεί να την ακούει ο καθένας, δώστε την τζάμπα. Μην σας πιάνει απογοήτευση όταν έρχεστε σε επαφή με την καθεστηκυία τάξη, τηλεόραση, ραδιόφωνο και εταιρείες. Αυτοί κάνουνε μπίζνες. Δεν έχει θέση ο νέος μουσικός εκεί πέρα. Πρέπει να περάσει κανείς και σε πράξεις που να κάνουνε τελατίνι το όλο σύστημα. Αλλά πρέπει να το έχεις πάρει απόφαση. Δεν έχω να κάνω τίποτα μαζί σας, εσείς κάνετε αυτό και εγώ κάνω τούτο. Γυρίστε την πλάτη στην κάθε μορφή εξουσίας, εταιρείες, τηλεόραση και ραδιόφωνο. Και ελάτε σε επαφή με τον κόσμο, τότε μόνο θα δείτε άσπρη μέρα!


10 σχόλια:

pink floyd είπε...

Δεν έχω αυτό το τεύχος του Δίφωνου οπότε σ' ευχαριστώ για τη δημοσίευση της συνέντευξης. Μεγάλος συνθέτης, πολύ σημαντικά όλα όσα λέει αλλά διαβάζω και ξαναδιαβάζω τις 3 τελευταίες απαντήσεις και σχόλιον ουδέν...

ένας στρατολάτης είπε...

Πάντα έχουν κάτι σημαντικό να πουν τέτοιοι άνθρωποι. Και είναι ένας από τους λόγους που είμαι μόνιμος αναγνώστης σας.

Μουσικά Προάστια είπε...

Pink, ίσα ίσα, πρέπει να σχολιάσεις, αντί για ...σχόλιο ουδέν!

Στρατολάτη, σε ευχαριστώ, κι εγώ παρακολουθώ τις γεμάτες ήθος -αλλά πολύ σποραδικές, γιατί;- αναρτησεις σου.

pink floyd είπε...

Τι να σχολιάσω; Ότι ένας αξιόλογος συνθέτης μας έχει τραγούδια στο συρτάρι και δεν του τα ζητάει κανείς γιατί αποφάσισαν να πουλάνε σκουπίδια; Και σίγουρα δεν είναι ο μόνος!
Την τελευταία του απάντηση πρέπει να την διαβάσουν όλοι οι νέοι καλλιτέχνες. Ευαγγέλιο!

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

Τι να σχολιάσει κανείς?...
Έχω διαβάσει μέχρι τώρα πολλές φορές τη συνέντευξη (πράγμα σπάνιο για μένα) και εξακολουθώ να εκπλήσσομαι με την ικανότητα του Λεοντή να δίνει ακριβείς ορισμούς χωρίς να έχει την παραμικρή διάθεση να διδάξει! Οι όροι: “σύγχρονο” και “λαϊκό”, τοποθετούνται στις πραγματικές τους διαστάσεις και μάς (ξανα)βάζουν στη διαδικασία να επαναπροσδιορίσουμε και μέσα μας εκείνα τα προσωπικά φίλτρα επιλογής, τα οποία έχουν έτσι κι αλλιώς αλλοιωθεί με τον καιρό και τον συστηματικό βομβαρδισμό τους από την αγορά και τους δικούς της όρους. Επιθετικά και απόλυτα τα λόγια του, όπως ακριβώς πρέπει να είναι και η στάση όλων μας απέναντι σε αυτή την ασχήμια στην οποία μάς έχουν καταδικάσει.

pink floyd είπε...

"Μας έχουν καταδικάσει σε ασχήμια" , αυτή είναι η θλιβερή πραγματικότητα!

Καλό μήνα να έχουμε!

Μουσικά Προάστια είπε...

Μάκη, Pink, καλό μήνα! Κάνα πρωταπριλιάτικο δεν θα πούμε; π.χ. "Νταλάρας - Πανούσης μαζί στο Ηρώδειο!"
:)

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

Εμείς δε λέμε ποτέ ψέματα!! (σωστά, Pink?)

Την καλημέρα μου.

pink floyd είπε...

Βεβαίως! Ψέματα ποτέ!

Πανούσης-Νταλάρας μαζί; Χα χα! Αυτό δεν θα το πίστευε κανείς!

Ανώνυμος είπε...

Ωραία θα ήταν να έκανε μια συναυλία με τη Μαρινέλλα ο Λεοντής και να παρουσίαζε ξανά τα τραγούδια του που εκείνη είπε στους δίσκους ΚΑΤΑΧΝΙΑ, ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΟΝΕΙΡΩΝ και ΔΩΔΕΚΑ ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ, γιατί πραγματικά είναι αριστουργήματα όλα τα τραγούδια από αυτούς τους δίσκους...