Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΓΙΩΤΑΣ ΝΕΓΚΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ"


Γιώτα Νέγκα:
«Η σκυτάλη μ’ ενδιαφέρει, το μπόλιασμα, το ‘μαζί’»


Τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Μετρονόμος", τεύχος 30, (Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2008).
Φωτογραφίες: Αρχείο Γιώτας Νέγκα

Από τα «Μάτια κλειστά» του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου μέχρι το «Έχω άνθρωπο» των Θοδωρή Γκόνη και Κώστα Λειβαδά και ενδιάμεσο σταθμό το «Βέλος» του Βαγγέλη Κορακάκη, η Γιώτα Νέγκα φαντάζει ως η εκδίκηση της χαμένης λαϊκότητας του ελληνικού τραγουδιού. Στη συζήτηση που ακολουθεί, μοιράζεται μαζί μας το πάθος της για το τραγούδι, προβληματίζεται για την επίπλαστη ευδαιμονία μας, και εύχεται στον καθέναν να βρει τον άγγελό του, όπως εκείνη. ηρ.οικ.
-----
Βλέπω ότι το κινητό σας δεν έχει hands free. Είστε σε ανοιχτή ακρόαση με τα προβλήματα των ανθρώπων; Αν ναι, πώς το καταφέρνετε;
Αυτό είναι κάτι που δεν το επιλέγεις συνειδητά. Είμαι ένας λαϊκός άνθρωπος, γεννημένη σε μια λαϊκή συνοικία και έχω ζήσει στον πυρήνα αυτού του πράγματος. Είναι κομμάτι μου, και οτιδήποτε αφουγκράζομαι, στην ουσία το ζω. Δεν στήνω αυτί σε κάποια άλλη αυλή, είμαι κι εγώ στην ίδια αυλή. Ζω ακριβώς την ίδια καθημερινότητα, έχω ακριβώς τις ίδιες ανησυχίες, βλέπω ακριβώς τα ίδια πράγματα δίπλα μου και αυτά νιώθω.
Μιλήστε μας λίγο για τις λαϊκές συνοικίες, για «νερά και ονόματα».
Γεννήθηκα στο Αιγάλεω. Έζησα τα παιδικά μου χρόνια στο σύνορο Χαϊδαρίου, Αγίας Βαρβάρας, Αιγάλεω. Ήταν ένας ανηφορικός δρόμος που κατέληγε σε μια εκκλησία, την Αγια Μαρίνα. Είχαμε τόσο χώρο να παίξουμε, να φωνάξουμε, να ματώσουμε τα γόνατά μας. Έζησα πολύ ωραία χρόνια, γιατί έζησα τη γειτονιά. Καθόμασταν στο μαντράκι και παίζαμε παιχνίδια του λόγου, κυρίως, ανέκδοτα, σπαζοκεφαλιές. Εκεί έζησα μέχρι το δημοτικό, μετά ανηφόρισα στα σύνορα Κορυδαλλού και Αγίας Βαρβάρας όπου πήγα Γυμνάσιο. Παντρεύτηκα αρκετά μικρή, μεταπήδησα στη Νίκαια όπου μένω μέχρι σήμερα. Δεν άλλαξα εικόνες ούτε ανθρώπους, και έτσι συνεχίζω μέχρι τώρα.
Πλέον, κατέχετε και τον τίτλο τιμής «λαϊκή τραγουδίστρια». Τι σημαίνει αυτός ο όρος;
Πράγματι είναι τίτλος τιμής, και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό. Ο τρόπος που μεγάλωσα, η μουσική που άκουγα, η κοσμοθεωρία που ανέπτυξα ήταν από τη βάση της λαϊκή. Δεν θα μπορούσα να ξεφύγω. Από τη στιγμή που θεωρείς ένα περιβάλλον αρμονικό, παίρνεις πράγματα απ’ αυτό. 

Ποια μουσικά ερεθίσματα είχατε από την οικογένεια;
Ζούσα μες στη μουσική από μωρό. Η μουσική δεν σταματούσε ποτέ μες στο σπίτι, οι γονείς μου τραγουδούσαν, τα ξαδέρφια ου τραγουδούσαν, ο πατέρας μου γρατζουνούσε ένα μπουζούκι κι εγώ άφηνα το κρυφτό για να τον ακούσω. Δεν το διάλεξα συνειδητά, αυτό με διάλεξε. Όταν άκουγα ραδιόφωνο στην εφηβεία μου, υπήρχε μια κρυφή, ασυνείδητη ευχή και απορία: «Θα ακούσω ποτέ τη φωνή μου κι εγώ εδώ;». Το τραγούδι ήταν η ανάσα μου.


Και ποια συγκεκριμένα ακούσματα σας συνόδεψαν;
Μικρή άκουγα Καζαντζίδη, Νταλάρα κι Αλεξίου· ήταν οι αγαπημένοι του μπαμπά μου. Θυμάμαι την Πόλυ Πάνου, την Γκρέυ, τα δημοτικά. Μετά ήρθαν οι μεγάλοι συνθέτες στο σπίτι: ο Καλδάρας, ο Μαρκόπουλος…Τραγουδούσαμε και γλεντούσαμε όλοι μαζί με Μαρκόπουλο, με Σπανό. Μέσα στα σπίτια υπήρχαν μεγάλοι συνθέτες και μεγάλοι ποιητές, υπήρχε ο Θεοδωράκης. Ο Χατζιδάκις ήρθε αργότερα και ήταν προσωπική επιλογή∙ στο σπίτι υπήρχαν μόνο κάποια λαϊκά του. Μετά ανακάλυψα τη Βίκυ Μοσχολιού και την Τάνια Τσανακλίδου. Η Τάνια παίνει στη ψυχή σου, δεν μπορείς να τη δεις πιο μακριά απ’ τη ψυχή σου. Μετά ήρθε η ροκ εποχή. Λατρεύω την κλασσική ροκ και τη θεωρώ πολύ ίδια με τη λαϊκή μουσική ως προς τον τρόπο έκφρασης, το μήνυμα, τη δύναμη. Μπορώ να είμαι τόσο ροκ όσο και λαϊκή.




Μοιραζόμαστε και την κοινή μας αγάπη για τους Dire Straits…
Α, ναι; Τους λατρεύω!

Ίσως εξαιτίας αυτής της ποικιλίας ακουσμάτων μπορείτε να μεταπηδάτε με ευκολία από το μπλουζ του Καλαντζόπουλου στο λαϊκό του Κορακάκη και το «έντεχνο» εντός εισαγωγικών του Λειβαδά.
Το «έντεχνο» εντός εισαγωγικών, πάντα· να το επισημάνουμε αυτό. Τα θεωρώ συγγενή όλα αυτά. Η αλήθεια των μπλουζ, της ροκ και του λαϊκού είναι ένα πράγμα, ένα κοινό θεμέλιο. Είναι τρεις τριανταφυλλιές στο ίδιο χώμα, με διαφορετικά χρώματα αλλά με εξίσου θαυμαστά τριαντάφυλλα.

Για πολλά χρόνια βρεθήκατε και στην καλώς εννοούμενη νύχτα…
Κακώς εννοούμενη νύχτα δεν υπάρχει. Κακώς την χειρίζονται κάποιοι άνθρωποι. Η νύχτα είναι μια χαρά με τ’ αστέρια και τον ουρανό της. Και τα τραγούδια είναι μια χαρά, αλλά εξαρτάται που τα βάζεις και γιατί. Η νύχτα είναι καλή, την αγαπάω. Το ’91 είναι η αρχή με το «Έμμετρο» στο Μοσχάτο, έναν δικό μου χώρο όπου ξεκινήσαμε με δυο κιθάρες, με τον Θοδωρή Παυλάκο και τον Χρήστο Μαδαρό. Το «Έμμετρο» ήταν ένα τρομερό σχολείο για έξι χρόνια, όπου μπορέσαμε να πειραματιστούμε σε πολλά μουσικά είδη. Μετά πέρασα στα ρεμπετάδικα.

Στις βιογραφίες των παλιών λαϊκών τραγουδιστριών δεν συνάντησα πουθενά δεκάχρονες «προϋπηρεσίες». Γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να βγάλετε δίσκο; Συναντήσατε στεγανά;
Όχι, και είναι αυτό ένα κομμάτι της ευθύνης μου. Το τραγούδι ήταν πάντα στη ζωή μου, αλλά εγώ δεν ήμουν μόνο τραγουδίστρια. Αυτό είναι μια ιδιότητα, αλλά εγώ είμαι και μια οντότητα. Πέρασα κάποιες περιπέτειες αφενός, και αφετέρου είναι έτσι ο χαρακτήρας μου. Κάτι το οποίο απαιτεί μια στρατηγική για να το πετύχω δεν μου δίνει ούτε τη μισή χαρά, σε σχέση με αυτό που θα ’ρθει να με βρει, το αυθόρμητο. Η πρώτη μου επαφή με το στούντιο ήταν όταν έκανα τις δεύτερες φωνές στον πρώτο δίσκο του Μιλτιάδη Πασχαλίδη. Η ευθύνη ήταν δική μου, γιατί πρακτικά δεν κυνήγησα τίποτα.

Ξέρω όμως ότι επιδιώξατε να κάνετε σπουδές τραγουδιού.
Σκεφτόμουν πάντα τα θεωρητικά της μουσικής αλλά είχα κι άλλες ιδιότητες, και δεν προλάβαινα να τα κάνω όλα. Παθαίνει κάτι ο λαιμός μου και βρίσκω την κυρία Άννα Διαμαντοπούλου στο Εθνικό Ωδείο, μια σπουδαία δασκάλα. Το μεγαλύτερο προσόν της, και κάθε δασκάλου γενικά, είναι ότι αγωνίζεται για να χαράξει ο καθένας το δικό του δρόμο. Αφού αποκαταστάθηκε η φωνή μου, αρχίζω να σπουδάζω για το πτυχίο σύγχρονου τραγουδιού και ανακατεύομαι με έναν καινούργιο κόσμο, θεωρία, ιστορία της μουσικής, οργανογνωσία. Ήταν φοβερό να κάνεις σολφέζ, να είσαι η μεγαλύτερη της τάξης και να σε σαρώνει ένα δωδεκάχρονο· εκεί γειώνεσαι. Είχα κάνει ήδη τον δίσκο «Με τα μάτια κλειστά» με τον Καλαντζόπουλο, και αισθανόμουν χαρούμενη. Είναι σπουδαίο να μπαίνεις στο επίπεδο του μαθητή, γιατί δεν φουσκώνει το μυαλό∙ και είναι μεγάλη παγίδα αυτό το φούσκωμα.

Κάποιες φωνές έχουν καταλήξει να βγάζουν μόνο ματαιοδοξία στο τραγούδι τους αντί να το υπηρετούν. Πώς αντιμετωπίσατε τον πειρασμό αυτό;
Καταρχήν, για να είμαστε δίκαιοι, εγώ δεν έχω μια τέτοια πορεία χρόνου. Μόνο το πέρασμα του χρόνου θα αποδείξει πράγματα για μένα. Αν έχω καταφέρει να αποφύγω τη ματαιοδοξία, είναι και επειδή δεν ήμουν είκοσι χρονών όταν ξεκίνησα. Είχα περάσει πολύ δύσκολα στη ζωή μου και ήξερα ότι η ευτυχία για πλάκα μπορεί να τουμπάρει. Προσπαθώ να έχω συναίσθηση της ζωής και του εαυτού μου. Πώς; Διατηρώ τους φίλους και τις συνήθειές μου. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην πάω στη μητέρα μου μια-δυο φορές την εβδομάδα, να μην βάλω την ποδιά και να μην τηγανίσω πατάτες μαζί της. Σε ότι αφορά τον ναρκισσισμό, δεν βοηθάει και το περιβάλλον. Υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα που ζει απ’ αυτό.

Πώς;
Εμείς -τραγουδιστές, μουσικοί, καλλιτέχνες- από τη φύση μας έχουμε μια ιδιαίτερη ανασφάλεια, ειδικά οπουδήποτε αλλού εκτός της σκηνής. Είμαστε λίγο ιδιαίτεροι, όχι με την έννοια του καλύτερου. Μπορεί να συμβεί το τρομερότερο και να το θεωρήσω μηδενικό, και να συμβεί το ελάχιστο και να με καταρρακώσει. Από την άλλη, η δισκογραφία εμπεριέχει και ένα εμπόριο, και προϋποθέτει μια σταθερή πορεία. Οι άνθρωποι που επενδύουν σ’ αυτό, που επενδύουν πάνω σου, δεν μπορεί να επενδύουν σε κάτι τελείως εφήμερο. Και ενώ οι τραγουδιστές ξεκινούν με καλές προθέσεις, κάποιες φορές τα πράγματα στραβώνουν.


Αναφερθήκατε πριν σε κάποια μεγάλα ονόματα, από τον Καζαντζίδη ως τη Μοσχολιού. Πόσο καλοί μαθητές τους υπήρξαμε τελικά;
Αυτό που μάθαμε καταρχήν ειν’ ο λόγος. Αυτό κάποιοι το κράτησαν σαν σημαία, κάποιοι δεν το κράτησαν. Κάποιους τους πήρε η ταχύτητα και η εποχή. Γνωρίζω ανθρώπους εξήντα χρονών που κάποτε άκουγαν Καλδάρα και Χατζιδάκι, και σήμερα δεν αντέχουν να ακούσουν τίποτα απ’ αυτά. Αυτό μου κάνει τρομερή εντύπωση. Υπάρχουν κι άλλοι που διατήρησαν αυτή την απόχρωση στην επιλογή τους και πέρασαν στους αντίστοιχους των επόμενων γενιών.

Έχετε συναντηθεί και με την Εστουδιαντίνα. Τι κάνει το Σμυρνέικο και κατ’ επέκταση το Ρεμπέτικο τραγούδι τόσο διαχρονικό;
Η συνέχειά του από την πηγή και η μνήμη της γης που σέρνουμε από παλιά. Αυτό το τραγούδι είναι φυσική συνέχεια των δημοτικών τραγουδιών, είναι σαν το τοπίο που βλέπεις, δεν είναι μεμονωμένο. Οι γονείς μου είναι από την Πελοπόννησο, αλλά το Σμυρνέικο τραγούδι συγκινούσε πάντα όλη την οικογένεια. Δεν το ελέγχεις, είναι θέμα ιστορικής συνέχειας, αυτό υφίσταται, σ’ αγγίζει, τέλος.

Και οι τρεις προσωπικοί δίσκοι που έχετε κάνει δεν είναι πολυσυλλεκτικοί. Ήταν επιλογή σας αυτό;
Δεν ήταν συνειδητή επιλογή μου, με τίμησαν οι δημιουργοί αυτοί. Όμως, είναι πράγματι σημαντικό να έχεις ένα ολοκληρωμένο έργο, γιατί εκεί υπάρχει ένας κόσμος συγκεκριμένος. Από την άλλη μεριά, δεν σου κρύβω ότι θα ήθελα να κάνω έναν δίσκο που να έχει δύο-τρεις αγαπημένους μου συνθέτες μαζί, συμβατούς με τον κόσμο μου.

Ποιοι είναι αυτοί;
Όλη η νέα γενιά των τραγουδοποιών, η αγαπημένη. Πρέπει να πούμε ονόματα; Από τον Θαλασσινό μέχρι τον Πορτοκάλογλου, τον Κραουνάκη, τον Λειβαδά, τον Ανδρέου, τον Ζούδιαρη, τα νεότερα παιδιά. Θα με ενδιέφερε πάρα πολύ, ξέρεις, γιατί δεν νομίζω ότι προλαβαίνω να κάνω δίσκο ξεχωριστά με όλους αυτούς τους ανθρώπους που θαυμάζω!

Ποια ήταν η προσφορά αυτής της γενιάς των τραγουδοποιών από τα τέλη του ’80 κι ύστερα;
Καταρχήν, είναι η γλώσσα της γενιάς μου. Έγραψαν πάρα πολύ ωραία τραγούδια και έφεραν καινούργια πράγματα. Οι Κατσιμιχαίοι, ας πούμε, άνοιξαν ένα ολόκληρο σύμπαν. Και εμφανίστηκαν πολλά άλλα νέα παιδιά, με καινούργιο ήχο και πολύ μεστό, κοινωνικό, εύστοχο και απελευθερωμένο στίχο. Δεν υπήρχε κάτι τέτοιο παλιότερα, υπήρχαν ορισμένα στεγανά στο τι θα γραφτεί, στο ποια λέξη θα χρησιμοποιηθεί στα τραγούδια. Εντάξει, δεν είμαι κι αναλύτρια, είμαι πολύ πιο συναισθηματική απ’ όσο θα ’πρεπε ίσως. Αυτό με κάνει να βλέπω τα πράγματα πιο απλά, δεν έχω την ανάγκη να αναλύσω απόλυτα κάτι, να το διαμελίσω. Δεν είναι χημική ένωση η μουσική.

«Η αλήθεια καθενός είναι το ψέμα του» γράφει ο Κορακάκης. Ποιο είναι το δικό σας;
Με δυσκολεύεις πολύ τώρα. Πολλές φορές έχω καθησυχάσει τον εαυτό μου με κάτι που βαθιά ξέρω ότι είναι ψέμα, για να κερδίσει χρόνο, να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην αλήθεια. Όλοι το κάνουμε γι’ αυτό, και καλό είναι να το κάνουμε όταν χρειάζεται. Όμως, δεν μπορεί αυτό να διέπει τη ζωή μας. Κάποια στιγμή πρέπει να δούμε την αλήθεια. Και μέσα μας ο καθένας ξέρει πολύ καλά την αλήθεια. Μπορεί ούτε στον εαυτό μας να μην τη λέμε, αλλά την ξέρουμε. Την ξέρουμε και τη διώχνουμε.

«Έχω άνθρωπο δικό μου, φύλακα και άγγελό μου». Έχετε δικούς σας αγγέλους;
Έχω.

Και τι σας προσφέρουν;
Οχύρωση. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό γιατί μεγάλωσα σε ένα σπίτι με αγκαλιά, άγγιγμα, μαζί. Καμιά φορά ήταν και λίγο πνιγηρό, αλλά είδα με τα χρόνια ότι αυτό είναι τρομερή συναισθηματική ασπίδα. Και είμαι και τυχερή που έχω έναν άνθρωπο στη ζωή μου εδώ και πολλά χρόνια, με τον οποίο είμαστε μαζί, με όλη τη σημασία της λέξης. Επίσης, άνθρωπο μπορούμε να έχουμε και στη μνήμη μας, αγαπημένους ανθρώπους που χάθηκαν. Οι στιγμές μαζί τους είναι φυλαχτό. Αυτή την ευχή θέλω να κάνω σε όλους, να έχουν αγγέλους. Θεωρώ πολύ σημαντικό να έχεις κάπου να ακουμπήσεις, να υπάρχει κάποιος να σε κατανοήσει και να δείξει κι ένα δρόμο. Αυτό κυρίως λείπει στην εποχή μας, στις νεότερες γενιές. Οι ταχύτητες διαμελίζουν τον χρόνο με τους ανθρώπους.

Και ο έρωτας; Πού είναι;
Θα μιλήσω για το συναίσθημα γενικά. Με έχουνε ρωτήσει: «Γιατί τραγουδάς εσύ παλιά τραγούδια, που δεν τα έχεις ζήσει;». Όταν τραγουδάω τα «Ξένα χέρια», δεν είναι απαραίτητο να έχω ζήσει στην ορφάνια για να το εκφράσω. Οποιαδήποτε απώλεια έχουμε βιώσει, είναι το ίδιο συναίσθημα. Δεν χρειάζεται να ζεις τη συγκεκριμένη κατάσταση για να εκφράσεις ένα συναίσθημα. Δεν είναι ανάγκη να έχεις χωρίσει πρόσφατα για να τραγουδήσεις ένα τραγούδι χωρισμού. Το σώμα θυμάται. Μπορείς να μεταφέρεις τον έρωτα παντού. Μπορείς να τα κάνεις όλα με έναν ερωτισμό, με έναν κοινό πυρήνα συναισθήματος. Καμιά φορά αναρωτιέμαι πόσους αφορούν ορισμένα από τα παλιά τραγούδια που αγαπώ, όπως «Του λιμανιού το καλντερίμι». Μετά σκέφτομαι ότι όποιος αντιλαμβάνεται την ουσία του πράγματος, τα τραγούδια αυτά τον αφορούν. Κι ας μην έχουμε τα προσφυγικά και τη λάσπη· δεν χρειάζεται. Έχουμε πολλή άλλη λάσπη, στολισμένη.

Το σύγχρονο τραγούδι εκφράζει τους πόθους και τις πίκρες των καθημερινών ανθρώπων; Μπορεί να εκφράσει το «άνεργο κορίτσι από την Άρτα»;
Κάποια τραγούδια, ναι, αλλά όχι η πλειοψηφία. Υπάρχει όμως η αντίστοιχη κοινωνική κατάσταση; Στο βαθμό που υπάρχει η κοινωνική κατάσταση, υπάρχει και αυτό το τραγούδι, αλλά το ποσοστό έχει μικρύνει. Κάποιοι λένε ότι στερέψαμε κι από ιδεολογίες. Η κοινωνική κατάσταση είναι πάρα πολύ διαφορετική, και αντίστοιχα το τραγούδι αυτό δεν είναι η μεγάλη πλειοψηφία. Κρίμα.



Κρίμα;
Ναι. Μέσα απ’ το τραγούδι επιζητώ να εκφράσω αυτά που δεν μπορώ να πω με λόγια, τον πόνο μου, την χαρά μου, επιζητώ μια μέθεξη, έναν διονυσιασμό. Θυμάμαι ότι ο θείος μου τραγουδούσε και μετά έκλαιγε. Δεν ήταν θρήνος ή πικρία, ήταν εκτόνωση του συναισθήματος. Εγώ θέλω να εκφράζω τη χαρά και τη λύπη μου χωρίς ενοχή. Αυτό που συμβαίνει γύρω μας είναι μια πλασματική ευδαιμονία. Βλέπω πάρα πολλούς ανθρώπους που δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι έχουν προβλήματα, ότι πρέπει να τα δείξουν, ότι πρέπει να τα εκτονώσουν. Διαρκώς χαίρονται χωρίς κανένα λόγο, κι αυτό προβάλλεται. Εκ των πραγμάτων, αυτό διαμορφώνει και ένα αντίστοιχο τραγούδι. Υπάρχει όμως και κάποιος κόσμος που δέχεται να λυπηθεί, να συγκινηθεί, και να ζήσει γειωμένος με το χώμα. Αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή: μια ευδαιμονία που επιβάλλεται.


Και ένας ατομικισμός…
Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι για το μαζί, δεν είναι μονάδα. Η τωρινή κατάσταση μεταλλάσσει τον άνθρωπο, και αυτό με ανησυχεί. Θέλετε να με πείτε συντηρητική;


Μπα, προοδευτικό μου ακούγεται αυτό.
Με ανησυχεί αυτή η βία που βγαίνει στο μάτι ορισμένων. Θυμάμαι με νοσταλγία ιστορίες, ότι κάποτε οι παρέες που γλεντούσαν όταν περνούσαν από τις γειτονιές χαμήλωναν τη φωνή τους για να μην ενοχλήσουν τον κόσμο που κοιμόταν στις αυλές. Αυτό είναι ωραίο, να είσαι μαζί με τον άλλον. Γι’ αυτό και είμαι διστακτική όταν ακούω για εξέλιξη. Πόση εξέλιξη μπορεί να είναι ο καταναλωτισμός; Πόση εξέλιξη είναι ο καθένας μόνος του; Θυμήσου το παράδειγμα με τα ξύλα: το ένα το σπας, τα πολλά δεν τα σπας. Αυτό είναι μια ματιά στον κόσμο, μια κοσμοθεωρία, κι εγώ πιστεύω σ’ αυτήν.



Σας ακούσαμε πρόσφατα και στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Οφείλει ο καλλιτέχνης να εκπληρώνει ένα συλλογικό, κοινωνικό ρόλο;
Σαφέστατα, είμαστε κοινωνικά όντα. Μπορεί να μην πάρει πρώτος τη σημαία, αλλά δεν έχει και σημασία ποιος θα είναι πρώτος. Υπάρχει και μια ευθύνη· αυτό που λέει ένας καλλιτέχνης το ακούνε χιλιάδες. Αυτό που θεωρώ αναγκαίο για κάθε καλλιτέχνη, τουλάχιστον, είναι αυτό που κάνει να έχει μιαν αλήθεια, να είναι ουσιαστικό. Αυτό φτάνει, τα υπόλοιπα έρχονται νομοτελειακά.

Η πολιτική πώς σας φαίνεται;
Η σκέψη μου κινείται με μοντέλα. Βλέπω ότι το μοντέλο της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής και της Αμερικάνικης Αυτοκρατορίας είναι το ίδιο. Αυτό μου δημιουργεί μια θλίψη και μια απογοήτευση. Ακόμα κι αν κάποτε είχαμε ρόπαλα και μετά πυρηνικά, ακόμα κι αν από τον πόλεμο του χρυσού ή του μπαχαριού πήγαμε στον πόλεμο του πετρελαίου, στη βάση τους τα πράγματα είναι ίδια. Βέβαια, ο κόσμος αλλάζει, αν και δεν ξέρω αν θα το δω εγώ αυτό. Κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει αυτό που φθίνει για να αρχίσει κάτι άλλο, αν και μέχρι στιγμής δεν είχαν καλύτερη τύχη τα καινούργια πράγματα. Όταν αρχίσει η κοινωνία να σιγοψιθυρίζει, τότε θα γεννηθούν κι οι καλλιτέχνες που θα δώσουν φωνή σ’ αυτό. Δεν ξεχωρίζει ο καλλιτέχνης με την κοινωνία· είναι κομμάτι της. Παρεπιπτόντως, γίνεται να μιλάμε στον ενικό;

Ευχαρίστως. Πιστεύεις δηλαδή ότι η ακμή του ελληνικού τραγουδιού συνδεόταν και με την ακμή ενός ευρύτερου κοινωνικού κινήματος;
Ναι, το πιστεύω, συνδεόταν με έναν ρομαντισμό, με μια ιδεολογία. Όπως σου είπα, η οντότητα προηγείται της ιδιότητας. Πρώτα είσαι άνθρωπος που έχεις πάει σχολείο, που έχεις ζήσει μαζί με άλλους ανθρώπους, και μετά γίνεσαι στιχουργός ή τραγουδιστής. Δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ την οντότητα.

Παναγιώτης Καλαντζόπουλος;
Ο Παναγιώτης έφερε στη ζωή μου ένα καινούργιο σύμπαν. Είναι ο ηθικός αυτουργός για όλα όσα έχουν συμβεί και πρόκειται να συμβούν. Έχω απέραντη ευγνωμοσύνη για αυτό που έκανε. Είναι σαν να ήμουν σε μια γωνιά κρυμμένη, με πήρε από το χέρι, με ’βγαλε στην πλατεία και είπε «Καλέ, έχουμε κι αυτό το παιδάκι να παίξει στην παιδική χαρά». Είναι μάγος με τους ήχους, και μου χάρισε έναν κύκλο ζωντανών εμφανίσεων με την Ευανθία (σ.σ.: Ρεμπούτσικα) και την Έλλη (σ.σ.: Πασπαλά). Θα είναι πάντα ένα φωτεινό σημάδι που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Βαγγέλης Κορακάκης;
Ο Βαγγέλης είναι σάρκα από τη σάρκα μου. Έχουμε έναν πολύ κοινό κώδικα, είναι ένας γνήσια λαϊκός άνθρωπος. Τα τραγούδια του είναι φτιαγμένα και ειπωμένα με ευθύτητα, όπως ακριβώς είναι κι ο ίδιος. Με τίμησε, ήταν η πρώτη φορά που έδινε ολόκληρο δίσκο σε γυναίκα, και ήταν ο πρώτος μου μεγάλος δίσκος. Ο Βαγγέλης έχει μια βαθιά απλότητα και μια γλύκα.

Κώστας Λειβαδάς;
Ο Κώστας είναι απ’ τους καλύτερους της γενιάς του. Γνωριστήκαμε πρώτη φορά όταν ερμήνευσα ένα τραγούδι στον δίσκο του Οδυσσέα Τσάκαλου. Έχει καταπληκτικό ταλέντο και θεωρώ ότι μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα, καθώς έχει ήδη δώσει δείγματα. Βλέπει βαθιά και σφαιρικά τη μουσική, και ξέρει να αγγίζει με αυτά που γράφει τους ανθρώπους. Είναι ανατρεπτικός με φοβερό χιούμορ!

Θοδωρής Γκόνης;
Ούτε που φανταζόμουν ότι θα μου έκανε αυτή την πρόταση ο Θοδωρής. Τον είχα γνωρίσει μέσω του Καλαντζόπουλου, μου άρεσε πάρα πολύ ο τρόπος της γραφής του που ήταν τόσο ευθύς, και χρησιμοποιούσε βαθιά, κοινωνικά θέματα. Σπουδαίος εκπρόσωπος της γενιάς του, εξαιρετικός ποιητής, σφαιρικός άνθρωπος, με βαθιές γνώσεις, διεισδυτικός, απόλυτος κάποιες φορές, και καλά κάνει.

Πώς σου φάνηκε η εμπειρία του «Έχω άνθρωπο»;
Μοναδική! Από την πρώτη στιγμή που ξεκινήσαμε τις πρόβες, αυτά τα τραγούδια πέρασαν μέσα μου αμέσως. Βρέθηκα πρώτη φορά στη σκηνή με ηθοποιό, την εξαιρετική Σύρμω Κεκέ. Ο Σταμάτης Κραουνάκης είπε ένα τραγούδι, με τον Παντελή Θαλασσινό κάναμε ένα ντουέτο, και η Ελένη Τσαλιγοπούλου έκανε φωνητικά κι έφερε αγάπη, αγκαλιά και κουράγια. Οι μουσικοί που συμμετείχαν στην παράσταση συμμετείχαν και στο δίσκο. Εκτός από τον Λειβαδά, ο Σωκράτης Μάλαμας έπαιξε κιθάρες, ο David Lynch έπαιξε πνευστά, και συμμετείχαν επίσης ο Σταύρος Αλεξόπουλος, ο Βαγγέλης Μαχαίρας, ο Δημήτρης Παπαλάμπρου, ο Γιάνης Πλαγιαννάκος και ο Ντίνος Χατζηιορδάνου. Στον υπέροχο μονόλογο της Σύρμως με το κείμενο του Νίκου Παναγιωτόπουλου ήταν όλοι τους ακίνητοι και με την ανάσα κρατημένη, ήταν όλο τόσο συμπαγές. Τους ευχαριστώ.

Υπάρχει κοινό για ένα τέτοιο πολυσύνθετο και πολύμορφο έργο;
Σαφέστατα υπάρχει, και φάνηκε αυτό στις παραστάσεις. Η παράσταση ήταν Δευτέρα, το πρόσωπό μου δεν ήταν πολύ γνωστό, αλλά υπήρχε κοινό και ήταν συγκλονιστικό κάποιες βραδιές. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα μάτια τους, και στα θεατρικά, και στα τραγούδια. Ήταν μεγάλη τροφή για τη ψυχή μας η συγκίνηση αυτών των ανθρώπων. Ήταν το πιο μεγάλο κέρδος.

Υπάρχει γύρω μας μια παλιά φρουρά δημιουργών και ερμηνευτών. Έχει έρθει ο καιρός για να αποχωρήσει;
Η παλιά φρουρά δεν πρέπει να αποχωρήσει, αλλά να μοιραστεί, να δείξει, να βοηθήσει. Δεν είμαι υπέρ της φιλοσοφίας να κλείσουμε την πόρτα στους παλιούς και να δώσουμε το σαλόνι στους καινούργιους. Συγνώμη, αλλά και στο σπίτι υπάρχει ο παππούς, η γιαγιά – υπήρχε τέλος πάντων, γιατί τώρα όλες οι γιαγιάδες είναι διακοπές στην Καραϊβική (σ.σ.: γέλια)! Δεν θέλω να εξαφανιστεί η παλιά φρουρά, η σκυτάλη μ’ ενδιαφέρει, το μπόλιασμα, το μαζί. Υπάρχουν νέα παιδιά που έχουν ιδέες και μπορούν να συγκεράσουν πράγματα. Πρέπει να υπάρξει μπόλιασμα. Το καινούργιο πρέπει να φέρνει ίχνη του παλιού. Δεν μπορείς να πριονίζεις τη ρίζα και να περιμένεις το δέντρο να βγάλει καρπούς.

Οι επόμενοι δικοί σου καρποί; Οι φιλοδοξίες σου;
Να μπορέσω να μείνω στη μουσική αλλά να υπάρχει λόγος, να έχω κάτι να πω, κάτι το οποίο με αφορά. Να μπορέσω να πειραματιστώ, να μάθω, να εκφράσω τις αγωνίες των δημιουργών.

Είδηση δεν θα βγάλουμε δηλαδή;
Ετοιμάζουμε ένα δίσκο μέσα στους επόμενους μήνες, σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Γιώργου Ανδρέου. Γνωρίζω και θαυμάζω τη δουλειά του, και τώρα πλέον ξέρω ότι είναι και ένας φοβερά ενδιαφέρων άνθρωπος. Σίγουρα κάποια τραγούδια θα είναι δικά του. Στόχος είναι να γίνει κάτι πολύ ουσιαστικό, κι ας αργήσει.

Σ’ ευχαριστώ πολύ και καλή συνέχεια.
Να ’σαι καλά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: