Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΟΛΙΒΑΡ ΣΤΟΝ ΣΑΜΑΝΟ: Η ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ ΣΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 
Από τον Μπολιβάρ στον Σαμάνο

Η Λατινική Αμερική στο ελληνικό έντεχνο τραγούδι





του Ηρακλή Οικονόμου
(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ, τεύχος 157, Δεκέμβριος 2008 και αφιερώνεται στα 50 χρόνια της Κουβανικής Επανάστασης, 1959-2009).


Στον δίσκο «Ο Σαμάνος», ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου συμπεριέλαβε δύο τραγούδια αφιερωμένα σε επαναστατικές φιγούρες της Λατινικής Αμερικής: τον Τσε Γκεβάρα και τον Φορτίνο Σαμάνο. Είναι όμως αυτή η πρώτη φορά που το ελληνικό τραγούδι αναφέρεται στην επαναστατική μυθολογία της Λατ. Αμερικής; Ποια είναι και πώς ερμηνεύεται η σχέση του ελληνικού τραγουδιού με τη συγκεκριμένη περιοχή και τους ήρωές της;

Το σημείωμα αυτό δίνει κάποιες ατελείς και προσωρινές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Για λόγους συνοχής και οικονομίας του χώρου, δεν εξετάζει την επιρροή που είχαν τα Λάτιν τραγούδια στο καθ’ όλα σεβαστό ελαφρό τραγούδι των δεκαετιών του ’40 και ’50, με μάμπο και ρούμπες του στυλ «Αϊ μορένα» και «Μαρία μπονίτα». Αντίθετα, επικεντρώνεται σε εκείνο το είδος τραγουδιού που συμβατικά αποκαλείται «έντεχνο», συνδυάζοντας νεότερες και πιο σύνθετες μουσικές μορφές με έναν ποιητικό και πλήρη νοημάτων στίχο. Συνεπώς, δεν ενδιαφέρει την ανάλυση η γεωγραφική αναφορά στην Λατ. Αμερική ως έναν εξωτικό προορισμό, ούτε η μορφολογική επιρροή των Λάτιν τραγουδιών στα Ελληνικά τραγούδια, αλλά η ιστορική και πολιτική αναφορά στην περιοχή ως έναν τόπο αντίστασης και ελευθερίας. Χρονολογικά, η περιδιάβαση αρχίζει από το 1945 και τον Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου και του Μάνου Χατζιδάκι, για να καταλήξει στις μέρες μας και στον «Σαμάνο». Η πρώτη στάση όμως αφορά τα λαϊκά λατινοαμερικάνικα τραγούδια που ερμήνευσαν Έλληνες τραγουδιστές.

ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ
Τέτοια παραδείγματα βρίσκουμε καταρχήν στη Μαρία Φαραντούρη και στον δίσκο της «Τραγούδια διαμαρτυρίας από όλο τον κόσμο» το 1977. Εκεί, ερμήνευσε πέντε Λατινοαμερικάνικα τραγούδια, δύο του Βίκτορ Χάρα, ένα της Βιολέτα Πάρα, ένα απόσπασμα από τη Misa Criolla του Άριελ Ραμίρεζ, και το τραγούδι-ύμνο «Hasta Siempre» που έγραψε ο Κουβανός συνθέτης Κάρλος Πουέμπλα για τον Τσε Γκεβάρα. Με τον συγκεκριμένο δίσκο, η Φαραντούρη συστήνει στο ελληνικό κοινό το nueva cancion (νέο τραγούδι). 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δουλειά του Γιώργου Νταλάρα πάνω στη Λάτιν μουσική. Η εμπλοκή του αρχίζει το 1987 με τον διπλό δίσκο “Latin”, ο οποίος περιείχε επανεκτελέσεις παλιών ελληνικών ελαφρών τραγουδιών αλλά και γνωστών λαϊκών τραγουδιών από την Ιβηρική Χερσόνησο και τη Λατ. Αμερική. Στον δίσκο, ο οποίος έγινε ανάρπαστος, συμμετείχε και ο παγκόσμιας κλάσης κιθαρίστας Αλ ντι Μέολα. Δύο χρόνια αργότερα, το 1989, ο Νταλάρας επιστρέφει ως σολίστ στο έργο εκκλησιαστικής μουσικής Misa Criolla του Αργεντίνου συνθέτη Άριελ Ραμίρεζ, υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Ξαρχάκου. Τέλος, το 2000 ο Νταλάρας συμμετείχε μαζί με άλλους καλλιτέχνες στο δίσκο «Χωρίς Σύνορα» του συγκροτήματος Απουριμάκ, όπου και τραγούδησε το “Hasta Siempre”. Στον ίδιο δίσκο, το ίδιο τραγούδι ερμηνεύτηκε και στα ελληνικά από μια ομάδα γνωστών καλλιτεχνών, σε μετάφραση Δέσποινας Φορτσερά. Οι Απουριμάκ είχαν από το 1997 εκδώσει τη «Μάνα Γη» μελοποιώντας Ινδιάνικα ποιήματα με την παραδοσιακή μουσική των Άνδεων, με τη συμμετοχή των Χάρη Κατσιμίχα, Παντελή Θαλλασινού και Δάφνης Πανουργιά.

Το κίνημα του nueva cancion, που απλώθηκε σε όλη τη Νότια Αμερική από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, χαρακτηρίστηκε από τον βαθιά πολιτικοποιημένο στίχο και τις λαϊκές αλλά καινοτόμες – με στοιχεία ροκ - μουσικές φόρμες, και είχε ως κύριους εκπροσώπους του τον Βίκτορ Χάρα, την Βιολέτα Πάρα, την κόρη της Ισαμπέλα, τη Μερσέντες Σόσα, τον Αταχουάλπα Γουαπάνκι, τον Σίλβιο Ροντρίγκες και τα συγκροτήματα Ίντι-Ιλλιμάνι και Κιλαπαγιούν. Η Φαραντούρη επέστρεψε στο συγκεκριμένο είδος τραγουδιού το 1990 στον δίσκο «17 Τραγούδια», όπου ερμήνευσε το αντιπολεμικό “Solo le pido a dios” του Αργεντίνου Λέον Γκίκο, πρωτοτραγουδισμένο από τη Μερσέντες Σόσα.

Και η Δήμητρα Γαλάνη, τραγούδησε ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα του nueva cancion στο δίσκο «Ατέλειωτος Δρόμος» το 1983. Πρόκειται φυσικά για το τραγούδι “Yo tengo tantos hermanos” του Aταχουάλπα Γουαπάνκι, στο οποίο η ελευθερία υμνείται ως αδερφή του συνθέτη. Αλλά και η Αλίκη Καγιαλόγλου ερμήνευσε τραγούδια από τη Λατ. Αμερική στον δίσκο «Τραγούδια από την Ισπανία και την Λατινική Αμερική» που εξέδωσε ο «Σείριος» το 1986. Εκεί, πλάι σε παραδοσιακά τραγούδια της Ισπανίας, η γνωστή τραγουδίστρια παρουσίασε μερικά από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα του nueva cancion με την κιθάρα του Κώστα Γρηγορέα, σε διασκευή Νίκου Κυπουργού.

ΟΙ ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΦΛΕΒΕΣ ΤΗΣ ΛΑΤ. ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Συμβατικά, μπορούμε να ορίσουμε το έργο «Μπολιβάρ» που ο Μάνος Χατζιδάκις άρχισε να γράφει το 1945 – αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ - ως την πρώτη συνάντηση έντεχνου τραγουδιού και Λατ. Αμερικής. Το ομώνυμο ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου αφιερωμένο στον Σιμόν Μπολιβάρ, τον «Ελευθερωτή», είχε εκδοθεί το 1944. Ο Μπολιβάρ ηγήθηκε του αγώνα της ανεξαρτησίας έξι κρατών της Λατ. Αμερικής, και έθεσε πρώτος επιτακτικά το ζήτημα της ενότητας όλης της περιοχής απέναντι στον κατακτητή. «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας» αναφωνεί ο ποιητής, μέσα σε μια περίοδο μετάβασης από τη Γερμανική Κατοχή στην Απελευθέρωση και τους Αγγλο-Αμερικανούς. Ο Χατζιδάκις τελικά ηχογράφησε το 1983 σε 45άρι ένα απόσπασμα του έργου με τη φωνή του Βασίλη Λέκκα, ενώ το 1999 στο δίσκο «Μάνος Χατζιδάκις - 2000 Μ.Χ.» βρίσκουμε μια σπανια εκτέλεση του ίδιου αποσπάσματος με τη φωνή του συνθέτη


 
 
Το ποίημα του Εγγονόπουλου ευτύχησε να συναντήσει και τον Νίκο Μαμαγκάκη. Ο δίσκος «Μπολιβάρ: Ένα ελληνικό ποίημα» κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1968 με τη μορφή λαϊκής καντάτας, σε ερμηνεία Γιώργου Ζωγράφου. Ο ίδιος ο Μαμαγκάκης θυμάται: «Τότε ο Εγγονόπουλος είπε ότι την ίδια επενέργεια που είχε ο Μπολιβάρ στην κατοχή, την ίδια έχει κι ο Μπολιβάρ του Μαμαγκάκη τώρα». [1] Ο δίσκος επανεκδόθηκε πρόσφατα από τον ίδιο τον συνθέτη σε ερμηνεία Τάση Χριστογιαννόπουλου. Ο Αργύρης Κουνάδης είναι ο τρίτος συνθέτης που συνδέθηκε με το «Μπολιβάρ», επενδύοντας μουσικά τον δίσκο «Ο Εγγονόπουλος διαβάζει Εγγονόπουλο».

 
 
Το 1971, κατά τη διάρκεια της Χούντας, κυκλοφορεί ο δίσκος «Εμιλιάνο Ζαπάτα», σε μουσική Γιάννη Γλέζου και ποίηση Πάμπλο Νερούντα, την οποία απέδωσε στα ελληνικά ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ερμηνευτής του δίσκου ήταν ο ιδιαίτερα δημοφιλής τότε Γιάννης Πουλόπουλος. Οι μελωδίες και η απόδοση των στίχων είναι εξαιρετικές, και σίγουρα όχι αντάξιες της λήθης που σκεπάζει αυτή τη δουλειά σήμερα: Μην περιμένεις λασπωμένε χωρικέ / μερίδιο τ΄ουρανού, γονατιστός αν μείνεις / Σήκω και τρέξε, τρέξε καβαλάρη / μαζί με τον Ζαπάτα, τον αρχηγό μαζί. Ο Ζαπάτα υπήρξε ηγέτης της αγροτικής επανάστασης που ξέσπασε στο Μεξικό το 1910, δολοφονήθηκε από τους ολιγάρχες το 1919, αλλά βρήκε άξιους συνεχιστές στους γνωστούς Ζαπατίστας, το κίνημα για τα δικαιώματα των ιθαγενών του Μεξικού. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λογοκρισία της χούντας είχε απορρίψει αρχικά τα τραγούδια του δίσκου, και τα επέτρεψε μόνο επειδή φοβήθηκε τη διεθνή κατακραυγή που θα προκαλούσε μια απαγόρευση του έργου του Νερούντα, τότε Πρέσβη της Χιλής στη Γαλλία και υποψήφιου για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.


Η κορυφαία συνάντηση ελληνικού τραγουδιού και Λατ. Αμερικής είναι αναμφισβήτητα το Κάντο Χενεράλ (Canto General - Γενικό Άσμα) του Μίκη Θεοδωράκη, σε ποίηση του Χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Το έργο γράφτηκε το 1972 πάνω στο αυθεντικό κείμενο στα Ισπανικά, όταν ο συνθέτης βρισκόταν εξόριστος στη Γαλλία,. Αυτό δεν εμπόδισε το ελληνικό κοινό να το αγκαλιάσει, καθώς συνάντησε τα δικά του δεινά στην εξιστόρηση των παθών της Αμερικάνικης ηπείρου. Όπως λέει ο ίδιος ο Θεοδωράκης, «το "Κάντο Χενεράλ" γράφτηκε για να παιχτεί στην ελεύθερη Χιλή για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Τελικά παίχτηκε στην ελεύθερη Ελλάδα για την απελευθέρωση της Χιλής».[2] Το έργο κυκλοφόρησε αρχικά το 1975 με την ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη και του Πέτρου Πανδή, και την αφήγηση του Μάνου Κατράκη· ευτύχησε δε να παρουσιαστεί σε όλο τον κόσμο αλλά και να γνωρίσει ποικίλες επανεκτελέσεις.

Δύο σχετικά άγνωστες πτυχές του έργου είναι ότι το βιβλίο με την ποίηση του Νερούντα το έδωσε ο ίδιος ο Σαλβαντόρ Αλιέντε στον Θεοδωράκη, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Χιλή, και ότι στη συναυλία που έδωσε ο Θεοδωράκης με το Κάντο Χενεράλ στην Αβάνα το 1981, ο Φιντέλ Κάστρο του είπε το περίφημο: «Είναι ευκολότερο να είσαι επαναστάστης, παρά συνθέτης όπως εσύ».[3] Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Θεοδωράκης παρέμεινε στη θεματολογία της Λατ. Αμερικής μέσα από τη μουσική που έγραψε για την γυρισμένη το 1973 ταινία «Κατάσταση Πολιορκίας» του Κώστα Γαβρά, η οποία εξιστορεί τη δράση της οργάνωσης αντάρτικου πόλης «Τουπαμάρος» στην Ουρουγουάη.


 
Αλλά και ο Χρήστος Λεοντής εμπνεύστηκε, σε μικρότερη κλίμακα, από το Κάντο Χενεράλ. Το 1975, στον δίσκο «Παραστάσεις», συμπεριέλαβε τρία τραγούδια από το έργο του Νερούντα («Οι νεκροί της πλατείας», «Μοραζάν», «Οι ελευθερωτές») σε μετάφραση Δανάης Στρατηγοπούλου και ερμηνεία των Νίκου Ξυλούρη, Τάνιας Τσανακλίδου και Γιώργου Μεράντζα αντίστοιχα. Τα συγκεκριμένα τραγούδια, όπως και το σύνολο του δίσκου, είναι εξαιρετικά δείγματα της τραγουδοποιίας του Λεοντή, τα οποία χάθηκαν αδικαιολόγητα μέσα στον μεταπολιτευτικό μουσικό πληθωρισμό.


Μετά την μεταπολίτευση, δημιουργήθηκε ένα ολόκληρο ρεύμα τραγουδιού που άντλησε την έμπνευσή του από ένα πρωτότυπο είδος «στιχουργικού διεθνισμού», μέσα στο οποίο κυρίαρχη θέση κατείχαν οι περιπέτειες της Λατ. Αμερικής. Το 1975 ο Βασίλης Δημητρίου εκδίδει το δίσκο «Δόξα και Θάνατος του Χοακίν Μουριέτα» που περιλαμβάνει τη μουσική και τα τραγούδια για το ομώνυμο θεατρικό έργο του Πάμπλο Νερούντα. Το έργο αναφερόταν στον Χοακίν Μουριέτα, έναν Χιλιανό τυχοδιώκτη που πήγε στην Καλιφόρνια γύρω στα 1850 για να βρει χρυσό, και έκανε επιθέσεις και ληστείες εναντίων των λευκών γκρίγκος πριν σκοτωθεί από τους σερίφηδες της Καλιφόρνια. Ο Μουριέτα, μεταξύ θρύλου και πραγματικότητας, έγινε σύμβολο αντίστασης εναντίον της οικονομικής και πολιτισμικής κυριαρχίας των ΗΠΑ. Οι τίτλοι των τραγουδιών είναι χαρακτηριστικοί: «Πρώτα απ’ όλους η Χιλή», «Ο μίστερ Τρούμαν», «Το τραγούδι του εργάτη», κ.α. Τους στίχους απέδωσε στα Ελληνικά ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, τα τραγούδια ερμήνευσαν η Αλέκα Αλιμπέρτη, ο Μάνος Μουντάκης και ο Νίκος Γεωργής, ενώ ο δίσκος περιείχε και πρόλογο της Ορτένσια Αλιέντε, συζύγου του Χιλιανού σοσιαλιστή ηγέτη.


Ο κύριος εκφραστής αυτού του στιχουργικού διεθνισμού υπήρξε αναμφισβήτητα ο Θάνος Μικρούτσικος. Ήδη από το πρώτο κύκλο τραγουδιών του το 1975, τα «Πολιτικά Τραγούδια», όπου μελοποιεί ποιήματα του Ανατολικογερμανού αντιφρονούντα Βολφ Μπίρμαν και του Τούρκου κομμουνιστή ποιητή Ναζίμ Χικμέτ συναντά κανείς μοτίβα που αντλούνται από την βίαιη ανατροπή της σοσιαλιστικής κυβέρνησης Αλιέντε. Η «μπαλάντα του οπερατέρ» σε στίχους Βολφ Μπίρμαν θυμίζει ότι: Στο Σαντιάγο, στης σφαγής τα χρόνια / πέσαν πολλοί, και πού να βρεις ονόματα.

Παρεμφερείς στιχουργικές αναφορές συναντάμε και το 1978 στον κύκλο τραγουδιών «Τραγούδια της Λευτεριάς» με τη Μαρία Δημητριάδη. Πέντε χρόνια μετά το αιματοκύλισμα του Πινοσέτ, ο Φώντας Λάδης υμνεί τη σιωπηλή αντίσταση των Χιλιανών εργατών: Στης Χιλής τα μεταλλεία που στενάζουν / οι εργάτες το χαλκό στον ήλιο βγάζουν / Μα για τ’ αύριο, κρυφά από τον επιστάτη / ξαναθάβουν το καλύτερο κομμάτι.


Το 1982 ο Μικρούτσικος εκδίδει τον δίσκο «Εμπάργκο» σε ποίηση Άλκη Αλκαίου, όπου βρίσκουμε τη "Γραμμαγραφία (Σαλβαντόρ ’80)". Το τραγούδι, όπως μαρτυρά και ο εντός παρένθεσης υπότιτλος, αναφέρεται στην καταστολή του μεγάλου αριστερού κινήματος στο Σαλβαντόρ από την κυβέρνηση της χώρας σε συνεργασία με τη CIA. Το 1980 δολοφονείται από παρακρατικούς ο προοδευτικός αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο. Την ίδια χρονιά, εξωντώνονται πάνω από 10.000 πολίτες: Που πας χλωμός καλέ μου Μιγκέλ; / Γέμισ’ ο τόπος κίτρινες τουλίπες / και στην Πλατεία Χόρχε ντ’ Αλβαράδο / περιπολούν δεινόσαυροι και γύπες

Σ’ αυτή την περίοδο, η μόνη περίπτωση επιτυχούς αντίστασης στην πολιτική των ΗΠΑ είναι η Κούβα. Όχι τυχαία, ο Νικόλας Άσιμος παίρνει τη λέξη Venceremos ("Θα νικήσουμε") από τα χείλη του πρωτεργάτη της Κουβανικής Επανάστασης Φιντέλ Κάστρο και την τοποθετεί ως τίτλο σε ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του. Το τραγούδησε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου το 1987 στον δίσκο «Χαιρετίσματα»: Μ’ ένα μου πήδο θα σε ξαναβρω / στο μαγγανοπήγαδο της λήθης μου περνώ / Venceremos, Venceremos.

Τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα είναι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και το τραγούδι του «Φορτίνο Σαμάνο». Ο Σαμάνο, υπολοχαγός του Εμιλιάνο Ζαπάτα, εκτελέσθηκε το 1917, και έγινε μύθος χάρις σε μια φωτογραφία του Agustin Victor-Casasola που τον δείχνει αγέρωχο να κοιτά το εκτελεστικό του απόσπασμα, με τα χέρια στις τσέπες. Ο Παπακωνσταντίνου τον βάζει να καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο και να σκέφτεται: Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ / σε παιδιά που ξεφαντώνουν / Ο καιρός θα χάνεται / ώσπου κάποιο απ’ αυτά / θα φωνάξει liberta! Και βέβαια, η αναφορά στον υπολοχαγό του Ζαπάτα δεν έχει μόνο ιστορική σημασία: «Θεωρώ ότι οι Ζαπατίστας κάνουν κάτι και με έναν πολύ ωραίο τρόπο και δίνουν κουράγιο και σε άλλους ανθρώπους λέγοντας τους ότι κάτι μπορεί να γίνει» είχε δηλώσει ήδη από το 2005 ο τραγουδοποιός.[4]

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ


Η εμβληματικότερη μορφή όλης αυτής της περιόδου είναι φυσικά ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα. Το ελληνικό τραγούδι στάθηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρο απέναντι στον ήρωα της Κουβανικής Επανάστασης, ο οποίος προσπάθησε να συνεχίσει την επανάσταση στο Κογκό προτού χαθεί για πάντα στη Βολιβία.

Δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμη ιστορικά αν ο Διονύσης Σαββόπουλος έγραψε την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» για τον Τσε. Δεν θα ήταν πάντως καθόλου παράλογο να υποθέσουμε κάτι τέτοιο, σε μια προσπάθεια παράκαμψης της λογοκρισίας της εποχής. «Περιβόλι του Τρελού», 1969: Πού πας παλληκάρι / ωραίο σαν μύθος / κι ολόισια προς τον θάνατο κολυμπάς.

Ο Μάνος Λοΐζος στα «Τραγούδια του Δρόμου» το 1974 απευθύνεται στον Γκεβάρα σε δεύτερο ενικό, στο πιο γνωστό ίσως τραγούδι για τον Αργεντίνο επαναστάτη: Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα / μια φωτογραφία σου απ' τα ξένα.


 
Την ίδια χρονιά, ο Θάνος Μικρούτσικος στα «Πολιτικά Τραγούδια» σκιαγραφεί μια μάλλον εξιδανικευμένη εκδοχή του Τσε με τη συνδρομή της Μαρίας Δημητριάδη: πως διάφανη ήταν πάντα η μορφή σου / κι έβλεπε μέσα σου κανείς / αγάπη, μίσος, μα ποτέ φόβο.

Μια άγνωστη σχετικά αναφορά στον Τσε είναι αυτή του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος το 1975 έγραψε το τραγούδι «Μπαλάντα για τον Τσε» για τις ανάγκες της Ιταλικής ταινίας “Faccia de spia”, αφιερωμένης στην πολιτική ιστορία των επεμβάσεων της CIA στην Λατ. Αμερική.

 



Ο Μάνος Ελευθερίου το 1977 ζωγραφίζει τον δικό του Γκεβάρα στα «Τροπάρια για Φονιάδες» του Μικρούτσικου, πάντα με τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη. Επιδέξια, τον συνδέει με μια άλλη φιγούρα της επαναστατικής παράδοσης, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, στο ομώνυο τραγούδι: Μπλουζάκι χίπικο και παντελόνι τζιν / και στη καρδιά ζωγραφισμένος ο Γκεβάρα.
Το 1978, τη σκυτάλη παραλαμβάνει ο Φώντας Λάδης στα «Τραγούδια της Λευτεριάς» του Μικρούτσικου: Από την κορφή του Κιλιμάντζαρο σε κράζω / Τσε, ξεχασμένε στα βουνά της Βολιβίας.
Αλλά και ο Νίκος Γκάτσος εμπνέεται από τον Τσε, σε μουσική Δήμου Μούτση και ερμηνεία Μανώλη Μητσιά από τον δίσκο «Δρομολόγιο» του 1979: Σαν τον Τσε Γκεβάρα με μια κιθάρα / βάσανα του κόσμου τώρα τραγουδώ / σαν τον Τσε Γκεβάρα μες στην αντάρα / όλα θα τα κάψω κι ας καώ κι εγώ.
Το 1982, ο Θεοδωράκης συνθέτει τη «Λειτουργία Νο. 2» για χορωδία, σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη, από όπου και το τραγούδι «Ο Άγιος Τσε»: άγια είναι η λευτεριά / κι ο καημός του κόσμου / σημαία πλατιά / τη σκιά χαιρετά του Τσε Γκεβάρα.

Τη δεκαετία του ’90, την αρχή κάνει ο Άλκης Αλκαίος, με τη μουσική του Σταμάτη Μεσημέρη και τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου στο τραγούδι «Πόρτο Ρίκο»: Τα χρόνια έχουν περάσει / δε θυμάμαι πια / Ερνέστο τον ελέγανε η Νίκο;

Το 1998, ο Μανώλης Ρασούλης γράφει και δεν εξηγεί, με τη μουσική του Χάρη Παπαδόπουλου στο τραγούδι «Ο μέσα μου Γκεβάρα», από τον δίσκο «Το τρένο φτάνει τελικά στην Κατερίνη»: Ύαινες σκέψεις κομματιάζουνε το νου / μα ο μέσα μου Γκεβάρα τις κάνει τ' αλατιού.
 
Τέσσερα χρόνια μετά, ο Γρηγόρης Ψαριανός εκδίδει την συλλογή «Ένα τραγούδι για τον Che», τιμώντας τα 35χρονα από τον θάνατο του αντάρτη που θέλησε να αλλάξει τον κόσμο. Στον δίσκο, ο οποίος περιλαμβάνει τραγούδια από 10 χώρες, ο Σωκράτης Μάλαμας τραγουδά σε επανεκτέλεση τον «Τσε» του Λοΐζου.

Σε στίχους Χρήστου Καρκαμπούλια και μουσική Γιάννη Ζουγανέλη, κυκλοφορεί το 2003 το τραγούδι «Τσε θα πεθάνεις ξανά», με τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου: Τσε θα πεθάνεις ξανά σ’ ένα πάρτυ με φλώρους / Τσε θα πεθάνεις ξανά σ’ ένα δρόμο μ’ εμπόρους.

Από την έλξη της μορφής του Γκεβάρα δεν ξέφυγε ούτε ο Νίκος Καββαδίας. Το 2004, ο Βασίλης Λέκκας τραγούδησε το ποίημα ‘Che Guevara’ από τη συλλογή «Τραβέρσο», μελοποιημένο από τον Χάρη Παπαδόπουλο. Το ποίημα παραπέμπει στο κομμένο από τους δολοφόνους του χέρι του Τσε, που στάλθηκε ως πειστήριο θανάτου στην τότε κυβέρνηση των ΗΠΑ: Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα / βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια. / Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα / κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

Και φτάνουμε εν έτει 2008 στο μοιρολόι του Θανάση Παπακωνσταντίνου για τον αντάρτη, με τη φωνή του Διονύση Σαββόπουλου: Τώρα χάσκουν αδειανά τα πολυβολεία / τα κοιτώ κι αναρριγώ που μια μέρα είδα / τον αντάρτη τον Ραμόν στ’ ουρανού την άκρη.



ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ

Που αποδίδεται αυτός ο στενός εναγκαλισμός του ελληνικού τραγουδιού με την ιστορία και τη μυθολογία της Λατ. Αμερικής; Δύο, κυρίως, παράγοντες συνετέλσαν στο γεγονός αυτό: α) Η διαχρονική λάμψη της επαναστατικής παράδοσης της συγκεκριμένης περιοχής, και β) Οι ριζοσπαστικοποιημένες κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες που επικράτησαν στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μετά. Η ιστορία της Λατ. Αμερικής, η βγαλμένη μέσα από αιώνες αίματος μυθολογία της, ενέπνευσαν τόσο τη συλλογική πολιτική συνείδηση, όσο και τους καλλιτέχνες ως ευαίσθητους δέκτες και εκφραστές αυτής της συνείδησης. Γι’ αυτό και η φιγούρα του Τσε ή το αιματοκύλισμα της Χιλής το ’73 συναντώνται ως ενσωματωμένα μοτίβα – σε περιορισμένη κλίμακα - και σε άλλες εθνικές / λαϊκές μουσικές σχολές.

Αυτό που αλλάζει στην ελληνική περίπτωση είναι το εύρος αυτής της ενσωμάτωσης, και η λαϊκή της απήχηση. Αυτά ερμηνεύονται αν ληφθούν υπόψη οι ιστορικές συνθήκες και τα πολιτικά οράματα που εξέφρασε το ελληνικό τραγούδι από τη μεταπολίτευση και μετά. Τα μηνύματα της Κούβας και της Χιλής φάνταζαν αρκετά κοντά για μια ελληνική κοινωνία η οποία διεκδικούσε με θέρμη εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να υποτιμηθεί η επίδραση που είχε η ύπαρχη ενός οργανωμένου και ισχυρού αριστερού κινήματος στην Ελλάδα, το οποίο όχι μόνο ενέπνευσε αλλά και στέγασε κυριολεκτικά την πλειοψηφία των νέων Ελλήνων συνθετών, από τον Λοΐζο και τον Θεοδωράκη μέχρι τον Μικρούτσικο. Υπό αυτό το πρίσμα, η επιστροφή του Θανάση Παπακωνσταντίνου στον Φορτίνο Σαμάνο και τον Ραμόν μέσα σε μια περίοδο υποχώρησης της Αριστεράς φαντάζει θαρραλέα. Μπορεί να είναι κανείς επαναστάτης σήμερα; Ο Λαρισαίος τραγουδοποιός απαντά καταφατικά: «Είναι ο καθείς που μάχεται για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».[5]

Ταυτόχρονα, η χρήση μοτίβων δανεισμένων από τη Λατ. Αμερική δείχνει ότι το ελληνικό τραγούδι υπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει σαν ζωντανός οργανισμός, και σαν φακός που μεγενθύνει την πολιτική πραγματικότητα των καιρών του. Το ελληνικό τραγούδι είναι, με άλλα λόγια, ένα ανοιχτό και φιλόξενο είδος τέχνης. Ως πρώτη ύλη, δεν δίστασε να επεξεργαστεί πρόσωπα και γεγονότα από χώρες μακρινές, κάνοντας τολμηρά ανοίγματα σε νέα και πρωτότυπα στιχουργικά μοτίβα. Από τον «Μπολιβάρ» μέχρι τον «Σαμάνο», διαγράφεται με ασυνέχειες η τροχιά μιας τέχνης που κατάφερε να συνδυάσει τη λαϊκότητα με την πρωτοπορία. Ταυτόχρονα, γίνεται εμφανές ότι το ελληνικό τραγούδι επέβαλε τη δική του «παγκοσμιοποίηση» πολύ πριν έρθουν οι κατά παραγγελία συνεργασίες Ελλήνων ερμηνευτών/τριών με διάσημες φωνές του εξωτερικού. Πρόκειται για μια παγκοσμιοποίηση που δεν έμεινε στα ρηχά και στη φόρμα, αλλά πέρασε και στο περιεχόμενο, αγγίζοντας μια ευρύτατη ανθρωπογεωγραφικά θεματολογία. Πρόκειται δηλαδή για μια παγκοσμιοποίηση αυτόχθονη, χωρίς έκτακτες μετακλήσεις τραγουδιστών από το εξωτερικό προς αναζήτηση της «έθνικ» και εξωτικής επιτυχίας.

Συμπερασματικά, μια ματιά στο παρελθόν αλλά και στο παρόν επιβεβαιώνει τους παράλληλους βίους ελληνικού τραγουδιού και Λατ. Αμερικής. Και, όπως το ελληνικό τραγούδι συνεχίζει το αντιφατικό ταξίδι του, έτσι προχωρά κι η Λατ. Αμερική, με τους πόθους των λαών και των κινημάτων της να εμπνέουν ξανά τα καινούργια τραγούδια.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Συνέντευξη του Νίκου Μαμαγκάκη στο ηλ. περιοδικό Musicale, Ιούλιος 2007.
[2] Αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη, περιοδικό Ως3, Αύγουστος 2001.
[3] Δημήτρης Γκιώνης, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 30 Ιουλίου 2007.
[4] Συνέντευξη του Θ. Παπακωνσταντίνου στον Κωνσταντίνο Τσάβαλο και την Χριστιάννα Φινέ, ηλ. περιοδικό Avopolis, 29 Ιουνίου 2005.
[5] Συνέντευξη του Θ. Παπακωνσταντίνου στον Σπύρο Αραβανή, περιοδικό Δίφωνο, Ιούλιος – Αύγουστος 2008.

5 σχόλια:

ένας στρατολάτης είπε...

Πολύ όμορφο. Ελπίζω στα 100 χρόνια της Κουβανικής επανάστασης να έχουν γραφτεί νέα, εφάμιλλα έργα για να τα περιλάβεις στο σχετικό αφιέρωμα.

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

!!!

Μουσικά Προάστια είπε...

χμμ... ακόμα κι αν υπάρχουμε εμείς σε 50 χρόνια (μια όχι και τόσο δεδομένη υπόθεση εργασίας), δεν είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχει Κουβανική επανάσταση! Αλλά θα 'χουμε κι άλλες χώρες και λαούς να τραγουδάμε. ;)

Χρήστος Μιχαήλ είπε...

Πολύ ωραίο το άρθρο, το είχα διαβάσει τότε και μου είχε αρέσει.

Πάντως δια στόματος Οδυσσέα Ιωάννου κάποια στιγμή έχω ακούσει πως το τραγούδι "Ωδή στον Γ.Κ" είχε αρχικά τον τίτλο "Ωδή στον Τσέ Γκεβάρα" αλλά το άλλαξε τελευταία στιγμή και πριν φτάσει στη λογοκρισία γιατί ήταν δεδομένο ότι θα κοβόταν.

Καλησπέρα.

Μουσικά Προάστια είπε...

Σε ευχαριστώ Χρήστο. Πράγματι, η εκδοχή που αναφέρεις είναι και η πιο πιθανή.