Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ: ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ "ΤΙΓΡΕΙΣ"

Σωτήρης Κακίσης
Τίγρεις
εκδόσεις Ερατώ, σ. 41, 6,27 ευρώ

Οι τίγρεις του Σωτήρη Κακίση είναι η τρυφερότητα η χαμένη και πάντοτε αναδυομένη. Το αιλουροειδές είναι η ψυχή με τις ραβδώσεις της, που θέλει να ξεσχίσει τον ελέφαντα εαυτό: «Εναν ελέφαντα γλυκό σαν κι εμένα τον φοβούνται». Πεζόμορφα ποιήματα παραληρηματικά, σαν σκιές που ζωή ζητούν για να κινηθούν αυτά τα φαντάσματα, οι σκέψεις.

Τα λόγια δεν είναι αρκετά, είναι όμως υπεραρκετές οι εικόνες, όταν εννοούν τον κόσμο ως οντολογικά κοσμήματα στο νόημα της ζωής. Ο ποιητής καθηλώνει τη σκέψη όχι όταν παραμένει μια καθαρή αφαίρεση στον θόλο του εγκεφάλου, αλλά όταν γίνεται οπτική πραγματικότητα, όταν εκβάλλει ως πράξη, παραδομένη στην προστασία της φυσιοκρατίας. Εκεί βρίσκεται το ελάχιστο καταφύγιο του κουρασμένου ανθρώπου που είδε και έπαθε και γνώρισε. Και ο ποιητής είναι η υπέρβαση του βλέπειν, του πάσχειν και του γνωρίζειν.

Μαρία Κούρση
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠίΑ, Βιβλιοθήκη,
Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

-----


των τίγρεων η γενική είναι δόντια πολύ άγρια στων ελαφιών την αλαφράδα συνέχεια από δίπλα, μιά τίγρη από μόνη της μπορεί κοπάδια ήσυχων κι ανήσυχων ποδιών να στείλει χιλιόμετρα πιο πέρα, και σ’ άλλα ξέφωτα, και σ’ άλλα ποτάμια πιο δροσερά, και σ’ άλλη γη της Γης διψασμένα. τρέχει η τίγρη προς όλα τα μέρη σαν βροχή οριζόντια, να δει, να προλάβει, τα πόδια της κάθετα σαν σύννεφα τα περνάει ο αέρας, η ορμή της αόρατα, αέρας διπλός δηλαδή, γίνεται πάλι μιάς ψυχής, μιάς ζωής, ενός ζώου οι κινήσεις, ο διάολος. κι ύστερα κόκκινο πολύ, αέρας βαμμένος, νερό γεμάτο χτεσινό χρόνο, πάλι όμως της Γης τ’ άγια χώματα, την πάντα ακίνητη, απόλυτη αισιοδοξία.
-----


ο ελληνικός λαός δεν μ’ αρέσει. δεν μ’ αρέσει για λαός ο λαός μου, τον θέλω έναν-έναν τον Έλληνα, να μπορώ να τον σφάξω σαν κοτόπουλο εκείνον τον Έλληνα που μες στους λαούς κρύβεται σαν λαός κι αυτός, σαν ένας ακόμα. ύστερα, τα μάτια μας δύο-δύο των ηφαιστείων το κόκκινο άμα θέλουν ας παίρνουν, τότε να μπορώ να ξαναλέω καλύτερα για τους Έλληνες λόγια, σ’ του γυαλού τα βοτσαλάκια να ξανακαθόμαστε δυό-δυό, είπαμε, καβουράκια. ηφαίστεια, μάτια, θεοί, λαοί ολόκληροι δυό άνθρωποι, τέσσερα μάτια. μ’ αρέσει των λαών τα μάτια να μην είναι δεκατέσσερα, τέσσερα μόνο νά ‘ναι, και καλά.
-----


την κυνήγησα πολύ την Κίνα, προς την ανατολή με μιά παλιό-ντακότα μιά ζωή ταξιδεύοντας. κι η Κίνα η πιο σιωπηλή γυναίκα στη Γη απ’ όλες, ποτέ δεν στάθηκε, ποτέ δεν με περίμενε λίγο. από των Ινδιών τις πάντα γκρι, τις πάντα αργές τίγρεις, είπα να μπω στ’ ουρανού το Πεκίνο, να πάρω όλο το στρατό μαζί μου, για τις δικές μου τις πληγές αδιαφορώντας πάλι, τις δικές μου τις ζωές μία-μία χαραμίζοντας. η Κίνα όμως όλο φεύγει, όλο μου ξεφεύγει σαν θεός, σαν ελάφι. η Κίνα πάει όλο και πιο πέρα, από την Ινδία σαν πλοίο ξεκολλάει, σαν τριήρης κίτρινη, χλωμή, σαν ήπειρος άσπρη, σαν κόσμος σκληρός, πολύ σκληρός, άφιλος. σαν γυναίκα αρχαία άφυλη, σαν τίγρης πάντα βαμμένη, χωρίς λόγο πάντα γρήγορη.
-----

Σωτήρης Κακίσης, Τίγρεις, Αθήνα, Εκδόσεις Ερατώ, 2007, σελ. 14, 25, 29.

Δεν υπάρχουν σχόλια: