Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΕΟΝΤΗ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΒΑΚΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΟΝΤΗΣ:

"ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΖΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΣΟΥ ΜΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΟΥ"


του Αλέξη Βάκη
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ, τ. 155, Οκτώβριος 2008).

Μουσική του Χρήστου Λεοντή πρωτοάκουσα τα Χριστούγεννα του ’74. Ήταν ο δίσκος Αχ Έρωτα, με εξαιρετικές μελοποιήσεις ποιημάτων του Λόρκα, ένας δίσκος στον οποίο ποτέ δεν έπαψα να επανέρχομαι. Όμως, παρά την αγάπη και την εκτίμηση στο σύνολο του έργου του -το οποίο ανακάλυπτα σταδιακά- χρειάστηκε να περάσουν τριάντα χρόνια ώσπου να τον γνωρίσω από κοντά. Αυτό έγινε το καλοκαίρι του 2004, όταν και του πήρα για πρώτη φορά συνέντευξη για το ΔΙΦΩΝΟ. Από τότε, είχα πολλές φορές τη χαρά να τον συναντήσω, για να γίνω κοινωνός των εμπειριών και των συμπερασμάτων που αποκόμισε αυτά τα πενήντα σχεδόν χρόνια που βρίσκεται ενεργός στην ελληνική μουσική υπόθεση. Η συζήτηση που θα διαβάσετε παρακάτω έγινε πριν μερικές μέρες στο φιλόξενο (για όλους, ανθρώπους και κατοικίδια ζώα) σπίτι του στην Παιανία. Μιλήσαμε αρκετά εκείνο το σούρουπο, μόνο που –αναγκαστικά- ένα μικρό μόνον τμήμα της συνομιλίας μας μπόρεσε να χωρέσει τελικά στο τελικό κείμενο:
- Κύριε Λεοντή, πως ήταν –από μουσικής πλευράς- τα παιδικά σας χρόνια στο Ηράκλειο της Κρήτης;

- Από έξι- εφτά χρονών έψελνα στην εκκλησία της γειτονιάς μου. Ο βυζαντινός ήχος με έθελγε και με γοήτευε. Και εξακολουθεί να με γοητεύει, απόδειξη το ότι σε όλο μου σχεδόν το έργο ενυπάρχει αυτό το στοιχείο. Όταν πήγα έντεκα χρονών στο Γυμνάσιο, άκουσα για πρώτη φορά πιάνο, από τον καθηγητή μου της μουσικής τον Γεώργιο Χουρμούζιο, έναν αρκετά φωτισμένο άνθρωπο και μουσικό, ο οποίος μισούσε βέβαια το λαϊκό τραγούδι. Ήταν της ίδιας περιόδου και συμμαθητές με τον Μητρόπουλο, νομίζω και με τον Σκλάβο, της σχολής των αρχών του 20ου αιώνα. Ο ανιψιός του, ο γιος του αδελφού του, ήτανε ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, που διετέλεσε διευθυντής στην Καθημερινή και στο Εθνικό Θέατρο. Οι Χουρμούζιοι ήτανε Κύπριοι, με καταγωγή από τον Χουρμούζιο τον Χαρτοφύλακα, τον συνθέτη βυζαντινής μουσικής, μια οικογένεια διανοουμένων και μουσικών. Στην αρχή λοιπόν, μου μετέφερε όλο αυτό το οποίο πίστευε εκείνος. Και παπαγάλιζα κι εγώ, έλεγα ας πούμε ότι τα τραγούδια δεν λένε τίποτα, είναι ευτελείς φόρμες, είναι χασικλίδικα κλπ. Ήταν η νοοτροπία που είχαν εκείνη την εποχή οι «σοβαροί» μουσικοί. Κάπου όμως έπιανα τον εαυτό μου ψευδόμενο, διότι η «Συννεφιασμένη Κυριακή» π.χ. μ’ άρεσε. Δεν ήξερα και πολλά τραγούδια γιατί δεν είχαμε ραδιόφωνο ακόμα. Μέχρι τότε, αυτό που άκουγα ήτανε η εκκλησία που έψελνα και –αν τύχαινε- κανένα πανηγύρι με κρητική μουσική. Στο πανηγύρι, ο σολίστας ήτανε συνήθως λυράρης. Αν δεν ήτανε λυράρης και ήτανε βιολιστής, κάπου- κάπου έπαιζε και κανένα ταγκό, ευρωπαϊκό το λέγανε εκείνη την εποχή. Λεγότανε και «κολλητός», επειδή ο άντρας αγκάλιαζε τη γυναίκα καθώς χορεύανε. Αυτές τις μουσικές εμπειρίες είχα, δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Από τα χρόνια του Γυμνασίου όμως, άρχισα να υποψιάζομαι –ή να φαντάζομαι αν θέλεις- κι άλλους ήχους, που με γοητεύανε. Θυμάμαι μια- δυο κοπέλες που ήτανε στην Ανωτέρα του πιάνου και παίζανε κομμάτια κλασικών συνθετών, σονάτες κλπ. Αλλά και άλλα όργανα, βιολί, κλασική κιθάρα, ήτανε τότε μαθητής ο μετέπειτα καταπληκτικός κιθαριστής, ο Νίκος ο Φρουδαράκης. Άκουγα λοιπόν αυτούς τους ήχους και ανακάλυπτα σιγά- σιγά ένα δρόμο μαγικό.


- Τότε ήταν που άρχισαν να σας πρωτομπαίνουν οι ιδέες για να φτιάξετε τις δικές σας μελωδίες;

- Είχα ένα φίλο, το Μανώλη (πέθανε πριν μερικά χρόνια ο καημένος), όπως και κάτι άλλα παιδιά που πηγαίναμε μαζί στο ψαλτήρι. Εμένα δεν μου άρεσε να λέω πάντα την ίδια φωνή. Όπου ήταν πλάγιος τέταρτος, δηλαδή κάποιος ήχος που να σηκώνει κι άλλες φωνές (το εννοώ με τον ευρωπαϊκό τρόπο), έλεγα στο Μανώλη κρυφά: «σ’ αυτό το τροπάριο θα κάνεις αυτή τη φωνή» και του έδινα μια άλλη μελωδική γραμμή, ενώ ο ίδιος τραγουδούσα μια τρίτη φωνή. Επίσης στην πρωινή προσευχή του σχολείου, που λέγαμε «σε Σένα, Πλάστη και Θεέ». Μ’ άρεσε να κάνω άλλες φωνές που τις τραγουδούσαμε μαζί με το Μανώλη, μιας και ήμασταν δίπλα- δίπλα, στην ίδια γραμμή. Αυτές ήταν οι πρώτες απόπειρες. Θυμάμαι όμως και τη χειροτονία του Μητροπολίτη Κρήτης, του Ευγένιου. Τότε ήταν που έγραψα κάποια πράγματα. Άλλαξα δηλαδή κάποιους εκκλησιαστικούς ύμνους και τους έκανα για τρεις φωνές, με την επιθυμία του μαέστρου -του Χουρμούζιου- να τα διδάξει στη χορωδία. Εμπειρικά βέβαια τα έγραψα, δεν ήξερα τίποτα από αρμονία κλπ.


- Εκείνος δηλαδή σας παρακίνησε να γράψετε;

- Όχι, αφού τα έγραψα του το είπα. Και τον ρώτησα αν θα μπορούσαμε να τα κάνουμε κάτι, δεν ήξερα με ποιο τρόπο. Τα βλέπει και μου λέει «θα βρούμε τον τρόπο». Δεν θυμάμαι τελικά τι έγινε, νομίζω η χορωδία δεν πήγε στην χειροτονία, κάτι τέτοιο. Θυμάμαι επίσης στην Τρίτη Γυμνασίου που μας βάλανε μια έκθεση στο σχολείο και έγραψα ότι θέλω να γίνω συνθέτης. Χωρίς να ξέρω καλά- καλά τι σημαίνει, υπέθετα. Σκεφτόμουνα ότι θα μου άρεσε να φτιάχνω δικές μου μελωδίες και να μπορώ να τις ακούω τραγουδισμένες από άλλους ανθρώπους ή από διάφορα όργανα. Δεν είχα μια σαφή εικόνα, γιατί –στην ουσία- δεν είχα ακούσει μουσική μέχρι τότε.


- Αυτό σημαίνει όμως ότι πρέπει να ήταν πολύ ισχυρή η παρόρμηση.

- Έτσι φαίνεται. Αποκτήσαμε λοιπόν ραδιόφωνο το 1957, όταν ήμουνα δεκαεπτά χρονών. Θυμάμαι και τι πρωτοάκουσα: ένα κοντσέρτο του Κορέλι σε σι μπεμόλ για ορχήστρα εγχόρδων, με τον Αλέκο Κόντη και την Ορχήστρα Ποικίλης Μουσικής της Ραδιοφωνίας, θυμάμαι ακόμα την εκφώνηση. Κάθε Κυριακή γινότανε μια τέτοια συναυλία, περίμενα πως και πως την αναγγελία από το Ραδιοπρόγραμμα. Από κει και πέρα, δεν ήταν πια τίποτα ικανό να με σταματήσει. Στο διάστημα αυτό, άρχισα να μελετάω μαντολίνο, άρχισα δηλαδή να γνωρίζω και νότες. Μετά έκανα και βιολί, όποτε ερχόμουνα σε επαφή με το κλασικό ρεπερτόριο. Έπαιζα, ας πούμε, τους Ουγγρικούς Χορούς του Μπραμς στο μαντολίνο.


- Νομίζω πάντως ότι ένας συνθέτης, ακόμα κι αν δεν σκοπεύει να εξελιχτεί ως δεξιοτέχνης οργανοπαίκτης, πρέπει να περάσει από τη φάση του να παίξει ο ίδιος μουσική. Για να τη χαρεί και να τη νιώσει.

- Βέβαια. Ξέρεις, είναι μεγάλο βάσανο το να θες να παίξεις (με την έννοια του να παίζεις άνετα τουλάχιστον), και να μη μπορείς, όπως εγώ. Τότε όμως, την ώρα που παίζαμε τόπι στις αλάνες, ξέκλεβα καμμιά ώρα και πήγαινα -κρυφά, γιατί έπεφτε ξύλο από τον πατέρα μου- να μελετήσω μαντολίνο. Ήταν μεγάλη θυσία και μεγάλη παρόρμηση για να παρατήσεις το παιχνίδι, κι αυτό επί τρία χρόνια μάλιστα. Μάλιστα, σε μια γιορτή του θείου μου που μου είχε χαρίσει και το όργανο, πήρα κάποια στιγμή το μαντολίνο και άρχισα να παίζω. Έπαιζα πολύ ωραία τότε. Έμεινε κατάπληκτος ο πατέρας μου, γιατί όλο αυτό έγινε πολύ ξαφνικά.


- Κάποια στιγμή ήρθατε και στην Αθήνα πάντως.

- Ναι, για να δώσω όμως εξετάσεις στη Φυσικομαθηματική Σχολή. Έτσι έφυγα από την Κρήτη, δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να με αφήσει ο πατέρας μου να πάω στο Ωδείο. Αλλά μετά από λίγους μήνες γράφτηκα στο Ωδείο Αθηνών, όπου ξεκίνησα από το μηδέν.


- Θα έλεγα να παρακάμψουμε τα χρόνια των σπουδών σας, τα οποία μας έχετε άλλωστε γλαφυρότατα περιγράψει στην προηγούμενη συνέντευξή σας στο ΔΙΦΩΝΟ (σ.σ. τεύχος 108, Σεπτέμβριος 2004) και να πάμε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και στις πρώτες σας συνθέσεις.

- Πριν απ’ όλα, να σου πω ότι ήταν και η εποχή που καθόρισε τη γενικότερη στάση μου ως συνθέτη. Τη δεκαετία του ’60 ωριμάζαμε ως μουσικοί παράλληλα με την πολιτική μας ωρίμανση. Ήταν καθοριστικό και για το ότι επέλεξα τελικά να ασχοληθώ με το τραγούδι. Έβλεπα τη δική μου ανάγκη να εκφραστώ ως πολίτης, διαισθανόμουνα όμως και την ανάγκη του κόσμου να βρει ένα αποκούμπι μουσικής έκφρασης. Το τραγούδι είναι κυρίαρχο για τον ελληνικό λαό από αιώνες, είναι μέσο έκφρασης. Εμένα μου άρεσε να είμαι σε επικοινωνία με τον κόσμο, δεν φανταζόμουνα ποτέ τον εαυτό μου να γράφει σε ένα τραπέζι νότες, είδωλα και εικονίτσες πάνω στην παρτιτούρα και να ικανοποιούμαι εκεί. Ένιωθα την ανάγκη να μοιραστώ με τον κόσμο αυτό που έγραφα. Ακόμα και τώρα το έχω αυτό, είμαι δηλαδή έτοιμος να πετάξω πράγματα αν αισθανθώ ότι δεν σε επηρεάζουν. Γιατί έχω την πεποίθηση ότι το κοινό –στο σύνολό του- είναι πάντα αρκετά ώριμο να δεχτεί πράγματα, αρκεί να είναι αληθινά από μέρους σου, όσο προχωρημένα κι αν είναι. Εκτός από κάποιες εξαιρέσεις βέβαια, αλλά, εν πάση περιπτώσει, το είδος τραγουδιού που κάναμε δεν απαιτεί πολλές μουσικές εμπειρίες για να το παρακολουθήσεις.


- Ήσασταν από τους πρώτους που –στη δεκαετία του ’60- έκαναν συναυλίες. Πως ήταν τότε το κλίμα για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συνθέτη;

- Είχα γνωριστεί με τον Μίκη Θεοδωράκη όταν –μαζί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο- εργαστήκαμε ως αντιγραφείς στις παρτιτούρες της περίφημης συναυλίας του στο Θέατρο Κεντρικόν. Κάποια στιγμή με ρώτησε αν είχα γράψει τραγούδια. Και όταν του απάντησα καταφατικά, μου είπε «παίξτα μου». Του έπαιξα «Το Σπίτι Γέμισε Με Λύπη» και μερικά ακόμα που είχα. Μου λέει: «Θες να κάνουμε μαζί συναυλίες;» Εγώ έπεσα από τα σύννεφα βέβαια, γιατί ο Επιτάφιος ήτανε στο ζενίθ εκείνη την περίοδο. Έβαλα μπροστά λοιπόν για τις συναυλίες που θα κάναμε μαζί, αλλά του δώσανε παραγγελία από το Εθνικό Θέατρο να γράψει μουσική για τις Φοίνισσες και τον Αίαντα, οπότε μου πρότεινε να το αναβάλουμε. Εγώ όμως δεν κρατιόμουνα με τίποτα πια, είχα αποφασίσει να κάνω συναυλίες έστω και μόνος μου. Ο Μίκης με έστειλε τότε στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής, όπου γνώρισα τον Λοίζο, τον Σαββόπουλο, τον Λάδη, τον Ελευθερίου κ.α. Στις 12 Μαρτίου του 1963 κάναμε μαζί με τον Λοίζο την πρώτη μας συναυλία και το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου μας φώναξαν στο Θέατρο Παρκ να διευθύνουμε την ορχήστρα και τη χορωδία στη Μαγική Πόλη. Εκεί παρουσιαζόμασταν και σαν ιντερμέτζο ο Μάνος και εγώ, παίζοντας από δύο τραγούδια ο καθένας. Οι εφημερίδες χτύπησαν μεν στις κριτικές τους την παράσταση (κυρίως η Καθημερινή της Ελένης Βλάχου και Τα Νέα), έγραψαν όμως για μας «προσέξτε αυτούς τους νέους, θα τους βρούμε μπροστά μας».


- Πως άνοιξε τελικά για σας η πόρτα της δισκογραφίας;

- Ένα βράδυ ήρθε στο Θέατρο Παρκ ο γερο- Μάτσας μαζί με το γιο του το Μάκη, οι οποίοι –μιας και ο Χατζιδάκις με το Θεοδωράκη ανήκαν στην Κολούμπια- ενδιαφερόντουσαν να ηχογραφήσουν καινούργια πράγματα για την εταιρεία τους. Και μου πρότειναν να ενορχηστρώσω τραγούδια του Μίκη και του Μάνου σε δεύτερη εκτέλεση. Έκανα λοιπόν το «Στρώσε το Στρώμα σου» ορχηστρικό με φαγκότο, επίσης τον «Ταχυδρόμο», τη «Φαίδρα» κ.α. Κάποια στιγμή μου είπαν: «φέρε και κανένα δικό σου». Εγώ στην αρχή το είδα χαλαρά το πράγμα, όταν όμως επιμείνανε, τους πήγα το «Που να χωρέσει τ’ Όνειρο». Λίγο πιο πριν, με είχε φωνάξει ο Ορφανίδης από την RCA και είχα κάνει τέσσερα τραγούδια εκεί, μεταξύ των οποίων «Το Σπίτι Γέμισε Με Λύπη», που τραγούδησε η Έφη Παναγιώτου. Όλα αυτά που σου λέω είναι με διαφορά ενός- δύο μηνών το ένα από το άλλο. Ήταν τέτοια η χαρά της δημιουργίας, που δεν με πείραζε καθόλου που ξενυχτούσα για να τα προλάβω όλα. Γιατί παράλληλα πήγαινα στην Ραδιοφωνία και διηύθυνα την ορχήστρα.


- Εκεί είχατε …αυτοπροσληφθεί, όπως μου είχατε πει σε κάποια άλλη μας συζήτηση.

- Τους «υπέκλεψα» τη θέση αυτή. Με βάλανε να δώσω εξετάσεις -που δεν είχε δώσει κανείς ως τότε- και με επέλεξαν οι μουσικοί. Οι εξετάσεις ήταν να ενορχηστρώσω μερικά κομμάτια για την ορχήστρα που είχε εξήντα μέλη, έξι τρομπόνια θυμάμαι ότι ήτανε. Αλλά υπήρχε μεγάλη όρεξη από μέρους μου. Πάνω σ’ αυτή λοιπόν τη ροή των γεγονότων, ο Κώστας Βίρβος μου έδωσε –μέσω του Μάτσα- τέσσερα κομμάτια για να μελοποιήσω. Ανάμεσά τους ήταν και το «Μεσ’ στο Σκοτάδι Περπατώ», που για ένα διάστημα ήταν και το σήμα της διαφημιστικής εκπομπής της Οντεόν στο ραδιόφωνο. Και αμέσως μετά, μου έδωσε και το κείμενο της Καταχνιάς. Το πήρα δοκιμαστικά, αλλά σε τέσσερις- πέντε μέρες το είχα τελειώσει. Οπότε φώναξαν τον Καζαντζίδη με τη Μαρινέλλα -δεν τους είχα γνωρίσει μέχρι τότε- και πήγαμε να το κάνουμε πρόβα σ’ ένα δωματιάκι μ’ ένα πιάνο που ήταν μέσα στη στοά της Σταδίου 48. Από κει και πέρα, το πράγμα πήρε το δρόμο του. Αλλά θέλω να επιμείνω στην αύρα που σου δημιουργούσε ο περίγυρος. Δηλαδή ο κόσμος, όπως και οι πολιτικοκοινωνικές συγκυρίες που επικρατούσανε. Αυτό το τονίζω και το λέω συνέχεια, για τα νέα παιδιά: χάνουν που δεν ζούνε την αγωνία του κόσμου. Αν την ακολουθούσανε, θα κερδίζανε σαν δημιουργοί. Δεν με ενδιαφέρει να πάνε από δω η από κει, αλλά πρέπει να ζούνε τα γεγονότα. Και να ταυτίσουνε το έργο τους με τις ανάγκες των συνανθρώπων τους, δεν γίνεται αλλιώς.


- Αναφέρατε πιο πριν ότι σας γοήτευσε η λόγια παράδοση της ευρωπαϊκής μουσικής όσο ήσασταν σπουδαστής. Όταν αργότερα -ως συνθέτης- ασχοληθήκατε κυρίως με το τραγούδι, αισθανθήκατε ότι κάνατε έκπτωση στο αρχικό σας όραμα;

- Όχι, αντίθετα. Γιατί πιστεύω πως τράβηξα κι εγώ το μίτο του τραγουδιού ένα μέτρο παραπέρα. Έχω το γνώθι σαυτόν, ξέρω τι ακούγεται δίπλα, ξέρω τι κάνω και εγώ, βλέπω ότι κάτι έχω προσθέσει σ’ αυτό το οικοδόμημα. Μεταχειριζόμενος τα λόγια του Χατζιδάκι, για να γράψεις τραγούδια χρειάζεται –εκτός από ταλέντο- γνώση και τεχνική. Αν θέλεις βέβαια κάπως να το προχωρήσεις το πράγμα και όχι να μείνεις για πάντα στο σχήμα εισαγωγή- κουπλέ- ρεφραίν. Η δική μου γενιά ανδρώθηκε σε μια ατμόσφαιρα όπου κυριαρχούσε ο Χατζιδάκις κατ’ αρχήν και μετά ο Θεοδωράκης. Έπρεπε λοιπόν αυτά που θα κάναμε να έχουν την οντότητα να σταθούν. Έτσι επιζήσαμε σαν συνθέτες που τα τραγούδια τους έχουν απήχηση και σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι σταθμίσαμε σωστά τα πράγματα και βασίσαμε τη δημιουργικότητά μας σε στέρεο βάθρο.


- Σ’ αυτό που λέτε πρέπει να οφείλεται και η μεγάλη επιτυχία της συναυλίας σας στο Ηρώδειο, πριν τρία χρόνια. Που βασίστηκε στη δουλειά σας πάνω στον Αριστοφάνη κυρίως και όχι στα γνωστά σας τραγούδια.

- Ο μουσικός δεν πρέπει να φοβάται το κοινό του, αλλά να το αγαπά. Επίσης, να μη φοβάται να προχωρήσει σε πράγματα που δεν είναι κατ’ ανάγκην της μόδας και της τρέχουσας νοοτροπίας. Τότε μόνον θα επιβιώσει. Με το να επαναλάβεις τις συνήθειες, δεν προσφέρεις τίποτα. Το να μπορέσεις όμως να δημιουργήσεις κάτι που να έχει επαφή και επικοινωνία, αλλά και να βγάλει τον άλλον από τη συνήθειά του, αυτό είναι το ζητούμενο, κατά τη γνώμη μου, στην τέχνη. Να μπορείς δηλαδή να ζεις μέσα στην εποχή σου με το έργο σου. Και να δημιουργείς έργα που να μπορούν να συγκινήσουν σήμερα το διπλανό σου. Δεν ξέρω τι θα είναι το αύριο. Αύριο θα υπάρξουν άλλοι συνθέτες που θα εκφράσουν κι αυτοί το δικό τους σήμερα. Εγώ προσπαθώ να γράψω μουσική για το σήμερα. Όσες φορές και αν το σκέφτομαι, ιδίως τώρα που μεγάλωσα, καταλήγω πως δεν έκανα λάθος στην επιλογή μου αυτή.


- Τελειώνοντας, θα ήθελα να μου πείτε τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον.

- Θέλω κατ’ αρχήν να κυκλοφορήσει –σε διπλό ή τριπλό cd- η συναυλία του Ηρωδείου. Ήδη τη ζητάει πολύς κόσμος, οπότε πρέπει να βγει. Επίσης, του χρόνου, το 2009, είναι το έτος Ρίτσου. Πιθανώς να υπάρξει μία έκπληξη…

Δεν υπάρχουν σχόλια: