Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Ο ΝΙΚΟΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ


΄Τα τραγούδια ταξιδεύουνε στο χρόνο και μεις μαζί τους...΄

Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιστρέφει στον ΄ΙΑΝΟ΄, με τον συνθέτη Μιχάλη Τρανουδάκη πιάνο και επιμέλεια ορχήστρας, τον Νίκο Κιάκο βιολί, τον Δημήτρη Βαρελόπουλο κιθάρα - μαντολίνο, τον Πέτρο Τσολάκη λαούτο - μπουζούκι, τον Ηλία Μπουκουβάλα κρουστά και μας παρουσιάζει ένα πρόγραμμα, με τραγούδια απο το μουσικό πλούτο της Κρήτης και της Σμύρνης, που περιλαμβάνονται στο δίσκο ΄Λαλήματα Ονείρου΄.

Τα τραγούδια Στης Γραμπούσας τ΄ακρωτήρι, Μια Σμυρνιά στο παραθύρι, Το μερακλίδικο πουλί, Αλατσατιανή, Μελαχρινό μου πρόσωπο, Τα βάσανα μου χαίρομαι, Από ξένο τόπο, Τι να την κάνω την καρδιά, Άιντες μαντζουράνα μου, Λαλεδάκια, Γιαρούμπι κ.ά., που θα ακούγονται στο ΙΑΝΟ, θα συνδυάζονται με εικόνες απο τα πρόσωπα αλλά και τους τόπους που μας τα χάρισαν.

5 , 19 και 28 Μαρτίου

Ώρα έναρξης: 22.30
ΙΑΝΟΣ, Σταδίου 24, Αθήνα

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΔΙΣΚΟΥ "ΦΑΓΙΟΥΜ"


Το περιοδικό και οι εκδόσεις ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, ο Νεοκλής Νεοφυτίδης και ο Δημήτρης Λέντζος προσκαλούν κάθε φίλο και φίλη της καλής ελληνικής μουσικής στην παρουσίαση του άλμπουμ τους "Φαγιούμ", την Τετάρτη 4 Μαρτίου στις 8.30 το βράδυ στο Μουσικό Σπίτι "Δίαυλος" (Δράκου 9, Κουκάκι, στάση Μετρό Συγγρού-Φιξ).

Σημειώστε ότι στον δίσκο τραγουδούν οι: Μανώλης Μητσιάς, Σοφία Παπάζογλου, Δωρος Δημοσθένους και Μανώλης Πασχαλίδης. Όμως, περισσότερα θα σας μεταφέρουμε μετά τις πρώτες ακροάσεις.

ΕΙΣΑΙ ΣΚΕΤΟ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΣ...


"Είσαι σκέτο παρακράτος". Ολοένα και συχνότερα βρίσκει εφαρμογή ο στίχος του Κώστα Τριπολίτη στα μέρη μας. Μπορεί βέβαια αυτό να μην προβληματίζει πολύ κόσμο, αλλά η επίθεση με χειροβομβίδα στο Στέκι Μεταναστών στα Εξάρχεια έδειξε ότι τα πράγματα έχουν αγριέψει και ότι κάποιοι δεν αστειεύονται, στην προσπάθειά τους να ανακόψουν τη ριζοσπαστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Μέσα στο κτίριο την ώρα της επίθεσης, βρισκόταν και ο Αλέξανδρος Μπίστης, καλός φίλος ο οποίος τη γλίτωσε όπως και οι υπόλοιποι παρά τρίχα (παρά τζάμι, για την ακρίβεια). Ευτυχώς. Όσο για τα ΜΜΕ και την αντικειμενική τους κάλυψη των γεγονότων, η γελοιογραφία του Καλαϊτζή από την Ελευθεροτυπία μάλλον τα λέει όλα.
ηρ.οικ.

ΤΙ ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ;

Ανταποκριθείτε στην πρόσκλησή τους, προσέλθετε στην έκθεση του πρωτοποριακού έργου τους (διαδραστική εγκατάσταση με ζωγραφική και ηχητικό σχεδιασμό, δύο πίνακες, και στερεοφωνική εγκατάσταση), και θα μάθετε!

Πρώτη παρουσίαση: Τρίτη 10 Μαρτίου 2009, στις 22.00

Αίθουσα ΑΛΕΦ (Ιθάκης 29 και Πατησίων, Πεδίον του Άρεως)
Διάρκεια Έκθεσης: 10-15 Μαρτίου
Ώρες Λειτουργίας: Τρίτη - Κυριακή, 10.00-14.30 και 17.30-21.00
τηλ: 211 4019727

ΝΕΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ


Με χαρά μάθαμε ότι ενεργοποιήθηκε πρόσφατα η νέα ιστοσελίδα του Μουσείου Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Φοίβου Ανωγειανάκη - Κέντρου Εθνομουσικολογίας στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

Οι επισκέπτες μπορούν να πλοηγηθούν στις παρακάτω θεματικές ενότητες:
-Ιστορικό της ίδρυσης του Μουσείου από τον Φοίβο Ανωγειανάκη και της οικίας Λασσάνη όπου στεγάζεται
-Περιήγηση στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους του Μουσείου
-Πληροφορίες για την πρόσβαση και τις ώρες λειτουργίας
-Παρουσίαση των οργάνων της κύριας και της κινητής έκθεσης με φωτογραφικό υλικό και ηχητικά παραδείγματα
-Δραστηριότητες του Μουσείου και του Σωματείου των Φίλων (διαλέξεις, σεμινάρια, εκπαιδευτικά προγράμματα, μαθήματα οργάνων, συναυλίες, μουσικές συναντήσεις, συμμετοχή σε φεστιβάλ, εκθέσεις κ.λ.π.) από το 1993 έως σήμερα, με συνοδευτικό οπτικοακουστικό υλικό
-Ανακοινώσεις και Νέα για τις μελλοντικές εκδηλώσεις του Μουσείου-Αρθρογραφία για την ελληνική παραδοσιακή μουσική και τα όργανα
-Χρήσιμες διευθύνσεις στο διαδίκτυο

Επιπλέον, σύντομα θα ενεργοποιηθεί και το forum με θέματα σχετικά με την ελληνική μουσική παράδοση και τις μουσικές του κόσμου.

Οι υπεύθυνοι του Μουσείου περιμένουν τις κρίσεις και τις παρατηρήσεις μας στη νέα ηλεκτρονική διεύθυνση:

Δεν χρειάζεται βέβαια να πούμε ότι η επίσκεψη όλων μας στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων είναι επιβεβλημένη. Καλή συνέχεια στους συντελεστές του, και σε όλους όσους επιμένουν να κρατούν ζωντανή τη λαϊκή μας παράδοση (και μέσω αυτής εμάς τους ίδιους) σε πείσμα των καιρών.

ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΚΛΙΚΑ" ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ


Λάβαμε και με χαρά αναδημοσιεύουμε αυτή την ανακοίνωση από την "Κλίκα" (www.klika.gr), το καλό διαδικτυακό περιοδικό για το λαϊκό τραγούδι. Καλή συνέχεια στο περιοδικό, του οποίου φυσικά τυγχάνουμε και φανατικοί αναγνώστες.
Μ.Π.
-----

Αγαπητοί φίλοι,
Η Κλίκα έφτασε αισίως -μετά από "περιπέτειες"- στην έκδοση του 8ου τεύχους της, το οποίο σηματοδοτεί -εκτός της εικαστικής- και μια λειτουργική αλλαγή: εφεξής η, έτσι κι αλλιώς ασύμβατη με το internet ως μέσο, έννοια του "τεύχους" καταργείται και η Κλίκα γίνεται πιό... ιντερνετική. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το περιοδικό θα παραμένει μόνιμα προσβάσιμο στους αναγνώστες του, εκτός από τις απαραίτητες (και πολύ σύντομες) περιπτώσεις που θα "κατεβαίνει" για λόγους συντήρησης. Όποτε προκύπτουν νέα άρθρα προς δημοσίευση θα τοποθετούνται στην ενότητα που ανήκουν, ενώ η αρχική σελίδα της, το "εξώφυλλο", θα διαμορφώνεται ανάλογα με την πρόσφατη αρθρογραφία που έχει προστεθεί στην ύλη του περιοδικού. Μέχρι τώρα, ο μεγαλύτερος εχθρός αποδείχθηκε ότι ήταν ο ελεύθερος χρόνος της Συντακτικής Ομάδας, παρόλο που η ύλη που συσσωρεύεται αρκεί και με το παραπάνω για την έκδοση νέων τευχών. Με τον νέο τρόπο έκδοσης, θεωρούμε ξεπερνούμε τον σκόπελο της χρονοβόρας διαδικασίας προετοιμασίας κάθε τεύχους και ταυτόχρονα, προσδίδουμε στην Κλίκα μεγαλύτερη αμεσότητα και γρηγορότερα "αντανακλαστικά", δεδομένου ότι πολλά άρθρα αφορούν σε επίκαιρα θέματα. Περιμένουμε -και- τη δική σας γνώμη για αυτή την αλλαγή, την οποία μπορείτε να καταθέσετε ψηφίζοντας ανώνυμα στη δημοσκόπησή μας. Καλή ανάγνωση!

Η Ομάδα Σύνταξης

Υ.Γ.: Για τη διευκόλυνση των αναγνωστών μας, έχουμε ενεργοποιήσει υπηρεσία RSS Feed (δυναμικούς σελιδοδείκτες), έτσι ώστε με την προσθήκη κάθε νέου άρθρου να υπάρχει αυτόματη ενημέρωση. Επίσης, ανά τακτά διαστήματα θα αποστέλλουμε newsletter με επισκόπηση της ανανεωμένης ύλης μας.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΔΙΦΩΝΟ


...και δεν έχω ιδέα τι περιέχει, καθότι δεν το έχω πάρει στα χέρια μου. Άρα, σχόλιο ουδέν.
Όμως, ο φίλος Αντώνης (Bosko) φρόντισε πριν από σας για σας:

http://bosko-hippydippy.blogspot.com/2009/02/blog-post_25.html

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ: ΑΡΛΕΤΑ - 20 ΠΡΟΣ 21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2009

from: Το άρωμα του τραγουδιού
to: Μουσικά Προάστια

date:
23 February 2009 09:26
subject: 20 προς 21 Φεβρουαρίου 2009

Δε μπορεί να μη την κατάλαβες!

Είναι αδύνατον να μη την κατάλαβες, σε όποιο μέρος κι αν ήσουν!!

Μιλάω για εκείνη τη σεισμική δόνηση στη μία παρά πέντε τα ξημερώματα της 21η Φεβρουαρίου. Ράγισε το Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, η άσφαλτος άνοιξε στα δύο, τα οχήματα έχασαν την τροχιά τους και μετατράπηκαν σε συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, όλη η Αθήνα ένα τρελαμένο Λούνα Πάρκ! Και η πορσελάνινη μορφή της να μη μας αφήνει κανένα περιθώριο για κουβέντες. Μόνο δάκρυα. Και τραγούδια.

Αμέσως ξεχύθηκαν από τα παρασκήνια τα Μικρά παιδιά, τα Καλοκαίρια και οι χειμώνες μας, τα Ήσυχα βράδια μας, και μια μυρωδιά από Τσάι γιασεμιού μάς άρπαξε απ' τη μύτη. Όσο για μένα, μην τα ρωτάς! Κουλουριάζομαι στη θέση μου και αρχίζω να χάνω μία – μία τις αισθήσεις μου. Πρώτα την αφή, έπειτα την όσφρηση… δε χάνω όμως ούτε στιγμή την ακοή˙ κι αρχίζει το σώμα να ξεκολλάει απ' την καρέκλα και να χάνει την επαφή με το έδαφος. Πετάω! Περνάω πάνω απ' τη Δόμνα, τη Μελίνα, τον Τζιμάκο, τον Σπύρο. Πλησιάζω. Περνάω δίπλα απ' τον τεράστιο ήλιο που έχει κρεμάσει στο stand του μικροφώνου, μέσα απ' τις χορδές της κιθάρας της, ανάμεσα στα δάχτυλά της, την ανάσα της την ώρα που τραγουδάει: "δε θέλω γω από σένα / τίποτα να' ναι πιο βαρύ / απ' το φτεράκι μιας μέλισσας…". Αργά γυρίζω ξανά στη θέση μου. Τίποτα όμως δεν είναι όπως πριν! Έκανα ένα ταξίδι σε όλες τις ηλικίες του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού, στο Νέο Κύμα, στην τρομερή δεκαετία του '80, στο σήμερα, στο αύριο.

Στο είπα και πάλι: πρώτη φορά ένιωσα το Ελληνικό Τραγούδι να με αφορά τόσο πολύ, τόσο προσωπικά!!

Νικολέτα. Αργυρώ. Αρλέτα.
Δεν έχω κάτι άλλο να πω.
Σε ευχαριστώ που δέχτηκες να είμαι κι εγώ εκεί.
Θα τα ξαναπούμε.
Σύντομα.

Σε ευχαριστώ.

M.Γ.

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

ΓΚΙΛΑΝΤ ΑΤΣΜΟΝ: "ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ 'ΒΑΛΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΣΙΡ'"

Είδα πριν μερικές εβδομάδες το πολυσυζητημένο "Βαλς με τον Μπασίρ" και ομολογώ ότι, αν και καλλιτεχνικά άρτια η ταινία, το πολιτικό της μήνυμα και περιεχόμενο με άφησε παγερά αδιάφορο, όταν δεν με εξόργισε. Βλέπετε, δεν συνηθίζω να συγκινούμαι από προσπάθειες συγκάλυψης μιας πολιτικής επιθετικότητας και πολέμου στη Μέση Ανατολή, μέσα από μια παραποίηση ιστορικών γεγονότων. Αυτή η παραποίηση βρίσκει την πιο μεστή έκφρασή της στην ατάκα του ψυχιάτρου προς τον παθόντα πρώην στρατιώτη: "ο λόγος που δεν μπορείς να ξεπεράσεις τους εφιάλτες σου είναι επειδή δεν διέπραξες εσύ και ο Ισραηλινός στρατός τις σφαγές", ή κάτι τέτοιο. Έτσι, μέσα σε ένα μαγευτικό και συνάμα τόσο ρεαλιστικό αισθητικά τοπίο, παρακολουθούμε μερικούς φοβισμένους Ισραηλινούς στρατιώτες να προελαύνουν στον Λίβανο και να παρακολουθούν ένα μακελειό. Προσοχή, το παρακολουθούν το μακελειό, δεν συμμετέχουν σ' αυτό, καθώς με την εξαίρεση ενός κακόμοιρου ζευγαριού που οδηγεί ένα αμάξι τη στιγμή της απόβασης και θερίζεται από τον Ισραηλινό στρατό, όλοι οι άλλοι νεκροί είναι ή επιτιθέμενοι εναντίον των Ισραηλινών (παιδί με ρουκέτα), ή απλά θύματα του εμφυλίου στον Λίβανο. Καταλαβαίνει ο θεατής ότι η σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα έγιναν κατ' εντολή του Ισραήλ; Βγαίνει ο κόσμος από την αίθουσα γνωρίζοντας κάτι παραπάνω για την ιστορία του Λιβάνου και τον βρώμικο ρόλο του Ισραήλ σ' αυτό τον πόλεμο; Η απάντηση είναι όχι. Το καλύτερο που πετυχαίνει η ταινία είναι να επιβεβαιώσει - για μια ακόμη φορά - ότι ο πόλεμος είναι κακό πράγμα. Ναι, το ξέρουμε αυτό. Αλλά για ποιόν πόλεμο, ποιού θύτη, και με ποια θύματα αναφερόμαστε; Αυτό παραμένει στο σκοτάδι, παρά τις λαμπερές φωτοβολίδες και τα τροχειοδεικτικά που βλέπει μπροστά του ο ήρωάς μας. Για να πάω το επιχείρημα στα άκρα, η ταινία όχι μόνο βγάζει λάδι την πολιτική του Ισραήλ τότε, αλλά δικαιώνει και την πολιτική του Ισραήλ σήμερα, αφού τελικά καταλαβαίνουμε ότι αυτοί οι περίεργοι τύποι στην Μέση Ανατολή - δεν έχει σημασία πού, στον Λίβανο, στην Παλαιστίνη, στο Ιράκ, you name it - σκοτώνονται μεταξύ τους, και ίσως και να χρειάζονται και ένα έξωθεν φερμένο συμμάζεμα (μην ξεχνάμε στην ταινία τον αξιωματικό του Ισραηλινού στρατού που δίνει εντολή να φύγουν οι Φαλαγγίτες και σώζει έτσι κάποια αθώα γυναικόπαιδα- το ότι ήταν αυτός και οι ομοίοι του που έδωσαν την εντολή να μπουκάρουν οι Φαλαγγίτες στα στρατόπεδα προσφύγων in the first place είναι μια λεπτομέρεια που διαφεύγει από τον σκηνοθέτη μας).

Στα πλαίσια ενός ευρύτερου προβληματισμού όχι μόνο για τη συγκεκριμένη ταινία, αλλά και για τη σχέση τέχνης και πολιτικής, αναδημοσιεύεται μια ανάλυση του Γκιλάντ Ατσμόν, ενός γνωστού τζαζίστα μουσικού Εβραϊκής καταγωγής που ζει στο Λονδίνο, πάνω στην ταινία "Βαλς με τον Μπασίρ". Το άρθρο δημοσιεύεται σήμερα (22/2/2009) στην εφημερίδα "Κυριακάτικη Αυγή" (η οποία "Αυγή" παρεπιπτόντως δείχνει σιγά σιγά να παίρνει μπρος και να αποκτά μια ταυτότητα ως εφημερίδα της Αριστεράς, χάρις και στην ακούραστη συνεισφορά του υπεύθυνου του ένθετου "Ενθέματα", Στρατή Μπουρνάζου). Στη σκέψη του Ατσμόν βρίσκω το θάρρος που λείπει τόσο πολύ από τους προβεβλημένους διανοούμενούς μας, από τους περίφημους "πνευματικούς ανθρώπους" που έχουν πάθει αφωνία για ό,τι γίνεται στην Ελλάδα και στον κόσμο. Η τόλμη πολλών Εβραίων διανοουμένων εντός και εκτός του Ισραήλ να εκφράσουν την αντίθεσή τους προς την πολιτική του Ισραηλινού κράτους είναι παράδειγμα προς μίμιση για κάθε άνθρωπο και για κάθε λαό. Η μετάφραση του άρθρου είναι της Άλκηστης Τσάμπρα.
Ηρ. Οικ.
-----


Με αφορμή το "Βαλς με τον Μπασίρ"

του Γκιλάντ Ατσμόν

Δημοσιεύτηκε στην "Κυριακάτικη Αυγή", 22/02/2009

To "Βαλς με τον Μπασίρ" είναι μια ταινία εξαιρετικά ευαίσθητη και συγκινητική. Σε ένα βαθμό, πρόκειται για μια ιδιαίτερα γενναία προσπάθεια του σκηνοθέτη να έρθει αντιμέτωπος με το ολέθριο παρελθόν του Ισραήλ, και ειδικά με τις σφαγές στη Σάμπρα και τη Σατίλα. Ωστόσο, καλούμαστε διαρκώς να θυμηθούμε ότι τις σφαγές στα δύο αυτά στρατόπεδα παλαιστινίων προσφύγων, αν και τις σχεδίασε με ακρίβεια ο ισραηλινός στρατός, τις πραγματοποίησαν λιβανέζοι χριστιανοί Φαλαγγίτες.

Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει και τον λόγο για τον οποίο οι Ισραηλινοί υποδέχτηκαν την ταινία με τόσο ενθουσιασμό. Από τη μια, δεν είναι αυτοί οι οποίοι έκαναν στην πραγματικότητα τη σφαγή. Από την άλλη, το γεγονός ότι η ταινία τούς αρέσει τούς αναδεικνύει σε πρώτης τάξης ανθρωπιστές. Αντιμετωπίζουν δήθεν έτσι το σκοτεινό παρελθόν τους.

Όταν οι πληροφορίες για τις σφαγές κυκλοφόρησαν στα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, ο τότε πρωθυπουργός, Μεναχέμ Μπέγκιν, απάντησε με κυνισμό στις κριτικές που του ασκήθηκαν: "Οι Άραβες σκοτώνουν Άραβες κι οι Ισραηλινοί αλληλοκατηγορούνται". Όλα δείχνουν ότι οι Ισραηλινοί μπορούν να αποδεχτούν εύκολα μια ταινία που καταγγέλλει τις σφαγές στη Σάμπρα και τη Σατίλα, ακριβώς επειδή πρόκειται για "Άραβες που σκοτώνουν Άραβες". Είναι αξιοσημείωτο ότι η ταινία "Jénine, Jénine" του Mοχάμαντ Μπάκρι (Mohammad Bakri), που διηγείται την ιστορία της σφαγής στην Τζενίν, μια δολοφονική επίθεση που διέπραξε ο ισραηλινός στρατός, δεν εκτιμήθηκε καθόλου από το ισραηλινό κοινό. Προφανέστατα, οι Ισραηλινοί δεν θέλουν ν' ακούσουν τίποτα για τις δικές τους δολοφονικές πράξεις, όταν αυτές παρουσιάζονται από έναν συμπολίτη τους που τυχαίνει να είναι Άραβας.

Στο "Βαλς με τον Μπασίρ", ο κεντρικός ήρωας και σκηνοθέτης, ο Φόλμαν, αναζητεί το χαμένο παρελθόν του. Αρχικά συναντάει ένα φίλο του ψυχολόγο, με τη βοήθεια του οποίου οδηγείται σε μια ουσιαστική διαδικασία ενδοσκόπησης. Η μνήμη, εξηγεί ο ψυχολόγος, μπορεί να είναι πολύ δημιουργική. Όταν χρειάζεται, μπορεί να επινοήσει ένα παρελθόν.

Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τις σκέψεις του Φόλμαν και των συμμαχητών του. Όπως θα περίμενε κανείς, στην ταινία ο στρατιώτης των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων είναι, κατά κάποιον τρόπο, θύμα. Ανήκει σε μια τεράστια μηχανή πολέμου, υπακούει μόνο σε εντολές. Ο στρατιώτης, ως άτομο, είναι αδύναμος: δεν μπορεί να σταματήσει τη σφαγή, παρά μόνο να αναφέρεται στους ανωτέρους του. Δεν έχει παρά δύο δυνατότητες: είτε να πυροβολήσει και να κλάψει εκ των υστέρων είτε, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Φόλμαν, να καταφύγει στην αμνησία ή την "απώθηση".

Έξυπνα και ωραία γυρισμένο, το "Βαλς με τον Μπασίρ" είναι μια ταινία κινούμενων σχεδίων, κάτι που μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι κάθε μνήμη που ανακτάται ή κάθε λεκτική αφήγηση του παρελθόντος πρέπει να κατασκευαστεί. Ωστόσο, η τελευταία σκηνή της ταινίας αποτελείται από πραγματικά δημοσιογραφικά πλάνα. Μας μεταφέρει στα ρημαγμένα στρατόπεδα των παλαιστινίων προσφύγων που κλαίνε. Εκεί μας λέει: "Κυρίες και κύριοι, αυτό που θα ακολουθήσει δεν είναι μια προσωπική ανάμνηση. Αυτά τα πλάνα δεν είναι μια αποδόμηση σε κινούμενα σχέδια. Αυτή είναι μια πραγματική σφαγή που έγινε κάτω από τη μύτη μας".
***

Υπηρέτησα στον ισραηλινό στρατό, την ίδια ακριβώς περίοδο και στον ίδιο πόλεμο. Αν και δεν ήμουνα στο Πεζικό, αρκετές σκηνές της ταινίας μού φάνηκαν εξαιρετικά οικείες. Καθώς την έβλεπα, μου 'ρχονταν συχνά δάκρυα στα μάτια. Ο πόλεμος αυτός πράγματι άλλαξε τη ζωή μου, στον ίδιο βαθμό που άλλαξε και τη ζωή πολλών άλλων ανθρώπων -- Ισραηλινών, Παλαιστινίων και Λιβανέζων. Ο πόλεμος αυτός υπήρξε η αφετηρία μιας προσωπικής διαδρομής, που με οδήγησε τελικά να φύγω από το Ισραήλ, έχοντας πάρει την απόφαση να μην ξαναγυρίσω. Ξέρω ότι δεν είμαι ο μόνος Ισραηλινός που αντέδρασε μ'αυτό τον τρόπο. Ωστόσο, άφησα το Ισραήλ, αποφασισμένος να μην εμπλακώ σ' αυτήν τη σύγκρουση. Ήθελα να φύγω μακριά, να ξεκινήσω μια νέα, ειρηνική ζωή, να ξεχάσω, να είμαι για πρώτη φορά αθώος. Είναι προφανές ότι απέτυχα. Για διάφορους λόγους, που ανήκουν πια στο παρελθόν, σήμερα έχω εμπλακεί πολύ περισσότερο στο Παλαιστινιακό Ζήτημα από ό,τι αν είχα παραμείνει στο Ισραήλ.

Παρόλο που η ταινία, με την ποιότητα και την ευκρίνειά της, μας συνεπαίρνει, πρέπει να κάνουμε ορισμένες γενικές επισημάνσεις. Φαίνεται πράγματι ότι Ισραηλινοί και πρώην Ισραηλινοί είναι αυτοί που ασκούν σήμερα την πιο εύγλωττη και δριμεία κριτική απέναντι στο Ισραήλ, τον σιωνισμό και την εβραϊκή ταυτότητα. Είτε πρόκειται για τον Σλόμο Σαντ (Shlomo Sand), τον Ισραέλ Σάχακ (Israel Shahak), τον Άρι Φόλμαν (Ari Folman), τον Γκιντόν Λέβι (Gideon Levi), τον Ιλάν Πάπε (Ilan Pappe), τον Όρεν Μπεν Ντορ (Oren Ben Dor), τον Εγιάλ Σιβάν (Eyal Sivan), τον Ούρι Αβνέρυ (Uri Avnery), την Αμίρα Χας (Amira Hass), τον Αβρούμ Μποργκ (Avrum Burg), τον Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ (Daniel Barenboim), για εμένα ή άλλους, όλοι βλέπουμε την ισραηλινή σύγκρουση ως την προσωπική μας σύγκρουση και θεωρούμε τους εαυτούς μας άμεσα υπεύθυνους γι' αυτήν.

Ίσως να διαφωνούμε μεταξύ μας σε πολλά θέματα, είμαστε όμως σύμφωνοι στο εξής: αυτή την καταστροφή στην Παλαιστίνη την προξενήσαμε εμείς! Αντίθετα με μια μικρή χούφτα Εβραίων της Δύσης που εμφανίζονται μια φορά το μήνα για να φωνάξουν όλοι μαζί "Όχι στο όνομά μου!", ξέρουμε ότι, δυστυχώς, όλα γίνονται στο όνομά μας. Νιώθουμε όλοι μας μεγάλη ντροπή, νιώθουμε υπεύθυνοι και επιμένουμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αλλάξουμε κάτι. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό αρκεί για να κάνει τον λόγο μας συνεκτικό και σαφή.

Η ταινία γνωρίζει πρωτοφανή επιτυχία στο Ισραήλ. Οι Ισραηλινοί αρέσκονται να κλαψουρίζουν συλλογικά και να εκφράζουν τη λύπη τους για τους χριστιανούς Φαλαγγίτες που σκότωναν στο όνομά τους. Προφανώς, βγαίνοντας από τις αίθουσες λένε: "Μόνο εδώ, στην υπέροχη ελεύθερη χώρα μας, οι πολίτες μπορούν να αντιμετωπίσουν το παρελθόν τους με τέτοιο θάρρος".

Πήγα να δω την πρώτη προβολή της ταινίας στο Λονδίνο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Εβραϊκού Κινηματογράφου του Λονδίνου. Το Φεστιβάλ χρηματοδοτείται από την ισραηλινή κυβέρνηση, όπως και μια ατελείωτη σειρά σιωνιστικών οργανώσεων της φανατικής Δεξιάς. Ευλόγως θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί για ποιο λόγο σιωνιστικοί θεσμικοί οργανισμοί υποστηρίζουν μια τόσο αυστηρή κριτική ενάντια στο Ισραήλ. Μπορώ να εισηγηθώ μόνο μια πιθανή απάντηση: το Ισραήλ επιθυμεί σφόδρα να εμφανίζεται σαν μια ανοιχτή, φιλελεύθερη κοινωνία. Αν έχω δίκιο, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ευφυή, απειλητική και λελογισμένη απόφαση. Έτσι, οι Ισραηλινοί εμφανίζονται όχι μόνο ως ανθρωπιστές, αλλά καταφέρνουν να παρουσιάσουν τις φανατικές σιωνιστικές οργανώσεις ως εμπροσθοφυλακή της αλληλεγγύης στους Παλαιστίνιους.
***

Η ταινία δίνει δύο απαντήσεις όσον αφορά το ζήτημα της μνήμης (:αν οι Ισραηλινοί δυσκολεύονται τόσο να θυμηθούν τι έγινε πριν από 26 χρόνια, πώς θυμούνται επακριβώς τι συνέβη στην Ευρώπη το 1942-1944;), πού προτείνονται και οι δύο από τον ψυχίατρο, φίλο τού Φόλμαν. Η μνήμη είναι μια κατασκευή, έχει μικρή μόνο σχέση με την πραγματικότητα, λέει ο ψυχίατρος. Προφανώς, οι ισραηλινές και εβραϊκές οργανώσεις, όπως και οι άνθρωποι, είναι ιδιαίτερα επινοητικοί και παραγωγικοί, όταν πρόκειται να κατασκευάσουν και να αναπτύξουν μια προσωπική και συλλογική μνήμη της εβραϊκής οδύνης. Αντιθέτως, στη σύγχρονη ισραηλινή και εβραϊκή κουλτούρα, η οδύνη που προξενούν οι Εβραίοι, απωθείται.

Καθώς προχωράει η ταινία, ο ίδιος ψυχίατρος υποστηρίζει ότι η αμνησία του Φόλμαν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της προσωπικής του εμπλοκής στο Ολοκαύτωμα. "Είχες εμπλακεί στη σφαγή πολύ προτού συμβεί, μέσα από τη μνήμη που οι γονείς σου μετέφεραν από το Άουσβιτς". Μέχρι ενός σημείου, αυτή η διαπίστωση δίνει μια λύση στη διαρκή αναζήτηση του Φόλμαν: η διαδικασία της απώθησης είχε ήδη ξεκινήσει πολύ πριν από τις σφαγές στη Σάμπρα και τη Σατίλα.

Για άλλη μια φορά, διαπιστώνουμε ότι το Εβραϊκό Μετατραυματικό Στρες είναι στην πραγματικότητα ένα Προτραυματικό Στρες. Η νοοτροπία των Εβραίων και των Ισραηλινών αποτελεί μια θεσμική προετοιμασία για μια τραγωδία που δεν έχει ακόμα συμβεί, και αναμένεται. Σε προηγούμενο άρθρο μου σχετικά με το σύνδρομο του προτραυματικού στρες, είχα ορίσει αυτή την ψυχική κατάσταση ως εξής:
"Στην κατάσταση του συνδρόμου του προτραυματικού στρες, το στρες προκύπτει από ένα φαντασιακό συμβάν που τοποθετείται στο μέλλον, ένα συμβάν που δεν έγινε ποτέ. Σε αντίθεση με το σύνδρομο του μετατραυματικού στρες, όπου το στρες είναι μια άμεση αντίδραση σε κάτι που (μπορεί να) συνέβη στο παρελθόν, στην κατάσταση του συνδρόμου του προτραυματικού στρες, το στρες είναι, σαφώς, το αποτέλεσμα ενός φαντασιακού, δυνητικού συμβάντος. Στο σύνδρομο του προτραυματικού στρες, μια φαντασίωση προτρέχει της πραγματικότητας, και η κατάσταση στην οποία επικεντρώνεται η φαντασίωση του τρόμου, καθίσταται από μόνη της μια ζοφερή πραγματικοτητα. Αν αυτή η ψευδαίσθηση φτάσει σε ακραίο σημείο, τότε ακόμα και η προοπτική ενός ολοκληρωτικού πολέμου εναντίον όλου του υπόλοιπου κόσμου αποτελεί μια πιθανή αντίδραση".

Αν ο ψυχίατρος φίλος τού Φόλμαν έχει δίκιο, τότε η αμνησία του Φόλμαν δεν είναι παρά ένα σύνδρομο προτραυματικού στρες. Η αμνησία του Φόλμαν, ως προς τα γεγονότα του πολέμου, εξηγείται ως απώθηση μιας προηγούμενης, μακρινής μνήμης του Ολοκαυτώματος. Αυτή είναι, τελικά, η ύστατη εβραϊκή κάθαρσις, η αναβίωση της (επερχόμενης) τραγωδίας, υπό το φως μιας παρελθούσας τραγωδίας. Το τραύμα έχει δημιουργηθεί εκ των προτέρων.

Αν ο ψυχίατρος της ταινίας έχει δίκιο, μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί η ταινία άρεσε τόσο στο ισραηλινό και εβραϊκό κοινό στο Φεστιβάλ Εβραϊκού Κινηματογράφου του Λονδίνου. Το σύνδρομο του προτραυματικού στρες είναι η ουσία της εβραϊκής ύπαρξης, στην οποία το ανθρώπινο είναι, το να ζεις στον κόσμο αυτό, βιώνεται μέσα απ' το πέρασμα από παλιές σε νέες τραγωδίες. Η ζωή έχει νόημα μόνο όσο προετοιμαζόμαστε ευλαβικά και ακατάπαυστα για μια νέα καταστροφή, υπό το φως μιας παλαιότερης.

Η ερώτηση στην οποία πρέπει να απαντήσει ο παθιασμένος ειρηνιστής είναι: "Αφήνει κάποιο περιθώριο για την ειρήνη μια τόσο αυτοκαταστροφική ταυτότητα; Με άλλα λόγια, πώς μπορείς να συνάψεις ειρήνη με ένα υποκείμενο που έχει τέτοια εμμονή με την επικείμενη καταστροφή του;".

Προσωπικά, δεν έχω κάποια απάντηση. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να θυμηθώ το παλιό εβραϊκό αστείο: Εβραϊκό τηλεγράφημα: "Αρχίστε ν' ανησυχείτε. Λεπτομέρειες ακολουθούν".

Μετάφραση: Άλκηστη Τσάμπρα

Ο Gilad Atzmon είναι μουσικός της τζαζ και αντισιωνιστής αγωνιστής. Γεννήθηκε στο Ισραήλ και σήμερα ζει στο Λονδίνο. Το κείμενο (το οποίο δημοσιεύεται εδώ με μικρές περικοπές) είναι αναρτημένο στο Διαδίκτυο? βλ.
(στα αγγλικά) και
(στα γαλλικά).

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ - ΑΡΛΕΤΑ

Παίρνω από το πρωί τoυς φίλους και τις φίλες μου τηλέφωνο αλλά κοιμούνται, καθότι χθες είχε Αρλέτα και Φοίβο Δεληβοριά το πρόγραμμα. Τυχεράκηδες, όταν εγερθείτε, περάστε κι από εδώ και δώστε μια γεύση από τη χτεσινή, ιστορική νύχτα!

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΓΑΛΙΑΤΣΟΥ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΒΑΚΗ

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΑΛΙΑΤΣΟΣ:
"ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΕΝΤΙΜΟ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Ο,ΤΙ ΕΧΕΙ ΟΡΑΜΑ"


του Αλέξη Βάκη


Η συνέντευξη του Μανώλη Γαλιάτσου στον Αλέξη Βάκη δημοσιεύτηκε στο τεύχος 27 του περιοδικού "ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ" (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2007).

Το "Φως Αυγούστου", που κυκλοφόρησε το 1989, ήταν ο δίσκος που μας πρωτοέδειξε το δημιουργικό πρόσωπο ενός έλληνα συνθέτη που δεν έμοιαζε με τους άλλους. Ακολούθησαν πέντε ακόμα, "Άντρες Είναι μοναχοί", "Της Aγάπης το Mαντήλι", "Το Aσήμι του Mεσημεριού", "Κλεψύδρα" και "Του Μάγου τα Παιχνίδια", που φώτισαν περισσότερο αυτό το πρόσωπο. Αναφέρομαι στο Μανώλη Γαλιάτσο, εκ Χανίων ορμώμενο, με τον οποίο συνδεόμαστε φιλικά εδώ και χρόνια. Κατά καιρούς έχουμε κάνει πολλές και πολύωρες συζητήσεις, για τη μουσική και για πολλά άλλα. Βρεθήκαμε με αφορμή την κυκλοφορία του καινούργιου –έβδομου κατά σειρά- δίσκου του, που έχει τίτλο "Ημερολόγιο: Largo" και συμφωνήσαμε να μεταφέρουμε στο χαρτί ένα τμήμα αυτής της συνομιλίας:


Μανώλη, πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, θεωρείς ότι, αρχής γενομένης με Του Μάγου τα παιχνίδια και τώρα πια με το Ημερολόγιο: Largo, άλλαξε κάτι σε σχέση με την προηγούμενη δισκογραφική σου δραστηριότητα;
Νομίζω ότι είναι οι πιο απροκατάληπτες και αδέσμευτες δουλειές μου. Απροκατάληπτες σημαίνει ότι αδιαφορούν για την έννοια των μουσικών κατηγοριοποιήσεων και αδέσμευτες ότι δεν αισθάνονται την ανάγκη να λογοδοτήσουν για τις επιλογές τους. Αυτό που θέλουν να πουν είναι: Γράψτε μουσική όπως τη νιώθετε. Αν πραγματικά υπάρχει λόγος γι’ αυτό που γράφετε, η ενότητα του ύφους θα προκύψει ως μία ανάγκη εκ των έσω.

Είναι καλό γενικά να απομακρύνεται κανείς από τις εμμονές του; Ειδικά αν πρόκειται για συνθέτη που έχει ανάγκη από τον πρωτογενή δημιουργικό του πυρήνα.
Ας κάνουμε μια βασική διάκριση: Ο πρωτογενής δημιουργικός πυρήνας είτε υπάρχει και είναι ευλογία, είτε δεν υπάρχει και είναι κατάρα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα απολύτως για να τ’ αλλάξεις αυτό. Μπορείς όμως να απαλλαγείς από κάθε περιττό φορτίο προκαθορισμένων ιδεών και εννοιών (γιατί όλα αυτά τελικά είναι κομμάτι των εμμονών) που μόνο τροχοπέδη αποτελεί, προκειμένου να αντιμετωπίσεις τη μουσική ως αταξινόμητο σύμπαν.

Τι είναι αυτό που ενοποιεί ιδεολογικά και μουσικά τις πιο πρόσφατες εργασίες σου, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι σ’ αυτές υπάρχουν σαφείς αναφορές σε πολλές και διαφορετικές περιοχές έκφρασης;
Αυτό που τις ενοποιεί είναι η απλή θεώρηση της μουσικής στο σύνολό της, ως μία αχανής ενότητα, που προσφέρει τις άπειρες δυνατότητές της προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες έκφρασης του κάθε μουσικού έργου ξεχωριστά. Καμμιά προκατάληψη, καμμιά προϋπάρχουσα απόφαση αισθητικής νομιμότητας πέραν της αυθύπαρκτης λογικής που σου θέτει το έργο καθεαυτό.



Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στην καινούργια σου εργασία, το Ημερολόγιο: Largo. Τι σημαίνει ο τίτλος;
Largo κατ’ αρχάς είναι μουσικός όρος, είναι όμως και πραγματική τοποθεσία. Εδώ υποδηλώνει έναν φανταστικό τόπο, όσο όμως εξελίσσεται το έργο αποκτά ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός οικείου, γνώριμου περιβάλλοντος, της πραγματικότητας. Ο υπαινιγμός είναι ότι τα όρια μεταξύ φανταστικού και πραγματικού δεν είναι σαφώς διαχωρισμένα, το ένα αναμιγνύεται με το άλλο και το φανταστικό διεκδικεί τουλάχιστον ίσα δικαιώματα συνείδησης και αλήθειας με την πραγματικότητα. Αποτελεί με άλλα λόγια αναπόσπαστο κομμάτι του λογικού κόσμου.

Πως αποφάσισες να κάνεις έναν αμιγώς ορχηστρικό δίσκο;
Νομίζω ότι ο όρος ορχηστρικός δεν είναι σωστός. Ορχηστρικός θα ήταν ένας δίσκος με τραγούδια χωρίς λόγια. Μου φαίνεται πιο σωστός ο όρος μουσικός δίσκος. Αυτό που προσπάθησα ήταν να κοιτάξω τη Μουσική κατά πρόσωπο, να συνομιλήσω μαζί της στο αυτοδύναμο και αυτόνομο πεδίο της.

Με το που πρωτοάκουσα το Ημερολόγιο: Largo, μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι αντλεί από την κατεύθυνση που όρισε η μεγάλη ευρωπαϊκή παράδοση την οποία γνωρίσαμε ως «προγραμματική» μουσική. Το λέω παίρνοντας υπόψη μου και τους τίτλους των κομματιών, που ορίζουν μια περιγραφική ποιητική.
Από την άλλη όμως, υπάρχουν και τίτλοι με σαφείς ιδεολογικές εστιάσεις, η άλλοι που θα μπορούσαν και να ορισθούν ως μικρά ηθικά. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αναζήτησα τη διατύπωση των εικόνων για την εξέλιξη της ιστορίας μου.

Θεωρείς τη μουσική σου «δύσκολη»;
Για μένα δύσκολο δεν μπορεί να είναι ποτέ κάτι που προκύπτει φυσικά. Και πίστεψέ με, η μουσική μου βγαίνει με τον πιο φυσικό τρόπο που μπορείς να φανταστείς. Είναι βασικός όρος που θέτω στον εαυτό μου και σπάνια έχω γράψει μια σύνθεση σε μεγαλύτερο χρόνο από την πραγματική της διάρκεια. Αν όμως εννοείς ότι η ακρόαση της μουσικής μου προϋποθέτει την προσοχή του ακροατή, τότε χαίρομαι, γιατί ο εν λόγω ακροατής μπορεί να είχε ως τώρα την εντύπωση ότι μουσική είναι κάτι που ακούγεται όταν είμαστε στην ουρά στην τράπεζα, στο αεροδρόμιο η στο ασανσέρ. Για έναν τέτοιο ακροατή, λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω τίποτα, ούτε τώρα ούτε στο μέλλον...


Σε αρκετά κείμενα και συνεντεύξεις σου σε έχω δει να επιμένεις στον όρο συνθέτης, ένα είδος που στην Ελλάδα, κατά την προσωπική μου γνώμη -και δυστυχώς- διατελεί εν εξαφανίσει. Προφανώς χρησιμοποιείς τον όρο συνθέτης σε διακριτότητα εν σχέσει με τον όρο τραγουδοποιός. Πολλοί πάντως πιστεύουν ότι οι τραγουδοποιοί ως φαινόμενο απηχούν καλύτερα το σύγχρονο πνεύμα της κοινωνίας.

Το αληθινό βάθος της μουσικής έγκειται στο ότι είναι η τέχνη του ανείπωτου. Όχι αυτού που δεν έτυχε να ειπωθεί, αλλά αυτού που δεν γίνεται να ειπωθεί γιατί δεν υπάρχει λεκτικός η άλλος κώδικας ικανός να το περιγράψει. Απ’ αυτήν την άποψη, η μουσική είναι μια ανώτερη μορφή γλώσσας η οποία συνεγείρει τις περιοχές του αόρατου και του εκτός γνώσης πεδίου. Για τους ίδιους ακριβώς βέβαια λόγους, αποτελεί ταυτόχρονα και μια γλώσσα στην κυριολεξία α-νόητη. Μερικές φορές οι μουσικοί μεταφράζουν με κοινούς όρους την έννοια, αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία. Με ρωτάς λοιπόν για τους τραγουδοποιούς. Αυτό που επιτάσσει η συνείδηση ενός τραγουδοποιού είναι να μεταφέρει την πραγματικότητα της λεκτικής του εικόνας. Και το πιο υπερβατικό ποίημα όμως εδράζεται στη στέρεα σημασία των λέξεων. Η δουλειά του τραγουδοποιού συνίσταται συνήθως σε μια ανάλογου ύφους μουσική απαγγελία αυτών των λέξεων.

Γιατί τη χαρακτηρίζεις μουσική απαγγελία;
Εσύ τώρα γιατί κάνεις ότι δεν ξέρεις; Γιατί οι απόπειρές τους μετά βίας συγκροτούν τα χαρακτηριστικά μιας υποτυπώδους μουσικής φρασεολογίας. Απ’ την άλλη όμως, υπάρχουν οι πιο σπάνιες περιπτώσεις των κατά συνθήκη τραγουδοποιών, των οποίων η εργασία διαταράσσει τις ισορροπίες, αντιστρέφει τις αναλογίες, εκτοξεύοντας την αρχική εικόνα προς απρόβλεπτες μουσικές κατευθύνσεις. Αυτοί είναι οι τρόπος του λέγειν τραγουδοποιοί. Αν ο Tom Waits η ο Micka Hinson για παράδειγμα σου αναφερθούν ως τραγουδοποιοί, μην τους πιστέψεις. Συνθέτες είναι. Για να ολοκληρώσουμε λοιπόν την απάντηση στο αρχικό σου ερώτημα, ας πούμε ότι αν μια κοινωνία θέλει να στερεί τον εαυτό της από το φαντασιακό που της προσφέρει η μουσική γλώσσα, τότε μάλλον δεν μιλάμε για μια σύγχρονη κοινωνία, αλλά για μια κοινωνία προβληματική και καθυστερημένη.

Τι θα έλεγες για μια περίπτωση σαν κι αυτή του Μάνου Χατζιδάκι, που, όπως ξέρουμε, σε όλη του τη ζωή –κατ’ ουσίαν- αναζήτησε το τραγούδι και μόνον;
Όχι μόνον ο Χατζιδάκις, αλλά και ο Ξαρχάκος, ο Λεοντής, ο Μούτσης, ο Θεοδωράκης, ο Μαμαγκάκης. Όλοι αυτοί είναι αληθινοί συνθέτες βάθους, ασκώντας –άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο- σχεδόν αποκλειστικά την τέχνη του τραγουδιού. Μέσα από την ανάγνωση κειμένων άρθρωσαν μουσικό λόγο ολοκληρωμένο, ανάδευσαν τις άρρητες περιοχές της μουσικής για τις οποίες μιλούσαμε πριν, ενέδωσαν στις εκλεκτικές διαφοροποιήσεις. Μας παραδίδουν έργο πλούσιο και καθαρό.

Αν μιλήσουμε για τη δεκαετία του ’60, θα συμφωνήσουμε υποθέτω ότι η μουσική και γενικότερα η καλλιτεχνική δημιουργία πέρασε επιτυχώς τις εξετάσεις που έθεσε η κοινωνική και πολιτική συγκυρία. Αναφέρομαι σε παγκόσμιο επίπεδο. Πιστεύεις ότι η κοινωνία είναι αυτή που δίνει την εντολή και η τέχνη υπακούει;
Για την κοινωνία μπορεί να υπάρξουν στιγμές ανάτασης και στιγμές κατά τις οποίες η μουσική υποβιβάζεται στο επίπεδο μιας χρηστικής μη αξίας. Τόσο το χειρότερο για την κοινωνία. Θα λυπόμουνα όμως για τον δημιουργό που για να «συμμορφωθεί» θα παρακολουθούσε αυτόν τον συρμό. Η αλήθεια είναι ότι λυπάμαι ήδη για αρκετούς. Ο συνθέτης πρέπει να εξακολουθεί να καλλιεργεί την τέχνη του αδιάφορος για την επίκαιρη κρίση.

Εσύ για ποιους γράφεις;
Θα σου το πω όσο πιο προκλητικά μπορώ: Για τον εαυτό μου.

Δεν φοβάσαι μήπως σε κατηγορήσουν για ελιτισμό;
Για τους εαυτούς τους θα έπρεπε να φοβούνται, γιατί το μέγεθος μια τέτοιας ανοησίας σκοτώνει. Όποιος γράφει για τον εαυτό του είναι σίγουρο ότι γράφει και για άλλους. Όποιος αντίθετα εκτρέφεται σήμερα μέσα στην ασφάλεια της «γνώμης των πολλών», το πλέον σίγουρο είναι ότι αύριο θα εμπλακεί στην άχαρη διελκυστίνδα του «ποιος παρέσυρε ποιον». Επίτρεψέ μου όμως να σε ρωτήσω κι εγώ κάτι.

Παρακαλώ!
Ποιος νομίζεις ότι θα τα διαβάσει όλα αυτά;

Τότε γιατί τα λες;
Γιατί αυτός είναι ο ρόλος μου.

Δεκτόν. Επειδή όμως η γνώμη των πολλών που λες καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τρίτους, τι πιστεύεις για τους μεσάζοντες (ραδιόφωνα, έντυπα κλπ.) ανάμεσα στο μουσικό έργο και το κοινό;
Εξαιρούμε ελάχιστους και για τους υπόλοιπους κρατάμε ενός λεπτού σιγή….

Μια και τό’ φερε η κουβέντα, ποια –κατά την άποψή σου- είναι τα χαρακτηριστικά της ηγεμονεύουσας αντίληψης στην ελληνική μουσική σήμερα;
Ανέκαθεν τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν εκείνα του λίγο ως πολύ φτηνού μελοδράματος. Σήμερα ζούμε την κατάρρευση, το ξεφούσκωμα αυτού του μελοδράματος. Η συγκολλητική ουσία μιας ναϊφ πραγματικότητας που συνέδεε κάποτε αβίαστα το λαϊκό είδωλο με τον κόσμο του, είχε τον χαρακτήρα μιας βιωμένης λαϊκής όπερας, έστω και κακού γούστου. Σήμερα που η πραγματικότητα είναι απείρως πιο σκληρή με τη διόγκωση και τις μεγεθύνσεις, παρακολουθούμε τις έσχατες απόπειρες ταύτισης του ειδώλου-ήρωα με την ιστορία των μεγάλων παθών. Αναζητούνται ίχνη αλήθειας. Και πώς να πετύχεις αυτή την αφύσικη συγκόλληση, όταν με την άσκοπη χρήση δεν έχεις αφήσει ούτε σάλιο στην ίδια την πραγματικότητα; Αναζητείται λοιπόν η πραγματικότητα.



Αφού μιλάμε για πραγματικότητα, τι πιο πραγματικό από τις έννοιες αρσενικό- θηλυκό. Θα μου επιτρέψεις να σου θέσω μια ερώτηση που την είχα κατά νου από την εποχή που έκανες Του Μάγου τα Παιχνίδια. Έχω την εντύπωση ότι εκεί επανέφερες την ιδέα του διακριτού των φύλων, που πρωτοδιατυπώθηκε στο δίσκο Άντρες Είναι Μοναχοί.
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η επισήμανση, αν και νομίζω ότι, ενώ στο Άντρες Είναι Μοναχοί τα δύο φύλα σχεδόν αντιπαρατίθενται, στου Μάγου τα Παιχνίδια το αρσενικό και το θηλυκό υποτάσσονται αμφότερα στο πλαίσιο του συνολικού φαινομένου της ζωής. Αφού όμως η ερώτησή σου αναφέρεται στα δύο φύλα και προκειμένου να τα συνδέσουμε με το γενικό φαινόμενο, ας φροντίσουμε παράλληλα να μιλήσουμε γι’ αυτά με τρόπο που θα μας ήταν πιο ευχάριστος. Ας πούμε λοιπόν ότι η θέα του γυναικείου αιδοίου ασκεί τεράστια δύναμη γιατί γεννά από μόνη της την πιο θερμή και οικεία μεταφορά αυτού που αντιλαμβανόμαστε η σκεφτόμαστε ότι είναι η ζωή. Γυναίκα- αιδοίο- γέννηση. Η γέννηση είναι η αποθέωση του γυμνού. Αυτό εξηγεί και την αντρική φαντασίωση για τη γυναίκα-πόρνη. Η πόρνη δείχνεται διαρκώς και άρα σωματοποιεί την μυστηριώδη γνώση του να προσφέρεις την γυμνή σου εικόνα ως μεταφορά, ως κάτι δηλαδή που συνταράσσει γιατί βρίσκεται πολύ πέραν και πάνω του κοινού μέτρου της αίσθησης και εμπειρίας. Αγγίζει σχεδόν το άπειρο. Εξ ου και η ευαρέσκεια των αντρών στη συχνή χρήση του υπερθετικού βαθμού προκειμένου να αναφερθούν στα απόκρυφα κάλλη μιας γυναίκας. Η έννοια του μεγέθους δηλαδή γίνεται ταυτόσημη με το βάθος του μυστηρίου, που είναι η ίδια η ζωή.

Τελειώνοντας, πες μου κάτι που θα ήθελες, έτσι, χωρίς ερώτηση.
Στην τέχνη έντιμο είναι μόνο ό,τι έχει όραμα.

Και πως ξεχωρίζουμε τις προθέσεις;
Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι προθέσεις. Χρησιμοποιούμε συνήθως έναν φοβερό ευφημισμό: Λέμε «καλών προθέσεων άνθρωπος», εκεί που θα’ πρεπε να μιλάμε για έναν βαρεμένο, φυγόπονο, εν τέλει ανεύθυνο άνθρωπο που αρνείται να ολοκληρώσει. Εμένα αντίθετα μου αρέσουν οι άνθρωποι που εννοούν αυτό που κάνουν και κάνουν αυτό που εννοούν.

Μόνο ό,τι έχει όραμα λοιπόν; Τίποτα άλλο;
Τίποτα.

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Ο ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

Ο ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

Συνάντησα πρόσφατα τον Θάνο Μικρούτσικο για τις ανάγκες ενός άρθρου για το περιοδικό "Δίφωνο". Μόλις είχαμε τελειώσει την κουβέντα όταν του ζήτησα να πει δυο λόγια για τη στενή του συνεργάτιδα και φίλη Μαρία Δημητριάδη. Φανερά συγκινημένος, ο Θάνος Μικρούτσικος δέχτηκε να μιλήσει στα Μ.Π. για την απώλεια  της μεγάλης Ελληνίδας τραγουδίστριας. Τον ευχαριστώ θερμά.
ηρ.οικ.




Λυπάμαι που αυτή την κουβέντα δεν την κάναμε πριν δύο, πριν τρία, πριν έξι χρόνια. Η Μαρία Δημητριάδη είναι ίσως η μεγαλύτερη Ελληνίδα τραγουδίστρια, από τη Μεταπολίτευση και μετά. Αν πάρετε αυτή τη στιγμή μια οποιαδήποτε ηχογράφησή της από τη δεκαετία του ’70, ας πούμε από τις κοινές μας δουλειές για να μη μιλήσω για άλλους, και δείτε μια οποιαδήποτε ερμηνεία της, και τη συγκρίνετε με τις ηχογραφήσεις εκείνης της εποχής σπουδαίων Ελληνίδων τραγουδιστριών - που όντως είναι σπουδαίες, όχι δήθεν σπουδαίες - είναι 100 προς 1 το αποτέλεσμα, είναι σαν να ηχογραφήθηκε σήμερα, δηλαδή η ερμηνεία της είναι εντελώς σημερινή. Το ίδιο συμβαίνει με τις, λιγότερες βέβαια σε ποσότητα, ερμηνείες της Φλέρυ Νταντωνάκη, επίσης αδικοχαμένης τραγουδίστριας, μεγάλης.

Ψάχνοντας σε ανύποπτο χρόνο, όχι τώρα, να δω γιατί συμβαίνει αυτό, πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό - διότι έχουμε σπουδαίες φωνές στην Ελλάδα, γεμάτες φωνές, φωνές με φοβερό χρώμα - έβγαλα ένα συμπέρασμα: ότι δηλαδή η Μαρία δεν ήταν μόνο επική τραγουδίστρια ή μόνο λυρική τραγουδίστρια. Την ίδια στιγμή που τραγουδούσε ας πούμε το «Αν η μισή μου καρδιά» ή την ίδια στιγμή που τραγουδούσε κάτι από τη «Καντάτα για τη Μακρόνησο» ή από τα «Τροπάρια για Φονιάδες», την ίδια στιγμή είναι σαν να εξέφραζε ερμηνευτικά τη δραματική συγκυρία. Ο όρος «δραματική τραγουδίστρια» δεν υπάρχει στο έντεχνο νεοελληνικό τραγούδι· τον δανειζόμαστε για πολύ μεγάλες φωνές της όπερας. Βεβαίως δεν είχε την τεχνική μιας μεγάλης φωνής της όπερας, είχε όμως την έκφραση αυτής της δραματικότητας που δεν την είχε καμία άλλη Ελληνίδα τραγουδίστρια. Μπορούσαμε να πούμε «θαυμάσια λυρική τραγουδίστρια η τάδε», «θαυμάσια επική τραγουδίστρια η τάδε», ή και η ίδια θαυμάσια λυρική σε κάτι άλλο. Ταυτοχρόνως να κρύβονται όλα αυτά τα επίπεδα και να απορρέει μια δραματικότητα, αυτό υπήρχε μόνο στη Μαρία Δημητριάδη.

Τώρα, γιατί θα της οφείλω μέχρι τέλους της Μαίρης (Μαίρη την λέγαμε); Διότι μαζί φτιάξαμε τον τρόπο μας· αυτή τον τρόπο να τραγουδάει κι εγώ τον τρόπο να συνθέτω. Είναι περίεργο πράγμα. Αν δείτε πώς εκφέρει τις συλλαβές, πώς γεμίζει αυτό το στόμα με μία συλλαβή... κι αυτό δεν βγήκε κατόπιν διδασκαλιας, βγήκε κατόπιν μίας πολύ κοντινής επαφής. Εγώ τη γνώρισα το 1972, και δουλεύαμε καθημερινά από το ’72, μετά έγινε και η σχέση με τον αδερφό μου και πια είμαστε μια οικογένεια. Αλλά ανεξάρτητα από αυτό δουλεύαμε κάθε μέρα, δεν υπήρχε μία μέρα που να μην γίνει πρόβα σπίτι, από μια στιγμή και μετά δεν υπήρχε μία μέρα που να μην υπάρχει μια συναυλία, μερικές μέρες και τρεις συναυλίες.

Όλη αυτή η δεκαετία του ’70 ήταν μια ηρωική περίοδος, υπήρχαν πολλοί δίσκοι, υπήρχαν πολλές συναυλίες, υπήρχε πολλή πρόβα, όπου εκεί οι συλλαβές γίνονταν ένα οικοδόμημα, λειτουργούσε η σιωπή, η κατάρρευση των συλλαβών. Δηλαδή, μάθαμε μαζί να συλλαβίζουμε τους τρόπους μας, αυτή τον τρόπο του να ερμηνεύει, κι εγώ τον τρόπο του να γράφω εκείνες τις συλλαβές που αυτή θα ερμήνευε. Αν μ’ ακούσεις να τραγουδώ και προ του ’72 - υπάρχουν κάποιες ηχογραφήσεις αστείες σε κάτι μαγνητόφωνα - ο τρόπος που λέω τις συλλαβές ή τις λέξεις δεν θα σου φανεί παράξενος, γιατί μετά θα τον δεις στη Μαρία Δημητριάδη. Δηλαδή, τον φτιάξαμε μαζί αυτό το πράγμα. Της οφείλω λοιπόν τον τρόπο μου, της οφείλω όλο τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε η περίπτωση του Θάνου Μικρούτσικου. Όλη αυτή τη δεκαετία του ’70 μέχρι το ’82 την περάσαμε μαζί, χέρι-χέρι.

Ξεχωρίζετε κάποια στιγμή της συνεργασίας σας;
Ξανάκουσε την Ρόζα Λούξεμπουργκ απ’ τα "Τροπάρια για Φονιάδες", και θα σου σηκωθεί η τρίχα. Αυτά.

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ: "ΓΙΑ ΤΗΝ ΆΤΕΛΕΙΩΤΗ ΕΚΔΡΟΜΗ' ΤΟΥ ΓΚΑΪΦΥΛΛΙΑ

Παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο το άρθρο του Θανάση Παπακώστα "Η ιστορία μιας ηχογράφησης - Η Ατέλειωτη Εκδρομή", μια εξαιρετική ανάλυση του δίσκου του Θανάση Γκαϊφύλλια "η ατέλειωτη εκδρομή του Γκαϊφύλια" που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Μουσικοί Ορίζοντες", στο τεύχος Νο 17 - Απρίλιος 2001. Το άρθρο το έστειλε ο ίδιος ο Γκαϊφύλλιας στα Μουσικά Προάστια, αφότου του ζητήσαμε να γράψει κάτι για αυτό τον ιστορικό δίσκο του. Ευχαριστούμε θερμά τους κύριους Γκαϊφύλλια και Παπακώστα, για την ευγενική αυτή παραχώρηση!
Μ.Π.
-----

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗΣ

«Η Ατέλειωτη Εκδρομή»

του ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ


(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Μουσικοί Ορίζοντες", τεύχος Νο. 17, Απρίλιος 2001)

Η «ατέλειωτη εκδρομή» είναι ο δίσκος που καθόρισε και καθιέρωσε καλλιτεχνικά τον Θανάση Γκαϊφύλλια Τραγούδια όπως η «εκδρομή», το «άδοξο τέλος», το «οδοιπορικό» και η «γνωριμία», εξακολουθούν να δηλώνουν την παρουσία τους και σήμερα, 26 χρόνια μετά την κυκλοφορία τους στην δισκογραφία.

Οι «Εσπερίδες», ο Γλέζος και η «Πρέβεζα».
Το χειμώνα του 1970 ο Κομοτηναίος Θανάσης Γκαϊφύλλιας τελείωσε το στρατιωτικό του και αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα. Ήθελε να εκπληρώσει τα καλλιτεχνικά του όνειρα και εκείνη την εποχή μόνο στην πρωτεύουσα μπορούσε να έχει αυτή τη δυνατότητα. Ξένος στην πόλη, αυτό το δύσκολο χειμώνα, μέσα στην περίοδο της δικτατορίας, ξεκίνησε να δουλεύει στη μπουάτ «Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη. Εκεί εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Αθηναϊκό κοινό, ερμηνεύοντας τα τραγούδια του. (Δεν ήταν η πρώτη φορά .Είχε προηγηθεί ένας μήνας εμφανίσεων δίπλα στο Γιώργο Ζωγράφο τον Ιούλιο του 1968). Τα πρωινά έκανε διάφορες δουλειές σε εργοστάσια, στα διυλιστήρια της ΕΛΒΥΝ και στον ΟΛΠ, όπου ξεφόρτωνε καράβια. Στις «Εσπερίδες» του δόθηκε η ευκαιρία να γνωριστεί με αρκετούς ανθρώπους του τραγουδιού. Ο Γκαϊφύλλιας θυμάται πως γνώρισε τον Γιάννη Γλέζο: "Ένα βράδυ ήρθε ένας νέος χλωμός κι αδύνατος κι ο Αργύρης φρόντισε να μας συστήσει. Ήταν ο Γιάννης Γλέζος και μου είπε πως ετοίμαζε μια δουλειά βασισμένη στην ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. Ήθελε να κάνει ένα δίσκο που στη μία πλευρά θα είχε τρυφερά ποιήματα του Καρυωτάκη και στην άλλη, σκωπτικά και οργισμένα. Τα αισθαντικά τραγούδια είχε επιλέξει να τα ερμηνεύσει ο Λάκης Παπάς και τα άλλα εγώ, που του άρεσα πολύ. Τρελάθηκα από τη χαρά μου κι αμέσως ξεκινήσαμε τις πρόβες στο σπίτι του Γλέζου. Συναντιόμασταν κάθε μέρα και μάθαινα τα τραγούδια από τον Γιάννη που με συνόδευε με το πιάνο του. «Ο Μιχαλιός», «Οι δημόσιοι υπάλληλοι», «Διάκος», «Κανάρης», «Byron», «Υποθήκαι», «Πρέβεζα». Το όνειρο, όμως, αυτού του δίσκου, ματαιώθηκε. Από τα 18, ίσως και περισσότερα, τραγούδια, που είχε υποβάλει ο Γλέζος στην επιτροπή λογοκρισίας, δεν πέρασε κανένα. Τα κόψαν ΟΛΑ".

O Γκαϊφύλλιας δισκογραφικά ξεκίνησε με ένα δισκάκι 45 στροφών το 1968 και το 1971 κυκλοφόρησε το πρώτο του LP. Ήταν το «Ώτο στοπ» στο οποίο συμμετείχε και το συγκρότημα «Ανάκαρα». Το 1972 τραγούδησε δύο τραγούδια στο δίσκο «Κήπος» του Λίνου Κόκοτου. Το 1975 ήρθε η «Ατέλειωτη Εκδρομή», ο πρώτος ουσιαστικά προσωπικός δίσκος του Γκαϊφύλλια. Σ΄αυτή τη δουλειά του συμπεριέλαβε και την «Πρέβεζα», ένα από τα τραγούδια του Γλέζου, σε ποίηση Καρυωτάκη, που είχε απαγορεύσει η δικτατορία. Την «Πρέβεζα» ξανατραγούδησε το 1982 και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Ο Γκαϊφύλλιας ανέφερε γι΄αυτό: "Λίγο πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος του Παπακωνσταντίνου «Φοβάμαι», είχα κάνει ένα ταξίδι στην Αθήνα και με φιλοξενούσε ο Βασίλης στο σπίτι του στην πλατεία Αμερικής. «Σου έχω μια έκπληξη» μου είπε και έβαλε να ακούσουμε ένα δείγμα του ακυκλοφόρητου δίσκου του. Όταν άκουσα την «Πρέβεζα» έμεινα άφωνος. Του είπα πως δε μου άρεσε καθόλου η ενορχήστρωση του Κώστα Γανωσέλη με τα πνευστά στο τραγούδι. Προτιμώ την ατμόσφαιρα που είχαμε δώσει εμείς στην «Εκδρομή». Το τραγούδι εκεί είναι πιο ατμοσφαιρικό, πιο σκωπτικό και ταυτόχρονα πιο τραγικό".

Η «Πρέβεζα» ανοίγει την πρώτη πλευρά του δίσκου και ακολουθεί το τραγούδι «Μπενερτζή», που είναι εμπνευσμένο από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Ναζίμ Χικμέτ.

Ο Γκαϊφύλλιας είπε για την ιστορία του Μπενερτζή: "Είναι ένα φανταστικό πρόσωπο, που τοποθετείται στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ινδών κατά των Άγγλων. Συλλαμβάνεται πολύ νέος και περνάει τα περισσότερα χρόνια του στη φυλακή, όπου γίνεται σύμβολο του αγώνα. Όταν πια γέρος και άρρωστος αποφυλακίζεται, ξεσηκώνεται ολόκληρη η Ινδία. Ο Μπενερτζή όμως νιώθει, ότι με τα τόσα προβλήματα υγείας και την αποχή του από τη δράση για τόσα πολλά χρόνια, δεν είναι σε θέση να ηγηθεί και να προσφέρει στην επανάσταση. Συνειδητοποιεί λοιπόν, πως θα είναι πιο χρήσιμο να θυσιάσει τη ζωή του, παρά να μείνει ζωντανός. Αποφασίζει έτσι να αυτοκτονήσει το βράδυ της απελευθέρωσής του, για να απαλλάξει από την παρουσία του το κίνημα και να παραμείνει μ΄αυτόν τον τρόπο ζωντανό σύμβολο του αγώνα. Η ιστορία του Μπενερτζή περιγράφει ουσιαστικά τη ζωή του Χικμέτ, ο οποίος πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή και, αφού απελευθερώθηκε, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του άρρωστος, στα νοσοκομεία της Μόσχας και της Ρώμης."

Το «Αρχοντόπουλο» είναι το τρίτο τραγούδι του δίσκου και αποτελεί ένα απόσπασμα από τα γραπτά του Γιώργου Σουρή. Είναι μια καυστική σάτιρα για το θράσος των κατώτερων οργάνων της τάξης, που εκμεταλλεύονται τους απλούς ανθρώπους, με τα ψήγματα εξουσίας που τους δίνουν οι καταστάσεις.

Ακολουθεί το «Άδοξο τέλος», που είναι ένα αφηγηματικό τραγούδι. Περιγράφει την ιστορία μιας παρέας που ξεκινάει μια κοινή πορεία, αλλά η αμείλικτη πραγματικότητα της ζωής, ξεθωριάζει τα όνειρά τους και οι φίλοι καταλήγουν σε δρόμους χωριστούς.

Το «Οδοιπορικό», είναι σατιρικό και ηχοχρωματικά έχει στοιχεία «Dixieland» μπάντας. Ο ήχος ενός παρακμιακού μπαρ στον Αμερικάνικο «Νότο», ήταν το ζητούμενο σ΄αυτό το τραγούδι. Τη λύση έδωσε ο Κίμων Βασιλάς, που είχε την έμπνευση να βάλει πινέζες στα σφυράκια του πιάνου. Μ΄αυτό τον τρόπο, το έκανε να ακούγεται σα ξεκούρδιστη πιανόλα. Χαρακτηριστική είναι και η παρουσία της Νατάσσας Γερασιμίδου, που συμμετέχει στο τραγούδι γελώντας ειρωνικά, όταν κάποια στιγμή αναφέρεται η Αμερική.

Η πρώτη πλευρά του δίσκου κλείνει με τη «Γνωριμία», τραγούδι στο οποίο τους στίχους έγραψε ο Μάνος Ελευθερίου. Ο συνθέτης περιγράφει πώς γνώρισε του Ελευθερίου: "Τον συνάντησα πρώτη φορά στις «Εσπερίδες». Ήταν αδυνατούλης, με χοντρά μυωπικά γυαλιά και πολύ ήσυχος. Σου έδινε την εντύπωση ενός λογιστή, με όλα τα προβλήματα που κουβαλάνε αυτοί οι «χαρτοπόντικες». Δε φανταζόσουν, όταν τον έβλεπες, ότι ήταν ένας γίγαντας της σκέψης και της έμπνευσης. Όταν γνωριστήκαμε μου είπε: «Θέλεις να διαβάσεις κάποια ποιήματα που έχω; Νομίζω ότι σου ταιριάζουν και θα΄θελα να τα ακούσω τραγούδια από σένα». Μου έδωσε μερικά από τα πιο όμορφα ποιήματα που μελοποίησα. Η «Εκδρομή», η «Γνωριμία» και το «Κιθάρες των νερών» είναι τα τραγούδια που έκανα με το Μάνο. Τα ποιήματά του ήταν από μόνα τους έτοιμα τραγούδια, είχαν μέσα τους μουσική. Είμαι πολύ τυχερός, αφού ήρθε ο ίδιος και μου τα έδωσε χωρίς να του τα ζητήσω. Όταν τα διάβασα, άνοιξαν καινούριοι ορίζοντες στην έμπνευση και την ερμηνεία μου."

Η Κωχ, λυρική και οργισμένη.
Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ξεκινά με την «εκδρομή», το τραγούδι που έδωσε το όνομά του σε όλη τη δουλειά. Καταλυτική είναι η συμμετοχή της Μαρίζας Κωχ, η οποία μοιράζεται τους στίχους της «εκδρομής» με τον Θανάση. Όπως υπογραμμίζει ο Γκαϊφύλλιας: "Στην ερμηνεία της αυτή, καταφέρνει θαυμάσια να είναι ταυτόχρονα, λυρική και οργισμένη". Το «Χάι-Κάι» είναι μια συρραφή από στιχάκια του συνθέτη, που περιγράφουν και καταγελούν καταστάσεις με ανάλαφρο τρόπο, όπως στις κρητικές μαντινάδες. Γι’αυτό το λόγο, το τραγούδι έχει παραδοσιακό ηχόχρωμα και είναι γραμμένο στο ρυθμό του μπάλου. Εδώ ποντιακή λύρα παίζει ο Γιώργος Κωστίκας και κρητική λύρα ο Νίκος Ξυλούρης. Το «Λίγο πριν τον 3ο παγκόσμιο» είναι η «ροκιά» του δίσκου και βασίστηκε σ’ένα ποίημα του Γιάννη Κακουλίδη. Στην εισαγωγή ο Γιώργος Μαγκλάρας παίζει με το βιολί του το μουσικό θέμα του «Τσομπανάκου». Το χαρακτηριστικά βιωματικό τραγούδι του δίσκου είναι το «Βαθιές οι ρίζες». Ο Γκαϊφύλλιας περιγράφει τη νοσταλγία και τη λαχτάρα που νοιώθει για τον τόπο του: "Όλα τα χρόνια που έμεινα στην Αθήνα, αισθανόμουν πρόσφυγας. Ήξερα ότι ποτέ δεν θα ρίζωνα σ’αυτή την πόλη". Εδώ κλαρίνο παίζει ο Γιώργος Κωστούλας και ούτι ο Καριοφύλλης Δοϊτσίδης. Ο δίσκος κλείνει με το «Κιθάρες των νερών», άλλο ένα έξοχο ποίημα του Μάνου Ελευθερίου. Το τραγούδι ξεκινάει και τελειώνει με χορωδία που ψάλλει: «Ότι στον αιώνα το έλεος αυτού αλληλούια». Ακούγονται 21 φωνές, που στην πραγματικότητα είναι τρεις. Του Γκαϊφύλλια, του Θεοφίλου και της Γερασιμίδου. Τραγούδησαν και οι τρεις μαζί εφτά φορές σε αντίστοιχα κανάλια, τα οποία μιξαρίστηκαν στη συνέχεια. Τραγουδιστικό ντουέτο εδώ, με τον Γκαϊφύλλια κάνει η Γερασιμίδου.

Ψυχή των ενορχηστρώσεων ο Μπίκος
Τα τραγούδια της «Εκδρομής» ακουγόντουσαν χρόνια πριν την κυκλοφορία του δίσκου, στις ζωντανές εμφανίσεις του Γκαϊφύλλια, ήδη από την περίοδο της δικτατορίας. Ο συνθέτης θυμάται: "Εκείνη την εποχή συνηθιζόταν, κάθε Κυριακή, τα πρωινά, να δίνουμε συναυλίες, κυρίως σε κινηματογράφους των προαστίων. Οι μουσικοί που παίζαμε μαζί τότε, ήμαστε μόνιμη συντροφιά και δουλεύαμε επίσης και στη μπουάτ «5η Εποχή». Ο Θανάσης Μπίκος, ο Γιώργος Μαγκλάρας, ο Πέτρος Πρωτόπαπας και εγώ, με συλλογική προσπάθεια, ενορχηστρώσαμε τα τραγούδια του δίσκου. Ο Μαγκλάρας σφράγισε με τον ήχο του βιολιού του το δίσκο. Έχει έναν μοναδικό τρόπο να συνδιάζει στη δοξαριά του τον Jean Luc Ponty και τον Γιώργο Κόρο. Ο Πέτρος Πρωτόπαπας με το φλάουτο, στόλισε τα κομάτια με υπέροχους, αέρινους αυτοσχεδιασμούς. Για να έχουμε όσο το δυνατόν καλύτερο ήχο στις ηχογραφήσεις, αγοράσαμε με τον Μπίκο την ίδια μέρα από μία κιθάρα Ibanez. Χτίζαμε τα κομάτια επάνω στο παίξιμο του Μπίκου, αφού εκτός από ακουστική έπαιζε μπάσσο και ηλεκτρική. Χωρίς αυτόν, ο δίσκος θα είχε σίγουρα διαφορετικό ηχόχρωμα. Στενοχωρήθηκα πολύ που δεν αναφέρθηκε το όνομά του, όπως και των υπολοίπων μουσικών στο οπισθόφυλλο. Η ευθύνη, όμως, είναι του Γιώργου Λεφεντάριου, στον οποίο είχα δώσει όλα τα ονόματα και αυτός δεν έβαλε κανένα".

Η «Ατέλειωτη Εκδρομή» κυκλοφόρησε από τη MIΝΟS και παραγωγός ήταν ο Αχιλλέας Θεοφίλου. Ο Γκαϊφύλλιας χαρακτηρίζει την παραγωγή πλούσια και λέει: "Συμμετείχαν πολλοί μουσικοί στην ηχογράφηση του δίσκου, γι΄αυτό έχει μεγάλη ποικιλία ηχοχρωμάτων. Το μόνο που έλεγα στο Θεοφίλου, ήταν τι όργανα ήθελα για την επόμενη ηχογράφηση. Ο Αχιλλέας μας άφησε να λειτουργήσουμε με το ένστικτο και τον ενθουσιασμό μας και αυτό ήταν πολύ θετικό, γιατί μπορέσαμε και κάναμε τη δουλειά όπως τη θέλαμε. Παρακολουθούσε διακριτικά την εξέλιξή της και δεν επενέβη πουθενά".

Για το εξώφυλλο του δίσκου ο Γκαϊφύλλιας ήθελε κάτι εικαστικό, έτσι ανέθεσε στο ζωγράφο και χαράκτη Παναγιώτη Γράββαλο να το ζωγραφίσει. Για να τον βοηθήσει να εμπνευστεί, του έδωσε να ακούσει τα τραγούδια σε μαγνητοταινία. Ο Γράββαλος ζωγράφισε με σινική ένα δειλινό στο Σούνιο και μια παρέα από τρία άτομα που επαναλαμβάνονται πολλές φορές σε διάφορα σημεία του έργου. Τελικά ο πίνακας δεν χρησιμοποιήθηκε και σήμερα βρίσκεται στην κατοχή του Γκαϊφύλλια. Ο συνθέτης λέει για τη συνέχεια της ιστορίας του εξωφύλλου: "Η άλλη ιδέα για εξώφυλλο, ήταν ενός γραφείου που συνεργαζόταν με την εταιρία. Σκέφτηκαν ότι αφού ο τίτλος είναι «Ατέλειωτη Εκδρομή», θα ήταν έξυπνο να βάλουμε συμβολικά για εξώφυλλο δυο «κουρασμένα» παλιά άρβυλα. Μου άρεσε η ιδέα και πήγα στα παλιά στο Μοναστηράκι να βρω ένα ζευγάρι. Είδα κάποια κρεμασμένα έξω από ένα μαγαζί που τα έτρωγε ο ήλιος και η βροχή. «Αυτό το ζευγάρι θέλω», είπα στον άνθρωπο. «Τι να τα κάνεις αυτά, είναι άχρηστα» μου λέει. «Έλα μέσα να σου δείξω ένα καλό ζευγάρι». «‘Όχι! Εγώ αυτά θέλω!». Έτσι τα αγόρασα 50 δραχμές και τα πήγα στο γραφείο, όπου τα φωτογράφησαν και μετά τα πέταξαν".

Στην «Ατέλειωτη Εκδρομή» κατάθεσαν ταλέντο και ψυχή οι παρακάτω μουσικοί:
Θανάσης Μπίκος: Μπάσο, ηλεκτρική & ακουστική κιθάρα.
Γιώργος Μαγκλάρας: Βιολί.
Πέτρος Πρωτόπαπας: Φλάουτο.
Θανάσης Γκαϊφύλλιας: Ακουστική κιθάρα.
Ανδρέας Τσεκούρας: Ακορντεόν, πίπιζα.
Νίκος Λαβράνος: Τύμπανα.
Κίμων Βασιλάς: Πιάνο, όργανο.
Στέλιος Καρύδας: Κλασσική κιθάρα.
Γιώργος Κωστίκας: Ποντιακή λύρα.
Νίκος Ξυλούρης: Κρητική λύρα.
Θανάσης Πολυκανδριώτης: Λαούτο.
Θανάσης Αραπίδης: Κλαρίνο.
Γιώργος Κωστούλας: Κλαρίνο.
Καρυοφίλης Δοϊτσίδης: Ούτι.
Τάσος Διακογιώργης: Τυμπάνια.
Χρήστος Σφέτσας: Βιολοντσέλο.

Υ.Γ. (του Θανάση Γκαϊφύλλια):
Δυστυχώς δεν θυμάμαι τα ονόματα των μουσικών που έπαιξαν Τρομπόνι και Τρομπέτα.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Ο ΘΕΜΟΣ ΣΚΑΝΔΑΜΗΣ ΣΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ


Από τη Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου και κάθε Δευτέρα μέχρι τις 30 Μαρτίου ο Θέμος Σκανδάμης στη μουσική σκηνή «Πυρήνας».

Τραγούδια από τον προσωπικό του δίσκο: «Μακροβούτι», αλλά και “links” από τον Τσιτσάνη στον Tom Waits με απόλυτη αυθαιρεσία.. Τραγούδια για αδέσποτα, καραγκιοζοπαίχτες, ταράτσες, ιπτάμενους γαϊδάρους, χορτοφάγους λύκους, δραπέτες, οδοφράγματα, διαστημικά μωρά, υπαρξιακό fast food, και τη συντέλεια του κόσμου.

Μαζί του οι:
Βασίλης Μαντζούκης (τύμπανα)
Αντώνης Μαράτος (μπάσο)
Δάφνη Σοφοκλέους (πιάνο)
Κώστας Νικολόπουλος (κιθάρες)

Μουσική Σκηνή "Πυρήνας", Διοχάρους 11, όπισθεν Χίλτον
Ωρα προσέλευσης: 22.00

«ΣΗΜΕΡΟΝ - ΕΓΧΡΩΜΟΝ» ΣΤΟ ΤΣΑΙ ΣΤΗ ΣΑΧΑΡΑ

(στη φωτογραφία η Κωνσταντίνα Κυριαζή)

"Σήμερον - Έγχρωμον"
Χρωματιστές ιστορίες με ασπρόμαυρα Πλήκτρα, Βιολί και Φωνή.


Με το καράβι της Μουσικής, διασχίζουμε το χρόνο, ταξιδεύουμε σε χώρες μακρινές, όπου οι άνθρωποι μιλούν διαφορετικές γλώσσες, έχουν άλλο χρώμα στο δέρμα τους αλλά έχουν ίδιες αγωνίες, βλέπουν το σύντροφό τους στα μάτια με τον ίδιο τρόπο, ερωτεύονται με το ίδιο πάθος...

Οι μουσικές και τα τραγούδια των Claude Debussy,Villa Lobos, Kurt Weil, Sting,David Bowie, Thelonius Monk, Γιώργου Καλκάνη, Σωκράτη Μάλαμα, Μάνου Χατζιδάκι, Θαν. Παπακων/νου, κ.ά. είναι τα λιμάνια που βρίσκουμε στο ταξίδι μας...

Δάφνη Πανουργιά - Φωνή
Κωνσταντίνα Κυριαζή - Βιολί
Γιώργος Καλκάνης - Πιάνο

Στο "Τσάι στη Σαχάρα" (Ιλίσια, 210 7710611)

Τα δύο Σάββατα 14 και 21 Φεβρουαρίου.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΝΙΚΟΣ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Εκδήλωση του Τμήματος Πολιτισμού του Συνασπισμού και του Ινστιτούτου “Νίκος Πουλαντζάς”

Τετάρτη 11 και Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009, ώρα 16.00

Aίθουσα Συλλόγου Υπαλλήλων Τράπεζας Ελλάδος (ΣΥΤΕ), Σίνα 16 (και Ακαδημίας)

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
ΤΕΤΑΡΤΗ, 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2009- 1η ενότητα
ΣΥΖΗΤΑ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ;
16.00 – 16.10 Έναρξη
Νίκος Πετραλιάς, πρόεδρος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς
Α. 16:15 –17:00 Γιατί δεν υπάρχει σήμερα αριστερή πολιτική για τον πολιτισμό. Το φαινόμενο και η ιστορία του
Συντονίζει / παρεμβαίνει: Αριστείδης Μπαλτάς, πανεπιστημιακός, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Ομιλητές: Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος,

Λαοκράτης Βάσσης, φιλόλογος - εκπαιδευτικός
17:00 –17:30 συζήτηση – παρεμβάσεις

Β. 17:30 – 18:15 Νέοι, πολιτισμός, Αριστερά: υπάρχει σημείο συνάντησης;
Συντονίζει / παρεμβαίνει: Λόης Παπαδόπουλος, πανεπιστημιακός, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Ομιλητές: Δανάη Παναγιωτοπούλου, μουσικός,

Νίκος Σουλιώτης, πανεπιστημιακός, Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
19:45 – 20:15 συζήτηση – παρεμβάσεις

Γ. 19.00 – 19:45 Καλλιτεχνική δημιουργία, κοινωνική κριτική και Αριστερά
Συντονίζει / παρεμβαίνει: Δημήτρης Σεβαστάκης, ζωγράφος - πανεπιστημιακός, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Ομιλητές: Γιώργος Καρυπίδης, σκηνοθέτης, Έλενα Πατρικίου, ιστορικός - σκηνοθέτης
18:15 – 18:45 συζήτηση – παρεμβάσεις


ΠΕΜΠΤΗ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2009 - 2η ενότητα
ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ: ΜΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
16.00 – 16.10 Έναρξη
Ιουλία Σκουνάκη, Τμήμα Πολιτισμού ΣΥΝ
Α. 16:15 –17:00 Κράτος, τοπική αυτοδιοίκηση και πολιτιστική πολιτική
Συντονίζει / παρεμβαίνει: Κώστας Ζάμπας, διδάκτωρ πολιτικός μηχανικός, μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Ομιλητές: Νίκος Λέανδρος, πανεπιστημιακός, Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Νίκος Μπελαβίλας, πανεπιστημιακός, Σχολή Αρχιτεκτόνων, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, δημοτικός σύμβουλος της παράταξης “Το Λιμάνι της Αγωνίας” στο Δήμο του Πειραιά
17:00 – 17:30 συζήτηση – παρεμβάσεις

Β. 17:30 – 18:15 Η συμβολή της εκπαίδευσης στην πρόσβαση και απόλαυση των πολιτιστικών αγαθών
Συντονίζει / παρεμβαίνει: Τζίνα Πολίτη, ομότιμη καθηγήτρια Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ομιλητές: Έφη Καλαμαρά, καθηγήτρια δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ
Χαρά Τσουκαλά, υπεύθυνη θεατρικής παιδείας Λυκείου Βουλιαγμένης, μέλος του Πανελληνίου Δικτύου «Το Θέατρο στην Εκπαίδευση»
19:45 – 20:15 συζήτηση – παρεμβάσεις

Γ. 19.00 – 19:45 Πολιτιστικές βιομηχανίες: Παραγωγή και κατανάλωση πολιτιστικών αγαθών στη σημερινή Ελλάδα
Συντονίζει / παρεμβαίνει: Γιώργος Μελέας, διευθυντής S.M.ART A.E,
Ομιλητές:
Γιώργος Ι. Αλλαμανής, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός
Ζήνος Παναγιωτίδης, διανομέας κινηματογραφικών ταινιών
18:15 – 18:45 συζήτηση – παρεμβάσεις

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝ

Στα Μ.Π. λάβαμε και με χαρά αναδημοσιεύουμε πρόσκληση για συμμετοχή σε ανοιχτή συζήτηση που διοργανώνει η Επιτροπή Διαδικτύου του Συνασπισμού, με αφορμή το Διαρκές Συνέδριο του συγκεκριμένου κόμματος. Δυστυχώς δεν θα μπορέσουμε να παρευρεθούμε, αλλά όσοι πιστοί προσέλθετε! Μια κουβέντα για την Αριστερά, τη δημοκρατία και το διαδίκτυο έχει ενδιαφέρον ανεξάρτητα από κομματικές πεποιηθήσεις, ειδικά όταν σ' αυτή συμμετέχει ο Αριστείδης Μπαλτάς, ένας από τους ελάχιστους διανοούμενους που παράγουν ουσιαστικό, κριτικό λόγο αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα.
Ηρ. Οικ.
-----


Το Σάββατο 14/2 το μεσημέρι, κατά τη διάρκεια του διαλείματος του συνεδρίου (μεταξύ 3 και 5 το απόγευμα) η επιτροπή Διαδικτύου του ΣΥΝ καλεί bloggers και πολίτες δημοσιογράφους να έρθουν στον τρίτο όροφο των κεντρικών γραφείων του Συνασπισμού (πλατεία Κουμουνδούρου). Στην συνάντηση με τους bloggers θα παραβρεθούν ο καθηγητής Αριστείδης Μπαλτάς, κεντρικό στέλεχος της επιτροπής θέσεων, ο καθηγητής Μιχάλης Σπουρδαλάκης και ο Ματθαίος Τσιμιτάκης, υπεύθυνος της επιτροπής Διαδικτύου του ΣΥΝ. Η ατζέντα των θεμάτων συζήτησης είναι ανοιχτή (εσείς την ορίζετε), αν και θα προσπαθήσουμε να επικεντρωθούμε σε θέματα όπως η λειτουργία της δημοκρατίας, νέοι τρόποι συμμετοχής των πολιτών στη διοίκηση και την πολιτική και βεβαίως το Διαδίκτυο και η αριστερή οπτική στις ΤΠΕ.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΜΑΝΟΥ ΣΤΟΝ ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ

Αφροδίτη Μάνου: «Πάντα πριν θα ’μαστε»…

του Σωτήρη Κακίση
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό SYMBOL, Δεκέμβριος 1995)

Πάει ο παλιός ο χρόνος; Ή μήπως δεν πάει πουθενά, κι όλο μέλλον είμαστε πάντα, παρά την κατάφωτη μαυρίλα γύρω μας, παρά την τόσο προσωπική απροσωπία των πάντων πια; Και πώς γίνεται να ξαναερωτευτεί κανείς όπως τότε, να ξαναενθουσιαστεί, να ξαναζήσει, να ξανακάνει πάρτυ και να γιορτάσει; Η Αφροδίτη Μάνου είναι πάντα εδώ. Αυτές τις μέρες μας ξανασυναντάει μετά από καιρό, κι έχει πάλι πολύ σκεφτεί, πολύ παλέψει μέσα της. Δεν θέλει να μιλάει μόνο για τραγούδια. Όλη η Αθήνα, όλη η Θεσσαλονίκη, όλη η Ελλάδα, όλος ο κόσμος, την απασχολεί, τη βασανίζει, τη γοητεύει. Έτσι, παραμονές του 1996, μιλάει και για κομπιούτερς, και για …καντσονίσσιμα, και για κούκλες και για παλιές, εξαιρετικά συγκινημένες και συγκινητικές συμπεριφορές όλων. Για να μπούμε εδώ και τώρα στο μέλλον μας, χωρίς το φόβο πως δεν θα ξαναζήσουμε ούτε τις στιγμές, ούτε τους έρωτες που ζήσαμε μια φορά κι έναν καιρό:

Πώς λέει εκείνος ο ωραίος σας στίχος, Αφροδίτη ; «Ν’ ακούσω ένα ωραίο μπαμ, να γίνουν όλα γης μαδιάμ» ;
Ναι. «Να μείνουν μόνο τα λουλούδια, η θάλασσα και κάνα-δυό τραγούδια», λέει. Έλεγε.

Λοιπόν; Μας ετοιμάζετε και κάνα άλλο, τέτοιο «ωραίο μπαμ» ; Θα μας ξανακάνετε «γης μαδιάμ» ;
Γης μαδιάμ όχι, δεν πρόκειται να σας …ξανακάνω. Φτάνει μια φορά, νομίζω. Ένα λουλούδι μόνο, ένα «Ρόδον» σας ετοίμασα μόνο. Μετά από δύο σχεδόν χρόνια ξαναεμφανίζομαι στην Αθήνα. Και μου ’χει λείψει, ομολογώ, η πόλη μου. Κι εσείς.

Να μιλάμε όλο με διάσημους στίχους σας λέω: θέλετε να σας δώσουμε κι εσάς μια ’βδομάδα; Μια και «δεν παθαίνει τίποτα η Ελλάδα, δυόμισι χιλιάδες χρόνια ζει»…
Λιγότερο, λιγότερο μου αρκεί. Είπα να ξαναβγώ να ξανατραγουδήσω, μη με ξεχάσετε τελείως πια εδώ. Μιλάμε για ένα …μπουμπούκι πρόγραμμα στο «Ρόδον» αυτές τις μέρες, σε συναυλίες που μοιράζομαι με τον Δημήτρη τον Ζερβουδάκη, νεότερο τραγουδοποιό όσον αφορά την παρουσία του στο χώρο, εκ Θεσσαλονίκης αφιχθέντα, που όμως από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε, ανακαλύψαμε να ’χουμε ένα σωρό κοινά στην πορεία μας και στη ζωή μας, εδώ και είκοσι, εικοσιπέντε σχεδόν χρόνια. Παιδιόθεν!

Έχετε ζήσει «βίους παράλληλους» κατά Πλούταρχον, η μία στην Αθήνα και ο άλλος στη Θεσσαλονίκη; Επίκαιρο μοιάζει αυτό, μ’ όλες αυτές τις επανασυνδέσεις χαμένων αδελφών εσχάτως…
Βάσει των δικών μας ερευνών, ήμασταν σε παρόμοια πολιτικά «κόλπα» στο παρελθόν, σε διάφορα αισθητικά ρεύματα, το ίδιο αφημένοι και χαμένοι κάποτε… Όντως ζούσαμε «βίους παράλληλους», χωρίς να γνωριζόμαστε.

Άλλη μια Ιστορία Δύο Πόλεων, διαμέσου υμών αυτή τη φορά…
Ναι. Νεωτέρα Ιστορία, έως Νεότατη είναι κι αυτή, θα ’λεγα. Ξέρετε πόσα χρόνια έχω εγώ μια μεγάλη τάση να «κατακτήσω» τη Θεσσαλονίκη; Ίσως έφτασα στο σημείο να την προσωποποιήσω την επιθυμία μου αυτή. Τρελαίνομαι να δουλεύω πάντα με Θεσσαλονικείς. Έχω πολλούς φίλους επάνω. Έχουνε «κάτι», κάτι πολύ καλό αυτοί οι άνθρωποι.

Ωραία, λοιπόν, πάλι. Ας τα’ αφήσουμε λίγο τα τραγούδια να περιμένουν. Ευκαιρία να πούμε κατευθείαν γι’ ανθρώπους: Πού διαφέρουν αυτές οι δύο «συμπρωτεύουσες», λέτε;
Πρώτα-πρώτα, στο ότι η Αθήνα είναι Αθήνα, κι η Θεσσαλονίκη Θεσσαλονίκη ! Μιλάμε, δηλαδή, για δύο πόλεις, για δύο τόπους, αν θέλετε, με τελείως διαφορετική ιστορία, με τελείως άλλες πορείες. Που, για λόγους ιστορικούς, γεωγραφικούς, κοινωνικούς, και, και, και, ανέπτυξαν πολιτισμούς, ρεύματα και κινήματα, αλλά κι ομάδες ποδοσφαιρικές και καλαθοσφαιρικές, με αρκετά διαφορετικούς όμως χαρακτήρες ανθρώπων. Και στυλ ζωής επίσης.

Πόσο διαφέρουμε, Αθηναίοι και Θεσσαλονικείς, στο στυλ της ζωής μας;
Πολύ, θα ’λεγα. Γιατί το στυλ ξεκινάει κι από τη «χωροταξική οργάνωση» της κάθε πόλης.

Ή κι από τη μη-οργάνωση της μιας εκ των δυο, εν λόγω, περιοχών.
Ή κι από τη μη-οργάνωση, που μπορεί να είναι και γοητευτικότερη ιστορία από οποιαδήποτε οργάνωση. Ας μείνουμε όμως λίγο στη Θεσσαλονίκη: Εμένα η Θεσσαλονίκη με τραβούσε πάντα, γιατί πάντα είχε αυτό το της «παρέας». Μικρή εγώ έτσι φανταζόμουνα πως θα ’πρεπε να ’ναι παντού τα πράγματα.

Ακόμα και στην Αθήνα;
Παντού. Να υπήρχανε συντροφιές «καλών» ονειρευόμουνα, «καλών κι αγαθών», οι οποίοι θα μοιράζονταν σκέψεις, θ’ ανταλλάσσανε μεταξύ τους ενέργεια, απόψεις και γνώμες, και θα επικρατούσε δημιουργικός οργασμός ανάμεσά τους συνέχεια. Τέτοιο πράγμα, κι αν συνέβη κάποτε στην Αθήνα, εγώ προσωπικά δεν το πρόλαβα, δεν το ’ζησα.

(1986, ΑΠό ΤΟ ΣΠίΤΙ ΤΟΥ ΣΩΤήΡΗ ΚΑΚίΣΗ. ΔΙΑΚΡίΝΟΝΤΑΙ ΕΚΤόΣ ΑΠό ΤΗΝ ΑΦΡΟΔίΤΗ, Ο ΝίΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡάΣ, Ο ΔΙΟΝύΣΗΣ ΣΑΒΒόΠΟΥΛΟΣ,Ο ΑΛέΚΟΣ ΦΑΣΙΑΝόΣ, Ο ΣΠύΡΟΣ ΒΛΑΣΣόΠΟΥΛΟΣ ΚΙ Ο ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ. ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦίΕΣ ΤΡάΒΗΞΕ Η ΜΗΤέΡΑ ΤΟΥ, ΝΑΝά ΚΑΚίΣΗ).

Δεν προλάβατε ούτε το Πατάρι του Λουμίδη, ούτε τον Φλόκα, προφανώς.
Όχι. Αυτό όμως συμβαίνει ακόμα στη Θεσσαλονίκη, όπου πας κι όπου σταθείς, σ’ όλους τους κοινωνικούς χώρους, σ’ όλα τα επίπεδα.

Ως εκ θαύματος.
Ως εκ θαύματος. Γιατί, όταν έχεις αυτή την Τσιμισκή, η οποία ενώνει τη μιαν άκρη της Θεσσαλονίκης με την άλλη, την «παλιά» έστω πόλη ολόκληρη, τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα.

Ενώ εμάς μας χωρίζει η Λεωφόρος Αλεξάνδρας, η Μεσογείων, η Συγγρού;
Και τι δεν μας χωρίζει εμάς! Ποτάμι ολόκληρο έχουμε ανάμεσά μας. Άλλοι είναι από τον Κηφισό και δώθε, άλλοι …εκείθε. Υπάρχουνε στην Αθήνα πολλές δεξιές κι αριστερές όχθες, όλες σχεδόν …ανθενωτικές. Έχουμε Βόρεια και Νότια Προάστια, Δυτικά κι Ανατολικά… Έχουμε πάρα πολλά πρόσωπα. Τα οποία δεν ξέρει κανείς αν είναι καν πρόσωπα πια. Η αλλοίωσή μας πια, πληθυσμιακά και ουσιαστικά, έχει ξεπεράσει κάθε όριο.

Είμαστε πια πλήρεις α-πρόσωπων προσώπων;
Δεν είναι ακριβώς α-πρόσωπα τα πρόσωπά μας. Δεν θα το ’λεγα αυτό. Ήδη διαφαίνονται κατά τη γνώμη μου πολύ συγκεκριμένες μορφές, με χαρακτήρες ισχυρούς, ισχυρότατους ξαφνικά. Ένας-ένας μπορεί να ’μαστε κι οι καλύτεροι του κόσμου. Στο «όλοι μαζί» δεν ξέρουμε πια τι μας γίνεται. Στις ομάδες, στα σύνολα, στις τάσεις, μας χαλάει ολωσδιόλου η συνταγή.

Στα κόμματα;
Μη φτάσουμε ίσαμ’ εκεί, πάει πολύ μακριά η βαλίτσα. Το πιο μεγάλο μας πρόβλημα είναι η έλλειψη οράματος, όχι σώνει και καλά κοινού οράματος. Εκείνο που συμβαίνει στον καθένα μας από τη στιγμή που θ’ αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο: να πέφτουμε το βράδυ για ύπνο και, πριν μας πάρει ο ύπνος, να ονειρευόμαστε λίγο ξύπνιοι. Να βλέπουμε την επόμενη μέρα της ζωής μας, τις επόμενες κινήσεις μας, μέσα από μια προοπτική, σε μια προβολή, σε μια δυναμική αναμονή κι επιθυμία. Αυτό πια, δυστυχώς, μας τελείωσε.

Με τα κόμματα, και τα ξε-κόμματα.
Δεν φτάνω στις κοινές ιδεολογίες, στους συλλογικούς οραματισμούς και τις πολιτισμικότητες. Σας το λέω έτσι απλά: πριν κοιμηθούμε κάθε βράδυ, δεν αντέχουμε πια αυτό το λίγο διάστημα της ανάτασης, ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο. Δεν έχουμε πια ο καθένας τη φωλίτσα του, την ψυχική και νοητική, να χωθούμε.

Δεν ανεβαίνουμε πια καθόλου στης «ψυχής μας την τραμπάλα», κατά άλλον σας, εύστοχο στίχο;
Δεν ανεβαίνουμε. Δεν χαλαρώνουμε, δεν μπορούμε ν’ αφεθούμε πια. Μας λείπουν οι παρέες που είπαμε, δεν κάνουμε πια προσπάθειες για κάτι, έστω και λίγο καλύτερο, αύριο-μεθαύριο. Συν το γεγονός ότι στη φάση που περάσαμε με την θορυβώδη κατάρρευση όλων σχεδόν των παλαιών ιδεολογιών και αντιλήψεων, επειδή καλλιεργήθηκαν οι προσωπικές προτάσεις του καθενός μας μέσα στα κεφάλια μας και στην άμεση έστω καθημερινή μας συναναστροφή, ήρθε στην επιφάνεια ένας περίεργος εγωκεντρισμός, δύσκολος και επικίνδυνος.

Πάλι κάπως συμβολικά, «είμαστε πια εμείς, και κανένας άλλος».
Πιστέψαμε ο καθένας μας πως είμαστε το κέντρο του κόσμου. Αυτό μας είχε λείψει παλιότερα με τα κόμματα και τις συλλογικές ιστορίες. Λογικό ήταν να φτάσουμε στην άλλη άκρη, που φτάσαμε.

Στην άλλη όχθη ενός ακόμα από τους ποταμούς μας.
Ναι. Ο κάθε άνθρωπος έχει ορίσει πια τα «χωρικά του ύδατα», έχει ελαφρώς έως πολύ υστερικά οριοθετήσει την υφαλοκρηπίδα του, κι από ’κει και πέρα «γαία πυρί μειχθήτω».

Γης μαδιάμ ας γίνουν όλα, από μας και πέρα.
Δύσκολα ανοίγουν πια τα σύνορα του καθενός μας.

Κι οι παραβιάσεις μάλλον εικονικές μου φαίνονται πια όλες.
Έχουμε μεν σε κάθε «παραβίασή» μας διπλωματικά επεισόδια, αλλά καμία ταραχή δεν πάει πια σε βάθος. Λάθος συγκρούσεις και σπατάλημα ενέργειας, σπατάλημα αισθημάτων, συνήθως για το τίποτα. Χωρίς ουσία κάνουμε πια ό,τι κάνουμε.

Τρελαινόμαστε στην παραμικρή καταπάτηση της όποιας «ψυχικής μας ιδιοκτησίας»…
Η οποία «ψυχική ιδιοκτησία» που είπατε, με πολύ κόπο επίσης έχει αποκτηθεί. Αυτό δεν μπορούμε να το διαγράψουμε. Κι από πάνω έχουμε κι όλους αυτούς τους «εξωτερικούς παράγοντες», για να μην τα ρίχνουμε κι όλα πάνω μας.

Για να μη μας την «πέφτουμε» και συνέχεια.
Υπάρχουν κι αυτά που τ’ ακούμε πια κάθε μέρα: η ανάπτυξη των μήντια, η αλόγιστη, απρόσωπη και ισοπεδωτική έκρηξη της μαζικής ενημέρωσης, η επιβολή απ’ άκρου εις άκρον της τεχνολογίας… Ξέρετε τι ανακάλυψα συζητώντας με κάτι φίλους;

Πείτε μας.
Ανακάλυψα πως το να έχεις ηλεκτρονικό υπολογιστή πολύ καλά ενημερωμένο στο σπίτι σου σε κάνει να περνάς πολύ καλύτερα από το να βγαίνεις με ανθρώπους οι οποίοι επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια. Εγώ δεν το ’χω πάρει ακόμα αυτό το μικρόβιο.

Ή μεγαλόβιο. Ή ιό των κομπιούτερς αλλιώς.
Αισθάνομαι, πάντως, πως με «τριγυρίζει» κι εμένα η …επιδημία αυτή. Γιατί μ’ αρέσουν κι εμένα όλ’ αυτά. Αλλά, επειδή είμαι και πολύ ανυπόμονο άτομο, ξέροντας πως θα χρειαστώ κάποια περίοδο προσαρμογής μέχρι να μάθω και να πάρω τον αέρα του εν λόγω μηχανήματος, δεν αποφασίζω να διαθέσω αυτόν το χρόνο. Ή δεν το έχω. Ποιος ξέρει; Φοβάμαι πως, όταν βρω το χρόνο αυτόν, θα με χάσετε πια για τα καλά. Ακόμα πιο πολύ από τώρα.

Μένετε –που μένετε στον δέκατο τρίτο όροφο ουρανοξύστη στα ψιλο-βόρεια προάστια…
Μένω –που μένω εδώ …στα σύνορα.

Κι ο Μάνος Χατζιδάκις, πάντως, γοητευότανε από τα καλά μηχανήματα.
Δεν ξέρω αν μπορούμε να μιλάμε για τέχνη όταν λέμε για μηχανήματα, για καλλιτεχνία. Μιλάμε όμως για πολύ έξυπνους συνομιλητές, ενός αρκετά ανεβασμένου επιπέδου.

Πλησιάζει τα όρια του λογισμού ο υπολογισμός πια;
Είναι πολύ υπολογίσιμος πια υπολογισμός!

Και θα τραγουδάμε πια μέσα από το Ίντερνετ τα τραγούδια;
Έτσι κι αλλιώς, έτσι περίπου τραγουδάνε πια οι άνθρωποι. Δεν τραγουδάνε καθόλου όπως παλιά, και κυρίως, δεν ακούνε. Σε πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό έχει πια εκλείψει η διαδικασία του «Πάω στο δισκάδικο, διαλέγω ένα δίσκο, και γυρνάω με προσμονή σπίτι μου να τον ακούσω». Ή φωνάζω τους φίλους μου, να τον ακούσουμε μαζί». Ούτε σινεμά πάμε πια με τους φίλους μας, και μετά πίνουμε ένα ποτό και συζητάμε, κι ώρες ακόμα, για το έργο που απόψε είδαμε.

Τι κάνουμε;
Κατά κανόνα, εξαντλούμε το έργο στο πρώτο τρίλεπτο μετά την έξοδο από τον κινηματογράφο κι ύστερα γυρνάμε στη γνωστή, μάλλον βουβή, επανάληψη της μελαγχολίας μας.

Μετά την απομάκρυνση από το κάθισμα, ουδέν …πάθος αναγνωρίζεται!
Κάπως έτσι. Νομίζω πως υπάρχει ένα γενικότερο φαινόμενο, που χαρακτηρίζει τη ζωή μας αυτή τη στιγμή, κι όχι μόνο ημών των Ελλήνων, αλλά και των άλλων σύγχρονων ανθρώπων, όπως γίνεται πλήρως κατανοητό από τηλεοράσεως.

Ποιο είναι αυτό το «γενικότερο φαινόμενο» κατά τον …δέκτη σας, Αφροδίτη;
Η αμηχανία, Σωτήρη. Οι άνθρωποι της γενιάς μας δεν μοιάζουν έτοιμοι ν’ αναλάβουν τις ευθύνες που τους, που μας, αναλογούν στον κόσμο. Φαίνεται πως οι μπαμάδες μας ήταν πολύ αξιοσημείωτοι. Κι όταν λέω «αξιοσημείωτοι», δεν εννοώ μόνο αυταρχικοί, αλλά και γοητευτικοί μαζί, κι αξιόλογοι. Αυτοί μέσα μας ίσως δεν μας αφήνουν να ολοκληρωθούμε επιτέλους σαν χαρακτήρες και προσωπικότητες. Μας έχουν κομπλεξάρει αυτοί οι τύποι της προηγούμενης γενιάς!

Μας κρατάνε ακόμα κάτω από τα φτερά τους, κι ας έχουνε, οι περισσότεροι, πετάξει πια μακριά;
Είμαστε άτολμοι πολύ, φοβάμαι. Οι σαραντάρηδες γενικά, σ’ όλους τους τομείς, όχι μόνο στην καλλιτεχνική δημιουργία. Στην πολιτική δεν βλέπετε τι γίνεται; Δεν βρέθηκε άνθρωπος για άνθρωπος να διαδεχτεί με το σπαθί του έναν Πρωθυπουργό τόσο στα τελευταία του. Ποιος ξέρει πάλι; Μπορεί και να μη θέλει πια κανείς. Δεν θα φαινότανε, αν κάποιος πραγματικά το ’θελε, κάτι τέτοιο; Σου λέει ο άλλος, «-Πού να τρέχω τώρα; Πώς να τα φορτώσω όλα πάνω μου; Καλά δεν είναι με τα εύκολα;». Να τι μας λείπει: Αυτοπεποίθηση. Η αυτοπεποίθηση αυτής της γενιάς παραμένει πάντα στα αζήτητα.

(ΜΑΡΓΑΡίΤΑ ΖΟΡΜΠΑΛά, ΑΦΡΟΔίΤΗ ΜάΝΟΥ)

Παρά τον «παράξενο εγωκεντρισμό», που μας διαπνέει και μας καθορίζει αποφασιστικά πια;
Άλλο εγωκεντρισμός, άλλο εγωπάθεια, κι άλλο αυτοπεποίθηση πραγματικά μεγάλη. Έτσι, ο πολύς ο κόσμος, που συνήθισε πια να τα βρίσκει όλα έτοιμα, από τη μόδα ως την οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνσή του, απ’ τη μια μεριά μπούχτησε, και λέει, «Δεν θέλω πια. Από ’δω και πέρα θέλω να διαλέγω μόνος μου», κι απ’ την άλλη δεν διαλέγει ! Ούτε προσπαθεί να διευρύνει τα κριτήριά του, να πάει λίγο παρακάτω, να την «ψάξει καλά τη δουλειά», που λέμε.

Αμηχανία και …των γονέων, δηλαδή. Παλιά, όταν ένα τραγούδι δεν άρεσε, σφυριζότανε, αντιδρούσε ο κόσμος. Τώρα τα καταπίνουν όλα όλοι με τα κεφάλια κατεβασμένα, ή στα πόδια, ή στα πιάτα τους.
Το τρομερό είναι πως, αν ποτέ τύχει να ’ρθουν και ν’ ακούσουν ένα όντως καλό τραγούδι, ενθουσιάζονται, τους αρέσει. Να κινητοποιηθούνε όμως έστω και γι’ άλλη μια φορά μόνο, δεν το κάνουνε. Χαρίζει πια κανείς δίσκους στο φίλο του, να μοιραστούν μαζί αυτό που ένας έχει ήδη ξεχωρίσει κι αγαπήσει; Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, κανείς δεν κάνει πια ούτε την παραμικρή τέτοια κίνηση.

Το πάρα πολύ οδηγεί στο μηδέν, τελικά. Όπως είπε κι η Αναστασία Μουτσάτσου πρόσφατα εδώ, πού να μπορέσει πια ο κόσμος να ξεχωρίσει το καλό από το κακό, όταν ούτε να τ’ ακούσεις δεν προλαβαίνεις πια τα τραγούδια ένα-ένα.
Σας λέω κι εγώ: Αξιόλογες δουλειές πάντα βγαίνουνε μέσα στον καταιγισμό του εμπορίου. Δεν δίνουμε όλοι ραντεβού κάθε δίσεκτο έτος να βγάλουμε ό,τι καλύτερο υπάρχει. Ο καθένας μας δουλεύει με το δικό του χρονοδιάγραμμα. Καλά τραγούδια θα έχουμε ό,τι και να γίνει. Σ’ αυτό είμαι κι εγώ αισιόδοξη. Ο χώρος του τραγουδιού είναι πολύ πιο υγιής, κατά τη γνώμη μου, από πολλούς άλλους χώρους στην κοινωνία μας. Μόνο…

Μόνο;
Μόνο που αυτά τα τραγούδια τα καλά, που πάντα γράφονται, ή δεν έχουν την τεράστια δύναμη των παλιών, εξαιρετικών τραγουδιών, ή τα μέσα, τα μήντιουμ …μήντια, δεν βοηθάνε καθόλου. Είναι, άλλωστε, πολύ δύσκολο, από τη μια να θέλεις να πουλάς, κι από την άλλη να καλλιεργείς και τάσεις «πολιτιστικής ανόδου» στο κοινό σου.

Γιατί τους βολεύει ν’ ακούμε συνέχεια παλιοτράγουδα;
Γιατί, κατ’ αρχήν, όλοι αυτοί οι πρωτοπόροι, που τα ξέρουν όλα, είναι τελείως ντεμοντέ. Όλο μιλάνε για νέα, χάι πράγματα, για όλο γκλάμουρ κόλπα, κι αυτά είναι τόσο παλιομοδίτικα πια, τόσο ξεπερασμένα, που, αν το καταλάβαιναν όλοι αυτοί οι «έξυπνοι», θα τρελαινόντουσαν, αν όντως τους ενδιαφέρει να ’ναι μοντέρνοι κι έτσι. Πατάνε όλοι αυτοί ακριβώς πάνω στην πεπατημένη, δεν παίρνουνε πουθενά, μα πουθενά, ούτε το παραμικρό ρίσκο, και τραβάνε στον αιώνα τον άπαντα μ’ αυτή τη φτωχή συνταγή που «πουλάει»: Με τα ωραία περιτυλίγματα, και τ’ από μέσα τίποτα.

Αλέκος Φασιανός, Symbol νούμερο τρία…

Όλ’ αυτά τα σώου τα φρικτά τα τηλεοπτικά, όπου τραγουδάει κι η κουτσή-Μαρία ό,τι τους έρθει, δεν είναι πιστές αντιγραφές του Καντονίσσιμα της εποχής Δικτατορίας; Μόνο που είναι πια έγχρωμες όλες αυτές οι ανοησίες, με καλύτερα κουστούμια και μηχανήματα. Σε επίπεδο πολιτιστικής προσφοράς είναι «τάλε-κουάλε», για να το πούμε κι ιταλικά, κατά τα δικά τους. Οι ηθοποιοί και τα μοντέλα τραγουδάνε, κι οι δημοσιογράφοι έχουνε φτάσει και παίρνουνε ο ένας συνέντευξη απ’ τον άλλον! Αυτό, πάλι, πώς το βλέπετε;

Με κακό μάτι.
Μιλάμε για πράγματα να σου σηκώνεται πια η τρίχα. Βολεύουν οι μεν τους δε, κι η οικογενειούλα τους καλά κρατεί, προς μεγάλη χαρά διαφημιστών και καναλαρχών. Απ’ έξω είναι όλα πια αισθητικά προσεγμένα και τέλεια, κι από μέσα τζίφος. Όλα ωραία είναι πια τ’ άσχημα. Κούφια κι άδεια.

Τόμας Έλιοτ, προ Symbol πολύ…
Θυμάμαι παιδί που ήμουνα, που είχανε πρωτοβγεί οι κούκλες που χτενιζόντουσαν τα μαλλιά τους. Κι είχα μεγάλο καημό ν’ αποκτήσω κι εγώ μια τέτοια κούκλα.

Και; Όμορφο ξαφνικά παραμύθι, παραμονές Πρωτοχρονιάς.
Και ήρθε η γιαγιά μου η Φρόσω στα γενέθλιά μου η Φρόσω στα γενέθλιά μου –καλοκαίρι ήτανε, κάντε το αν θέλετε εσείς χειμώνα, δεν πειράζει– και μου ’φερε ένα πακέτο άθλιο, που ούτε να τ’ ανοίξω δεν με προκαλούσε. Και ξίνισα τα μούτρα μου εγώ, κι είπα ένα «ευχαριστώ» με μισή καρδιά. Κι ανοίγω μέσα, και βλέπω την κούκλα που ποθούσα τόσο, και τρελάθηκα! Πού να ξανασυγκινηθούν πια τα παιδιά, οι άνθρωποι, όπως τότε;

Κούκλες πια προσπαθούν να ξετυλίξουν άλλες κούκλες, φευ.
Εγώ προσωπικά με τις σχέσεις και τους έρωτες δυσκολεύομαι πια πολύ. Πάρα-δυσκολεύομαι, τ’ ομολογώ, και περνάω φάση πάρα πολύ μοναχική, έως μοναστική. Παρατηρώ όμως πως και οι άνθρωποι γύρω μου όλο και λιγότερο ερωτεύονται. Όταν βλέπω ένα ζευγάρι ν’ αγαπιέται, εμένα μου ’ρχεται να κάνω πάρτυ ! Κάθομαι και τους χαζεύω, και προσπαθώ να …θυμηθώ.

Μην υπερβάλλουμε, Αφροδίτη.
Καλά, ίσως υπερέβαλα λίγο. Αλλά έτσι σκοτεινά είναι πια τα πράγματα. Δεν ερωτεύονται πια οι άνθρωποι. Δεν έχουν το χρόνο. Ο έρωτας σε κάνει ευτυχισμένο ράκος, και σε αποπροσανατολίζει απ’ όλα, σε αποδιοργανώνει υπέροχα. Τώρα πια όμως κανείς δεν προλαβαίνει να …αποδιοργανωθεί. Σήμερα, αυτοσκοπός μας και υπέρτατο αγαθό είναι, αν είναι δυνατό, η οργάνωση κι ο προγραμματισμός.

Ζούμε σαν εξέκιουτιβς της ζωής μας, υπάλληλοι άγνωστης και ταπεινωτικότατης, ακόμα κι αισθηματικά, εξουσίας ;
Δεν συγχωρούμε στον εαυτό μας πια κανένα χάσιμο χρόνου. Έχει κι οικονομικό κόστος ο έρωτας ! Δώρα, πτώση της παραγωγικότητας σου, ονειροπόληση εν ώρα εργασίας!

Και πώς γράφετε καλά τραγούδια ως τραγουδοποιός, αν δεν είστε ερωτευμένη;
Εγώ, ό,τι καλό έχω γράψει, το ’χω γράψει πριν ή μετά τον έρωτα. Όταν είμαι ερωτευμένη δεν γράφω, παρά μόνο μερικά, καθαρά για δική μου χρήση, πράγματα. Τα τραγούδια μου είναι φτιαγμένα μέσα από μια ψύχραιμη συγκινησιακά διεργασία. Πριν και μετά πάντα.

Μήπως, παρά τα όσα λέμε, δεν έχει ακόμα περάσει το …πριν μας;
Ναι, δεν έχει περάσει. Πάντα «πριν» θα ’μαστε, καλώς ή κακώς. Εγώ, τουλάχιστον, πάντα έτσι θα ’μια. Σπάνια κοιτάω προς τα πίσω. Το «μετά» μ’ ενδιαφέρει κάθε στιγμή, πάντα θα βλέπω τα πράγματα σαν μέλλον.

Είπατε για πάρτυ των ερωτευμένων. Εγώ νομίζω πως θα σας θυμάμαι πάντα πάνω σ’ εκείνη την εξέδρα στα νερά νύχτα, στο Πάρτυ του Λουκιανού στη Βουλιαγμένη, μια φορά κι έναν καιρό. Θα ξαναζήσουμε άραγε τέτοιας γλυκιάς αφέλειας βραδιές στη ζωή μας;
Κοιτάξτε να δείτε: η έλλειψη ελπίδας –κάπου τ’ άκουσα αυτό πρόσφατα– δεν νομίζω πως πρέπει να μας δημιουργεί απαισιοδοξία κι απελπισία.

Τι πάει να πει αυτό πάλι;
Πάει να πει πως, όταν βρίσκομαι σε φάση γενικής απογοήτευσης για όλα του παρελθόντος, το συναίσθημα που σου δημιουργείται είναι πως ποτέ πια δεν θα ξαναγελάσεις, δεν θα ξαναχαρείς, δεν θα ξαναερωτευτείς.

Ενώ;
Ενώ δεν είναι έτσι τα πράγματα. Μετά το …μετά, εκεί που όλα πάλι πάνε να ξαναγίνουν …πριν, γράφει κανείς τα καλύτερα τραγούδια, και συνοψίζει τέλεια συναισθηματικά ο καθένας μας την πριν και μετά, πάντα ερωτική ζωή του.

(SYMBOL, ΔΕΚέΜΒΡΙΟΣ 1995)