Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Πράξη ανεπανόρθωτη



Πράξη ανεπανόρθωτη
Στίχοι: Μάρκος Χαρίτος
Μουσική: Κώστας Μουστάκας
Ερμηνεία: Μιχάλης Κακέπης
Δίσκος: Νύχτες υγρές

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Η εποχή της παρακμής

(λεπτομέρεια από έργο της Φρίντα Κάλο)



Η εποχή της παρακμής


Η αντίληψη που επικρατεί σήμερα για τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις είναι ότι έχουμε εισέλθει σε μια βαθιά και πολύπλευρη κοινωνική και οικονομική κρίση με άγνωστη ημερομηνία λήξης. Είναι πλέον αναμφισβήτητο γεγονός για όλες τις κοινωνικές τάξεις ότι η λειτουργία του κράτους, της κοινωνίας, του κοινοβουλίου, των κομμάτων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των θεσμών και των ιδρυμάτων που τους εκφράζουν, των πανεπιστημίων, των σχολείων, και όλων των μορφών έκφρασης της σύγχρονης αστικής κοινωνίας χαρακτηρίζεται από φαινόμενα καθολικής σήψης που μάλλον προοιωνίζει με βάρβαρες πολεμικές συγκρούσεις το θάνατό της.  Η κατανόηση αλλά και οι αντιδράσεις μας στην πραγματικότητα της κρίσης που βιώνουμε γίνεται με νοητικές και ψυχικές κοσμοεικόνες που παίρνουμε από την ιστορία περιόδων μεγάλων κρίσεων, όπως η οικονομική καταστροφή του 1929, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος κ.α. Αυτές οι κοσμοεικόνες προωθούνται από τα ΜΜΕ, με την επιστράτευση όλου του δυναμικού της διανόησης και των ηγετίσκων των επαγγελματικών κλάδων, χωρίς καμία προσαρμογή στο σήμερα, με στόχο να υιοθετηθούν άκριτα από το ευρύ κοινό, για να εξυπηρετηθούν αποκλειστικά οι πρόσκαιρες ανάγκες της κυρίαρχης τάξης. Έτσι άλλοι κραυγάζουν για περισσότερο κράτος και άλλοι για λιγότερο. Άλλοι για περισσότερα μέτρα προστασίας των εθνικών οικονομιών και άλλοι για τη βαθύτερη και μεγαλύτερη ενοποίησή τους. Άλλοι ψάχνουν να βρουν αποδιοπομπαίους τράγους στις τίγρεις της ανατολής και άλλοι φαντασιώνονται θρησκευτικούς πολέμους και αρμαγεδώνες που οι πιστοί του Ισλάμ μπορεί να εξαπολύσουν. Όμως η κύρια προσπάθεια των ημερών, παραπλάνησης και δημιουργίας ψευδούς συνείδησης στους εργαζόμενους, γίνεται στο μέτωπο της ιδεολογικής αντιμετώπισης της πολύπλευρης και βαθιάς κρίσης που μαστίζει τη χώρα μας και όχι μόνο.

Κάθε μέρα στις οξείες αντιπαραθέσεις των διαφορετικών απόψεων για το τι συμβαίνει γύρω μας προβάλλονται και επικρατούν δύο βασικές αλλά και αφετηριακές τοποθετήσεις, όπως μας λένε, ως προϋποθέσεις για τη σωστή κατανόηση και αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης. Η πρώτη υποστηρίζει πως στις οξυμένες συνθήκες που περνάει η χώρα είναι περιττό και σίγουρα δεν είναι της στιγμής η αναζήτηση των αιτίων της κρίσης. Η άποψη αυτή χρησιμοποιεί το απλουστευτικό και εξόχως παραπειστικό επιχείρημα ότι όταν καίγεται το σπίτι σου αυτό που προσπαθείς να κάνεις είναι να σβήσεις τη φωτιά. Επομένως διαπρύσιοι κήρυκες της θεόπεμπτης αλήθειας, όπως για παράδειγμα ο γνωστός μας κ. Χατζηνικολάου, γίνονται σκληροί κήνσορες και τιμητές οποιουδήποτε επιχειρήσει να ψελλίσει την ανάγκη να βρούμε και να μιλήσουμε ανοικτά για το τι φταίει ακόμα και αν είναι καλεσμένος στις εκπομπές τους, ακόμα και αν έχει μια πολύ μεγαλύτερη νομιμοποίηση αντιπροσώπευσης των συμφερόντων του κόσμου από ότι οι ίδιοι. Η δεύτερη ισχυρίζεται ότι παρά τη δομική φύση της σημερινής κρίσης το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουν να κινηθούν οι αναλύσεις και η αναζήτηση των αιτιών της κρίσης πρέπει να οριοθετηθεί από την αγορά (με την έννοια των αναγκών της), την κοινοβουλευτική δημοκρατία και το θεσμικό δημιούργημα της Ε.Ε. Θεμέλιο αυτού του ισχυρισμού είναι ένα πιο εξελιγμένο αλλά εξίσου λαϊκίστικο επιχείρημα ότι όταν έχεις ένα σπίτι που δεν εξυπηρετεί πια τις ανάγκες σου αλλάζεις σπίτι αλλά δεν γκρεμίζεις όλη τη γειτονιά για να την ξαναχτίσεις με νέους όρους. Πολλοί οι οπαδοί και οι καιροσκόποι που υπηρετούν αυτήν τη θεωρούμενη και ως πεμπτουσία της νεωτερικής σκέψης. Μάλιστα οι πλέον ακραιφνείς υποστηρικτές αυτής της θεώρησης είναι παλαιοί αριστεροί, οι οποίοι μαγεμένοι από τα πλουμιστά μέχρι χθες φορέματα της αγοράς αναγνωρίζουν στο πρόσωπό της μοναδικές ικανότητες επίλυσης των ανθρωπίνων και φυσικά προπαγανδίζουν με τους πιο γλαφυρούς τρόπους την αναντικατάστατη παρουσία της.

Και τα δύο επιχειρήματα αφενός ως προς την ουσία τους αλλά και αφετέρου ως προς τον τρόπο προβολής τους μαρτυρούν την παρακμή της αστικής κοινωνίας. Το πρώτο επιχείρημα δεν ευσταθεί γιατί ακόμα και στις πιο ακραίες καταστάσεις και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος ως οργανωμένη κοινωνία επιχειρείται η ανεύρεση των αιτίων κάθε φαινομένου για να βρεθεί η κατάλληλη θεραπεία του. Αν θεωρήσουμε τις κοινωνικές επαναστάσεις, τον πόλεμο και τα ακραία καιρικά φαινόμενα ως τα πιο επικίνδυνα, απροσδόκητα και δύσκολα στην αντιμετώπισή τους φαινόμενα, μπορούμε εύκολα να απορρίψουμε το παραπάνω επιχείρημα γιατί τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν χωρίς καμιά αμφιβολία ότι ο άνθρωπος και σε αυτές τις συνθήκες προσπαθεί να βρει τις αιτίες και ανάλογα να αντιδράσει και να δράσει. Το επιχείρημα αυτό και η προβολή παραδειγμάτων, όπως το ξέσπασμα μιας φωτιάς και η αντιμετώπισή της, για να στοιχειοθετήσουμε την άποψη ότι τέτοιες ώρες δεν ψάχνουμε για τις αιτίες αλλά μόνο ρίχνουμε νερό για να τη σβήσουμε, αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία της παρακμιακής κατάστασης στην οποία έχει εισέλθει η αστική σκέψη.

Βασικό στοιχείο κάθε ιδεολογικού ρεύματος, που συντρόφευσε την αστική επανάσταση και περιοδικά κυριάρχησε με στόχο την αλλαγή του τρόπου παραγωγής υλικών και άϋλων αγαθών, υπήρξε η προσπάθεια για μια μηχανιστική ή διαλεκτική προσέγγιση όλων των φαινομένων μέσω της ανάδειξης και ανάλυσης των αιτίων που τα προκαλούν, της σύνθεσής τους και τέλος των προτάσεων για τη θεραπεία τους. Τριακόσια πενήντα περίπου χρόνια μετά την πρώτη αστική επανάσταση και ενώ βιώνουμε την άνθηση των επιστημών και την όλο και μεγαλύτερη σύνδεσή τους με την παραγωγική διαδικασία, οι πολιτικοί και όχι μόνον εκφραστές της κυρίαρχης τάξης, παραβιάζοντας τους θεμελιώδεις κανόνες της ανάλυσης και σύνθεσης όλων των ζητημάτων που απασχολούν το σύγχρονο άνθρωπο,  εγκαταλείπουν τις βασικές αρχές ανάλυσης κάθε προβλήματος και παρουσιάζουν τάσεις και συμπεριφορές αυτοκαταστροφικές, που υποδηλώνουν με αρκετή σαφήνεια ότι έχουμε εισέλθει στην περίοδο της παρακμής «της καθεστηκυίας τάξης».

Ας δούμε όμως και το άλλο επιχείρημα που εμφανίζεται με όλους τους μανδύες των θεωρητικών και εφαρμοσμένων επιστημών προκειμένου να πείσει και να αναδείξει ως μονοδρόμους τα μεγάλα αδιέξοδα της αστικής σκέψης, τα οποία αναδύονται καθημερινά στο ζοφερό και ερεβώδες περιβάλλον της παρακμής. Πρέπει λένε να συμφωνήσουμε προκαταβολικά ότι μόνον η αγορά μπορεί να δώσει τις λύσεις εφόσον βεβαίως τις εξασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις που η ίδια ζητάει. Έτσι λοιπόν η αγορά αποκτάει μεταφυσικές ιδιότητες, χάνει το συγκεκριμένο ταξικό της περιεχόμενο, κινείται έξω από τα όρια της ανθρώπινης βούλησης, αποφασίζει ως άλλος από μηχανής θεός και τέλος ως τέτοιος επιβάλλει με την παντοδυναμία του τις θελήσεις του. Οι κοινωνίες και η οργανωμένη έκφρασή τους μπορούν μόνον να προβαίνουν στις απαραίτητες θυσίες ικανοποίησης του θεού της αγοράς χωρίς κανείς να μπορεί να προεξοφλήσει την ικανοποίησή του. Παρατηρούμε λοιπόν ότι θεσμοί φροντισμένοι με ιστορική επιμέλεια από τους ιδρυτές τους, δηλαδή τις κοινωνικές τάξεις που τους χρειάστηκαν και που ικανοποιούν ξεπερασμένες ανάγκες πρέπει εξ ορισμού  να αποτελούν και το θεμέλιο αντιμετώπισης των νέων και ποιοτικά διαφορετικών αναγκών που γεννιούνται στη σύγχρονη κοινωνία. Καταργείται έτσι η θεμελιώδης αρχή ότι κάθε πραγματικά καινούρια ανάγκη της ανθρώπινης κοινωνίας προκαλεί την αλλαγή των συνθηκών, των όρων για την ικανοποίησή τους, ενώ αναδιατάσσεται η θεμελίωση του ανθρώπινου οικοδομήματος. Και υποστηρίζονται αυτές οι απόψεις όταν μόλις πρόσφατα έρχονται οι θετικές επιστήμες να καταδείξουν ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ζωής μπορούν να ξεφεύγουν παντελώς από ότι μέχρι τώρα θεωρούσαμε ως θεμελιώδες και μη επιδεχόμενο αλλαγές πλαίσιο για την ανάπτυξη της έμβιας ζωής (ΝΑΣΑ – Βακτήρια –Αρσενικό).

Και αν για την αγορά οι ιδεολογικοί αναλυτές επικαλούνται την προαιώνια ύπαρξή της, για την κοινοβουλευτική δημοκρατία η σύντομη ζωή της επιτρέπει την ευκολότερη αμφισβήτησή της και ίσως την απόρριψή της. Ένας θεσμός που ομολογημένα χρεοκοπεί καθημερινά σε κάθε εθνική του εκδοχή, που δεν εκπληρώνει ούτε τη θεμελιώδη λειτουργία του, όπως τη νομοθετική, γιατί οι νόμοι που ψηφίζει αντανακλούν κάθε μέρα και λιγότερο τα συμφέροντα των κυριαρχούμενων τάξεων, και που ο χρηματισμός των μελών του θυμίζει πλειστηριασμούς σκλάβων. Η παρακμή των κοινοβουλίων είναι αντίστοιχη με αυτήν της Ρωμαϊκής συγκλήτου στα ύστερα χρόνια της αυτοκρατορίας όταν κάθε λογής ηγεμονίσκοι της εποχής χρημάτιζαν τους Ρωμαίους συγκλητικούς με αναλογίες που θύμιζαν τις αγοραπωλησίες δούλων. Και τότε όπως και πολλούς αιώνες αργότερα, στην εποχή της φεουδαρχίας, με τα ιπποτικά και γαιοκτημονικά συμβούλια οι «σοφοί λαοπλάνοι» του συστήματος υποστήριζαν πως κάθε τι νέο πρέπει να κρατήσει τους θεσμούς που περιέβαλαν το παλιό. Η υποστήριξη αυτών των θέσεων οδήγησε πάντα στο παρελθόν στην επιτάχυνση της κατάρρευσης της κυριαρχίας της εκάστοτε άρχουσας τάξης καθώς οι αποφάσεις αυτών των σωμάτων ακολουθούσε τους αυτοκαταστροφικούς δρόμους που παίρνουν τα κοινοβούλια και σήμερα (βλέπε τις τελευταίες αποφάσεις πριν το ξέσπασμα της Αγγλικής και της Γαλλικής αστικής επανάστασης).

Τέλος, εδώ και πολλά χρόνια και ιδιαίτερα μετά την επιβολή του ευρώ η συμμετοχή των Ευρωπαϊκών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται από τους φωτισμένους κήρυκες της συστηματικής παραπληροφόρησης ως ένας άλλος μονόδρομος. Κάθε απόφαση ή και πρόταση ακόμα, που αμφισβητεί ή και ανατρέπει αυτήν την πορεία, θεωρείται πράξη εχθρική από την αστική τάξη. Οι υποστηρικτές θέσεων για τη μη ένταξη μιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή για την αποχώρησή της από αυτήν επιχειρείται να απομονωθούν πολιτικά, ενώ τα ΜΜΕ εξαπολύουν καθημερινούς μύδρους λάσπης εναντίον τους. Παράλληλα παραποιείται το αποδεικτικό υλικό που συσσωρεύεται στην Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία και αφορά την οικονομική δραστηριότητα. Οι τοπικοί παντογνώστες, μόνιμοι κάτοικοι των τηλεοπτικών παράθυρων, επισείουν τον κίνδυνο του απομονωτισμού της Ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης της κάθε είδους και μορφής φούσκας.

 Σε συνθήκες καπιταλισμού οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις  δεν μπορούν να υπερβούν τα στενά όρια εμπορικών ενώσεων μέσα στις οποίες οι εθνικές κυρίαρχες τάξεις των ισχυρών εθνικών κρατών καθορίζουν τους κανόνες της αγοράς προς όφελός τους. Όσο μεγαλώνει η οικονομική κρίση τόσο πιο πιστά και στενά οι αποφάσεις των Βρυξελλών  υπηρετούν τις αστικές τάξεις των «ηγέτιδων δυνάμεων». Έτσι ενώ διαπιστώνεται καθημερινά ότι τα φαινόμενα του κοινωνικού και οικονομικού αδιεξόδου, σε συνθήκες δυνατοτήτων παραγωγής που μπορούν να ικανοποιούν με απίστευτη επάρκεια, για τα ιστορικά δεδομένα, τις ανάγκες των ανθρώπων, αποτελούν την πραγματικότητα που αγκαλιάζει σιγά-σιγά το σύνολο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι κάθε λογής ντόπιοι και ξένοι κονδυλοφόροι και παρουσιαστές προσπαθούν να μας πείσουν ότι τα λάθη και τα στραβά της ψωροκώσταινας είναι εκείνα που μας οδήγησαν στην κρίση που βιώνουμε. Γιατί αυτή η επιμονή ενώ παρακολουθούμε ζωντανά (τι έκφραση και αυτή) τα ίδια να συμβαίνουν στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Ιταλία; Μια είναι η εξήγηση που υπακούει στους νόμους της λογικής ανάλυσης: το κοινωνικό και οικονομικό αδιέξοδο υπερβαίνει τα όρια και τις αντοχές του καπιταλιστικού ανοσοποιητικού συστήματος. Οι σύγχρονοι ευγενείς ποτισμένοι με την αυτοκαταστροφική μανία των επικυρίαρχων κάθε ιστορικής εποχής σαδιστικά βασανίζουν όλους τους εργαζόμενους, χωρίς σιγά-σιγά εξαιρέσεις, πνίγοντάς τους στη Αχερουσία λίμνη της παραγωγικής αφθονίας. Πως αλλιώς λοιπόν να χαρακτηρίσουμε την εποχή μας; Ένας μόνο χαρακτηρισμός της ταιριάζει: Εποχή της παρακμής. Τα ιστορικά προηγούμενα δεν αφήνουν περιθώρια για αμφιβολίες.

Αν διαβάσει κανείς με προσοχή την ιστορία των τελευταίων διακοσίων πενήντα χρόνων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καθώς και του μακρόσυρτου τέλους των Ευρωπαϊκών φεουδαρχικών καθεστώτων και μοναρχιών παρατηρεί ότι η παρακμή είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό. Η κυρίαρχη έκφραση της παρακμής ήταν η σταδιακή εγκατάλειψη των αρχών που οδήγησαν στα επιτεύγματα της κάθε εποχής και που συντελέστηκαν στην περίοδο της ακμής των αντίστοιχων κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων. Η σταδιακή αυτή εγκατάλειψη συνέβαινε πάντα όταν οι εκμεταλλευτικές σχέσεις της κυρίαρχης τάξης με το λαό άρχιζαν να εμποδίζουν την παραπέρα ανάπτυξη του τελευταίου. Οι κυρίαρχες τάξεις της εποχής σφιχταγκάλιαζαν με μανία εκείνες τις ιδέες και εκείνους τους θεσμούς που κάποτε τις είχαν οδηγήσει στις νίκες και στην πρόοδο ενώ ο μαρασμός και η ανεπάρκειά τους ήταν πια ολοφάνερη. Η εγκατάλειψη των θεμελιακών αρχών σκέψης και πράξης που οδήγησαν στο γενικό μέσο όρο κοινωνικής ανάπτυξης κάθε τρόπου παραγωγής προκειμένου να χρησιμοποιηθούν άλλες που έρχονται από το ξεπερασμένο και μακρινό παρελθόν σηματοδοτεί χωρίς αμφιβολία την είσοδο στην εποχή της παρακμής. Η υιοθέτηση, στην εποχή του αναπτυγμένου καπιταλισμού, αναλυτικών μεθόδων και εργαλείων ανάλυσης μεταφυσικού περιεχομένου, αντιστρατεύεται την επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση και λειτουργεί καταστροφικά οδηγώντας στο θάνατο τις κοινωνίες στις οποίες επικρατούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας εγκατάλειψης και υιοθέτησης παλαιότερων μοντέλων ανάλυσης σε ευρεία έκταση αποτελεί η στροφή σε μεταφυσικές προσεγγίσεις και η καθολική αμφισβήτηση της έννοιας της προόδου.

Η παρακμή που βιώνουμε είναι καθολική. Τα σπέρματα της νέας κοινωνικής ζωής προβάλλουν μόνο σε εμβρυακή μορφή. Η κυοφορία αλλά και η επιβίωση μετά τη γέννησή τους επιβάλλει την ύπαρξη ριζικά διαφορετικών κοινωνικών συνθηκών. Μέσα σε χώρους όπου παράγονται τα πλέον προηγμένα υλικά και άϋλα αγαθά και τα δημιουργικά, διευθυντικά και εκτελεστικά καθήκοντα παντρεύονται αρμονικά, ενώ ταυτόχρονα τα τελευταία αποτελούν την αναγκαία αλλά και ικανή προϋπόθεση για την επιτυχή αναπαραγωγή τους, αναδεικνύονται εμβρυακές μορφές ανθρώπινης συνεργασίας όπου απαιτείται η απουσία της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και κάθετων εξουσιαστικών δομών.

Η τεχνική δυνατότητα της μετατόπισης του κέντρου βάρους της υλικής παραγωγής από την ποσότητα στην ποιότητα επιτρέπει την υπέρβαση των εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων καθώς η κύρια παραγωγική δύναμη, ο άνθρωπος, λειτουργεί στις κατάλληλες αντικειμενικές συνθήκες για να ανεβάσει την κοινωνική και ταξική του συνείδηση στο επίπεδο εκείνο που θα του επιτρέψει την κατάργηση της καθεστηκυίας τάξης, δηλαδή της αστικής. Οι επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες και προοπτικές προβάλλουν καθημερινά μπροστά μας και ως άλλες σειρήνες ζητούν να τις ακολουθήσουμε στο δρόμο του μέλλοντος. Όμως η υλοποίησή τους δεν είναι συμβατή με την καπιταλιστική εκμετάλλευσή τους. Οι πολυποίκιλες μορφές συνεργατικότητας που επιβάλλει η σημερινή ανάπτυξη του συνόλου των παραγωγικών δυνάμεων των σύγχρονων κοινωνιών δείχνουν ξεκάθαρα αν και σε εμβρυακή μορφή το περιττόν του επιχειρηματία και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Μια άλλη σαφής απόδειξη της παρακμής με την έννοια της αυτοκαταστροφικότητας είναι η επιμονή των επαϊόντων στο έλλειμμα επιχειρηματικότητας που διατείνονται ότι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και στο οποίο αποδίδονται όλες οι ασθένειές της, παιδικές και μη. Βέβαια κανείς δεν μας εξηγεί γιατί τα αποτελέσματα είναι ίδια με τα δικά μας εκεί που αυτή άνθησε και μάλιστα εξόχως σωστά όπως οι ίδιοι έλεγαν μόλις πριν λίγα χρόνια, βλέπε Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία κλπ. Είναι ατέλειωτα τα παραδείγματα που μαρτυρούν την παρακμή του αστικού κόσμου. Είναι εποχή σήψης, παραλογισμού, και αναντιστοιχίας του εμβρυακού κοινωνικού δυναμικού και της ταξικής εκμεταλλευτικής κυριαρχίας. Μέσα στο καζάνι της παρακμής επιχειρούν οι αστοί δυνάστες μας να βυθίσουν όλους τους εργαζόμενους, όλους μας. Κάθε τι θνησιγενές βαφτίζεται αιώνιο. Κάθε τι ξεπερασμένο και από τον ίδιο τον καπιταλισμό στο απόγειό του επιχειρείται να παρουσιαστεί ως αναγκαία προϋπόθεση για το ξεπέρασμα της κρίσης. Η επιστροφή στις θεμελιώδεις αξίες της αγοράς, του κοινοβουλευτισμού και του σύγχρονου Ρωμαϊκού παζαριού, βλέπε Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγορεύεται σε κατάλληλο φάρμακο για πάσα νόσο. Έτσι η παρακμή και το τέλος ενός τρόπου παραγωγής που έδωσε στην κοινωνία ότι είχε να δώσει εκδηλώνεται με την αυτοκαταστροφική δεινότητά του. Τα σύγχρονα όπλα παρέχουν τις προϋποθέσεις για να οδηγηθούμε στο τελικό στάδιο της αυτοκαταστροφής, τον πόλεμο με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας από κάθε άλλη φορά στην ιστορία.

Η είσοδος σε αυτό το τελευταίο στάδιο έχει ήδη αρχίσει και ο ρυθμός που βαδίζουμε προς τα έσχατα όρια της κοινωνικής παρακμής αυξάνεται σταθερά. Πορεία σωτηρίας με ριζική αλλαγή πλεύσης υπάρχει. Γνωρίζουμε τι δεν χρειάζεται πια: η αγορά, η αστική τάξη και ο θεσμός της ιδιοκτησίας που τις παντρεύει. Γνωρίζουμε τι πρέπει να βάλουμε στη θέση της πρώτης: το δημιουργικό σχεδιασμό της μικρής κλίμακας που εξασφαλίζει τη διαλεκτική σχέση της χρηστικότητας με την αναγκαιότητα ενώ επιτρέπει τη συνειδητή κατανόηση της τελευταίας. Γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε με την τάξη που εκπροσωπεί την αγορά: να την αφομοιώσουμε μέσα στις μεγάλες μάζες των εργαζομένων στερώντας της κάθε μέσο να επανέλθει στην εξουσία. Τέλος γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε για να τα πετύχουμε και τα δύο. Να οργανωθούμε και να πιστέψουμε για μια φορά ακόμα ότι η προσπάθεια για το καλύτερο δεν είναι ο εχθρός του καλού, όπως λέει η σύγχρονη μυθολογία, αλλά η εγγύηση αποφυγής της εγγενούς τάσης του τελευταίου για αυτοκαταστροφή όταν διακόπτεται η ελικοειδής ανέλιξή του. Το όραμα και η προσπάθεια να χτίσουμε έναν καλύτερο κόσμο είναι τα μοναδικά αντισώματα στην αυτοκαταστροφική δεινότητα της αστικής παρακμής.

Κωνσταντίνος ο Άκτητος

Ο Δημήτρης Μαραμής και το Πάθος




Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΑΜΗΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΑΘΟΣ» ΣΤΟ BETON 7

Ο Δημήτρης Μαραμής είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση δημιουργού. Καταρχήν, παρότι αρκετοί συνάδελφοί του εντάχθηκαν με ευκολία στο μοντέλο του τραγουδοποιού, αυτός επιμένει να περιορίζεται στο ρόλο στον οποίο τάχθηκε εξαρχής: σε εκείνον του συνθέτη. Και σε μία περίοδο όπου η ευκρινής, συμπαγής και διακριτή μελωδία τείνει να γίνει είδος προς εξαφάνιση, αυτός επιμένει στην παραγωγή μιας μουσικής πλημμυρισμένης από μελωδία, που δεν φοβάται το συναίσθημα αλλά και δεν γίνεται μελό. Σταθερός σύμμαχός του σε αυτή την κατεύθυνση είναι ο λόγος ποιητών όπως ο Λόρκα, ο Τριβιζάς, η Πολυδούρη, ο Ασλάνογλου, ο Λαπαθιώτης, ο Γκανάς. Δεν χρησιμοποιεί όμως ο Μαραμής το λόγο ως πρόφαση αποφυγής της μελωδίας, δεν τον σερβίρει ως κύριο πιάτο με γαρνιτούρα τη μουσική, αλλά συνενώνει διαλεκτικά λόγο και μουσική σε ένα εντελώς προσωπικό αισθητικό σύνολο.

Όλα αυτά τα στοιχεία είναι γνωστά και φυσικά παρόντα στο χώρο Beton 7 και στην παράσταση ΠΑΘΟΣ. Τι προσθέτει το live; Καταρχήν, την ευχέρεια του Μαραμή ως πιανίστα με αποκορύφωμα το καταιγιστικό «Αυτοσχεδιασμό», ένα πιανιστικό σόλο απαιτήσεων. Επίσης, μία νέα ενορχηστρωτική οπτική, με τη χρήση του βιολιού του Λαέρτη Κοκολάνη.  Επιπλέον, η παράσταση τεστάρει και επικυρώνει τη λειτουργία των τραγουδιών ως τέτοιων, καθώς ο κλειστός και μικρός «θεατρικός» χώρος του Beton 7 δεν επιτρέπει τις υπεκφυγές μιας μεγάλης μουσικής σκηνής. Εδώ, το τραγούδι μπορεί είτε να κερδίσει ολότελα τον ακροατή, είτε να πλανηθεί εφιαλτικά μέσα στο χώρο· και κάνει σαφώς το πρώτο. Tο live καταδεικνύει την «εικαστική» λειτουργία των τραγουδιών και ορχηστρικών, τις πολλαπλές εικόνες που παράγουν, την κινηματογραφική και θεατρική τους διάσταση· έτσι, τα θεατρικά εμβόλιμα με την Κατερίνα Σαβράνη και τον Σταυριανό Κιναλόπουλο εντάσσονται με ευκολία στο μουσικό σύμπαν. Τέλος, προσφέρονται νέες ερμηνευτικές εκδοχές στο ήδη δισκογραφημένο έργο του Μαραμή, παρουσιάζοντας παράλληλα και δέκα ανέκδοτα τραγούδια.

Η Κορίνα Λεγάκη, μετά τη δυναμική της είσοδο στη δισκογραφία με το «Χορό με τη βροχή» που περιείχε και τέσσερα εξαιρετικά τραγούδια του Μαραμή, ξεδιπλώνει ζωντανά τις πλούσιες ερμηνευτικές της δυνατότητες. Και το κάνει χωρίς το όποιο άγχος ή τη συστολή που επέβαλλε η πρώτη επίσκεψη στο στούντιο. Η Λεγάκη εμφανίζεται εδώ «χειραφετημένη», με πλήρη έλεγχο της ερμηνευτικής της φαρέτρας, και εν πλήρη αρμονία με το ιδιόμορφο σύμπαν του Μαραμή.

Ο Θανάσης Χουλιαράς, βασικός τραγουδιστής του σχήματος KollektivA, ερμηνεύει μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του Μαραμή - ιδιαίτερα όσα προέρχονται από τις «Σκηνές από Βουβή Ταινία». Όταν εκδόθηκε ο συγκεκριμένος δίσκος, είχα την αίσθηση ότι οι ερμηνείες του Κληρονόμου συνιστούσαν μία διπλή κατάφαση και εν τέλει μία άρνηση, τονίζοντας το λυρικό στοιχείο μιας ήδη έντονα «ρομαντικής» μουσικής. Στο live, ο Χουλιαράς υιοθετεί ορθά μία πιο αποστασιοποιημένη ερμηνευτική προσέγγιση, που εισάγει τον ακροατή στον πυρήνα του Μαραμικού συναισθήματος χωρίς περιττούς λυρικούς τονισμούς.

Τέλος, ο Λαέρτης Κοκολάνης αφήνει για λίγο την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και παραδίδει μαθήματα βιολιού στο ακροατήριο, με τρυφερά πιτσικάτι, έμφαση στις σιωπές, τις παύσεις και το χαμηλόφωνο παίξιμο, και λιγοστά αλλά εκρηκτικά κρεσέντα. Η φιγούρα του - χαμένη στο ημίφως καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης - ο τρόπος παιξίματος, ακόμα και η υπόκλισή του στο τέλος, προδίδουν όχι μόνο έναν έμπειρο σολίστα, αλλά και ένα σεμνό άνθρωπο.

Συμπερασματικά, το ΠΑΘΟΣ είναι μία μουσική παράσταση που δεν πρέπει να χάσετε. Το ερωτικό συναίσθημα, το παιχνίδι του έρωτα και του θανάτου, το γαϊτανάκι της αγάπης και του μίσους, διαχέεται αβίαστα, χωρίς υπερβολές και με εξαιρετική λιτότητα. Επίσης, νοιώθει κανείς ότι το σημείο αναφοράς της παράστασης και των νέων σε ηλικία συντελεστών της δεν είναι κάποιο τιμημένο παρελθόν, αλλά ένα κατεκτημένο παρόν και ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον. Την Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου πέφτει η αυλαία. Όσοι πιστοί - στον έρωτα, στο πάθος, ή απλά στο κατασυκοφαντημένο αλλά ζωντανό έντεχνο τραγούδι - προσέλθετε!

Πήγαμε: Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Τελευταία παράσταση:
Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010, 21.15
Beton 7, Πύδνας 7, Βοτανικός
210-7512625
www.beton7.com

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Δυο εβδομάδες Musicpaper

Το www.musicpaper.gr πήρε εμπρός για τα καλά, πλέον. Η ύλη, αν και μόλις δύο εβδομάδων, υπόσχεται πολλά για τη συνέχεια. Καλή ανάγνωση!

Ενδεικτικά θέματα:

Εδώ Λιλιπούπολη - Τα τραγούδια (του Μάκη Γκαρτζόπουλου)
Δέκα και ένας δίσκοι παιδικότητας (της Αφροδίτης Παπακαλού)
Ένα δάκρυ και ένα χαμόγελο για τον Μάνο (του Γιώργου Μονεμβασίτη)
Τέχνη Delivery (του Οδυσσέα Ιωάννου)
Ένα ρεπορτάζ για τα Μουσικά Σχολεία (της Αφροδίτης Παπακαλού)
Συνέντευξη με τη Μαριέτα Φαφούτη (του Χρήστου Α. Μιχαήλ)
Συνέντευξη με τους Burger Project (του Αδάμ Γιαννίκου)
Συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο Βήτα (του Κώστα Αγοραστού)
Για τον Ξαρχάκο στο Gazarte (του Κώστα Αγοραστού)
Για τους Εμμανουηλίδη-Παπαγεωργίου στο Μετρό (του Χρήστου Α. Μιχαήλ)
Για τους Τσαλιγοπούλου - Αχαλινωτόπουλο στο Half Note (του Μιχάλη Γελασάκη)
Για τον Πλιάτσικα στο Σταυρό του Νότου (του Χρήστου Α. Μιχαήλ)
Αρλέτα: Demo (του Μάκη Γκαρτζόπουλου)
Σωκράτης Μάλαμας: Πέρασμα (του Χρήστου Α. Μιχαήλ)
Η μόνιμη στήλη Γκρο Πλαν (της Άντυς Δημοπούλου)
Η μόνιμη στήλη Παραδούναι και Λαβείν (του Σωτήρη Μπέκα)


Και μερικά "προαστιακά" θεματάκια:
Συνέντευξη με τον Νότη Μαυρουδή
Ο Στάθης Δρογώσης γράφει για τη δισκογραφία και το νέο δίσκο του
Ο Νίκος Μαμαγκάκης γράφει για δέκα πρόσφατους δίσκους του
Η πρώτη "ελεύθερη" συνέντευξη του Γιώργου Νταλάρα
Ο Πάνος Γεραμάνης για τον Στέλιο Καζαντζίδη
Για το "Mnimonium" του Τζίμη Πανούση
Για το "ΠΑΘΟΣ" του Δημήτρη Μαραμή

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Κυκλοφόρησε ο νέος Μετρονόμος




Περιεχόμενα

Θούριος Ίππος, της Στέλλας Βλαχογιάννη

«Του κυρίου του η φωνή». Η ιστορία της δισκογραφίας

Βασίλης Μασσαλάς, του Τάσου Π. Καραντή

Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης – Μαρία Παπαγεωργίου, του Αντώνη Μποσκοΐτη

Γιώργος Σταυρακάκης, του Χρόνη Πλατίνου

Μια εκδήλωση για το πολιτικό τραγούδι

Γιώργος Κουρουπός, του Γιώργου Δαραβέλη

Σοφία Εμφιετζή, του Αλέξη Βάκη

Συνέντευξη με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου

Μια απόπειρα ακρόασης και ανάγνωσης του έργου του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του Αντώνη Περιβολάκη

Σοφία Βέμπο – Εκατό χρόνια από τη γέννησή της , του Λεωνίδα Αγγέλου, επιμ.: Σπύρος Αραβανής

Μαρία Καναβάκη, του Γιώργου Τζαγάκη

Ηρώ Σαΐα, του Σπύρου Αραβανή

40 χαμένα τραγούδια στις μυλόπετρες της δισκογραφίας και της ραδιοφωνίας. 1969 – 2009, του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη

Χρύσανθος Μουζακίτης του Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη

Αχχιλέας Γκουγκουστάμος, της Λίλης Θεολογίτου

Η (αυτ)απάτη των λέξεων, του Σπύρου Κουρκουνάκη

Κόμικ και καρτούν στα τραγούδια του Θόδωρου Βαλσαμίδη

Χάρης Καπελιαρής, του Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη

Το πιάνο και ο Αλμπέρ Κετετζιάν, του Κωνσταντίνου Τσικλέα

Πίσω απ΄ τα όργανα: Χρήστος Κοτσώνης - «Τα πλοία πεθαίνουν στα λιμάνια», του Γιώργου Αλτή

Ακροάσεις, της Στέλλας Βλαχογιάννη

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Σε δέκα χιλιάδες χρόνια

Σε δέκα χιλιάδες χρόνια από τώρα, όταν θα κουραστούμε να παίζουμε με τα κουβαδάκια και τα αγγλικά στιχάκια, όταν καταλαγιάσουν τα ούτια, οι λούπες και ο "φρέσκος" ήχος, όταν η παρακμή θα είναι μία μακρινή ανάμνηση, όταν θα βρούμε ανθρώπους εμπνευσμένους να πάνε τα πράγματα παρακάτω, όταν κάποιοι απ' αυτούς βαπτιστούν εκ νέου ως "παραγωγοί" και κάποιοι άλλοι ως "δημιουργοί", όταν αντί για συλλέκτες μουσικών αρχείων γίνουμε ξανά ακροατές, όταν το εγώ θα ξαναγίνει εμείς και το εμείς εγώ, όταν ιστορία ξαναρχίσουν να γράφουν οι παρέες και όχι οι παρεούλες και τα παρεάκια, όταν η ποίηση θα γράφεται για να είναι ποίηση και όχι για να φτιάχνει ποιητές, τότε μπορεί και να ξανακούσουμε ένα τέτοιο τραγούδι. Σε δέκα χιλιάδες χρόνια, θα είναι όλα δικά μας. ηρ.οικ.




(οι αδερφοί Κατσιμίχα τραγουδούν τις "Προσωπικές Οπτασίες" στην εκπομπή "Πρόβα", 1988)

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Ο Φοίβος Δεληβοριάς για το ελληνικό τραγούδι

Το βαρυσήμαντο κείμενο που ακολουθεί υπογράφεται από τον Φοίβο Δεληβοριά και δημοσιεύεται στο διαδικτυακό περιοδικό "Last Tapes MAG", τεύχος 2, Δεκέμβριος 2010


Το ελληνικό τραγούδι είναι νεκρό. Εσύ πάλι πιστεύεις πως είσαι ζωντανός. Δεν έχεις, άλλωστε και καμιά απόδειξη περί του αντιθέτου. Αν, όμως, το να ζεις σημαίνει απλώς το να ευαγγελίζεσαι τις συνήθειες μιας μακρινής κολλεγιακής αδελφότητας μέσα απ’ το επαρχιακό σου δωματιάκι, να βλέπεις τις μόδες να πενθούν τον εαυτό τους πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο υπολόγιζαν, να γράφεις σε αγγλικά φροντιστηρίου στροφές που φαντασιώνονται τo Hammersmith Apollo ενώ εσύ τις τραγουδάς μια-δυο φορές κάπου στο Γκάζι, τότε γιατί να μην βουτήξεις μια ώρα αρχύτερα εκεί όπου οι νεκροί ζητούν το δίκιο τους; Κάπου ανάμεσα στους μπαγλαμάδες και στη Βέμπο, κάπου ανάμεσα στα θυσιασμένα αρνάκια των δημοτικών και στους απεγνωσμένους έρωτες του Αττίκ, κάπου εκεί βρίσκεται κι η δική σου θέση. Κι ας μην το ξέρεις ακόμα. Κι ας βάζεις τα κοκάλινα γυαλιά σου να αποστηθίσουν κάθε παρακλάδι του post-rock και κάθε ετικέτα του dubstep.

Δεν σε ειρωνεύομαι καθόλου. Τι άλλο να κάνεις, όταν κάποιοι ανάμεσά μας δεν παραδέχονται καν ότι ο νεκρός είναι νεκρός και πάνε και χορεύουνε ζεϊμπέκικα στη ΝΕΤ το σαββατόβραδο και ακούν τις superhero διηγήσεις των γερασμένων στιχουργών και των ηθοποιών του «παλιού καλού» μας κινηματογράφου, λες κι είναι ένα ευαγγέλιο που ξεχάστηκε; Τι σόι όμως ευαγγέλιο είναι αυτό που δεν ξεκινάει απ’ την επίγνωση του τάφου, αλλά αξιώνει μυρωμένη αθανασία, ενώ τα οστά του βρωμάνε ήδη, όπως εκείνα του πατέρα Ζωσιμά στους «Αδελφούς Καραμαζώφ»; Χίλιες φορές η παπαγαλία του Βερολίνου και του Μάντσεστερ, η ψευδάισθηση ότι η πλατεία Καρύτση είναι η Simon-Dach-Strasse. Ή μήπως όχι; Ή μήπως και η δική σου μυωπία είναι η άλλη όψη της δικής τους πρεσβυωπίας, ή του καταρράκτη, για να είμαι πιο ακριβής;

«Le temps ne fait rien à l'affaire -Quand on est con, on est con», λέει κάπου ο Brassens. Και, πολύ φοβάμαι, πως σε ό,τι αφορά την πρόσληψη του τραγουδιού απ’τους Έλληνες, πονηρούς πνευματικούς συνταξιούχους και νεογέννητους καλοπροαίρετους ασύντακτους, έχει απόλυτο δίκιο.

Αυτή η αδυναμία να προσδιορίσεις τον εαυτό σου σ’αυτά τα μέρη, ξεκινάει από παλιά. Αν μελετήσεις το Αμερικάνικο, ας πούμε, αστικό-λαϊκό τραγούδι, οι κατηγοριοποιήσεις που θα βρεις έχουν να κάνουν καθαρά με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και όχι με την ποιότητά του, ηθική, αισθητική ή άλλη. Οι Αμερικάνοι ακούνε «vocal jazz», «rhythm ‘n’ blues», «bluegrass», «rock ‘n’ roll», «hip-hop», «country and western», «soul» ή «κιθαριστικό ροκ». Εμείς, από τότε που αστικοποιηθήκαμε, χωρίσαμε χονδροειδώς τη μουσική μας σε δύο ηθικές-αισθητικές κατηγορίες, το «ρεμπέτικο» και το «ελαφρό», κατηγορίες που υιοθετήθηκαν και από τους μουσικολόγους, ξεκινώντας έτσι μια παρεξήγηση, που έφτασε μέχρι τον εκτρωματικό όρο «έντεχνο» τον οποίο, εδώ και λίγα χρόνια, αρχίσαμε επιτέλους να αντιμετωπίζουμε με τον χλευασμό που του αξίζει.

«Ρεμπέτικο» λοιπόν. Κάτι που μουσικά δεν σημαίνει τίποτα, στην (διανοουμενίστικη) κυριολεξία του, όμως, σημαίνει «τραγούδι των αλητών», των ανοικοκύρευτων, των –δίχως ιδεολογία- εξεγερμένων. Όλο αυτό μπορεί, μέχρι ένα σημείο, να ακούγεται και ποιητικά και παρ’ότι ονομάστηκε έτσι από ανθρώπους που ήθελαν να το απαξιώσουν, έχει με το μέρος του την ακατανίκητη έλξη του περιθωριακού. Η κωμική πλευρά του όρου ξεκινάει  από τη στιγμή που η μουσική αυτή αναγνωρίζεται ως η αυθεντική εθνική φωνή μας και που άνυδροι επιστήμονες την αναλύουν και την διδάσκουν ως την μοναδική προϋπόθεση καλλιτεχνικής στερεότητας ενός ελληνικού μουσικού έργου. Δεν εξετάζω εδώ αν έχουν δίκιο. Σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό –και όταν δεν μπερδεύονται απ’την ιδεοληψία της «φυλετικής καθαρότητας» και της «υπεροχής της ανατολίτικης ρίζας μας»-, έχουν πράγματι δίκιο. Ο όρος όμως «ρεμπέτικο» δεν μπορεί να γεννήσει στα σοβαρά νέα μουσικά είδη, εκτός κι αν μας αρκεί η πόζα του «αλήτη», όταν όμως υιοθετείται από έναν υποψιασμένο άνθρωπο του σήμερα. Μουσική γεννάνε μόνο οι μουσικοί όροι, οι ηθικοί –ιδιάιτερα όταν αναχρονίζονται- γεννάνε κακό γούστο.

Η ίδια παρεξήγηση –αλλά αντίστροφα- ισχύει όσον αφορά το «ελαφρό». Τι πάει να πει «ελαφρό»; Κάτι που δεν είναι σοβαρό, προφανώς. Σ’αυτήν την περίπτωση, όμως, τι να πιστέψει κανείς; Ότι ο μουσικός μας εαυτός είναι ό,τι διαιρείται –ή συντίθεται, ίσως- από τη συγκρουση «αλητών» και «ανθρώπων που δεν είναι σοβαροί»; Τι διαφορά έχουν οι μεν απ’τους δε; Ότι οι μεν είναι νοσταλγοί της Τουρκοκρατίας, ενώ οι δε θέλουν να φτιάξουν «ζαχαραπλαστεία εφάμιλλα των Ευρωπαϊκών»; Ποιον αφορούσε ποτέ και ποιον αφορά -ακόμα περισσότερο- σήμερα, ένα τέτοιο δίλημμα; Μπορεί να αφορά –και να πολώνει παντοιοτρόπως- την μικροαστική μας κοινωνία, δεν μπορεί όμως να αφορά με τίποτα έναν καλλιτέχνη με όραμα και αγάπη για την τέχνη του.

Και έτσι φτάνουμε στο «έντεχνο». Όρο που εφευρέθηκε από τους εμπνευσμένους μας συνθέτες της δεκαετίας του ’60, για να τους κάνει να ανασάνουν λίγο από την παραπάνω μαζοχιστική αυταπαξίωση μιας ολόκληρης τέχνης. Πού ακούστηκε όμως μια τέχνη να κρίνει η ίδια τον εαυτό της διθυραμβικά; Να λέει δηλ. στους άλλους ότι περιέχει τέχνη;  Αν είναι –αισθητικό, τουλάχιστον- ολίσθημα να το λένε αυτό ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης (παρότι  ο πρώτος έχει αφήσει πίσω του αρκετά ειρωνικά κείμενα για τον όρο), το να το επικαλούνται οι πλέον συντεχνιακά οργανωμένοι από τους μέτριους διαδόχους τους δεν αντέχεται. Όταν η αστερόσκονη της γοητείας των δύο προσωπικοτήτων έγινε κι εκείνη –όπως όλα- απλό χώμα, αυτό που έμεινε είναι οργισμένοι επιστολογράφοι, παραπονιάρηδες διεκδικητές του Ηρωδείου, πανελίστες στις εκδηλώσεις των κεντρικών βιβλιοπωλείων, εφημεριδοπώλες «αριστουργημάτων».

Η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού από το ’60 και μετά, είναι η ιστορία μερικών επιτυχημένων αποδράσεων από τα στεγανά των όρων και των προσδιορισμών και από τα διαστρεβλωμένα αισθήματα που αυτοί παράγουν. Το τι κυρίαρχα είδη είδαμε μπροστά μας –όλα ψευδεπίγραφα-, δε λέγεται. Σας θυμίζω μερικά: Το «νέο κύμα», το αντάρτικο της Μεταπολίτευσης, το «ελληνικό ροκ», η λαϊκοπόπ, τα «συγκροτήματα των Δυτικών προαστίων» έτυχαν όλα μεγάλης μαζικότητας, κανένα δε απ’ αυτά δεν άφησε ίχνος μουσικής συνέχειας πίσω του, ίσως γιατί όλα εκφράστηκαν με μουσικούς όρους υποτυπώδεις, ίσως όμως και γιατί είχαν την αφέλεια να νομίσουν ότι είναι ζωντανά σ’έναν χώρο που είχε προ πολλού πεθάνει.

Όσοι απέδρασαν από το «σπίτι των πεθαμένων», άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, είναι αυτοί που κάνουν τον νεκρό να λάμπει ακόμα, ακριβώς γιατί την δυσκολία της ταξινόμησης των τραγουδιών τους την διαπερνά ένα ρίγος, ένα πρωταρχικό αίσθημα μοναξιάς, μια παιδική συνειδητοποίηση του θανάτου. Από τον Ζαμπέτα ως τον Σαββόπουλο και από τον Άκη Πάνου ως την Λένα Πλάτωνος, το ταξίδι μοιάζει να ξεκινάει από κει που η ζωή έχει τελειώσει. Αυτό όμως που κάνει τη μουσική τους να σφύζει από τον πυρετό της ζωής, είναι μάλλον το ότι αισθάνονται με πολύ ανάγλυφο τρόπο πώς ήταν ο νεκρός όταν ήταν ζωντανός, τι ένιωθε, τι ευχόταν και ποια ήταν η μπερδεμένη του καταγωγή.

Πριν ναυαγήσουμε, λοιπόν κι εμείς κάτω από μια καινούργια ετικέτα –αυτή του «εναλλακτικού» δείχνει να μας βολεύει αυτή τη στιγμή- ας παραδεχτούμε πρώτα ότι ο νεκρός είναι νεκρός και μετά ότι αυτός ο νεκρός είναι το μόνο πράγμα που μας ανήκει. Είναι ο μόνος τρόπος να αποκωδικοποιηθεί η μουσικη του σήμερα, να είμαστε διεθνείς αλλά όχι με τρόπο επαρχιώτικο, κυρίως να μπορέσουμε να ξαναπαίξουμε τη μουσική μας μπροστά σε αληθινούς ανθρώπους και όχι στα φωτογραφημένα φαντάσματα του myspace.

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τα ψευδοδιλήμματα τύπου αγγλόφωνο-ελληνόφωνο. Το πώς θα αγγίξει κανείς τη σύγχρονη μουσική ευαισθησία, αλλά και το αιώνιο παρελθόν, είναι δικό του θέμα. Εμάς να μας απασχολεί η μουσική σαν κάτι που δεν είναι μόνο στη φαντασία μας, αλλά παράγει και ζωή. Και η ζωή έχει ένα μόνο σίγουρο χαρακτηριστικό: κάποτε τελειώνει.
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, ξανά το κειμενάκι μας: το ελληνικό τραγούδι έχει τελειώσει. Κάπου μέσα του βρίσκεται κι η ζωή που θα ζήσουμε.
Φοίβος Δεληβοριάς
(Φωτο: Σωτήρης Κακίσης)

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Θάνος Μικρούτσικος - 4 φωτογραφίες

 ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΜΕΛΑΝΩΜΑ
ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ - ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ




Σε παίρνει για ταξίδι μια σειρήνα
και μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη
Τη σκοτεινή σου μελετάμε πείνα
καχύποπτοι, ανύποπτοι και ύποπτοι

Στην Πέργαμο και στην Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη
Τα ναύλα μου πως ν' αγοράσω
τώρα που απόμεινα στον άσσο




Στο μέτωπο, τριγύρω στις ραβδώσεις
μια μύγα παίζει ως κορασίδα άπορη
Οι φίλοι σ' επισκέπτονται με δόσεις
παράφοροι, ανυπόφοροι κι αδιάφοροι

Στην Πέργαμο και στην Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη
Απόψε πρέπει να προφτάσω
γιατί αύριο θε να σε χάσω






Ιωνικές κολόνες σε μαγκώνουν
και σου χαρίζουν τιμωρία άδικη
Σ' αυτή την άσπρη πρέσα δε γλιτώνουν
διάδικοι, υπόδικοι, κατάδικοι

Στην Πέργαμο και στην Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη
Τα ναύλα μου δε θ' αγοράσω
γιατί απόμεινα στον άσο






Μέχρι ν' αρχίσεις, μέχρι να τελειώσεις
το πρόσωπό τους αποστρέψαν άφωνοι
οι φίλοι και γελούν στις συγκεντρώσεις
μεγάφωνοι, μικρόφωνοι, παράφωνοι

Στην Πέργαμο και στην Μπαστιά
δίδυμα φτάνουν φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη
Κι εγώ απόψε θα σε χάσω
και αύριο θα σε ξεχάσω

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικη εκδήλωση με τη Μαρίζα Κωχ



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Την Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010 το «Εργαστηρίου  Βιωματικής   Μουσικής - Μαρίζα   Κωχ»  σας προσκαλεί στην Χριστουγεννιάτικη γιορτή του που θα  γίνει  στην  αίθουσα συναυλιών του  δισκοπωλείου Metropolis Live Stage  (Πανεπιστημίου 54 & Εμμ. Μπενάκη), ώρα πέντε το απόγευμα.


Μικροί και μεγάλοι θα έχουμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε την μουσικοθεατρική παράσταση «Το πάπλωμα με τα χρυσά κουδούνια», στην οποία θα λάβουν μέρος και τα παιδιά μας.
Θα  ακολουθήσει  η  παρουσίαση του  νέου  παιδικού  βιβλίου  της  Μαρίζας  Κωχ  με  τίτλο «Με τη Μαρίζα τραγουδώ, ελληνικά μαθαίνω» των Εκδoσεων Σταμουλη.

Στην γιορτή, η Μαρίζα Κωχ με τα παιδιά μας  και την  «Παιδική Χορωδία Παραδοσιακού Τραγουδιού Μαρίζα Κωχ» του Ωδείου Αθηνών θα μας πουν τα κάλαντα και άλλα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Την διεύθυνση της χορωδίας έχει η Αθηνά Χρήστου.
Στο τέλος της γιορτής μουσικοί και ηθοποιοί θα χαρίσουν τριγωνάκια για τα κάλαντα σε όλα τα παιδιά που θα παρευρεθούν στην γιορτή.
Είσοδος δωρεάν

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Απεργία



Όλοι στην Γενική Απεργία, Τετάρτη 15 Δεκέμβρη. Συγκέντρωση Μουσείο, 10.30 π.μ.

Στην προσπάθειά της να εξυπηρετήσει τον ΣΕΒ, την Τρόικα και τους Τραπεζίτες, η κυβέρνηση ξεπέρασε κάθε όριο! Ποτέ άλλοτε τόσοι λίγοι άνθρωποι, μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, δεν κατέστρεψαν τη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων, όπως συνέβη στο χθεσινό υπουργικό συμβούλιο. Πρόκειται πραγματικά για κυβέρνηση fast-crack της κοινωνίας και των εργαζομένων! 


Όλες οι δήθεν «αντιστάσεις» και «διαπραγματεύσεις» της Υπουργού Εργασίας και του ίδιου του Πρωθυπουργού κατέληξαν σε ένα νομοσχέδιο που οδηγεί εκατομμύρια εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα στη φτώχεια, στην άγρια εκμετάλλευση, στην ελαστική εργασία, στην ανεργία. Οι απολύσεις γίνονται ακόμη πιο φθηνές, με την κατάργηση της αποζημίωσης για την απόλυση όσων εργάζονται μέχρι ένα έτος! Μισθοί πείνας, ελαστική εργασία, ουσιαστικά κατάργηση του 8ωρου, επέκταση του δουλεμπορίου της ενοικίασης εργαζομένων, εύκολες και φτηνές απολύσεις.

Και όλα αυτά ξεδιάντροπα, για να ενισχυθεί η κερδοφορία των επιχειρήσεων, να βγει περισσότερη υπεραξία από τους εργαζόμενους. Ταυτόχρονα, ιδιωτικοποιούνται δημόσια αγαθά που είναι ζωτικής σημασίας για τον λαό, πέφτει άγριο τσεκούρι στις ΔΕΚΟ, αυξάνεται ο ΦΠΑ σε είδη επιβίωσης. Μόνο ωφελημένο το κεφάλαιο, το οποίο βγαίνει επιπλέον κερδισμένο και από το «αναπτυξιακό νομοσχέδιο» με νέες φοροελαφρύνσεις.
Εργασιακή και κοινωνική κόλαση για τους εργαζόμενους, νέα πεδία κερδοφορίας για τις μεγάλες εταιρείες. Να πού οδηγεί το σφαγείο κυβέρνησης – ΕΕ – ΔΝΤ.

Μέχρι τώρα αποκοίμιζαν τους εργαζόμενους με τα «προνόμια του δημοσίου», τα «ρετιρέ των ΔΕΚΟ» κλπ. Τώρα καταλαβαίνουμε ότι είμαστε όλοι στον «πάγκο του χασάπη». Ή θα εξεγερθούμε ενάντια σε αυτή την πολιτική που σαρώνει τα πάντα ή θα μας συνθλίψουν! Ή θα τους ανατρέψουμε, ρίχνοντας την άθλια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και κάθε επίδοξο διαχειριστή της ίδιας πολιτικής, πετώντας έξω την τρόικα, την ΕΕ και το ΔΝΤ, επιβάλλοντας παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, εθνικοποίηση των τραπεζών κάτω από εργατικό έλεγχο και αντικαπιταλιστική ρήξη με την ΕΕ, δραστική φορολογία του κεφαλαίου, για να αυξηθούν οι μισθοί, να σταματήσουν οι απολύσεις, να υπογραφούν συλλογικές συμβάσεις ή θα μας γυρίσουν έναν αιώνα πίσω.

Απαιτείται σήμερα ένας πανεργατικός ξεσηκωμός, ένα παλλαϊκό μαζικό κίνημα νίκης και ανατροπής, πολιτικά επικίνδυνο και μαχητικό, που θα μετατρέψει την πορεία προς την πανελλαδική απεργία της 15ης Δεκέμβρη, την ίδια την απεργία και τη συνέχειά της, σε κοινωνικό σεισμό που θα γκρεμίσει την επιδρομή κυβέρνησης – εργοδοτών – τρόικας. Η επιλογή μαχητικών απεργιών και αγώνων διαρκείας, όπως στις συγκοινωνίες της Αθήνας, η κλιμάκωση του αγώνα σε όλα τα επίπεδα (τόσο σε πολιτικό περιεχόμενο, όσο και σε μορφές πάλης), η κήρυξη απεργίας στις 14 Δεκέμβρη (μέρα που ψηφίζεται το επαίσχυντο νομοσχέδιο) είναι επιτακτικά αναγκαία σήμερα.

Όπως εξαιρετικά κρίσιμο και αναγκαίο είναι να περάσει ο αγώνας στα χέρια της βάσης των εργαζομένων, στα πρωτοβάθμια σωματεία και στις επιτροπές αγώνα, καθώς είναι δεδομένο πως η υποταγμένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ συναινεί και ανοίγει το δρόμο για την επίθεση της κυβέρνησης.
(...)
ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Για το "Από τον Τσιτσάνη στον Χατζιδάκι" του Μανώλη Μητσιά




ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ & ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΝΥΚΤΩΝ ΕΓΧΟΡΔΩΝ ΔΗΜΟΥ ΠΑΤΡΕΩΝ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΣΙΤΣΑΝΗ ΣΤΟΝ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ (2CD)
LEGEND


Η προσφορά του Βασίλη Τσιτσάνη και του Μάνου Χατζιδάκι στο ελληνικό τραγούδι είναι γνωστή και θα μνημονεύεται στους αιώνες των αιώνων. Εξίσου γνωστή είναι η θέση του Μανώλη Μητσιά ανάμεσα στους κορυφαίους ερμηνευτές του έντεχνου-λαϊκού τραγουδιού. Η αναφορά στο εξαιρετικό διπλό δίσκο - ζωντανή ηχογράφηση Από τον Τσιτσάνη στον Χατζιδάκι θα μπορούσε λοιπόν να τελειώσει εδώ, εάν… Μα φυσικά εάν δεν είχαμε τη συμμετοχή της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πατρέων. Τα μαντολίνα, οι μάντολες και οι κιθάρες συνθέτουν ένα συγκλονιστικό ηχητικό σύμπαν, που παραπέμπει κινηματογραφικά σε όλη την ιστορία της ελληνικής μουσικής, από τις μαντολινάτες των Επτανήσων και των Αθηνών ως την Κρήτη και τις σμυρναίικες εστουδιαντίνες. Η συνάντηση Ανατολής και Δύσης βρίσκει στο μαντολίνο μία πρωτότυπη έκφανσή της. Χωρίς μπουζούκια, ηλεκτρισμό και κρουστά, ο σημερινός ακροατής καλείται εδώ να ξεχάσει τον προκάτ ήχο στον οποίον τον έχουν συνηθίσει. Και η επένδυση του Τσιτσάνη και του Χατζιδάκι από τη μαντολινάτα δεν γίνεται ως εξωτερική, επιδερμική προσθήκη, αλλά ως απολύτως φυσιολογική προέκταση της μουσικής τους.

Την ορχήστρα διευθύνει ο Θανάσης Τσιπινάκης, ενώ κακώς δεν αναφέρονται στο ένθετο οι υπόλοιποι μουσικοί. Η συμμετοχή του φωνητικού συνόλου «Ηχώ» σε διδασκαλία Λένας Σουρμελή προσδίδει επιπλέον πινελιές λυρισμού, ενώ το εικαστικό εξώφυλλο του Γιώργου Σταθόπουλου παραπέμπει στις καλύτερες στιγμές της έντεχνης δημιουργίας. Ορθά αναγράφονται οι μουσικοί που «διόρθωσαν» κάποιες λεπτομέρειες στο στούντιο· ειλικρινής η παραδοχή και παράδειγμα προς μίμηση για όλους τους παραγωγούς ζωντανών και «ζωντανών» ηχογραφήσεων. Συνολικά, ένας δίσκος για τις μικρές νυχτερινές ώρες. Ακούστε τα ανατριχιαστικά «Τα παιδιά της καταιγίδας» και «Κάθε βράδυ λυπημένη».

Ηρακλής Οικονόμου
(Περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ - "Νέες Κυκλοφορίες")