Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΜΠΡΑΝΚΟ


CRISTINA BRANCO:

«Έχω λατρέψει τις ντίβες, αλλά δεν είμαι μία απ’ αυτές»


Το "Δίφωνο" συναντά τη μούσα του πορτογαλικού fado

Η Cristina Branco είναι μια από τις γνωστότερες φωνές του fado, αυτού του αινιγματικού, βαθιά ποιητικού είδους τραγουδιού της Πορτογαλίας. Μετά από εννέα δίσκους, μοιράζεται δικαιωματικά το βαρύ φορτίο της κληρονομιάς της ανεπανάληπτης Amália Rodrigues, μαζί με ερμηνεύτριες όπως η Misia, η Mariza και η Dulce Pontes. Κατά πολλούς η κορυφαία fadista σήμερα, η Branco συνδυάζει τη μελαγχολία και τη δραματικότητα της τέχνης της με τη ζεστασιά και την οικειότητα της μοναδικής φωνής της. Με αφορμή την έκδοση του νέου της δίσκου “Kronos”, τη συναντήσαμε σε έναν από τους σταθμούς της περιοδείας της, στην όμορφη Γάνδη, λίγο πριν από άλλη μια θριαμβευτική ζωντανή εμφάνιση μπροστά στο παγκόσμιο κοινό της. ηρ.οικ.
-----

Νέος δίσκος και νέα περιοδεία: τι προτιμάτε, στούντιο ή σκηνή;

Και τα δύο είναι εξίσου σημαντικά. Όμως, στο στούντιο μαθαίνεις πώς να κατανοείς τους ποιητές και τους συνθέτες, κι αυτό σε βοηθάει να εκφράσεις τα συναισθήματά σου στη σκηνή. Χωρίς το στούντιο, η σκηνή θα ήταν πολύ επιφανειακή. Εμβαθύνοντας σε ό,τι οι δημιουργοί θέλουν να εκφράσουν με τις λέξεις και τις μουσικές τους, μπορείς να είσαι ειλικρινής στο κοινό των συναυλιών σου.

Τα τραγούδια του τελευταίου σας δίσκου, “Kronos”, προσεγγίζουν το ζήτημα του χρόνου. Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο μοτίβο;

Μετά από εννέα δίσκους, ένιωσα απλά ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να συλλογιστώ το θέμα του χρόνου. Πώς επέδρασε ο χρόνος σε μένα; Πώς με βοήθησε να εξελιχθώ καλλιτεχνικά; Ποιους επαγγελματικούς αλλά και σωματικούς μετασχηματισμούς συνεπάγεται; Πώς αντιδράς στο χρόνο; Πώς παραμένει ο χρόνος στο δέρμα σου, στο μυαλό σου, στην ίδια την οικογένειά σου; Ως ταξιδεύτρια και ως καλλιτέχνιδα, η ζωή με έκανε να αναρωτηθώ σχετικά με το χρόνο. Σήμερα ξύπνησα στο ξενοδοχείο, μου έλειπαν τρομερά τα παιδιά μου και αναρωτήθηκα: «τι κάνω εδώ χωρίς τα παιδιά μου;». Μερικές φορές είναι πραγματικά δύσκολο, πρέπει να είσαι πολύ δομημένος πνευματικά και ψυχολογικά ώστε να διαχειριστείς αυτή την επιβολή στην προσωπική σου ζωή.
Ένας άλλος λόγος που αποφάσισα να συναντηθώ με τα συγκεκριμένα τραγούδια και τους δημιουργούς τους είναι επειδή μου αρέσει να συνδέω κάθε νέο μου δίσκο με τον προηγούμενο. Ο προηγούμενος δίσκος, “Abril”, ήταν αφιερωμένος στη μνήμη ενός καταπληκτικού μουσικού, του José Afonso, και όλοι οι δημιουργοί που συμμετέχουν στο “Kronos” είναι σύγχρονοί του, έγραψαν μουσική μαζί του και συνυπήρξαν επί σκηνής. Αυτοί οι άνθρωποι έπαιξαν και έναν ιδιαίτερο ρόλο στα χρόνια της Δικτατορίας στην Πορτογαλία, και στην Επανάσταση του ’74. Αυτή η περίοδος ήταν δύσκολη για τον καθένα. Ήμουν δύο χρονών όταν έγινε η Επανάσταση, και όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες την έζησαν. Εγώ απλά τους πρότεινα να περιγράψουν στα τραγούδια τους το τι τους έχει συμβεί από τότε.

Αναφερθήκατε στη Δικτατορία και στον José Afonso. Υπάρχει κάποια πολιτική διάσταση στο έργο σας;

Όχι, όχι στο έργο μου. Φυσικά είμαι μια πολιτική ανθρώπινη ύπαρξη επειδή θεωρώ αναγκαίο να είμαστε όλοι ενεργοί, να κατανοούμε καλύτερα την κοινωνία μας, και να συνδεόμαστε με άλλους ανθρώπους. Αλλά δεν έχω κάποιο πολιτικό μήνυμα στη δουλειά μου, το μόνο μου μήνυμα είναι υπέρ της ειρήνης και της αγάπης. Ε, αν αυτό είναι πολιτικό, τότε… έχει καλώς!


Παραδόξως, γίνατε πρώτα γνωστή στην Ολλανδία πριν σας γνωρίσει το κοινό της Πορτογαλίας. Γεννηθήκατε fadista, ή γίνατε από τις συγκυρίες;

Ήμουν φοιτήτρια και ξαφνικά λαμβάνω ένα τηλεφώνημα για να συμμετάσχω σε ένα talk-show στην πορτογαλική τηλεόραση. Επειδή σπούδαζα Κοινωνική Επικοινωνία, ένιωσα ιδιαίτερη περιέργεια και πήγα, όχι φυσικά για να τραγουδήσω αλλά ως δημοσιογράφος. Τελικά, όμως, τραγούδησα και μερικές μέρες μετά μου ζήτησαν να πάω στο Άμστερνταμ για να συμμετάσχω σε δύο συναυλίες για τον εορτασμό της Επανάστασης του ’74. Απάντησα θετικά, χωρίς να το πολυσκεφτώ. Δεν είχα ρεπερτόριο, δεν είχα εμπειρία, δεν είχα τίποτα! Ήταν μια απίθανη πρόκληση για μένα και για τους δύο μουσικούς που με συνόδευσαν, τον σύζυγό μου Custódio Castelo και τον Alexandre Silva που βρίσκεται στην ορχήστρα και απόψε. Πήγαμε στο Άμστερνταμ και τελικά οι συναυλίες είχαν αρκετή επιτυχία, εκδόθηκε και δίσκος με τη ζωντανή ηχογράφηση. Αυτό ήταν τον Απρίλη, και τον Δεκέμβρη μου τηλεφώνησαν ξανά, λέγοντάς μου ότι πλέον η υπόθεσή μου ήταν πολύ σοβαρή και έπρεπε να κάνω ένα δίσκο στο στούντιο. Έτσι και έγινε, και εκδόθηκε ο δίσκος “Múrmurios” που στη Γαλλία βραβεύτηκε ως ο κορυφαίος δίσκος παγκόσμιας μουσικής της χρονιάς. Και έτσι άρχισα…

Ο τίτλος ενός από τα καινούργια σας τραγούδια είναι «Κουβαλώ ένα fado» (Trago um fado). Είναι το fado ένας τρόπος να ζεις; Να ερωτεύεσαι; Πώς κουβαλά κάποιος ένα fado;


Κουβαλώ μέσα μου το fado ολοένα και περισσότερο, κάθε μέρα, πιο πολύ σήμερα απ’ ότι παλιά. Νιώθω ότι βυθίζομαι ολοένα και περισσότερο μέσα του, το έχω ερωτευτεί στ’ αλήθεια. Παλαιότερα, το fado ήταν για μένα κάτι το παλιομοδίτικο, ένα είδος δραματικού τραγουδιού που δεν μπορούσες να προχωρήσεις παραπέρα. Πράγματι, δεν ήξερα πώς να το προχωρήσω παραπέρα, δεν μεγάλωσα στη Λισσαβώνα, δεν είχα την παραμικρή εμπειρία στο fado, παρά μόνο είχα ακούσει την Amália Rodrigues και μερικούς άλλους. Μόνο τραγουδώντας το, ζώντας το, μπόρεσα να κατανοήσω το fado και να βυθιστώ μέσα του.

Έχετε ισχυριστεί ότι «μελέτησα την ψυχή της Amália ως την πιο μικρή πτυχή της». Τι ανακαλύψατε; Τι σημαίνει η Amália Rodrigues για σας;


Η Amália υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική για μένα. Το ότι τραγουδώ σήμερα το χρωστάω σ’ αυτήν. Εάν δεν είχα ακούσει τη φωνή της, δεν θα βρισκόμουν εδώ απόψε. Ακούγοντας το ρεπερτόριό της, μαθαίνοντας την ιστορία της και τη ζωή της, ανακάλυψα πόσο γνήσια και λυπημένη υπήρξε. Όλη αυτή η δραματικότητα και η νοσταλγία που αντλείς από την εικόνα της και τη φωνή της ήταν αυθεντικές, αυτό ήταν. Διηγιόταν εκπληκτικά μια ιστορία, η ζωή της ήταν το καλύτερο παράδειγμα για τα τραγούδια της, δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο να τραγουδήσει πέρα από την ίδια τη ζωή και την προσωπική της εμπειρία. Πέρα από τη διάσταση της φωνής της - η οποία ήταν ασύλληπτη - στέκομαι στην ικανότητά της να λέει λέξεις και να σε κάνει να καταλαβαίνεις τη σημασία της κάθε λέξης. Κατά κάποιο τρόπο, μπορούσες να αγγίξεις αυτές τις λέξεις, είχαν υφή. Η Amália δεν τραγουδούσε για να τραγουδά, τραγουδούσε για να ζει, κι αυτό προξένησε μια επανάσταση μέσα μου.


Μιλώντας για λέξεις, είναι αξιοσημείωτο ότι έχετε τραγουδήσει μεγάλους ποιητές, όχι μόνο Πορτογάλους αλλά π.χ. και τον ολλανδό ποιητή Jan Jacob Slauerhoff. Είναι αυτό δική σας επιλογή, ή στοιχείο του πορτογαλικού τραγουδιού γενικότερα;


Και τα δύο. Η εισαγωγή της ποίησης στο fado ξεκίνησε με την Amália, δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό. Η Amália έφερε τους κορυφαίους Πορτογάλους ποιητές στο λαό, όταν τις δεκαετίες του ’70 και του ’60 ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν μπορούσε να γράψει και να διαβάσει. Όποτε τραγουδούσε ποίηση, έφερνε την κουλτούρα στο λαό. Εγώ αποφάσισα να εντάξω την ποίηση στο τραγούδι μου επειδή δεν μπορώ να αποσυνδέσω τη φωνή και την ερμηνεία μου από την ποίηση και την πορτογαλική γλώσσα. Μου αρέσουν οι λέξεις, μου αρέσει η ποίηση, μου αρέσουν οι όμορφες εικόνες και φράσεις. Η Amália ήταν η πρώτη που το έκανε, και σήμερα όλοι τραγουδούν ποίηση. Μπορείς να συντάξεις μια ανθολογία της πορτογαλικής ποίησης ακούγοντας πορτογαλική μουσική.


Που οφείλεται η γοητεία που ασκεί το fado στους νέους ανθρώπους και σε ένα τόσο μεγάλο διεθνές κοινό;


Δεν γνωρίζω! Στην αρχή, το fado δεν έγινε δεκτό με ενθουσιασμό, ούτε καν στην Πορτογαλία. Οι άνθρωποι δεν ήταν έτοιμοι για το fado, γιατί αυτό είχε συνδεθεί με τη Δικτατορία. Χρειάστηκε ένα κενό 20 περίπου χρόνων, από τα τέλη του ’70 ως τα μέσα του ’90 για να χωνευτεί αυτή η μουσική στο πλατύ κοινό. Για να αποδεχτεί ο κόσμος το fado απαιτήθηκε μια επανάσταση. Πλέον, είναι τόσο όμορφο να βλέπεις όλους αυτούς τους νέους και τις νέες στις συναυλίες, τόσο στην Πορτογαλία όσο και στο εξωτερικό. Πριν από δέκα χρόνια, όλα ήταν τόσο διαφορετικά… η μέση ηλικία του κοινού μου ήταν 50 χρονών, ενώ τώρα το μεγαλύτερο κομμάτι είναι νεολαία. Νιώθω τέλεια που έχω τη δυνατότητα να προβάλλω την πορτογαλική κουλτούρα στον εξωτερικό. Θυμάμαι ότι πριν από έξι-εφτά χρόνια, όταν επισκέφτηκα τις Ηνωμένες Πολιτείες, κάποιοι δεν ήξεραν ούτε που πέφτει η Πορτογαλία στο χάρτη. Τώρα πια ξέρουν, και θέλουν να μάθουν περισσότερα για την κουλτούρα και για τη γλώσσα μου. Το fado τοποθέτησε ξανά την Πορτογαλία πάω στο χάρτη, σε σχέση με τον πολιτισμό.



Η παράδοση είναι μία από τις πρώτες ύλες της τέχνης σας. Πώς μεταχειρίζεστε την παράδοση;

Ο μόνος τρόπος για να φέρεις κάτι νέο στο fado είναι, με σεβασμό προς τις ρίζες του, να προσπαθήσεις να ανοίξεις μονοπάτια για την κατανόηση της συγχρονικότητάς του, τοποθετώντας τις ρίζες του στη θέση που τους αξίζει. Φέρνεις μια πληθώρα δικών σου αστικών ιστοριών, εμπειριών, συναισθημάτων και ιστορικής μνήμης, και τα αναμιγνύεις όλα αυτά με την παράδοση. Αυτό συνιστά μια τεράστια ευθύνη προς τους ανθρώπους που σε ακούνε και σε εμπιστεύονται.

Στα δισκοπωλεία του εξωτερικού, οι δίσκοι σας κατατάσσονται συνήθως στην κατηγορία του «έθνικ». Είναι παγκοσμιοποιημένη η μουσική; Πρέπει να γίνει;

Αυτό είναι ένα πολύ αμφιλεγόμενο ζήτημα. Όχι, η μουσική δεν πρέπει να γίνει παγκοσμιοποιημένη. Ταξιδεύω συχνά, συναντώ πολλούς ανθρώπους, και είναι φυσιολογικό όλοι αυτοί οι άνθρωποι και οι κουλτούρες να γίνονται κομμάτι της προσωπικής μου εμπειρίας. Αυτή η εμπειρία αντανακλάται στο έργο μου. Θα το αποκαλούσες αυτό παγκοσμιοποίηση; Δεν ξέρω, ίσως κατά κάποιο κι αυτό να είναι κομμάτι της έννοιας της παγκοσμιοποίησης. Αλλά υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα σ’ αυτό και σ ότι συμβαίνει σήμερα. Η παγκοσμιοποίηση οδηγεί στην απώλεια της μνήμης του κάθε λαού, και αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει. Για να αναπτυχθείς, πρέπει να σέβεσαι την παράδοσή σου, τις ρίζες σου. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, αλλιώς θα μείνουμε χωρίς κανένα σημείο αναφοράς, χωρίς καμία σφραγίδα της κουλτούρας μας. Αυτό δεν είναι καθόλου καλό. Έχουμε βλάψει αρκετά τον κόσμο και τη γη, ας προστατεύσουμε τουλάχιστον την κουλτούρα μας.

Κοιτώντας πίσω, νιώσατε ποτέ στην καριέρα σας ότι σας ζητούσαν να κάνετε συμβιβασμούς ώστε να ακολουθήσετε τις προσταγές της παγκόσμιας ή εθνικής αγοράς;

Ναι, πάνω από μια φορά, και είναι απαίσιο. Κάποιους από αυτούς τους συμβιβασμούς τους αποδέχτηκα, όπως π.χ. το να υπογράψω σε μια παγκοσμίως γνωστή εταιρεία. Αλλά τις περισσότερες από τις απαιτήσεις των άλλων δεν τις αποδέχθηκα. Είμαι πολύ πεισματάρα, κάποιοι με αποκαλούν ουτοπίστρια και μου λένε «πιστεύεις ακόμα στον Άη-Βασίλη». Είμαι ένας γήινος άνθρωπος. Αγαπώ τις ντίβες, έχω λατρέψει μερικές, αλλά δεν θέλω να είμαι μια απ’ αυτές. Θέλω να είμαι ένας κοινός άνθρωπος, και ζητώ από τους άλλους να το καταλάβουν αυτό. Δεν είμαι απλησίαστη, το αντίθετο. Φυσικά η αγορά και οι ανάγκες προβολής της πραμάτειας της σε σπρώχνουν προς τα εκεί. Όμως εγώ ξύπνησα μια μέρα και σκέφτηκα «αυτό είναι τόσο γυαλιστερό, τόσο επικίνδυνο… μπορεί πραγματικά να γίνω κάτι που δεν θέλω». Έτσι, αποφάσισα να κάνω οικογένεια και παιδιά, ώστε να κρατιέμαι στη γη. Είναι εύκολο να πετάξεις σ’ αυτό τον κόσμο, και δεν το θέλω αυτό, όχι για μένα. Σέβομαι άλλους που το κάνουν, αλλά δεν είναι για μένα.

Έχετε τραγουδήσει το τραγούδι “Alfonsina y el mar” που έγινε γνωστό με τη φωνή της Mercedes Sosa. Τι νιώσατε με την απώλειά της;

Το τραγούδι αυτό το προσθέσαμε ξανά στις ζωντανές εμφανίσεις μου. Χάσαμε μια εκπληκτική ερμηνεύτρια, πραγματικά εκπληκτική. Δεν την γνώρισα προσωπικά και δεν μπορώ να την κρίνω ως άνθρωπο. Υπήρξε μεγάλη τραγουδίστρια, αλλά και μεγάλη διαμορφώτρια της κοινής γνώμης, μια πραγματική ηγέτιδα. Υπήρξε επίσης και φίλη του José Afonso. Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν πολύ πλούσιες πολιτιστικά, και η Mercedes Sosa υπήρξε κομμάτι αυτού του κινήματος. Νιώθω απεριόριστο σεβασμό για τη ζωή και την καριέρα της.
Για το τέλος, έχετε κάποιο μήνυμα προς τους αναγνώστες του Δίφωνου; Θα σας ακούσουμε σύντομα από κοντά;


Ναι! Θα έρθουμε στην Αθήνα του χρόνου. Λάβαμε μια πρόσκληση από ένα πολύ γνωστό τζαζ κλαμπ και θα εμφανιστούμε εκεί για οχτώ βραδιές. Θέλω πραγματικά να επιστρέψω στην Αθήνα, έχω όμορφες αναμνήσεις από εκεί.
Το μήνυμά μου είναι το ακόλουθο: Όλοι οι αναγνώστες του Δίφωνου και των μουσικών περιοδικών γενικά βρίσκονται στο σωστό δρόμο, επειδή κάθε φορά που παρακολουθείς τη μουσική σημαίνει ότι έχεις ένα μήνυμα να περάσεις και ένα μήνυμα να αφουγκραστείς. Η μουσική είναι αρμονία, κι αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε τόσο πολύ την αρμονία σ’ αυτόν τον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: