Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗ


Νίκος Μαμαγκάκης:



«Ο Μπελογιάννης και η Έλλη Παππά θα επηρεάζουν για πάντα τις ανθρώπινες ψυχές»

Δεν χρειάζονται εισαγωγές και συστάσεις όταν αναφερόμαστε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες. Και όταν αυτός αποφασίζει να εκδώσει 63 νέα και παλαιότερα έργα του, όλα σε καινούργιες ενορχηστρώσεις, τότε μιλάμε για ένα πολιτιστικό γεγονός ιστορικής σημασίας. Ανάμεσα στα έργα αυτά, συναντάμε και το «Τραγούδι του Μπελογιάννη και της Έλλης Παππά», βασισμένο σε ποιήματα που γράφτηκαν από τους δύο ήρωες μέσα στη φυλακή. Στην κουβέντα μας, περιγράφει τις λεπτομέρειες αυτής της τιτάνιας εκδοτικής προσπάθειας και μοιράζεται τον προβληματισμό του για το ελληνικό τραγούδι. Ο κύριος Νίκος Μαμαγκάκης!

(η συνέντευξη παραχωρήθηκε στον Ηρακλή Οικονόμου και
δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ)
-----
Τι σας ενέπνευσε η ιστορία του Νίκου Μπελογιάννη και της Έλλης Παππά;

Η ιστορία του Μπελογιάννη και της Παππά είναι σαν την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Εδώ όμως υπάρχει και το ήθος των ανθρώπων, η ανθρωπιά τους, το νταηλίκι τους. Υπάρχει αυτή η γυναίκα που, κοριτσάκι, της σκότωσαν τον άντρα, της πήραν το παιδί, και την έβαλαν δεκαεννιά χρονών φυλακή. Δεν βρέθηκε κανένας τότε να πει «Πού την πάτε; Κατάσκοπος το κοριτσάκι το δεκαεννιάχρονο;». Με επηρέασε το διάβασμα από τα «Γράμματα προς το γιο μου», αλλά και αυτό καθεαυτό το γεγονός. Υπάρχουν πράγματα που αιωρούνται στον αέρα και στην ιστορία ενός τόπου και ενός πολιτισμού. Αυτοί οι άνθρωποι θα επηρεάζουν και θα επενεργούν για πάντα τις ανθρώπινες ψυχές. Εξάλλου, και τότε είχαν επηρεάσει όλη την ανθρωπότητα. Μην ξεχνάς ότι ο Πικάσο έκανε ένα σκίτσο για τον Μπελογιάννη. Ως και ο σκληροτράχηλος στρατηγός Ντε Γκωλ είχε ανακατευθεί στην υπόθεση αυτή. Τα τραγούδια έχουν μία ατμόσφαιρα λαϊκή, επειδή εγώ τα έζησα τα γεγονότα, ήμουν εδώ στην Αθήνα, και άκουγες παντού τα ρεμπέτικα γιατί τότε είχαν πρωτοβγεί τα πικάπ. Ο αδερφός μου ήταν τότε στη Μακρόνησο και εμένα με κυνηγούσαν ακατάπαυστα. Δεν κοιμήθηκα ποτέ ήσυχος, όλο μου την είχαν στημένη δύο μυστικοί, αλλά εγώ τους ξέφευγα επειδή έτρεχα γρήγορα! Μπήκε στο πετσί μου αυτή η ιστορία, και ήταν ένα χρέος τιμής δικό μου προς τους ανθρώπους αυτούς.

Γενικότερα, τι σας οδήγησε στην απόφαση να ξαναβγάλετε, να αναμοχλεύσετε τα έργα σας;

Δεν τα ξαναβγάζω τα έργα μου, δεν είναι μία αναβίωση. Στη Λύρα είχα βγάλει 20 cd, εδώ μιλάμε για 63 cd. Δηλαδή, από τα 63 cd, μόνο τα 20 είναι remake, όλα τα άλλα είναι καινούργια. Το Μέγα Ορατόριο των Ελλήνων είναι διπλό cd, η Όπερα των Σκιών είναι τριπλό cd, τα έργα avant-garde είναι πενταπλό cd. Αυτά δεν είναι remake, δεν είναι αναμάσημα, είναι πακτωλός.

Πώς προήλθε η κίνησή σας να τα εκδώσετε από δική σας εταιρεία;


Δεν ήταν πράξη επιλογής, ήταν πράξη απελπισίας. Από ποια εταιρεία θα τα έβγαζα; Δεν υπάρχουν σήμερα εταιρείες. Δεν υπήρξε ενδιαφέρον από κανέναν, αλλά κι αν υπήρχε, θα ήταν ένα ενδιαφέρον που εμένα δεν θα με …ενδιέφερε ποτέ. Η βασική αιτία που τα ξανάβγαλα ήταν για να διορθώσω τυχόν ελλείψεις που υπήρχαν τον καιρό που τα έκανα, ελλείψεις που είχαν πάντα αφορμή την εταιρεία, η οποία ήθελε να κάνει οικονομία, να επιβάλλει απόψεις, κλπ. Έτσι αποφάσισα να ανασκευάσω το υλικό και να θεραπεύσω ορισμένα πράγματα. Αυτό ήταν για μένα υπέρτατη ανάγκη, δεν θα μπορούσα να κοιμηθώ αν δεν το έκανα. Όλο το έγκλημα βρίσκεται σ’ αυτό που δεν γίνεται. Ό,τι γίνεται, για μένα είναι καλώς καμωμένο. Γι’ αυτό οι αρχαίοι χαιρετούσαν λέγοντας «πώς πράττετε;». Εξάλλου, όλο αυτό το διάστημα, εγώ εξελίχθηκα, έγινα σοφότερος. Όλη αυτήν την πείρα και την πρόοδο, ακόμα και την τεχνολογική πρόοδο, εγώ την ενσωμάτωσα στις αναβαθμίσεις.

Συνιστά η έκδοση αυτή μία πράξη αντίστασης στα κυρίαρχα μοντέλα μουσικής;


Αυτά τα μοντέλα υπήρχαν και θα υπάρχουν. Το μπανάλ που εμπεριέχουν οι άνθρωποι και η τέχνη υπάρχει σε ικανές ποσότητες, και νομίζω ότι καλώς υπάρχει. Δεν μπορεί κανείς μέρα-νύχτα να συνοφρυώνεται και να ακούει Στοκχάουσεν και Ξενάκη. Όμως πρέπει να ακούει και Στοκχάουσεν και Ξενάκη. Σήμερα, η μπαναλαρία έχει υπερβεί τα εσκαμμένα και έχει κυριαρχήσει, επειδή τα κανάλια έχουν εκτραχηλιστεί. Με την εμπορευματοποίηση της μουσικής από τις εταιρείες φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Και έρχεται η τεχνολογία και αποτελειώνει το θέμα, επειδή ο κάθε κλέφτης κάνει μία ιστοσελίδα και σου λέει «κατέβασε ό,τι θες». Και κατεβάζεις το μόχθο μου. Είναι τρομακτικό, δεν το καταλαβαίνει κανείς. Είναι σαν να μπαίνεις στο μπακάλικο της γειτονιάς, να παίρνεις ό,τι θες και να φεύγεις. Αυτό θα οδηγήσει τα πράγματα σε αδιέξοδο, δεν θα γίνονται καινούργιες παραγωγές. Ήδη, ποιος κάνει καινούργιες παραγωγές; Μόνο ιδιώτες, οι οποίοι όμως δεν έχουν την υποδομή να φτάσουν σε ένα ποιοτικό αποτέλεσμα.




Εσείς πώς τα καταφέρατε;


Έκανα ένα στούντιο, μάζεψα μία ομάδα ανθρώπων, πήρα όλα τα καλά προγράμματα για τα εξώφυλλα, βρήκα ταλαντούχους νέους ανθρώπους, επιστράτευσα όλες τις γνώσεις μου και τα κατάφερα. Τα πράγματα έγινα με έναν τρόπο μαγικό. Ετοίμασα τις ηχογραφήσεις, 22 cd καταρχήν, αλλά σαν άπειρος που ήμουν, δεν σκέφτηκα στοιχειώδη πράγματα. Και όταν τηλεφώνησα για να ρωτήσω πόσα χρήματα έπρεπε να έχω στο χέρι μου για να κοπούν τα cd, μου λένε «60.000 Ευρώ κύριε». Πήρα ένα τυπογραφείο και μου λέει 72.000 Ευρώ, αν θέλετε καλή ποιότητα χαρτιού και βιβλιαράκια. Εκεί καταρρέω και λέω «κρίμα τον κόπο μου». Ώσπου μία Τρίτη χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο Νίκος Περάκης, ο άγιος Περάκης, ο φίλος μου. Του έχω γράψει μουσική για όλες τις ταινίες του. Και μου λέει «Νίκο, θα κάνουμε τη «Λούφα και Παραλλαγή» σε 45 επεισόδια για την ΕΡΤ; Θα είναι και η Odeon μέσα». «Αν τους δώσουμε τα δικαιώματα που θέλουν, μου τυπώνουν τζάμπα τα cd;» τον ρωτάω. «Ναι, ναι!» μου απαντάει.

Τρία λεπτά μετά ξαναχτυπάει το τηλέφωνο. «Πάνος Χρυσοστόμου, θέλω να σας βιογραφήσω». «Δεν θέλω βιογραφίες, μου θυμίζουν μνημόσυνα, δεν έχετε δει τίποτα ακόμα από μένα!». «Μα, κύριε Μαμαγκάκη, οι εκδόσεις Άγκυρα είναι μεγάλος εκδοτικός οίκος, έχουν τυπογραφεία…». «Τι; Έχουν τυπογραφεία; Αν σας παραχωρήσω όλα τα δικαιώματα, τους ρωτάς αν μπορούν να τυπώσουν αυτά τα εξώφυλλα;». «Ναι, βεβαίως!». Έτσι τυπώθηκαν τα εξώφυλλα από την «Άγκυρα» και τα CD από την Odeon Digital Press. Όσο για τη διανομή, πήρα τηλέφωνο μεγάλα δισκάδικα σε όλη την Ελλάδα και τα προώθησα, χωρίς καμιά βοήθεια.


Δεν θέλω λεφτά από κανένα, δεν θέλω σπόνσορες. Έρχονται νέοι άνθρωποι και μου λένε: «κύριε Μαμαγκάκη, πώς να το κάνω εγώ;». Αν αγαπάς κάτι, θα το κάνεις, και συμπλέουν και βοηθάνε και οι θεοί και οι διαβόλοι. Κάνε μόνος σου ό,τι μπορείς, οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν θαύματα.

Μήπως εκφράζει αυτή η πρωτοβουλία και ένα παράπονο σε σχέση με την έως τώρα αποδοχή του έργου σας;

Υπήρξαν περιπτώσεις μουσικών μου που λατρεύτηκαν, όπως οι κινηματογραφικές μου μουσικές. Η Δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά λένε ότι είναι η πιο εμπορική, αλλά μπορεί να είναι και Η αρχόντισσα και ο αλήτης ή οι ταινίες του Νίκου Περάκη. Η μουσική αυτή βρήκε το στόχο της, αγαπήθηκε, τραγουδήθηκε. Σε παραπέμπω σε επιτυχίες όπως τα «Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ», «Σκληρό μου αγόρι», «Η αγάπη θέλει δύο» κ.α. Από την άλλη μεριά, έχω γράψει πολύ πειραματικά έργα και είμαι από τους πρώτους στον κόσμο που έγραψαν ηλεκτρονική μουσική, από το 1957. Τα έργα μου της avant-garde βρήκαν την απήχηση που έπρεπε, παίχτηκαν από μεγάλες ορχήστρες. Το τραγούδι δεν το ευτέλισα, έγραψα τραγούδια ελαφρά επειδή αυτό υπαγορευόταν από τις ανάγκες του σινεμά, αλλά έγραψα και αυτά που ήθελα. Πίστεψέ με, είχα ευχέρεια στη μουσική, θα μπορούσα σήμερα να είμαι ζάπλουτος. Δεν επεδίωξα να γίνω. Υπάρχουν τραγουδοποιοί που δεν πήγαν το τραγούδι ούτε μισό βήμα παραπέρα και έβγαλαν τρομακτικά χρήματα.


Αλλά αυτοί που ευθύνονται πιο πολύ για την παρακμή του ελληνικού τραγουδιού είναι κάποιοι μεγάλοι τραγουδιστάδες που καλλιεργούν ένα είδος γλειμμένης καραμέλας. Αυτοί έχουν ευτελίσει το είδος. Οι τραγουδιστές πάντα είχαν ένα είδος δύναμης μέσα στις εταιρείες και προέβαλλαν αυτά που ήθελαν. Όμως, δεν εμπόδισαν τον Χατζιδάκι να γράψει το Μεγάλο Ερωτικό, ούτε εμένα να γράψω τον Ερωτόκριτο. Τώρα όμως εμποδίζουν. Και βλέπεις μεγάλους τραγουδιστές να προωθούν πραγματικά σκουπίδια χωρίς τέχνη. Σκουπίδια που εκτείνονται σε μία έβδομη, από το ντο μέχρι το σι μπεμόλ. Έχουν μία αρμονική φαρέτρα τονική-δεσπόζουσα-υποδεσπόζουσα, ό,τι πιο πρωτόγονο υπάρχει. Οι στίχοι είναι όλο υπονοούμενα και πρέπει να λέγονται από γυμνά, ρόδινα μέλη, και παρουσιάζονται με ένα ύφος που απέχει μία τρίχα μόνο από το πορνό. Μία δόση μπανάλ χρειάζεται, αλλά αν χαλάσουν οι δόσεις, χαλάει το κέικ.


Είπατε ότι δεν βλέπεται τέχνη στα σημερινά σκουπίδια. Τότε γιατί το λέμε έντεχνο το τραγούδι σήμερα;


Δεν υπάρχει έντεχνο. Η τέχνη η ίδια είναι έντεχνη. Ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν ήξερε νότες, ήταν ένας λαϊκός βάρδος, αλλά ήταν και ένας μάστορας της μελωδίας. Τα εργαλεία του τα κατείχε από στήθους και για να γράψει ένα κομμάτι τυραννιόταν περισσότερο από μένα το σπουδαγμένο. Όλα αυτά που υπάγονται στην τέχνη και πραγματεύονται τη δημιουργία καλλιτεχνημάτων όχι μόνο προς τέρψη αλλά και προς λύτρωση της ανθρώπινης ψυχής χρειάζονται μόχθο και κόλπα έντεχνα για να γίνουν. Δεν κάθεται σε μία νύχτα ο λαϊκός βάρδος να εμπνευστεί το αριστούργημα. «Έξι μήνες μου πήρε η Συννεφιασμένη Κυριακή, μάτωσαν τα χέρια μου», μου έλεγε ο Τσιτσάνης. Σαν ετικέτες μπορούν να υπάρχουν, «έντεχνα», «λαϊκά», «δημώδη»· τραγούδια είναι όλα. Με τα σημερινά μέσα, μπορεί ένας μη ταλαντούχος να ξεγελάσει κάποιο κόσμο για ορισμένο χρόνο. Δεν μπορεί να ξεγελάσει πολύ κόσμο για πολύ χρόνο.


Νοιώθω όμως ότι κι εσείς οι συνθέτες έχετε μία ευθύνη. Διαβάζοντας τη βιογραφία σας, είδα πίκρα και θυμό απέναντι σε άλλους συνθέτες, οι οποίοι όλοι μαζί φτιάξατε το νέο ελληνικό τραγούδι. Αλλά και ευρύτερα, βλέπω διχογνωμίες, αντιθέσεις, αντιφάσεις.

Εγώ με κανέναν συνθέτη δεν έχω τίποτα. Εγώ αγάπησα και μ’ αγαπήσανε όλοι οι σπουδαίοι και ταλαντούχοι. Αλλά δεν μπορώ να δεχθώ τους ατάλαντους, αυτούς τους καταργώ. Φίλος μου αδερφικός ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Φίλος μου είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Φίλος μου ήταν ο Γιάννης Ξενάκης, ο Γιάννης Χρήστου. Φίλος μου ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μπαγιαντέρας, ο Κώστας Καπλάνης. Που βλέπεις τη διχογνωμία; Με συγχωρείται κύριε Οικονόμου, αλλά εγώ είμαι σ’ αυτά τα πράγματα μπασμένος πιο πολύ από σας.


Εννοώ ότι βλέπω μία έλλειψη ενότητας μεταξύ σας.

Ενότητα; Αν εννοείς ότι δεν συνδικαλιζόμαστε οι συνθέτες, ε, η τέχνη δεν συνδικαλίζεται. Η τέχνη είναι κάτι αυστηρά κατά μόνας και προσωπικό μέχρι θανάτου. Υπήρξα και συνδικαλιστής, ήμουν πρόεδρος της ΕΜΣΕ. Είχα βγει με μία ψήφο διαφορά, με την ψήφο του Καζαντζίδη! Αλλά μιας και ανέφερες τη διχοστασία των συνθετών, θα σου διαβάσω την επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη που μου έστειλε όταν έλαβε τους δίσκους μου:

«Αγαπητέ μου Νίκο, η παραγωγή σου είναι εντυπωσιακή από κάθε άποψη: ποιοτική, ποσοτική, και αυτοθυσίας, μια και τα δίνεις όλα, έμπνευση, κόπο, αυτοχρηματοδότηση, ανιδιοτέλεια. Σαν να βρίσκεσαι σε μια ιδανική κοινωνία αγγέλων, έτοιμη να αγκαλιάσει τα πολύτιμα δώρα της πνευματικής δημιουργίας. Τι να σου πω, μένω άφωνος και ομολογώ ότι σε θαυμάζω. Πριν λίγες μέρες άκουσα τα Τραγούδια της Παράδεισος που με εντυπωσίασαν. Πράγματι, είναι ένα νέο κοίταγμα αυτού του σπουδαίου μουσικού κόσμου που επιβεβαιώνει αυτό που λες, ότι δηλαδή η τέχνη είναι έντεχνη. Όμως, γι’ αυτό χρειάζεται φαντασία και τεχνική, όπως με πολύ επιτυχία δείχνεις ότι είσαι κάτοχος. Εγώ θα προσθέσω τη λέξη «πνευματικότητα», χάρις στην οποία η πρώτη γνήσια ύλη ανεβαίνει ένα σκαλί πιο πάνω στην κλίμακα των ανθρωπίνων αξιών, δηλαδή στην πεμπτουσία αυτού που ονομάζουμε απλά τέχνη. Σιγά σιγά θα κοιτάξω και τα υπόλοιπα υλικά σου, στο βαθμό φυσικά που μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου που παλεύουν απεγνωσμένα στη φθορά του χρόνου. Και πάλι σ’ ευχαριστώ. Σε ασπάζομαι και σ’ αγαπώ. Μίκης Θεοδωράκης».

Που βλέπεις τη διχογνωμία;

Το έργο σας βασίζεται από τη μία στη δυτική μουσική πρωτοπορία, και από την άλλη στη ανατολική μουσική παράδοση. Τι σας προσέφερε η κάθε μία από αυτές τις «πηγές»;

Εγώ ξεκίνησα σαν μουσικός. Γνώρισα τους ρεμπέτες, δούλεψα μαζί τους, ήταν φίλοι μου. Θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι ένας επιτυχημένος Χιώτης, στο λέω με κάθε γνώση. Ήξερα τα πράγματα που ήξερε αυτός ενώ αυτός δεν ήξερε τα πράγματα που ήξερα εγώ. Πήγα και σπούδασα για να γνωρίσω την τέχνη που λέγεται μουσική. Η μουσική είναι η τέχνη και η επιστήμη των ήχων. Δεν είναι άλλη η δυτική μουσική και άλλη η ανατολική. Αυτό είναι μία εφεύρεση. Όλες οι μουσικές απαιτούν έναν άνθρωπο ταγμένο από το θεό για να τις παίζει κι έναν άλλον ταγμένο από το θεό για να της γράφει. Δεν είναι άλλος ο ταλαντούχος συνθέτης της δυτικής μουσικής και άλλος της ανατολικής. Ναι μεν το δυτικό υλικό μπορεί να είναι συγκερασμένο κλπ., αλλά στο έργο ενός έντεχνου δυτικού - για να μεταχειριστώ τις δικές σας λέξεις - δυτικού συνθέτη ακούς μέσα και μόρια, ακούς μέσα και ό,τι άλλο θέλεις. Kαι δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα από κανέναν συνθέτη με μικροδιαστήματα. Όπως το ίδιο δεν έχει να ζηλέψει και ένας λαϊκός βάρδος, θεϊκός, κανέναν έντεχνο ή δυτικό ή λόγιο, όπως λες εσύ. Εγώ αυτούς τους όρους δεν τους μεταχειρίζομαι ποτέ. Ακούω ένα αρμένικο τραγούδι από ένα συνθέτη άγνωστο και τρέχουν τα μάτια μου, όπως ακούω και ένα μέρος από μια σονάτα του Μπετόβεν και τρελαίνομαι. Ποια η διαφορά; Τη διαφορά τη βρίσκουν οι διάφοροι μουσικολόγοι, οι διάφοροι αργόσχολοι. Εντάξει, καμία αντίρρηση. Εγώ μουσικός καθαρόαιμος είμαι, δεν θέλω να είμαι κάτι άλλο.

Ξεκίνησα να γράφω τα πάντα. Έγραφα τραγούδια λαϊκά και τα πούλαγα. Παράλληλα σπούδασα και έπεσα στο σωστό μέρος, γιατί στην αβάντ-γκαρντ έχω γράψει πράγματα που στέκονται. Ύστερα ήρθα εδώ, σε ένα χώρο όπου τα πράγματα ήταν και είναι αφάνταστα ρελατίφ και θολά. Πώς μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος γράφοντας μουσική εδώ; Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Δεν λογιάζω μουσική αυτή που κυκλοφορεί στα κανάλια. Ούτε μία στο εκατομμύριο δεν αξίζουν. Όλα αυτά τα τραγούδια είναι αναμασήματα τραγουδιών που έχουν ξαναγραφτεί. Ούτε ένα πράγμα δεν υπάρχει που να συγκινεί από αυτά τα τραγούδια. Αν τα βάλεις κάτω από το μουσικολογικό φακό, δεν αντέχουν επ’ ουδενί λόγο. Είναι χυδαίες επαναλήψεις.

Ζορίζομαι, γιατί αποχαιρετώ τον κόσμο και πρέπει να λέω την αλήθεια. Ο Μακρυγιάννης λέει: «Ο προκομμένος πρέπει να λέει την αλήθεια, αλλά και ο απλός άνθρωπος πρέπει να λέει την αλήθεια». Εγώ, σαν απλός άνθρωπος, πρέπει να λέω την αλήθεια. Σήμερα οι άνθρωποι τρέφονται με υποπροϊόντα. Είναι παράλληλο με ό,τι υπάρχει στα φαστ-φουντ. Εγώ ευρισκόμενος σ’ αυτή τη θέση, ανακάλυψα τα κείμενα και βρήκα τη μεγαλύτερη διέξοδο της δημιουργίας μου στα κείμενα, στα νεοελληνικά και στα αρχαία κείμενα. Δούλεψα τα περισσότερα κείμενα της κρητικής γραμματείας, τα οποία είναι η αφετηρία των ελληνικών. Αν δεν υπήρχε ο Χορτάτσης και ο Κορνάρος, δεν θα υπήρχε νεοελληνική γλώσσα. Ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος.

Μελοποιήσατε τους μεγάλους ποιητές. Τι βρήκατε εκεί;

H ποίηση και οι ποιητές όταν γράφουν, υπονοούν ότι τραγουδούνε. Άλλωστε, κάποτε η ποίηση ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με το μέλος. Τα Ομηρικά Έπη ήταν τραγουδημένα έπη. Αυτό εξέλειψε με τον καιρό, όμως οι ποιητές εξακολουθούν να τραγουδούνε. Πολλά πράγματα από το τραγούδι έχουν ενσωματωθεί στην ποίηση, ως έννοιες ή ως ηχοπλοκές των λέξεων. Εγώ διαβάζοντας ένα ποίημα, το άκουγα αμέσως τραγουδισμένο. Ξεκινούσα και από την άποψη ότι τα ποιήματα πρέπει να τραγουδιούνται, γιατί όταν τραγουδιούνται έχουν μεγαλύτερη επενέργεια στους ανθρώπους. Εγώ βρήκα τη μεγαλύτερη διέξοδο της δημιουργίας μου στα νεοελληνικά και αρχαία κείμενα. Δούλεψα τα περισσότερα κείμενα της κρητικής γραμματείας, τα οποία είναι η αφετηρία των νέων ελληνικών. Αν δεν υπήρχε ο Χορτάτσης και ο Κορνάρος, δεν θα υπήρχε νεοελληνική γλώσσα. Ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος.

Τι υπήρξε η Κρήτη για σας;

Τα πάντα. Εγώ γεννήθηκα σε μία οικογένεια που έβγαλε το μεγαλύτερο μουσικό της Κρήτης: τον Ανδρέα Ροδινό. Η μάνα του Ροδινού και ο πατέρας μου ήταν αδέρφια. Αίμα μου. Πέθανε 22 χρονών και έχει μείνει θρύλος μέχρι σήμερα. Αν πεις «Ροδινός» στην Κρήτη, ανατριχιάζουν όλοι, μικροί και μεγάλοι. Ψηλός, όμορφος, αρχοντολυράρης, δεν έπαιρνε ποτέ λεφτά και γι’ αυτό αγαπήθηκε από τον κόσμο, για την ανιδιοτέλειά του.

3 σχόλια:

Despina είπε...

Πολύ ενδιαφέρουσα η τοποθέτηση ότι "η τέχνη είναι έντεχνη" κι ότι δεν υπάρχει έντεχνο...ο όρος "έντεχνος" μάλλον πρέπει να εφευρέθηκε τελικά για να διαχωρίζονται τα είδη της μουσικής από τους μουσικολόγους, αλλά έκανε πολύ κακό στη μουσική κ το τραγούδι, γιατί τον κακομεταχειρίστηκαν διάφοροι κλαψιάρηδες μουσικάντηδες σε συνδυασμό κ με τις μεγάλες δισκογραφικές που αρέσκονται να βάζουν ταμπέλες όπως στα ράφια των δισκοπωλείων για να πουλήσουν, έντεχνος π.χ θεωρείται ο Μάλαμας αλλά κ ο Θαλασσινός...έλεος!...έχουμε χάσει τα αυγά κ τα πασχάλια με τον όρο "έντεχνο"... βλέπουμε ότι και οι ίδιοι οι συνθέτες όπως ο μέγιστος Μαμαγκάκης δεν τον δέχονται τον όρο αυτόν κ τις ταμπέλες...πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη γενικώς..ευχαριστούμε!

Μουσικά Προάστια είπε...

Πολύ σωστή η κριτική σου! Αν αφαιρέσουμε όμως τον αξιολογικό χαρακτήρα του όρου (ότι δηλαδή έντεχνο είναι σώνει και καλά κάτι "καλό"), θα δούμε ότι και πάλι υπάρχει ανάγκη χρήσης του όρου για να περιγράψουμε "τεχνικά" ένα συγκεκριμένο ρεύμα τραγουδιού, και ιδιαίτερα αυτό που παραπέμπει στο έντεχνο-λαϊκό (art-popular), δηλαδή μελοποιημένη οίηση, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις και μεταγενέστεροι. Καλημέρα!

Μουσικά Προάστια είπε...

εεε, "ποίηση" εννοώ, όχι ...οίηση!