Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

"ΚΙ ΑΠΕ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ" - ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

Τον είπαν ποιητή της θάλασσας, κι άλλα καλαμπουράκια. Για τον Νίκο Καββαδία ο λόγος. Σήμερα, στην επέτειο του ΟΧΙ, την επέτειο της εθνικής και πανανθρώπινης αντίστασης στο φασισμό, επιστρέφουμε σε τρία λιγότερο γνωστά ποιήματά του. Απέραντο γαλάζιο της θάλασσας ή βαθύ κόκκινο της επανάστασης; Η αχρωματοψία μας κρατάει χρόνια. ηρ. οικ.
-----

 
Αθήνα 1943

Οἱ δρόμοι κόκκινες γιομάτοι ἐπιγραφὲς
τρανὰ τὴν ὥρα διαλαλοῦν τὴν ὁρισμένη.
Ἀγέρας πνέει βορεινὸς ἀπ᾿ τὶς κορφὲς
κι ἀργοσαλεύουνε στὰ πάρκα οἱ κρεμασμένοι.

Μὲς στὴν Ἀθήνα ὅλα τὰ πρόσωπα βουβὰ
καὶ περπατᾶν ἀργὰ στοὺς δρόμους «ἐν κινδύνῳ»
ὡς τὶς ἑφτὰ ποὺ θ᾿ ἀκουστεῖ «Σιστὰς Μοσκβὰ»
καὶ στὶς ὀχτὼ (βαλ᾿ τὸ σιγὰ) «Ἐδῶ Λονδίνο».

Φύσα ταχιὰ σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
Γραῖγο μου κατρακύλα ἀπ᾿ τὴν Κριμαία.
Κατὰ τετράδας πᾶν στὸ δρόμο οἱ γερμανοὶ
κάτου ἀπὸ μαύρη, κακορίζικη σημαία.

Μήνα τὸ μήνα καὶ πληθαίνουν οἱ πιστοί,
ὥρα τὴν ὥρα καὶ φουντώνει τὸ μελίσι
ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ μὲς στοὺς δρόμους θ᾿ ἀκουστεῖ
ἡ μουσικὴ ποὺ κάθε στόμα θὰ λαλήσει.

(Περιοδικό "Πρωτοπόροι", Δεκέμβρης 1943)
-----

Στον τάφο του Επονίτη

Ἐπέταξα τὴ σάκα μου καὶ τρέχω μὲ τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Ἀδερφέ, τὸ μάτι δὲν μὲ πιάνει.
Στὴ μάχη ὅμως κουβάλησα χιλιάδες τὰ φουσέκια
κι ἀκόμα μ᾿ εἶδαν Γερμανοὺς νὰ στρώνω στὸ ρουμάνι.
Στὴ γειτονιὰ μὲ ξέχασε τὸ τόπι, τὸ ξυλίκι.
Καὶ μοναχὰ ποὺ πέρναγα μὲ τὸ χωνὶ στὸ στόμα.
Παιδί! Μὰ μὲ λογάριασαν οἱ λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο τὸ κουράγιο μου. Καὶ ποῦ νὰ δεῖς ἀκόμα.
Μία μέρα μᾶς μπλοκάρανε. Δυὸ ἐμεῖς καὶ αὐτοὶ σαράντα.
Σφαίρα τὴ βρῆκε τὴν καρδιὰ πού ῾μοιαζε μὲ γρανίτη.
Σὲ μία γωνιὰ μὲ θάψανε χωρὶς ἀνθούς, μὰ πάντα
Σὰ ρόδο θὰ μοσκοβολάει ὁ τάφος τοῦ Ἐπονίτη.
(Περιοδικό "Νέα Γενιά", 15 Ιουνίου 1945)
-----

Αντίσταση

Στὸ παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οἱ στεριές.
Πρώτη σου ἀγάπη τὰ λιμάνια σβυοῦν καὶ ἐκεῖνα.
Θάλασσα τρώει τὸ βράχο ἀπ᾿ ὅλες τὶς μεριές.
Μάτια λοξὰ καὶ τ᾿ ἀγαπᾶς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα πᾶν τὰ ἰταλικὰ στὴν Ἐρυθρά.
Πουλιὰ σὲ ἀντικατοπτρισμὸ -Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στὴ νυχτιὰ παίζουν νωθρά.
Λάμπει ἀρραβώνα στὸ δεξί σου: Ἀβησσυνία.

Σὲ κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ἰβηρική.
Ἀνάβουνε τοῦ Barriochino τὰ φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες καὶ Γραικοί.
Γκρέκο καὶ Λόρκα -Ἱσπανία καὶ Πασιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιοῦνται οἱ Γερμανοί.
Τ᾿ ἄρματα ζώνεσαι μ᾿ ἀρχαία κραυγὴ πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι καὶ σκοινί,
Οἱ κρεμασμένοι στὰ δέντρα, μπαίγνιο τοῦ ἀνέμου.

Κι ἀπὲ Δεκέμβρη, στὴν Ἀθήνα καὶ Φωτιά.
Τοῦτο τῆς Γὴς τὸ θαλασσόδαρτο ἀγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου ἀπὸ τὸ Δρῦ καὶ τὴν Ἰτιὰ
τὸ Διάκο, τὸν Κολοκοτρώνη καὶ τὸν Ἄρη.

(Περιοδικό «Ἐλεύθερα Γράμματα», 10 Αὐγούστου 1945)
-----

5 σχόλια:

Ακροβάτης... είπε...

μπράβο.τιποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο

ένας στρατολάτης είπε...

!!!

Νερένια είπε...

Μπράβο Ηρακλή!

Μόνο λίγες μέρες νωρίτερα αν τα είχες αναρτήσει, θα έδινα τον "Επονίτη" στα πιτσιρίκια στο σχολείο... μιλούσαμε για τους τρόπους που ως και τα παιδιά συμμετείχαν στην αντίσταση... μια χαρά ταίριαζε το ποίημα. Δεν πειράζει όμως. Το κρατώ για του χρόνου. Πολύ σ' ευχαριστώ.

Θεοδόσης Βαφειάδης είπε...

Λατρεμένος ποιητής, καλησπέρα Ηρακλή!

Μουσικά Προάστια είπε...

Να 'στε καλά παιδιά, ευχαριστώ.