Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Ο ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

Κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει ένα καταφύγιο, ένα απάγγειο, κάπου που να μπορεί να επιστρέφει στα δύσκολα. Και έχουν έρθει τα δύσκολα, για τα καλά. Δύσκολα, πολύ δύσκολα. Καταδρομείς του λιμενικού που θέλουν ρυθμικά να γδάρουν Αλβανούς, ταμεία που δεν έχουν να πληρώσουν φάρμακα και συντάξεις, πρόσφυγες που γίνονται χίλια κομμάτια από τις βόμβες εξουσιαστών και εξουσιαζομένων, η Μέρκελ να συναγωνίζεται το εγχώριο θέατρο σκιών για το ποιος θα τσακίσει περισσότερο την τσέπη και τα μυαλά μας, βροντερή απουσία ιδεών και αντιστάσεων, ασφυκτική λαμογιά και βόλεμα ανθρώπων που σε άλλες εποχές θα ήταν έως και Μότσαρτ, ακόμα ασφυκτικότερη χούντα του καθεστωτικού "εναλλακτισμού", και ο Χατζηγιάννης να μου κλείνει το μάτι στο εξώφυλλο. Δεν έχεις να πιαστείς από πουθενά. Ή περίπου. Σε καιρούς δύσκολους, εγώ επέστρεφα πάντα στον Κουγιουμτζή. Έτσι και τώρα. Απλά, "Σταύρο, σ' ευχαριστούμε", που λέει κι ο ποιητής. Καλή ανάσταση. ηρ.οικ.

"Με τον Σταύρο Κουγιουμτζή γίναμε φιλαράκια το 1974. Με πήρε στο τηλέφωνο και έκτοτε κολλήσαμε. Κάναμε μαζί μια δεκαπενταριά τραγούδια, που τα περισσότερα τα ερμήνευσε έξοχα ο Γιώργος Νταλάρας. Η φιλία μας διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ασκίαστη. Ήταν σεμνός, οπωσδήποτε, δύσκολος και δάσκαλος, και αναποφάσιστος για πολλά. Τρομαγμένος όμως από την αθλιότητα των ανθρώπων. Ευαίσθητος πολίτης αυτής της χώρας. Ήξερε να θαυμάζει, και όποιον θαύμαζε κάποιον, το διαλαλούσε. Ήξερε όμως και να θυμώνει. Και όταν θύμωνε, και στεναχωριόταν συχνά με όσα τον πλήγωναν, πάλι το διαλαλούσε. Απομονώθηκε, με ό,τι τραυματικές επιπτώσεις μπορεί να έχει μια τέτοια επιλογή. Το ότι διάλεξε να επιστρέψει στα άγια χώματα της προσφυγιάς, της Θεσαλλονίκης, σημαίνει πολλά. Του έδωσε όμως την ευκαιρία να ασχοληθεί με την πεζογραφία, με έξοχα διηγήματα. Είναι τραγικό σε αυτόν τον τόπο αυτό που συμβαίνει: να πρέπει να πεθάνει κάποιος, για να αποδείξει ότι αφενός ζούσε, και ότι αφετέρου όσο ζούσε, έκανε θαυμαστά έργα. Ο ίδιος εισέπραξε τα ψίχουλα που έπεσαν από το τραπέζι του, από τα συμπόσια που ο ίδιος πρόσφερε απλόχερα. Είναι παρήγορο ότι η νεότερη γενιά, ζαλισμένη και ζεματισμένη από ό,τι και με όσα συμβαίνουν γύρω μας, ακούει το έργο του με κατάνυξη. Και αυτό είναι όχι μόνο η προσωπική του καταξίωση, αλλά και ο θρίαμβος του ελληνικού καλού τραγουδιού. Σταύρο, σ’ ευχαριστούμε".

Μάνος Ελευθερίου

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΟΚΚΙΔΟΥ ΣΤΟΝ ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ




Ελένη Κοκκίδου: «Πρέπει να είσαι, να μη μιμείσαι»…

Συνέντευξη στον Σωτήρη Κακίση


Η σιωπή της ...προς απάντησή μας. Δυσκολεύτηκα πολύ να την πείσω, επιτέλους, να μου μιλήσει, κι ας την ξέρω αρκετά καλά όλα αυτά τα χρόνια. Μπορεί να 'χει και δίκιο. Μπορεί να φτάνει η δουλειά της για να μας πει, μπορεί να μη χρειάζονται καθόλου τα επιπλέον. Γιατί η Ελένη Κοκκίδου, είτε με Παπαβασιλείου και Βογιατζή στο θέατρο, είτε με Τσεμπερόπουλο στο σινεμά, είτε με Κοκκινόπουλο στην τηλεόραση, είτε ακόμα σαν κανονική τραγουδίστρια αντί ηθοποιός τόσες Δευτέρες ανεπανάληπτες, μια υποδειγματική πορεία ανάπτυξης ταλέντου και ήθους ακολουθεί, κερδίζοντας με το σπαθί της και τους πιο δύσκολους. Θεωρείται πια ιδιαίτερη στις ερμηνείες, λάμπει κάθε φορά μ' εκείνο το υπέροχο εσωτερικό φως, που τα πολλά φώτα των προβολέων και των προβολών προσπαθούν τα τελευταία χρόνια μανιασμένα να κρύψουν.




Να ξεκινήσουμε από την... «Πίσω πόρτα», δεσποινίς Κοκκίδου;

Να ξεκινήσουμε. Γιατί όχι;

Γιατί ώς τότε πιο πολύ ηθοποιός αναγνωρισμένη στο θέατρο, παίξατε στο έργο αυτό του Τσεμπερόπουλου το πρόσφατο, έναν ρόλο εξαιρετικά τολμηρό, χωρίς να σοκάρετε καθόλου. Πώς το καταφέρατε αυτό;

Μα δεν ήταν τολμηρός ο ρόλος αυτός!

Δεν ήταν; Μια γυμνή γυναίκα σ' έναν οίκο ανοχής μ' έναν νεαρό, να τον ταΐζετε και ντομάτες γεμιστές σχεδόν ταυτόχρονα; Εσείς πώς το καταλαβαίνετε;

Ποια είναι η ερώτησή σας ακριβώς;

Ωραία... Σε μια εποχή όπου το μυαλό δίνει και παίρνει, πώς μπορεί να το ξεπερνάει κανείς και να πηγαίνει κατ' ευθείαν στο σώμα, στα σώματα;

Μα αυτό είναι προϋπόθεση για έναν ηθοποιό. Γιατί όταν βάζεις μπροστά ασπίδα το μυαλό σου, είναι σαν να μην τα νιώθεις, είναι σαν να τα μιμείσαι μόνο τα πράγματα. Πρέπει να είσαι, να μη μιμείσαι. Και για να γίνεις, πρέπει να προσπαθείς, να τ' αφήνεις το μυαλό σου όσο γίνεται πιο πίσω.

Στην άκρη;

Ναι. Να τολμάς να μπαίνεις στο κενό. Αυτό είναι το ζητούμενο. Οπότε, η έννοια του τολμηρού θα είναι πάντα σχετική. Και τολμηρό μπορεί να φαίνεται κάτι μόνο για ένα τρίτο μάτι. Μια εικόνα, ας πούμε. Αλλά από τη στιγμή που εσύ έχεις μπει στη διαδικασία να υπάρξεις σαν κάποιος άλλος, κάθε πτυχή της ζωής αυτού του άλλου εσένα σου μοιάζει φυσιολογική. Βέβαια, τόλμη, ούτως ή άλλως, υπάρχει σ' όλη αυτή την ιστορία.

Στην ιστορία της ηθοποιίας...

Αρκεί οτιδήποτε κάνεις, ή σου ζητείται να κάνεις, να είναι συμβατό με την ουσία του εκάστοτε ρόλου σου.

Δηλαδή;

Δηλαδή, μπορεί να σου ζητήσουν να παίξεις κάτι γυμνός κι αυτό να μην το χρειάζεται ο ρόλος καθόλου. Να περισσεύει. Όταν, όμως, όπως στην ταινία του Τσεμπερόπουλου, παίζεις, εγώ παίζω μια γυναίκα ελευθερίων ηθών και βρίσκομαι στον χώρο μου, δεν μπορώ παρά να κυκλοφορώ τουλάχιστον ημίγυμνη. Δεν θα μπορούσα να κυκλοφορώ...

Με φράκο! Αν και γίνονται πολλά σ' αυτούς τους χώρους, λέγεται, δεν σε ταΐζουν μόνο ντομάτες γεμιστές!

Εκείνο πάντως που λειτούργησε για μένα εκεί πέρα, ήταν ακριβώς η παρουσία τού εν λόγω χώρου. Ο οποίος δεν ήταν σκηνικό, ήταν ο πραγματικός χώρος ενός πραγματικού οίκου ανοχής. Κι εγώ αφέθηκα να απορροφηθώ από το δωμάτιο, από τα δωμάτια αυτά, να βαδίσω πάνω στα βήματα ακριβώς της γυναίκας που ζει εκεί, που ζούσε συνέχεια εκεί πέρα, πριν και μετά τα δικά μας γυρίσματα. Ο χώρος σού υποβάλλει σ' αυτές τις περιπτώσεις σχεδόν τα πάντα, τις κινήσεις, τον τρόπο, συχνά και τα λόγια πώς θα τα πεις.


(Φωτογραφία: Σωτήρης Κακίσης)

Ας πούμε, άρα, για την πρωταρχική τόλμη του ηθοποιού: οι απλοί άνθρωποι αναρωτιόμαστε: «Πώς γίνεται, βρε παιδί μου; Πώς μπορούν κι ανεβαίνουν εκεί πάνω οι ηθοποιοί και κάνουν όσα κάνουν; Δεν ...ντρέπονται;».

Μα η ανάγκη η δική μας να ξεφύγουμε από τη μονοδιάστατη πραγματικότητα μιας ζωής, αυτό ακριβώς μας κάνει: μας βοηθάει να ξεπερνάμε ντροπές κι αναστολές, όπως τις αντιλαμβάνονται οι άλλοι άνθρωποι. Ο ηθοποιός τον στόχο αυτόν τον έχει εξαρχής : θέλει να βγει από τη ζωή του και να υπάρξει αλλού, με τελείως άλλα δεδομένα. Εκεί όπου χώρος και χρόνος λειτουργούν διαφορετικά τελείως.

Χάνονται ή τονίζουν τόσο τη δύναμή τους, όσο κάθε φορά ένα έργο απαιτεί;

Υπάρχει συνήθως μια συμπύκνωση χρόνου και χώρων στο θέατρο ή στο σινεμά. Περνάς μια ολόκληρη ζωή μέσα σε δύο ώρες. Όχι μόνο συμπυκνώνεται ο χρόνος έτσι, αλλά είναι και σαν να σταματάει την κανονική του ροή εκείνη την ώρα. Ο ηθοποιός πάνω στη σκηνή δεν έχει καμία αίσθηση του άλλου χρόνου. Από τη στιγμή που αρχίζει η παράσταση ώς το τέλος της, εσύ περνάς και χρόνια ολόκληρα μέσα σου. Μέσα σε δύο ώρες. Δεν είναι πολύ μεγάλη ηδονή αυτή;

Θα σας γελάσω. Οι παρουσίες μου στο γυαλί ή στην οθόνη μετριούνται στα δάχτυλα των δύο μου χεριών...

Είναι τεράστια ηδονή να μπορείς να δραπετεύεις από τον ορισμένο, από την πραγματική σου ζωή, χωρόχρονο. Ταυτόχρονα, όμως, αν και φεύγεις από την πραγματικότητα της καθημερινότητάς σου, αποκτά η ζωή σου τελείως συγκεκριμένες συντεταγμένες. Στη ζωή απλώς ζεις. Και δεν έχεις συνέχεια συναίσθηση πως διανύεις μια πορεία συγκεκριμένη μέσα στον χρόνο. Στο υποδεικνύει συνήθως αυτό η ώρα στο ρολόι σου ή το ημερολόγιο.

Ή μερικές ...άσπρες τρίχες στους κροτάφους, όπως θα 'λεγαν οι παλιοί.

Ας πούμε. Στη σκηνή, όμως, μέσα από την πειθαρχία που απαιτείται, καθετί ορίζεται. Καθετί έχει σημασία συγκεκριμένη για τα πριν και τα μετά. Εγώ, π.χ., στη ζωή μου την κανονική είμαι μάλλον σκόρπια. Δεν έχω διαρκώς συνείδηση της σημασίας των γεγονότων, του πού βρίσκομαι κάθε στιγμή ακριβώς, του τι μου συμβαίνει και γιατί τώρα. Είπαμε: ζω. Απλώς, ζω.

Αυτό σας έλειπε των ηθοποιών ! Να μη ζείτε...

Στο θέατρο πάντως, στο σινεμά, πρέπει να χάσεις οποιαδήποτε άλλη συνείδηση, για ν' αποκτήσεις την απαιτούμενη για τον κάθε ρόλο συνείδηση.

Αυτό τώρα είναι κάτι που ένας ηθοποιός το ξέρει εξαρχής ή πρέπει να περάσει καιρός για να το αντιληφθεί πλήρως;

Κατ' αρχήν, αυτό είναι κάτι που σου συμβαίνει. Ύστερα, έπειτα από κάποιον καιρό, έπειτα από δουλειά πολλή, αν θέλετε, γίνεται πιο καθαρό. Για μένα προσωπικά η σκηνή είναι μια απελευθέρωση. Εκεί, η ζωή μου ορίζεται. Εκεί, παίρνει διαστάσεις ενδιαφέρουσες επιπλέον.

Λέγεται, όμως, πως καλός ηθοποιός γίνεσαι μόνο αν έχεις και το ανάλογο αντίκρισμα ζωής. Πως σ' αυτό υπερείχαν οι γενιές των παλιότερων Ελλήνων ηθοποιών. Είχαν ζωές που είχαν δει πολλά και ξέρανε.

Και σήμερα υπάρχουν ηθοποιοί που λειτουργούν έτσι. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, δεν μπορεί να συμβαίνει με όλους. Υπάρχουν και ηθοποιοί που δεν ενδιαφέρονται να αναπαράγουν τη δική τους τη ζωή. Που βρίσκονται όπου βρίσκονται για τελείως άλλους λόγους.


Ποιοι είναι αυτοί; Οι κακοί ηθοποιοί;

Όχι. Εγώ δεν χωρίζω τους ηθοποιούς σε καλούς και κακούς. Απλώς, πιστεύω πως ο καθένας βρίσκεται όπου βρίσκεται για διαφορετικούς λόγους. Προσωπικά, βρίσκομαι στον χώρο για να ανακαλύψω, όχι για να αναπαράγω τη δική μου ζωή.

Για να βρείτε τον εαυτό σας;

Όπως το λέτε τώρα, μοιάζει πολύ μελό. Αλλά μέσα στο ανακαλύπτω υπάρχουν και διαδικασίες ολόκληρες, δουλειά, στόχος, βάσανα. Από την άλλη, υπάρχουν και ηθοποιοί που αρκούνται να αναπαράγουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους.

Οι λεγόμενοι σταρ;

Δεν ξέρω. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Εγώ πάντως είμαι από τους ηθοποιούς που δεν αναπαράγουν τίποτα. Εγώ δεν αναπαράγω τίποτα. Και δεν έχω βρεθεί στο θέατρο για κανέναν τέτοιον λόγο.

Αλλά μάλλον ...κατόπιν εορτής τα σκέφτεστε τώρα όλ' αυτά;

Ναι. Κατόπιν εορτής. Δεν διαφωνώ.

Γιατί, π.χ., δεν γίνατε πρωτίστως τραγουδίστρια, μια και η φωνή σας καθόλου ευκαταφρόνητη δεν είναι; Οι θαμώνες της «Φαίδρας» όλα αυτά τα χρόνια αυτό μάθανε καλά...

Τι να σας πω; Εγώ βρέθηκα εκεί, εδώ. Δεν το επέλεξα ακριβώς. Από εσωτερική μου ανάγκη προχώρησα στη ζωή μου έτσι. Επειδή περνούσα καλύτερα πάνω στη σκηνή από οπουδήποτε αλλού.

Αυτή είναι η πιο ταπεινή απάντηση που μπορεί να δώσει άνθρωπος επί του θεάματος, νομίζω. Συνήθως ακούμε για οράματα και ...οπτασίες!

Δεν ξέρω πόσο ταπεινή είναι η απάντησή μου, αλλά αυτή είναι. Κι αυτή είναι η αλήθεια: βρέθηκα εκεί. Τελεία.

Επιμένω εγώ για το τραγούδι. Γιατί όχι στο πάλκο;

Ίσως γιατί δεν είχα τόσο καλλιεργήσει τη σχέση μου με τη φωνή μου. Με την έκφρασή μου διά μέσου του τραγουδιού. Την καλλιέργησα πολύ αργότερα, μέσα από το θέατρο. Εγώ πια τραγουδάω ως ηθοποιός. Αντιμετωπίζω το τραγούδι σαν ένα θεατρικό κείμενο το οποίο είτε υπονομεύω, είτε συμπλέω μαζί του, είτε το υποστηρίζω όσο γίνεται πιο πολύ.

Τη μουσική;

Τη μουσική όλη ; Δεν ξέρω. Από τον στίχο συνήθως ξεκινάω εγώ. Η μουσική ούτως ή άλλως με συγκινεί, με συνεπαίρνει. Δεν την σκέφτομαι καθόλου κριτικά.

Σήμερα υπάρχει και το φαινόμενο άρρυθμων ηθοποιών, φάλτσων, με ελάχιστη σχέση με τη μουσική.

Δεν νομίζω. Εδώ θα διαφωνήσουμε. Η καινούργια γενιά ηθοποιών έχει απίστευτες ικανότητες φωνητικές και κινησιολογικές, που η δική μου γενιά καθόλου δεν τις είχε. Τα νέα παιδιά δεν πιάνονται!

Οι γενιές όμως οι πιο παλιές, από επιθεώρηση και οπερέτες, και τι δεν μπορούσαν να κάνουν... Γίνεται ηθοποιός χωρίς ρυθμό; Κωμικός οπωσδήποτε δεν γίνεται.

Όχι, δεν γίνεται ηθοποιός χωρίς ρυθμό. Αλλά ο ρυθμός μπορεί να υπάρχει μέσα σου χωρίς εσύ να το ξέρεις καν. Να τον εμπεριέχεις τον ρυθμό χωρίς να μπορείς να το συνειδητοποιήσεις. Χωρίς να 'χεις ποτέ τραγουδήσει. Αλλά θέατρο χωρίς ρυθμό, όντως, δεν γίνεται. Τέχνη χωρίς ρυθμό δεν μπορεί να γίνει. Ούτε ζωγραφική, ούτε γλυπτική, ούτε τίποτα.

Εσωτερικό ρυθμό κι εγώ μπορεί να έχω, αλλά ...απέξω μου έχω πετύχει μια νότα, το 1982, αν θυμάμαι καλά!

Μα ο εσωτερικός ρυθμός είναι αυτός που αποκαλύπτεται και μέσω μιας νότας μόνο…

Ευχαριστώ.

Να σας παινέψω ήθελα, δεν ήθελα να σας προσβάλω, Σωτήρη.


(Φωτογραφία: Σωτήρης Κακίσης)


Έτσι το εξέλαβα. Εσείς ως character actress, όπως θα 'λεγαν οι αμερικανοί, μοιάζετε σαν να ξαναναβαθμίζετε μια ιστορία που στον τόπο μας παραείναι παρεξηγημένη. Όπου όλοι νομίζουν πως αν δεν είσαι τουλάχιστον ...θιασάρχης, έχεις αποτύχει στην καριέρα σου.

Έχουν αλλάξει τα πράγματα και ως προς αυτό. Οι θίασοι των θιασαρχών και των σταρ πρωταγωνιστών έχουν κατά πολύ περιοριστεί πια, βλέπω εγώ, και οι περισσότερες δουλειές στο θέατρο είναι σήμερα συλλογικές. Δεν είναι όπως παλιά.

Όπως σχεδόν πρόσφατα, όχι όπως παλιά. Αισιόδοξη σας ακούω.

Ναι. Προς το καλύτερο πάνε τα πράγματα. Το πρόβλημα μόνο είναι να μπορούμε όλοι να παίρνουμε πάνω μας την ευθύνη της παράστασης, του κομματιού που μας αναλογεί. Αυτός είναι ένας κίνδυνος στις ομαδικές δουλειές, όπου οι ευθύνες μοιράζονται. Όταν η κεντρική φιλοδοξία είναι διαμοιρασμένη, το αποτέλεσμα καμιά φορά κινδυνεύει να αφεθεί στην τύχη του. Όταν δεν παίρνει ένας πάνω του το όλο πράγμα και δεν βάζει κάποιος το κεφάλι του στον πάγκο του χασάπη, όταν δεν σε σπρώχνει κάποιος επιπλέον, ενεδρεύει η πιθανότητα να είναι οι περισσότεροι ευχαριστημένοι με λιγότερα. Να είμαστε ικανοποιημένοι με τους εαυτούς μας σχετικά εύκολα.

Καταλαβαίνω. Στις μέρες μας, με θέατρο, τηλεόραση, σινεμά ...επί σκηνής, ο ηθοποιός πρέπει να μπορεί να τα κάνει όλα ή φτάνει να είναι καλός στο ένα από τα τρία ίσως;

Δεν πρέπει. Τίποτα δεν "πρέπει". Τι επιθυμεί ο καθένας μας είναι, τι τραβάει η ψυχή του. Εμένα, π.χ., με ενδιαφέρει να υπάρχω σε πολλά πράγματα. Γιατί είμαι έτσι φτιαγμένη. Γιατί έχω μια πολυπλοκότητα ως άνθρωπος. Γι' αυτό κάνω και θέατρο και σινεμά, όταν μου δίνεται η ευκαιρία, γι' αυτό και τραγουδάω. Με την τηλεόραση ώς τώρα έχω τη μικρότερη σχέση…

Κι εκεί όμως, με τον Κοκκινόπουλο αποδώσατε εξαιρετικά...

Δεν πιέζομαι, αλλά είμαι ανοιχτή και σε όλα. Βέβαια, μπορεί κάποιος να κάνει πολλά πράγματα. Το κατά πόσο αντέχει ταυτόχρονα να είναι παντού, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Δεν χωρίζονται οι ηθοποιοί σε ηθοποιούς του ενός ή του άλλου είδους;

Όχι πια. Πριν από είκοσι χρόνια ίσως να υπήρχε μια τέτοια κατάσταση, αλλά δεν νομίζω πως υπάρχει πια. Τώρα όλα είναι μπλεγμένα.

Παίζουν στο θέατρο όπως έχουν μάθει να παίζουν στην τηλεόραση;

Δεν ξέρω. Αλλά ένας ηθοποιός κινείται και εγώ νομίζω πως οφείλει να μπορεί να κινείται όσο πιο καλά γίνεται, σε κάθε μέσο. Να συμβαδίζουν οι κινήσεις του με τη ζωή. Που κι αυτή πια έχει κατά πολύ αλλάξει.

Κι έχει γίνει επίσης πολύπλοκη;

Ναι. Και ίσως γι' αυτό κι εμένα δεν μου φτάνει να είμαι μόνο σ' ένα πράγμα.

Το 'παμε αυτό. Γι' αυτό γίνατε εξαρχής ηθοποιός...

Εγώ θέλω μέσα απ' αυτήν τη δουλειά να μεγαλώνω...

Επιτυχώς;

Να πλαταίνω, να διευρύνομαι, πώς το λένε; Ν' ακολουθήσω ίσως αυτό που είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις κάποτε: πως οφείλουμε να προσπαθούμε πάντα να "πραγματώσουμε" τον εαυτό μας. Να ψάχνουμε διαρκώς για νέες εκφάνσεις των ψυχών, των αισθημάτων μας. Και αν η σχέση σου με τη ζωή και την τέχνη είναι ουσιαστική, δεν υπάρχει μεγαλύτερο πράγμα να περιμένεις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος, νομίζω εγώ, να προχωράς, να υπάρχεις…

ΤΑ ΝέΑ, «ΠΡόΣΩΠΑ», ΣάΒΒΑΤΟ 1 ΔΕΚΕΜΒΡίΟΥ 2001.

(Ελένη Κοκκίδου - Σωτήρης Κακίσης)

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Ο ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


«Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, από μικρό παιδί έγραφα ποιήματα και συνειδητά από την πρώτη κιόλας εφηβεία μου. Δεν μπορώ να πω με μεγάλη βεβαιότητα κάτω από ποιες συνθήκες πρωτάρχισα να το κάνω. Εντοπίζω μονάχα μια γενική φαντασιακή ατμόσφαιρα που προσπαθούσα να αρθρώσω και να εκφράσω με λέξεις. Διάβαζα επίσης ποίηση, λογοτεχνία και ιστορία από πολύ νωρίς, στα ελληνικά και λίγο αργότερα στα γαλλικά. Παρόλο, όμως, που γνώρισα μεγάλους ποιητές, δέχτηκα κυρίως επιδράσεις από τη σύγχρονη μουσική, που άκουγα με πάθος από πολύ μικρός χάρη στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην αρχή και με γοήτευε: Στραβίνσκι, Μπάρτοκ, Σχολή της Βιέννης και ιδίως Βαρέζ και αργότερα Μεσσιάν, Νόνο, Μπέριο, Ξενάκη, Χρήστου. Αυτές οι επιρροές - μαζί με τη ρεμπέτικη, λαϊκή, ελληνική αλλά και τη βραζιλιάνικη και την αφρικανική μουσική - έπαιξαν για μένα ένα σημαντικό ρόλο…».
(Νάνος Βαλαωρίτης-Αντρέας Παγουλάτος, ‘Ένας διπλός διάλογος’, «Ουτοπία», τ. 30, Μάιος-Ιούνιος 1998)


«Εδώ δούλεψα στο ραδιόφωνο παρουσιάζοντας τη βραζιλιάνικη μουσική και την ποίηση. Η βραζιλιάνικη μουσική έχει μεγάλη παράδοση με πολύ πλούτο, με μεγάλους τραγουδοποιούς και συνθέτες. Ήταν μια εκπομπή που ξάφνιασε γιατί εδώ δεν είχαν ξεκαθαρισμένα στο μυαλό τους οι ακροατές ότι είναι κάτι το ξεχωριστό. Τη συνδυάζανε μόνο με το λάτιν. Είχα δουλέψει για αυτό πολύ και στο Παρίσι, είχα αρχίσει να μεταφράζω μεγάλους Βραζιλιάνους ποιητές. Ήμουν ο πρώτος που μετέφρασα τα Ετερώνυμα του Πεσόα…»
(Συνέντευξη στον Θανάση Συλιβό, «Μετρονόμος», τ. 33, Απρίλιος - Ιούνιος 2009)

"ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ ΑΔΙΚΗΤΕΣ..."


[Τεχνικοί λόγοι δεν επιτρέπουν την ακριβή αναπραγωγή των διαστημάτων ανάμεσα στους στίχους, κομβικό στοιχείο της ποιητικής του Παγουλάτου]
«Πέραμα» (απόσπασμα)

του Ανδρέα Παγουλάτου

φωνές
χιλιάδες φωνές:
γαμώ το κέρατό σας
δοσίλογοι σπιούνοι τζάκια εξουσίας
τοπία ολέθρου κι οι βόμβες να πουλιούνται
για να πέφτουν να φέρνουν ίδιο σ’ όλους θάνατο
κι αυτοί που δεν λογίζονται ν’ αντισταθούν κι οι άλλοι
με το δισάκι και
οι άρρωστες ψυχές
κάτω από
το μαστίγιο
αλυχτούν
σαν τα σκυλιά
δαγκώνουν
τις σάρκες τους
στο διάβολο αδικητές
διψάτε για αίμα βρυκόλακες
εμποδίζετε μ’ όλα τα μέσα το πέρασμα
μια διάφανη ώρα όταν ο χρόνος ξαπλώνεται
στον ξάστερο ουρανό και μ’ ένα άλμα του
λαμπρύνει
την αυγή
φωνές και πάλι
φωνές: αυγή αυγούλα
ευωδιά από εφηβικά φιλιά
που ανακαλύπτουν ποτάμια λεύτερα ζώα
και μια άμετρη κραυγή φλόγα από βουνό σ’ άλλο
βουνό προάγγελος μιας μέρας που δίκαια ανταμείβει που δίνεται
στον κόσμο
μ’ ακράτητη
ηδονή
(…)

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ, 1948 - 2010. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΑΝΟΗΤΗ

(Φωτογραφία: online περιοδικό Camera Stylo)
Έφυγε σήμερα το πρωί ο ποιητής Αντρέας Παγουλάτος, μία εξέχουσα μορφή των ελληνικών γραμμάτων. Εκτός από την πρωτοποριακή ποιητική του γραφή, ο Παγουλάτος διακρίθηκε και για τη δοκιμιακή του γραφή, ως θεωρητικός κινηματογράφου και λογοτεχνίας, καθώς και ως μεταφραστής. Τα κείμενά του διαπερνά ένα λεπτό αισθητικό κριτήριο, συνδυασμένο πάντα με το αίτημα της κοινωνικής χειραφέτησης. Ψάξτε τα, διαβάστε τα, διαδώστε τα. Το «Πέραμα» του Παγουλάτου δεν μπορεί να λείπει από καμιά βιβλιοθήκη. Εξάλλου, κανένας ποιητής δεν πέθανε ποτέ, εφόσον οι επόμενοι συνέχισαν να βουτάνε στα βαθιά της σκέψης και της πράξης του. Ο Παγουλάτος υπήρξε εκδότης του περιοδικού «Νέα Συντέλεια» καθώς και μόνιμος συνεργάτης του περιοδικού «Ουτοπία», βασικού στυλοβάτη της αριστερής ριζοσπαστικής σκέψης στη χώρα μας. Πάνω απ’ όλα, ο Παγουλάτος υπήρξε ένας μόνιμα νέος στην καρδιά και στο μυαλό, πρότυπο ασυμβίβαστου ποιητή και διανοητή, πηγή συνεχούς δημιουργίας που με την προσωπική του πορεία φώτισε λίγο περισσότερο την ομορφιά της τέχνης και το αίτημα ενός καλύτερου κόσμου. Στους οικείους του, καθώς και στο πνευματικό του παιδί Αντώνη Μποσκοΐτη, και τον στενό του συνεργάτη Ευτύχη Μπιτσάκη, τα πιο ειλικρινή συλλυπητήρια. ηρ.οικ. ΥΓ: «Κύριε Παγουλάτο και κύριε Παγουλάτο… Αντρέα να με λες». Καλό ταξίδι, Αντρέα.
Η κηδεία του Αντρέα Παγουλάτου θα τελεστεί την Τετάρτη 24 Μαρτίου στις 15.00 στο Νεκροταφείο Περιστερίου (Αγ. Βασίλειος).

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

ΡΑΣΤΑ ΜΑΛΛΙ ΚΑΙ ΤΣΑΝΤΑ ΜΕ ΜΠΟΥΡΝΟΥΖΙ; ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΣΑΙ!

Ο Μάριος Ζ., δάσκαλος κολύμβησης, συνελήφθη στη μεγάλη απεργιακή διαδήλωση της 11ης Μαρτίου. Έγκλημά του; Μα φυσικά το ότι είχε τσάντα με φονικά όπλα, δηλαδή ένα μπουκάλι σαμπουάν και γυαλιά κολύμβησης... Μπουκάλι να 'ναι κι ότι να 'ναι. Φαίνεται ότι για τα ΜΑΤ του σύγχρονου Νεάτερνταλ, είναι δύσκολος ο διαχωρισμός μιας μολότωφ από ένα ούλτρεξ. Αν και πολλές φωτογραφίες που έχουν κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο δείχνουν τον νεαρό χωρίς καμια κουκούλα, το επίσημο ανακοινωθέν της αστυνομίας επικαλείται τον κουκουλονόμο και τη ρίψη μολότωφ. Κύριε Χρυσοχοΐδη, μήπως ήρθε η ώρα να αγοράσετε από ένα ζευγάρι γυαλιά πρεσβυωπίας σε σας και τους συνεργάτες σας; ηρ. οικ.

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΠΑΡΤΥ ΤΗΣ "ΩΡΚΑ"


Σήμερα Σάββατο 20 Μαρτίου, στις 11 μ.μ., η Θεατρική Ομάδα "ΩΡΚΑ" μας προσκαλεί στο πάρτυ που διοργανώνει στην Άνοιξη, στη Σχολή Χορού Ballare (Λ. Μαραθώνος 79). Σηκωθείτε από ντιβάνια, καρέκλες, κρεβάτια, πολυθρόνες, και τραβήξτε κατά κει!

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ 169 ΤΟΥ ΔΙΦΩΝΟΥ, ΓΙΑ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ ΑΚΟΜΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ


Ένα από τα καλύτερα τεύχη της νέας περιόδου του Διφώνου, το τ. 169 απευθύνεται σε αναγνώστες με μουσικό αλλά και πολιτικό κριτήριο.

Ο Γιώργος Φλωράκης γράφει ένα αναλυτικότατο άρθρογια το El Sistema, τις δομές μουσικής εκπαίδευσης της Βενεζουέλας που δίνουν πρόσβαση στη μουσική δημιουργία σε χιλιάδες νέων. Και ο Μιχάλης Παπαμακάριος κάνει μια αναδρομή στις μουσικές της Κούβας, αυτού του πολυσύνθετου και τόσο ενδιαφέροντος γεωγραφικού και ιστορικού χώρου. Και ο Γιάννης Πετρίδης αναζητά το νόημα των Πρώτων Γιορτών των Ανωγείων που διοργάνωσε ο Χατζιδάκις το 1979. Τρία άρθρα που δεν γίνεται να λείπουν από τη βιβλιοθήκη κανενός μουσικόφιλου. Άρθρα απαιτητικά, όπως πρέπει να είναι η ύλη ενός περιοδικού που σέβεται τον αναγνώστη του. Και βέβαια, μην ξεχνάμε το αφιέρωμα της Λιάνας Μαλανδρενιώτη στους "δικούς μας κλασικούς", που αυτή τη φορά εστιάζει στον Δημήτρη Μητρόπουλο. Στο τεύχος, που για μερικές μόνο μέρες ακόμα θα βρείτε στα περίπτερα, θα βρείτε και τη συνέντευξη που μου παραχώρησε η Cristina Branco. Γοητευτική παρουσία, εκπληκτική φωνή, και ένας μεστός και συνάμα ονειρικός λόγος. Ζήτω το φάντο!

Όσο για τα cd, ας μιλήσουν τα εξώφυλλα. Όταν βλέπεις και ακούς δύο μεγάλες αγάπες, την Κούβα και τους Κατσιμιχαίους, στο πιάτο σου, τι νόημα έχουν οι περιγραφές και οι λέξεις; ηρ.οικ.

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΤΗ ΜΠΛΟΓΚΟΣΦΑΙΡΑ

http://arcofgreekmusic.blogspot.com/

Εδώ κάτι πάει κι έρχεται, εφόσον ναι μεν σταμάτησε να εκπέμπει η αγαπημένη «Μουσική Κιβωτός» αλλά τουλάχιστον συνεχίζει ο διαχειριστής της σε άλλο μπλογκ, στα «Διαμάντια στα Σκουπίδια». Καλοτάξιδο.

-----

http://toaromatoutragoudiou.blogspot.com

Εδώ όμως, η κατάσταση δεν χωνεύεται με τίποτα. Με τίποτα! Με τί-πο-τα.

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

ΑΠΟΨΕ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΣΤΕΛΛΑ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ


Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010, 20:00

IANOS, Σταδίου 24, Αθήνα

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ «ΙΑΤΡΕΙΟΝ ΑΣΜΑΤΩΝ» - ΣΤΕΛΛΑ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ


Η δημοσιογράφος και ποιήτρια Στέλλα Βλαχογιάννη γίνεται «ιατρός» και συνδιαλέγεται με τραγούδια και αισθήματα εξορισμένα.


Θα μιλήσουν οι: Γιώργος Μητρόπουλος (ραδιοφωνικός παραγωγός), Γρηγόρης Παπαδογιάννης (δημοσιογράφος-συγγραφέας, εκδότης περιοδικού «Fortezza»), Γεράσιμος Ευαγγελάτος (στιχουργός).


Αποσπάσματα από το βιβλίο «ΙΑΤΡΕΙΟΝ ΑΣΜΑΤΩΝ» (Μικρή Άρκτος) θα διαβάσουν οι ηθοποιοί Γιάννης Ροζάκης και Σοφία Καραγιάννη.


Τραγούδια θα ερμηνεύσουν οι: Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, Νατάσσα Μποφίλιου, Δανάη Παναγιωτοπούλου, Μαρία Παπαγεωργίου, Μαρία Σουλτάτου. Στο πιάνο ο Θέμης Καραμουρατίδης.


Οργάνωση εκδήλωσης: «Ποιείν», www.poiein.gr

Είσοδος ελεύθερη

-----

Τη συνέντευξη της Στέλλας Βλαχογιάννη στον Σπύρο Αραβανή θα τη βρείτε ΕΔΩ

Το blog της Στέλλας Βλαχογιάννη θα το βρείτε ΕΔΩ

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ ΣΤΟ KOO-KOO


Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ ΤΙΣ ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΤΟ «ΚΟΟ-ΚΟΟ»


«Η ΚΟΥΡΕΛΟΥ»


Μια κουρελού πλεγμένη με τα υφάδια των συγκινήσεων που φωτίζουν τα διαφορετικά πρόσωπα του καθενός μας ξεδιπλώνεται στο ΚΟΟ-ΚΟΟ. Η γνωστή "Σβούρα" του Πορτοκάλογλου,που μας ταξίδεψε με την «Αστροπαλιά» και τη «Σιωπή» της... είναι μόνο η αρχή.«Εντεχνα», ελαφρά, ρεμπέτικα, λαϊκά, δημοτικά, ποντιακά, θρακιώτικα, ηπειρώτικα, κρητικά ή τυνησιακά ακούσματα,τραγούδια με διαφορετικούς προορισμούς γίνονται προσάναμμα για τη γιορτή, τη μέθεξη που δημιουργούν ερμηνεία και ενορχηστρώσεις με άποψη όταν οι κόσμοι ενώνονται σαν μια πολύχρωμη κουρελού. Η Βασιλική Καρακώστα τα ξανασυστήνει χωρίς προκαταλήψεις και απογυμνώνοντάς τα ως τον πυρήνα τους, τα μεταμορφώνει σε πρώτη ύλη για το σύγχρονο πανηγύρι, το ροκ του μέλλοντός μας.


Συνεργοί της οι: Νίκος Μέρμηγκας (νυκτά έγχορδα), Κλέων Αντωνίου (κιθάρες), Μιχάλης Καλκάνης (κοντραμπάσο), Κώστας Μερετάκης (κρουστά), Αντώνης Ανδρέου (τρομπόνι), Νίκος Ράλλης (τρομπέτα)


ΚΟΟ-ΚΟΟ

Ιάκχου 17,Γκάζι

Τηλ: 210 3450930

Έναρξη: 22.30

Είσοδος με ποτό: 12 ευρώ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΔΙΣΚΟΥ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΜΑΡΙΔΑΚΗ


Το περιοδικό και οι εκδόσεις ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ μας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου άλμπουμ του Λεωνίδα Μαριδάκη "Σε βάθος δρόμου", στη μουσική σκηνή Αυλαία (Αγ. Όρους 15 & Κωνσταντινουπόλεως 115 - Βοτανικός), την Τετάρτη 17 Μαρτίου και ώρα 21.00. Θα μιλήσουν η Μαριάνθη Πελεβάνη (διευθύντρια του περιοδικού ΔΙΦΩΝΟ) και ο Παναγιώτης Ορφανίδης (δημοσιογράφος, Δίκτυο 91,5 - Χανιά). Το άλμπουμ θα παρουσιαστεί ζωντανά με τη συμμετοχή της Μάρθας Φριντζήλα, της Πέννυς Μπαλτατζή και άλλων καλλιτεχνών.

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

ΜΑΝΘΟΣ ΖΟΛΩΤΑΣ - ΣΠΥΡΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ: "ΑΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΑΠΗ"




Το χειρότερο που επέφερε το σκυλάδικο στο ελληνικό τραγούδι από τα μέσα του ’80 και δώθε δεν ήταν η κακογουστιά ενός Λευτέρη Πανταζή και μιας Άντζελας Δημητρίου, αλλά το τι γέννησε ως αντίδραση στο υπόλοιπο, το υγιές κομμάτι της μουσικής μας σκηνής: την μετά μανίας αποστασιοποίηση από το λαϊκό ήχο, από οτιδήποτε παρέπεμπε έστω και ως υποψία στην «άλλη όχθη». Έτσι, εκεί που το έντεχνο ήταν βασικά ένα κλαδί από το όλο χυμούς δέντρο του λαϊκού, κατέληξε να είναι ένα ξεχωριστό δάσος, μίλια μακριά από το δέντρο που το γέννησε. Έτσι, όχι μόνο φτώχυνε το «έντεχνο» (με το να μη γεννιούνται, π.χ. πλέον λαϊκά ακροάματα πρώτης γραμμής όπως τα «Πικροσάββατα» του Θεοδωράκη ή το «Όταν ανθίζουν πασχαλιές» του Κουγιουμτζή), αλλά και εξαφανίστηκε το λαϊκό με ήθος και τέχνη - έστω κι αν έμειναν πίσω ένας ένας Νικολόπουλος, ένας Κορακάκης και ένας Βαγιόπουλος να το κρατάνε ζωντανό με νύχια και με δόντια.

Λοιπόν, αυτές τις μέρες ακούω non-stop την τραγουδάρα του Μάνθου Ζολώτα «Αν είσαι η μεγάλη αγάπη» με τη φωνή του Σπύρου Ζαχαριά. Και για τους φίλους του μπλογκ που ίσως πουν ότι «πάει, τα ’χει χάσει», όχι παίδες, το εννοώ. Τραγουδάρα με τα όλα της. Συγκίνηση με συνείδηση, ντέρτι με νόημα και ευγένεια. Τα διαμάντια πρέπει να τα ξεχωρίζουμε, ακόμα κι αν είναι χωμένα μέσα στη λάσπη! Για την ιστορία, ιδού και οι στίχοι αυτού του πραγματικά μεγάλου τραγουδιού, σπορά των αρχών του ’90, της «μεγάλης δεκαετίας του ’80» που κράτησε από το ‘78-‘79 μέχρι το ’91-’92, με τα καλά και τα στραβά της. ηρ.οικ.

ΥΓ: Ένα λαϊκό τραγούδι… ένα… δεν υπάρχει άνθρωπος να το γράψει σήμερα; Ως πότε θα τη βγάζουμε με ..."πριγκιπέσσες";
-----

Αν είσαι η μεγάλη αγάπη


Στίχοι-Μουσική: Μάνθος Ζολώτας
Ερμηνεία: Σπύρος Ζαχαριάς

Πάλι κατά τύχη βρέθηκες στο δρόμο μου απάνω

Βγήκες δήθεν για περπάτημα μου λες

Νιώθω πως ζητάς αγάπη μα δεν ξέρω τι να κάνω

Που έχω πάψει να πιστεύω στις καρδιές


Αν είσαι σαν τις άλλες αγάπες

Ούτε να σ' αγγίξω δεν αντέχω πια

Μα αν είσαι η μεγάλη αγάπη

Πες το και θ' ανοίξω πάλι την καρδιά


Δεν έχω περιθώρια για λάθη

Δε θέλω να γυρίσω στα παλιά

Μα αν είσαι η μεγάλη αγάπη

Πες το και θ' ανοίξω πάλι την καρδιά


Πάλι κατά τύχη βρέθηκες κι απόψε στο πλευρό μου

Πάλι μ' έκανες να σκέφτομαι τρελά

Μα μπορεί να βγήκε αληθινό εκείνο τ' όνειρό μου

Και να σε στέλνει της αγάπης η θεά

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

"ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟ", ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ METROPOLIS



Οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, το METROPOLIS και το Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, σας προσκαλούν σε μια γιορτή αφιερωμένη στον μεγάλο δημιουργό


ΜΑΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ


την Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010, στις 8 το βράδυ,

στο METROPOLIS Live Stage

(Πανεπιστημίου 54 & Εμμανουήλ Μπενάκη, Αθήνα)

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ


Ελάτε να γιορτάσουμε τα γενέθλια του αγαπημένου μας Μάνου και να του ευχηθούμε χρόνια πολλά μέσα από τα τραγούδια του.


Στον «αέρα» η παραγωγός Μαρίνα Λαχανά, μουσικοί, τραγουδιστές, ποιητές και άλλοι «συγγενείς» εκ τέχνης:

Γιώργος Ανδρέου, Θοδωρής Γκόνης, Κώστας Θωμαΐδης, Γιάννης Κοντός, Θανάσης Νιάρχος, Σταμάτης Κραουνάκης, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Γιώργος Μεράντζας, Μίλτος Πασχαλίδης, Μπάμπης Στόκας, Γιάννης Χαρούλης κ.ά.


Η βραδιά θα μεταδοθεί από το Δεύτερο Πρόγραμμα Ελληνικής Ραδιοφωνίας.

Το πιάνο είναι μια προσφορά της εταιρείας NIKOTIAN.


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη. Έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα, εννιά ποιητικές συλλογές, πέντε τόμους με πεζά, τρία λευκώματα και τέσσερις τόμους για το θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ό αιώνα, 1901-1921, καθώς και την ανθολογία Ερμούπολη, Μια πόλη στη λογοτεχνία (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004). Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2005 για το μυθιστόρημά του Ο καιρός των χρυσανθέμων (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004). Επίσης από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ κυκλοφορούν το μυθιστόρημά του Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές (2006), η συλλογή διηγημάτων "Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ" (2007) και το μυθιστόρημα "Άνθρωπος στο πηγάδι" (2008).
Ως στιχουργός έχει στο ενεργητικό του περίπου 400 τραγούδια και συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους έλληνες συνθέτες (Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Χατζιδάκι, Δήμο Μούτση, Σταύρο Κουγιουμτζή, Γιάννη Μαρκόπουλο, Θάνο Μικρούτσικο, Γιάννη Σπανό, Χρήστο Νικολόπουλο, Ηλία Ανδριόπουλο κ.ά.).

"ΘΑ 'ΤΑΝ 12 ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ" - Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

Ήταν 12 του Μάρτη, τελικά, και φύγαν ήδη πέντε χρόνια από τότε. Όμως εκείνος, ο πιο ευαίσθητος μελωδός του ελληνικού τραγουδιού, δεν φεύγει στιγμή από κοντά μας, όσο δε φεύγουν τα τραγούδια του που αγαπήσαμε. Ως ελάχιστο φόρο τιμής στον Σταύρο Κουγιουμτζή, αναδημοσιεύουμε τη δήλωση που έκανε ο Γιώργος Νταλάρας την ημέρα της απώλειάς του. Στο παράπονό του, ίσως βρει ο καθένας μας ένα κομμάτι του εαυτού του. ηρ.οικ.

-----



«Πάντα θέλω να μιλάω για τον Σταύρο, μόνο που αυτό που με βαραίνει πιο πολύ τώρα είναι το συναίσθημα της απώλειας ενός δικού μου ανθρώπου, που ξεπερνά όλα τα άλλα. Θέλω όμως να βρω τη δύναμη να μιλήσω άλλη μια φορά για τον Σταύρο Κουγιουμτζή. Για την ανεκτίμητη προσφορά του, για τα διαμάντια τραγούδια του που στήριξαν μια ολόκληρη εποχή και έναν ολόκληρο κόσμο με αυθεντικές και καθαρές αρχές.

Θέλω να μιλήσω για την πνευματικότητά του, την ομορφιά της ψυχής του, το ήθος του, την αλήθεια του, ακόμα και την καθημερινότητά του, που ήταν εικόνα και ομοίωση της τέχνης του και θέλω να εκφράσω άλλη μια φορά δημόσια τον θαυμασμό μου και την τεράστια ευγνωμοσύνη μου.

Όλοι μας αποχαιρετούμε έναν πολύ μεγάλο συνθέτη, έναν σπουδαίο μουσικό, έναν ξεχωριστό άνθρωπο, που, αντίθετα με την εποχή, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο θα μεγαλώνει η αξία του έργου του. Κι εγώ αποχαιρετώ τον πνευματικό μου πατέρα, ξαφνικά και αναπάντεχα. Χάνω το στήριγμά μου, γιατί του οφείλω σχεδόν το ξεκίνημά μου, έτσι όπως το ονειρεύτηκα. Κι έτσι όπως αναπάντεχα μπήκε στη ζωή μου όταν ήμουν μικρό παιδί, αδύναμο και με προίκισε με τα τραγούδια του, μ' αγκάλιασε με τη στοργή του και την αγάπη του, έτσι φεύγει. Αφήνοντας πίσω του να αιωρούνται στη θολή ατμόσφαιρα των ημερών μας, τα φωτεινά τραγούδια του, κομμάτια της ευγενικής και εύθραυστης καρδιάς του».


Γιώργος Νταλάρας (12 / 3 / 2005)

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΟ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΠΑΡΙΣΗ

Τη συνέντευξη που ακολουθεί την απομαγνητοφωνούσα για δύο μέρες, και την έκοβα και την έραβα για άλλες δύο. Βλέπετε, η εντολή από το "Δίφωνο" είχε θέσει αυστηρό όριο 2.500 λέξεων, και αισίως το κείμενο κατέληξε να αριθμεί 8.100 λέξεις. Έπρεπε να το περιμένω... Σε δύο χείμαρρους της μουσικής και του λόγου, όπως ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Κώστας Παρίσης, τα όρια μπαίνουν μόνο για να σπάνε. Ευτυχώς. Αυτή η αρχική εκδοχή - σεντόνι δημοσιεύεται εδώ, έχοντας περισσότερο το ύφος κουβέντας παρά συνέντευξης, ενώ η επεξεργασμένη και τελική εκδοχή βρίσκεται παρέα με το τρομερά ενδιαφέρον υλικό της ιστοσελίδας του Διφώνου, στο www.difono.gr. Καλή ανάγνωση! ηρ.οικ.
-----

ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ - ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΡΙΣΗΣ
«Συνοδοιπόροι μας όσοι αντιστέκονται στη χυδαιότητα της εποχής»
Έχετε ήδη ξεκαθαρίσει σε συνεντεύξεις ότι η συνεργασία αποφασίστηκε πριν από το Δεκέμβρη του 2008 και τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου…
Θ.Μ.: Αρκετά πριν. Ξέρεις, το είπαμε επειδή οι συνεντεύξεις αυτές έγιναν αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά και ο κόσμος είναι λίγο καχύποπτος, καλώς ή κακώς. Ξεκαθαρίσαμε ότι η πρόταση που μου έγινε από τα παιδιά έγινε την Άνοιξη του 2008.
Κ.Π.: Το καλοκαίρι ήδη τα δουλεύαμε τα κομμάτια, πριν τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου.
Παρόλα αυτά, θέλω να ρωτήσω, τι ακριβώς σήμαναν για σας τα γεγονότα του Δεκέμβρη;
Θ.Μ. Σε ότι με αφορά, θεωρώ ότι η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, όσο τραγική κι αν είναι, δεν ήταν η αιτία για τα γεγονότα, ήταν μία αφορμή. Γέμιζε το μπουκάλι και κάποια στιγμή ξεχείλισε, έσπασε το πώμα και ξεχύθηκε όλο αυτό το πράγμα, κατά μήκος και πλάτος της ελληνικής κοινωνίας. Η κοινωνία στην οποία ζούνε τα νέα παιδιά, μαθητές, φοιτητές, μια κοινωνία ανεργίας, μια κοινωνία άνιση, μια κοινωνία βάρβαρη, με 30% ανεργία στους νέους, και σε νέους που έχουν τελειώσει σχολειά και πανεπιστήμια, η γενιά των εφτακοσίων. Αυτό σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης. Αλλά και ό,τι προσφέρεται κατά τα άλλα είναι χυδαίο, ευτελές, βάρβαρο. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που καθηλώνει τη φαντασία των παιδιών, τους κόβει τα φτερά. Όλα αυτά μαζεύτηκαν για χρόνια, και αν δε γινόταν η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, σε ένα άλλο συμβάν πάλι θα γινόταν αυτός ο ξεσηκωμός.

Στο Δεκέμβρη υπάρχει και η διάσταση των καταστροφών και των λεηλασιών, δεν θέλω να το κρύψω. Ποτέ όμως, ούτε και σήμερα ούτε και τότε - και είχα κάνει και τηλεοπτικές δηλώσεις - θεώρησα ότι αυτό ήταν το κύριο, αυτό ήταν μια δευτερεύουσα ιστορία. Ακόμα κι αν τη καταδικάσεις, σε ένα μέρος της μπορείς και να την καταλάβεις, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν είναι καθόλου το κύριο. Ένας άνθρωπος αν θέλει να συνεχίσει να είναι σοβαρός καλλιτέχνης, αν θέλει πάνω απ’ όλα να είναι συνειδητοποιημένος, δεν μπορεί παρά να είναι δίπλα σ’ αυτό. Και απαντώ σ’ αυτό που έγινε και από ορισμένα πολιτικά κόμματα της Αριστεράς, ότι «ξέρεις, τα συνθήματα ή τα αιτήματα δεν ήταν ξεκαθαρά», και ρωτώ: Τους δώσαμε εμείς σαν γενιά εκείνες τις συνθήκες για να έχουν τα καθαρότερα των αιτημάτων; Βεβαίως και δεν ήταν καθαρά, βεβαίως και μερικά ήταν τραβηγμένα. Αλλά αυτά σε ένα κίνημα θα βρεθούν στο δρόμο.
Κ.Π.: Καταρχάς, τα γεγονότα του περσινού Δεκέμβρη δείχνουν όλη αυτή την αυθόρμητη διάσταση γιατί ήταν ανοργάνωτα, δεν οργανώθηκαν από παρατάξεις και νεολαίες. Κατέβηκαν τα παιδιά στους δρόμους, ενδεχομένως και λίγο άκομψα, και λίγο υπερβολικά, παρόλα αυτά έδειξαν την οργή τους και το φόβο τους για το τι έπεται και τι θα συναντήσουν όταν βγουν στην αλυσίδα παραγωγής. Όλο αυτό το πράγμα εγώ το κατανοώ, ήμουν στα γεγονότα, πήρα και τις κόρες μου και κατέβηκα, και κάποια στιγμή γύρισα και είπα στον εαυτό μου: «Επιτέλους, κάποιοι πρέπει να ξυπνήσουν από τη χειμερία νάρκη που έχει πέσει». Ο ελληνικός μέσος αστός τρώει απ’ τα σκουπίδια. Στην πραγματικότητα, ό,τι του έχουν προσφέρει απ’ τη μεταπολίτευση και μετά είναι μια μετριότητα: ποδόσφαιρο, reality, δεν υπάρχει τίποτε άλλο.
Θ.Μ.: Χωρίς να συμφωνώ με τον Κώστα ότι καθετί που προσφέρθηκε εδώ και 35 χρόνια ήταν σκουπίδι, θα σε ρωτήσω το εξής: Αυτό που τη δεκαετία του ’60 και του ’70 - όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη - φαινόταν ότι πήγαινε να ανοιχτεί, ανοίχτηκε; Ή καναλιζαρίστηκε σε μια βάρβαρη πραγματικότητα; Άρα λοιπόν, ναι μεν υπήρχαν οράματα, ναι μεν υπήρξαν αδιέξοδα, αλλά αυτό που έγινε ως καναλιζάρισμα ήταν η εμπέδωση μιας καπιταλιστικής βάρβαρης κοινωνίας που στο εποικοδόμημα - ιδεολογία, αισθητική - είναι ό,τι πιο ευτελέστερο. Πώς λοιπόν τα παιδιά αυτά να μη λειτουργήσουν μ’ αυτό τον τρόπο; Εγώ το θεωρώ υγιέστατο.

Το 1980 είχαμε μια μεγάλη συζήτηση με τον Μάνο Χατζιδάκι. Μας προβλημάτιζε σε μια εποχή που δεν κυριαρχούσε το ευτελές αλλά υπήρχε έντονα, είχε αρχίσει να παίρνει κεφάλι στην καθημερινότητα χωρίς να υπάρχουν οι τηλεοράσεις, με κάτι ραδιοφωνικές εκπομπές, κάτι περιοδικά. Μου έλεγε ο Χατζιδάκις: «Βρε παιδί μου, πώς είναι δυνατόν ο Καββαδίας σου να έχει αυτή την απήχηση;» Και του ’λεγα κι εγώ, «Και ο Μεγάλος Ερωτικός σας επίσης». Και είχαμε καταλήξει μετά από οχτώ ώρες συζήτησης ότι το γούστο των ανθρώπων επιβάλλεται απ’ αυτή την κοινωνία και κυρίως από την αιχμή του δόρατος, τα ΜΜΕ. Το γούστο είναι χαμηλό, και επομένως οι συνήθειες των ανθρώπων είναι ευτελείς. Όμως, υπάρχει ένα βαθύτατο, κρυμμένο λαϊκό αίσθημα εντός του ανθρώπου που, αν και τραυματισμένο, πού και πού, σε κάποια πράγματα είτε καλλιτεχνικά - ή και πολιτικά λέω εγώ - βγαίνει αυθόρμητα. Έχουμε δύο παραδείγματα: Το πρώτο είναι ο Οτσαλάν και το Γιουγκοσλαβικό το 1999…ο κόσμος στις πολυθρόνες του Σημίτη τότε, όλος πολυθρονάτος, και πέρυσι το θέμα του Δεκέμβρη. Έχουμε δύο φαινόμενα που δεν εξηγούνται αλλιώς. Όταν το ΚΚΕ και ο ΣΥΝ έκαναν μια διαδήλωση, κατέβαιναν 3.000 κόσμος και θεωρούνταν επιτυχημένη. Πώς έγινε και με το Γιουγκοσλαβικό διοργανώσαμε μια συναυλία με 40 καλλιτέχνες και ήρθε 100.000-150.000 κόσμος, και 60.000 στην καθιστική διαμαρτυρία έξω από την αμερικάνικη Πρεσβεία;
Κ.Π.: Ο περασμένος Δεκέμβρης ήταν ελπίδα για το μέλλον, όχι το δικό μου αλλά των παιδιών μου. Δείχνει ότι κάτι μπορεί να γίνει, ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν πήρε κεφάλια, ότι δεν έχει διαλύσει τα πάντα, δεν έχει ισοπεδώσει τις συνειδήσεις των νέων ανθρώπων.
Ως Υπόγεια Ρεύματα, χαρακτηρίσατε τη συνεργασία με τον Μικρούτσικο ως «όνειρο». Ποιο σκεπτικό σας οδήγησε στη συνεργασία και τι την έκανε ονειρική;
Κ.Π.: Εδώ και δυόμισι-τρία χρόνια, είχαμε ξεκινήσει να παίζουμε ένα τραγούδι του Θάνου σε στίχους του Βολφ Μπίρμαν, το «Αυτούς τους έχω βαρεθεί». Εμείς το αγαπούσαμε πάρα πολύ αυτό το κομμάτι, και αυτός ήταν και ο λόγος που το παίζαμε. Επειδή έχει βγει εδώ και πολλά χρόνια, δεν περιμέναμε να το ξέρουν οι νεότεροι. Όταν συνειδητοποιήσαμε ότι από κάτω τα νέα παιδιά, 20 χρονών, το τραγουδούσαν μαζί μας και ήξεραν τα λόγια φαρσί, τότε καταλάβαμε ότι αυτό που λέγεται «πολιτικό τραγούδι» - που υπηρέτησε πάρα πολύ ο Θάνος - έχει λόγο ύπαρξης σήμερα. Για να το ξέρουν και να το τραγουδάνε, σημαίνει ότι κάτι σημαίνει γι’ αυτούς σήμερα, δεν το τραγουδάνε ως κάτι παλιό και ωραίο. Εκεί πήραμε την απόφαση να προσπαθήσουμε να διασκευάσουμε μερικά από τα πολιτικά τραγούδια του Θάνου και να του ζητήσουμε ένα ραντεβού, την Άνοιξη του 2008. Η αρχική σκέψη μας ήταν να διασκευάσουμε το δίσκο «Πολιτικά Τραγούδια». Μας δέχτηκε ο Θάνος, στην αρχή θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι έκανε το σταυρό του. Ίσως πράγματι να ήταν λίγο ακραίο το 2008 να λες «θέλω να ξανακάνω πολιτικό τραγούδι, με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο». Πάνω στην κουβέντα, μας παρότρυνε να ψάξουμε κι άλλο υλικό, καθώς υπάρχουν κι άλλα πολιτικά τραγούδια σε άλλους δίσκους του που διαχέονται μέσα στο χρόνο και μπορούν να λειτουργήσουν διαχρονικά. Δημιουργήσαμε έναν πυρήνα είκοσι τραγουδιών, και του προτείναμε να παίξει μαζί μας.
Το ονειρικό στοιχείο έγκειται στο εξής: Δεν είναι εύκολο για έναν συνθέτη να δεχτεί να διασκευάσουν άλλοι το υλικό του. Σου εμπιστεύεται εκείνη τη στιγμή τα παιδιά του. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, ο Θάνος μας είπε «ξέρω τη δουλειά σας, πάρτε τα, διασκευάστε τα, φέρτε τα στη δική σας τη λογική».
Θ.Μ.: Είναι περισσότερο δύσκολο απ’ ότι λέει ο Κώστας, άλλο αν εγώ αμέσως και αυτονοήτως είπα OK. Αρκετά τραγούδια είχαν διευρύνει στην εποχή τους τη φόρμα του ελληνικού τραγουδιού. Δεν ήταν όπως η Ρόζα, που διασκευάστηκε και ήταν ζεϊμπέκικο, ροκ ζεϊμπέκικο αν το καλοεξετάσεις, αλλά πάντως ζεϊμπέκικο. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ, της οποίας η αρχική εκτέλεση ήταν πολύ προχωρημένη για την εποχή της. Η δεύτερη δυσκολία ήταν ότι στις ιδέες τους συμμετείχα και λειτουργούσα με έναν ρόλο «balance», όχι από καθέδρας, αλλά έμπαινα σε μια νέα χειρονομία «διορθώνοντας» τρία τέσσερα σημεία. Αυτή ήταν η μεγάλη δυσκολία.
Κ.Π.: Και αυτό λειτούργησε άψογα. Βλέπεις έναν καλλιτέχνη όπως τον Μικρούτσικο, έναν από τους ζωντανούς μύθους της ελληνικής μουσικής, που ξαφνικά όχι μόνο αποδέχεται αλλά επαυξάνει με την παρουσία του τις δικές σου ιδέες. Συμμετείχε στην αλλαγή και μεταμορφώσαμε μαζί τα τραγούδια του.
Αλήθεια, τι το καινούργιο κομίζει η σημερινή οπτική σας;
Θ.Μ.: Να πω κάτι για το παλιό. Κάνω 40 χρόνια αυτή τη δουλειά και, επειδή είμαι συνειδητός καλλιτέχνης, όσο και να αγαπάω τη μουσική μου, μπορώ να αποστασιοποιηθώ την ίδια στιγμή και να δω τι είναι αυτό που προσκόμισα σ’ αυτή την περιπέτεια της ζωής μου στο ελληνικό τραγούδι. Το πρώτο που μου ’ρχεται είναι η διεύρυνση της φόρμας, δεν μου ’ρχεται κάτι άλλο. Όταν έχω πίσω μου έναν Θεοδωράκη με ένα Canto General, ένα «Άξιον Εστί», τον «Επιζώντα» του Σινόπουλου, το “Raven” του Σεφέρη που έχει αφιερώσει στο Γιάννη Χρήστου, έχω έναν Χατζιδάκι με τους «Όρνιθες», «Μαρσύα», όλα τα μπαλέτα του… τι κάνω εγώ; Κάνω τα «Πολιτικά Τραγούδια», κάνω την «Καντάτα για τη Μακρόνησο» με εφτά στα 15 μέρη ατονάλ το 1975, ατονάλ, ντο-ντο δίεση, ρε-ρε δίεση, κάνω τη «Μουσική Πράξη στον Μπρεχτ» με δύο κλαρινέτα, κάνω τη «Ρόζα Λούξεμπουργκ» με τέσσερα κλαρινέτα, δύο τρομπόνια, δύο τρομπέτες, την εποχή που η μπάντα που έπαιζε κατά κανόνα ήταν δύο μπουζούκια, ντραμς, μπάσο και δύο κιθάρες. Προσπαθώ λοιπόν και στο χώρο του τραγουδιού - δεν αναφέρομαι στην πειραματική μουσική - να διευρύνω τα όρια. Αυτό καθιστούσε τη δουλειά των παιδιών εξ αρχής πολύ δύσκολη. Θα μπορούσε να λειτουργήσει με ένα επιδερμικό ροκ - ροκ είναι ολόκληρη χειρονομία, δεν είναι δυο ηλεκτρικές κιθάρες, ντραμς και μπάσο - και αυτή η δυσκολία πήγε μπαλάκι στα παιδιά. Αυτό το αποτέλεσμα, που υπάρχει στο cd και στην παράστασή μας, δημιουργήθηκε με το γεγονός ότι τα παιδιά επέλεξαν συνειδητά ή ασυνείδητα σε σχέση με το καθένα τραγούδι, τη ροκ φόρμα που του ταίριαζε, με αποτέλεσμα στο υλικό να υπάρχουν 5-6 διαφορετικές κατευθύνσεις της ροκ, και όχι μία.
Κ.Π.: Δεν επιλέξαμε τον συγκεκριμένο συνθέτη μόνο για το λόγο των τραγουδιών, αλλά και για τη μουσική φόρμα, η οποία μας είχε δελεάσει πολύ. Ασχοληθήκαμε με έναν συνθέτη ο οποίος έγραφε ατονάλ πολλά χρόνια πριν γνωρίσει ο κάθε καλλιτέχνης στην Ελλάδα τι σημαίνει ατονάλ. Δεν κάθισε πάνω στη δόξα του να δημιουργήσει μια μανιέρα, έβλεπες ότι ο κάθε δίσκος του είχε διαφορετικές φόρμες. Παίρνοντας τραγούδια του Θάνου με μουσικές φόρμες πολύ ιδιαίτερες, έπρεπε να προσπαθήσουμε να μην τις ισοπεδώσουμε δίνοντάς τους μία μόνο κατεύθυνση, μία μόνο ροκ φόρμα. Θα δεις ότι στο δίσκο υπάρχουν μέρη λίγο τζαζ, λίγο ροκ ατονάλ, λίγο προς τη Φλοϋδική ψυχεδέλεια, στο «Αν η μισή μου καρδιά» υπάρχουν σαφείς αναφορές στους U2, υπάρχουν στιγμές garage που ακολουθούν την ατονάλ λογική του Θάνου.
Θ.Μ.: Αυτός ο ροκ δίσκος δεν θα μπορούσε στην Αγγλία και την Αμερική να μπει σε κουτάκια, δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί. Είναι απελευθερωμένος ηχητικά δίσκος.
Ποιος έκανε την επιλογή των τραγουδιών και με ποια κριτήρια;
Θ.Μ.: Τα παιδιά είχαν ξεκινήσει κυρίως με τα «Πολιτικά Τραγούδια». Εγώ καταρχήν τους είπα ότι τέτοιο υλικό υπάρχει όχι μόνο στους δίσκους μου της δεκαετίας του ’70, αλλά και στη δεκαετία του ’80 και στη δεκαετία του ’90, για να μην πω και στη δεκαετία του 2000, π.χ. το Blues on the Road από το δίσκο «Υπέροχα μονάχοι» του 2006. Την επιλογή των τραγουδιών μάλλον από κοινού την κάναμε. Το κριτήριο ήταν ποια κομμάτια ευχαριστιόμαστε περισσότερο, καθώς και ποια ολοκλήρωναν την άποψη των πολλαπλών κατευθύνσεων.
Υπονοεί η προσθήκη μεταγενέστερων τραγουδιών, όπως το «Ανεμολόγιο» και η «Ρόζα», ένα είδος συνέχειας στο έργο σας; Σας απασχόλησε να δείξετε κάτι τέτοιο;
Θ.Μ.: Εγώ δεν έπαψα να γράφω πολιτικά τραγούδια, και μάλιστα έχω πει παλιότερα ότι κι αν ακόμα η ένταση είναι μικρότερη - με την έννοια ότι στη δεκαετία του ’70 υπήρξαν κάποια ολοκληρωμένα έργα απανωτά - αυτό δεν έχει να κάνει με αλλαγή της δικής μου άποψης, αλλά με το γεγονός ότι από δεκαετία σε δεκαετία αλλάζει η μορφή του πολιτικού τραγουδιού. Δεν μπορεί η μορφή του πολιτικού τραγουδιού να παραμένει ίδια, είτε ως κείμενο, είτε ως μουσική, είτε ως κείμενο και μουσική μαζί.

Μια σημαντική παρατήρηση: Το 99% των καλοπροαίρετων ανθρώπων μπερδεύονται και νομίζουν ότι στο πολιτικό τραγούδι το μήνυμα προέρχεται από το κείμενο. Μέγα λάθος. Αν ήταν έτσι, η μουσική θα ήταν ένας απλός μεταφορέας κάποιου κειμένου, θα ήταν δευτερεύουσας σημασίας, απλή συνοδεία, και διαφωνώ καθέτως μ’ αυτή την άποψη. Και αυτό ισχύει όχι μόνο στο πολιτικό τραγούδι, αλλά και στο ερωτικό. Αλλοίμονο αν στον «Μεγάλο Ερωτικό» του Χατζιδάκι, το τραγούδι σε ποίηση του Ελύτη σημαίνει το ίδιο ως κείμενο και ως τραγούδι. Κατά την άποψή μου, το κείμενο μετά τη μελοποίηση πρέπει να σημαίνει πολλά περισσότερα, πρέπει η μελοποίηση να αποκαλύπτει κρυμμένες πλευρές, αλλιώς είναι εντελώς επιτυχημένη, αλλιώς δεν χρειάζεται να γίνει, αλλιώς είναι λαϊκισμός, αλλιώς άσε τον ποιητή στη θέση του και στο ράφι του και στην ησυχία του.

Αλλάζει μορφή το πολιτικό τραγούδι, η φόρμα του είναι διαφορετική από τη δεκαετία του ’70. Η φόρμα στην τέχνη είναι ένα αποκρυστάλλωμα των κοινωνικών σχέσεων κάθε εποχής, δεν είναι ο ετσιθελισμός του μεγαλοφυούς. Αλλοίμονο αν εμείς ως Μαρξιστές θεωρούσαμε ότι τα πάντα κινούνται από τις μεγάλες προσωπικότητες. Παίζουν ρόλο οι μεγάλες προσωπικότητες, αλλά κι αυτές είναι αποτέλεσμα κάποιων συνθηκών. Η φόρμα γεννιέται απ’ την εποχή. Αφού η εποχή του ’60 και του ’70 έχει περάσει ανεπιστρεπτί, και έχουν έρθει 2-3 άλλες εποχές εντωμεταξύ. Η κίνηση των ιδεών τα τελευταία 40 χρόνια είναι ταχύτατη. Στην εποχή του Μπαχ, η φόρμα παρέμενε ίδια για 50 χρόνια γιατί ήταν στατική η κοινωνία, ενώ σήμερα που αλλάζει τρομερά έχουμε διαφορετικές φόρμες. Ας πούμε, ένα σούπερ πολιτικό τραγούδι - σούπερ όμως - είναι οι «Τρύπιες Σημαίες», εντελώς διαφορετικό απ’ το «Αν η μισή μου καρδιά» του εβδομήντα τόσο, ή τον «Επιτάφιο» του Θεοδωράκη.
Υποδηλώνει η στροφή των Υπογείων Ρευμάτων προς αυτά τα τραγούδια ένα ζοφερό έλλειμμα έκφρασης της εποχής μας και μια απουσία πολιτικού τραγουδιού;
Κ.Π.: Ναι, το αισθάνομαι όπως ακριβώς το είπες. Έχει ανάγκη η εποχή μας ένα πιο εύστοχο κοινωνικό - πολιτικό τραγούδι. Οι καλλιτέχνες πρέπει να είναι και χρονογράφοι των εποχών που ζούνε. Αυτό δεν το αισθάνομαι σήμερα, πολλοί αναλώνονται στον επιδερμικό έρωτα, στα τραγουδάκια. Υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις, αλλά αυτός είναι ο κανόνας. Ο νέος καλλιτέχνης σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, πρέπει να βρει και να αρθρώσει ένα λόγο κοινωνικό και πολιτικό, να δημιουργήσει καινούργια ερωτηματικά, καινούργιες ανάγκες, καινούργιες αγωνίες. Αυτό ισχύει σε όλες τις μορφές τέχνης, ακόμα και στο θέατρο. Πρέπει να αναζητήσουμε τη σύγχρονη φόρμα που θα υποδηλώσει την κοινωνική τέχνη. Όπως έλεγε κι ο Τσέχωφ στο «Γλάρο», η αγωνία του καλλιτέχνη είναι η αναζήτηση της φόρμας, γιατί το έργο πρέπει να εκφράσει τη δικιά του εποχή.
Που έγκειται η διαχρονικότητα των συγκεκριμένων τραγουδιών;
Κ.Π.: Πέρα από την ανοιχτή μουσική ιδεολογία του Θάνου - που την είχε πάντα - μιλάμε για πάρα πολύ σημαντικά κείμενα, μιλάμε για μεγάλους ποιητές - Μπρεχτ, Χικμέτ - μιλάμε για μεγάλους στιχουργούς - Ελευθερίου, Αλκαίος, Τριπολίτης. Μιλάμε για ανθρώπους που έγραψαν ματώνοντας, και μας ματώνουν και σήμερα. Αυτά τα κείμενα μιλάνε για το σήμερα, και αυτή είναι η μαγεία του καλλιτέχνη ο οποίος ξεπέρασε το χρόνο και λειτουργεί το έργο του διαχρονικά, κυλάει όπως κυλάει και ο χρόνος.
Θ.Μ.: Ηρακλή, υπάρχει κάτι με το οποίο διαφωνώ και με σένα και με τον Κώστα. Προσωπική μου άποψη είναι ότι σήμερα γράφονται πολλά σημαντικά έργα, σε πολλές μορφές τέχνης. Αλλά κι αν ακόμα δε γράφονται τόσα πολλά σημαντικά έργα, πάλι αυτό έχει να κάνει με την προηγούμενη παρατήρησή μου, ότι άλλαξε άρδην ο τρόπος λειτουργίας των πραγμάτων απ’ την εποχή του ’70, άντε και μέχρι το ’85 σε σχέση με σήμερα. Εμείς είχαμε - όχι μόνο επειδή το αξίζαμε αλλά και επειδή έτσι ήταν τα πράγματα - ένα πανελλαδικό ακροατήριο, είχαμε συνομιλητές κάποιους που διαμόρφωναν την κοινή άποψη. Σήμερα, οι συνομιλητές αυτών που διαμορφώνουν την κοινή άποψη είναι, από καλλιτεχνική άποψη, ο Ρουβάς, η Βίσση και το x-factor. Εδώ υπάρχει το πρόβλημα. Εδώ υπάρχει η αδυναμία, διότι απ’ τη στιγμή που δεν γνωστοποιείται ένα έργο των Υπογείων Ρευμάτων, του Αλκίνοου Ιωαννίδη, του Χρήστου Θηβαίου, - γνωστοποιείται αλλά δεν φεύγει από ένα χώρο, από ένα γκέτο - τότε δίνει την αίσθηση στον άλλον, όσο ενημερωμένος κι αν είναι, ότι δεν γράφεται το τραγούδι όπως τότε. Αυτή είναι βασική παρατήρηση. Η λειτουργία έχει αλλάξει. Έργα γράφονται, τραγούδια γράφονται, και την πατάμε κι εμείς οι ίδιοι γιατί όσο συνειδητοποιημένοι κι αν είμαστε, πέφτουμε λίγο-πολύ θύματα αυτής της τραγικής διαδικασίας της τηλεοπτικής δημοκρατίας μας. Αλλά κι αν με έπειθε κάποιος στατιστικά ότι είναι λιγότερα αυτά που γράφονται, πάλι αιτία είναι η λειτουργία που φρενάρει τα νεότερα παιδιά. Έκανε ο Κώστας ένα δίσκο με μια κοπέλα και όλοι λένε πως ήταν πολύ καλός - όχι με δικά του τραγούδια αλλά στο δικό του στούντιο - και επειδή ήταν ένας απελευθερωμένος δίσκος, η εταιρεία που όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει δεν το έβγαλε. Το επόμενο βήμα αυτής της κοπέλας θα είναι να κάνει πίσω, για να υπάρξει. Πιστεύω ότι γράφονται σημαντικά πράγματα, λειτουργούν εντελώς διαφορετικά, κι αν είναι ποσοτικά λιγότερα, πάλι αυτό οφείλεται στη λειτουργία των πραγμάτων. Το πιστεύω βαθύτατα αυτό, και είμαι ο μόνος που το πιστεύει από τους γεροντοκόρους συναδέλφους της γενιάς μου.
Στο ένθετο του δίσκου γράφει ο Μικρούτσικος ότι τα Υπόγεια Ρεύματα περιείχαν «κατά κάποιο τρόπο αυτό που είχε προηγηθεί στο λεγόμενο έντεχνο νεοελληνικό τραγούδι». Εξηγήστε μου παρακαλώ αυτή την παρατήρηση.
Θ.Μ.: Ο Γρηγόρης, ο παλιότερος του συγκροτήματος από το ’93, μου έλεγε ότι «ξέρεις, έγραφα μουσικές και στίχους πάνω σε τραγούδια σου», όπως έκανα εγώ πάνω στο Θεοδωράκη τη δεκαετία του ’60. Αυτό είναι ομολογία των παιδιών, αλλά κι εγώ θα σου πω ότι στον πρώτο τους δίσκο μελοποίησαν Μπόρχες. Το θεωρείς εύκολο η πρώτη δουλειά ενός ροκ γκρουπ να έχει Μπόρχες, η επόμενη να έχει Παλαμά, Καρυωτάκη, Γρυπάρη; Αυτό σημαίνει ότι είχαν μπει στη λογική της γενιάς μου, τη μελοποίηση ποιητών. Αν παρακολουθήσεις όλες τους τις δουλειές, θα δεις κομμάτια τα οποία σαφώς δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχαμε εμείς - ανεξάρτητα αν κατέληγε η φόρμα σε μια ροκ εκδοχή.
Κ.Π.: Ο Γρηγόρης κι εγώ μεγαλώσαμε ακούγοντας αυτούς τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες, καθώς και την επόμενη γενιά, τον Βασίλη Νικολαΐδη που μας άρεσε πολύ, τον Βαγγέλη Γερμανό, τους Κατσιμιχαίους όταν είχαν πρωτοβγει από την Κέρκυρα. Είχαμε υποκλιθεί στο Μάνο Χατζιδάκι που τους έβγαλε, λέγαμε «επιτέλους ένας άνθρωπος αυτού του εύρους να πάρει απ’ το χέρι τη νέα γενιά και να τη βγάλει» γιατί αυτό έκανε με την Κέρκυρα. Το ξένο υπήρχε πάντα σε αναλογία με το ελληνικό, ήταν σε ποσόστωση. Τα ινδάλματά μας δεν ήταν μόνο οι Pink Floyd, αλλά κι ο Θεοδωράκης. Πίναμε από την ίδια πηγή, ακούγαμε πολύ παραδοσιακά, εγώ είμαι νησιώτης από την Ικαρία και άκουγα νησιώτικα, ο Γρηγόρης άκουγε ηπειρώτικα, ακούγαμε παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα, Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, και προσπαθούσαμε να συνειδητοποιήσουμε τι είδους περιθώριο υπήρξε αυτό, γιατί υπήρξε και περιθώριο.
Θ.Μ.: Ταυτόχρονα, μία από τις τρεις διαστάσεις των πηγών μου ήταν η λεγόμενη αλλά πολυδιάστατη ξένη ροκ σκηνή. Πώς αλλιώς θα γράφονταν τα τραγούδια του Μπίρμαν αν δεν υπήρχε μια επαφή με το ξένο τραγούδι; Πώς θα γραφόταν η «Ρόζα Λούξεμπουργκ» αν δεν έπαιζα ειλικρινά στα δάχτυλα τον Φρανκ Ζάππα; Εγώ για τον Ζάππα μιλάω σε συνεντεύξεις από το ’75, όταν άλλοι νομίζανε ότι είναι μάρκα μακαρονιών.

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση. Ξέρεις πώς διαγράφτηκα; Με είχε υπό την καθοδήγηση η μακαρίτισσα η Ρούλα Κουκούλου, η γυναίκα του Νίκου Ζαχαριάδη. Εγώ είχα κάνει μια συνέντευξη στο Ριζοσπάστη όπου μιλούσα στο Δημήτρη Μανίκα, επίσης open-minded τύπο. Έλεγα ότι σ’ αυτό το πράγμα που λένε «όχι στην αμερικάνικη μουσική» που υποστήριζε τότε το ΚΚΕ, πρέπει να πούμε όχι στο «όχι στην αμερικάνικη μουσική», και ναι στο «όχι στην εμπορευματοποιημένη αμερικάνικη μουσική». Αλλά για πέστε μου, θα πω όχι στο Ζάππα. Και το έγραψε ο Δανίκας - δύσκολο να το γράψει αλλά το ’γραψε. Κι η Κουκούλου έμαθα ότι είπε στο Πολιτικό Γραφείο ότι ο Μικρούτσικος υποστηρίζει Μεξικανούς αναρχικούς - εννοούσε τον Ζαπάτα. Και απάντησα με ένα άρθρο μου στον «Σχολιαστή» με τίτλο «Ούτε Ζάππα, ούτε Ζαπάτα σύντροφοι!».

Τον δίσκο τον αφιερώνετε και οι δύο στη μνήμη της Μαρίας Δημητριάδη. Πόσο δύσκολο ήταν να αναμετρηθείτε με τις ερμηνείες της;
Κ.Π.: Το πιο δύσκολο ήταν ότι την ώρα που κάναμε τη δουλειά, πέθανε η Μαρία Δημητριάδη. Εκεί έκατσε ένα τεράστιο βάρος, όχι απλά γιατί πέθανε, αλλά γιατί ήταν η Μαρία Δημητριάδη. Όλο αυτό το μουσικό φορτίο ήταν ο Θάνος και η Μαρία… στο δικό μας το μυαλό τα τραγούδια αυτά ήταν σφραγισμένα απ’ τη Μαρία κι απ’ τον τρόπο της, ο οποίος ήταν καταλυτικός. Ο Γρηγόρης επέλεξε έναν πολύ διαφορετικό, εσωτερικό τρόπο. Κατά την άποψή μου, έκανε πάρα πολύ καλά. Οποιοσδήποτε προσπαθούσε να προσεγγίσει αυτά τα τραγούδια προσομοιάζοντας τη λογική και την τεχνική της Μαρίας, θα είχε αποτύχει παταγωδώς. Ο Γρηγόρης έκανε κάτι σοφό, ασυνείδητα ή συνειδητά: τα προσέγγισε τελείως διαφορετικά σαν έκφραση, και βγήκε μια άλλη άποψη.
Θ.Μ.: Μαζί με τη Μαρία φτιάξαμε από κοινού τον μουσικό μας τρόπο. Εκείνο που θέλω να πω για τη Μαρία, προσπαθώντας να αποστασιοποιηθώ απ’ το χαμό της, είναι το εξής, και το προτείνω ως ένα στοίχημα: Πάρ’ τε μια οποιαδήποτε δουλειά της απ’ τη δεκαετία του ’70, έχει κάνει Μαμαγκάκη πάνω σε Βάρναλη, Γλέζο πάνω σε Λόρκα με ενορχήστρωση Μαμαγκάκη, ή τα δικά μου «Πολιτικά Τραγούδια», την «Καντάτα» κλπ. Βάλτε το δίσκο τώρα στο πικάπ κι ακούστε τη φωνή της. Δεν αισθάνεσαι καθόλου ότι έχουν περάσει 35-37 χρόνια, αισθάνεσαι ότι η ηχογράφηση έγινε χτες. Χτες! Πάρ’ τε μια ηχογράφηση της Χαρούλας Αλεξίου, μια πολύ μεγάλη τραγουδίστρια, εκείνης της εποχής… παιδικό παιχνίδι. Αυτό δεν είναι εις βάρος της Αλεξίου, απλά εκεί λες «μία ηχογράφηση και μία φωνή της δεκαετίας του ’70». Έκανε την πορεία της η Χαρούλα στο χώρο, την τέλεια πορεία, νούμερο ένα. Ετούτη εδώ όμως, η Μαρία, στην ηχογράφηση του ’72, είναι σαν να έγινε σήμερα ρε παιδί μου, σαν να γυρίσαμε από το στούντιο και σου ’βαλα το αποτέλεσμα. Μόνο με την Νταντωνάκη μπορώ να την παρομοιώσω. Προσπάθησα να το καταλάβω αυτό το πράγμα, το έλεγα στην ίδια όταν ζούσε: Ίσως ήταν η μόνη Ελληνίδα τραγουδίστρια από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα που δεν ήταν επική, δεν ήταν λυρική, ήταν δραματική. Δηλαδή, την ίδια στιγμή ήταν και επική και λυρική και εμπεριείχε όλες τις διαστάσεις, κάτι που έχουμε δει μόνο στην όπερα, σε κάποιες τραγουδίστριες.
Ο Μικρούτσικος έχει περιγράψει το έργο του ως «προσπάθεια έκφρασης της δραματικής συγκυρίας». Εμπεριέχει η ροκ εκδοχή αυτών των τραγουδιών τη δραματικότητα, ή υπάρχει ο κίνδυνος της από-δραματικοποίησης;
Κ.Π.: Πιστεύω ότι εξακολουθεί να υπάρχει η δραματικότητα μέσα σ’ αυτή τη δουλειά. Η «Ρόζα» είναι το κλασικό παράδειγμα μιας διαφορετικής προσέγγισης, όπου εκφράζεται η ίδια δραματική συγκυρία με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο.

Θ.Μ.: Αν δεις το σύνολο του τραγουδοποιητικού μου έργου, το 95% των στίχων που έχω μελοποιήσει προς αυτή την κατεύθυνση πάει. Δεν μπορώ το τρα-λα-λα με τίποτα. Μέσα μου έχω πολλά λυρικά πράγματα, πολλά αγαπησιάρικα, και είμαι και πλακατζής, να σου πει εδώ ο Κώστας τι τερατωδίες κάνω. Αλλά είναι ποτέ δυνατόν να μην προσπαθήσεις να εκφράσεις τη δραματικότητα της εποχής σου, ακόμα και με κωμικό τρόπο;
Μπορεί ένας 20χρονος να συγκινηθεί με τη Ροζα Λούξεμπουργκ και τον Σαλβαντόρ Αλιέντε των τραγουδιών σας;
Κ.Π.: Αυτά είναι σύμβολα. Ο κάθε ένας τα προσομοιάζει, τα φέρνει στα μέτρα του. Ο δίσκος έχει πολλά σύμβολα μέσα, μερικά δεν υφίστανται πλέον, μερικά είναι ίσως και παρωχημένα. Ο στίχος και ο λόγος και ο τρόπος μπορεί να οδηγήσουν στο να βάλεις τα σημερινά σύμβολα, τα δικά σου ιδεολογικά σου ινδάλματα μέσα σ’ αυτά τα τραγούδια. Δηλαδή, να ξεκλειδώσεις αυτά τα τραγούδια με τα σύμβολα του σήμερα. Κάθε γενιά έχει τα δικά της σύμβολα. Οι σημερινοί 18άρηδες έχουν τα δικά τους σύμβολα, στα οποία θέλουν να μοιάσουν, τα οποία θέλουν να ακολουθήσουν. Αυτά τα τραγούδια έχουν τα κενά που μπορείς να βάλεις το σύμβολό σου και να φτιάξεις το σάουντρακ της δικιάς σου γενιάς.
Θ.Μ.: Επιλέξαμε για το δίσκο τραγούδια που είναι γενικά πολιτικά, πλην μιας-δύο περιπτώσεων που αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Δε βάλαμε το τραγούδι που έχω γράψει για τον Τσε Γκεβάρα, αν και είναι εμφανές ότι οι 15άρηδες έχουν την αφίσα του Γκεβάρα στο σπίτι τους. Η επόμενη αφίσα που έχουν είναι της Ρόζα Λούξεμπουργκ, είναι κι αυτή ένα διαχρονικό πρόσωπο-σύμβολο. Άλλα πρόσωπα μπορεί και να μην είναι διαχρονικά, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία των τραγουδιών μπορούν να μετατεθούν στο σύμβολό τους επειδή δεν αναφέρονται σε ένα όνομα. Και κάποια σύμβολα παραμένουν διαχρονικά. Εγώ πήγα σε μια παράσταση - συγνώμη που το λέω και μην το βάλλεις, τη σκηνοθέτησε η κόρη μου - για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, το «Βήμα Αγγέλων». Ο χώρος είναι μικρός αλλά κάθε Δευτέρα και Τρίτη είναι γεμάτος με νέα παιδιά. Και είναι χαρά μου να βλέπω ότι και το δικό μου κοινό ανανεώνεται, το 1/3 του κοινού μου είναι εικοσάρηδες. Το στοίχημα για μένα είναι να ανανεώνεται το κοινό μου.
Στις συναυλίες σας προβάλλετε βίντεο με εικόνες παράλληλα με τα τραγούδια. Δεν αναπαράγει αυτή η πρακτική μια τηλεοπτική λογική κυριαρχίας της εικόνας;
Θ.Μ.: Καταρχήν έχουμε έναν συνεργάτη που ήρθε από το εξωτερικό και δεν ήξερε στην αρχή την ελληνική πραγματικότητα, ούτε τη μουσική μας. Επειδή αυτό έγινε σχετικά βιαστικά, οφείλω να πω ότι υπήρξε ένας αυτοσχεδιασμός και ότι μπορεί να υπήρξαν κάποια σημεία που μας ξέφυγαν. Αυτό το λέω γιατί θέλω να είμαι έντιμος. Μέλημά μας είναι να δουλέψουμε καλύτερα στην επόμενη φάση, με τον ίδιο πάντα γιατί είναι πολύ ταλαντούχος. Πρόθεσή μας δεν ήταν η τηλεοπτικοποίηση των γεγονότων. Εμείς κινηθήκαμε προς μία εντελώς αφηρημένη αντίστιξη μιας εικόνας στη μουσική. Ένα παράδειγμα είναι η «Δίκοπη ζωή» με τα στρατιωτάκια και τα ρολόγια, πράγματα δηλαδή τα οποία έχουν αισθητική σημασία και καθόλου επεξήγηση των εικόνων. Θέλαμε όμως σε 4-5 έντονα πολιτικά τραγούδια, όπως στο «Αυτούς τους έχω βαρεθεί» και τη «Μπαλάντα του οπερατέρ» να φύγουμε από το αφηρημένο και να πάμε στο κάμερα-στυλό, Τζίγκα Βερτώφ, δεκαετία του ’20. Θεωρώ ότι τη δεκαετία του ’20 στον κινηματογράφο βγήκε ό,τι πιο σημαντικό παγκοσμίως στην ιστορία του, και βγήκε απ’ τους Σοβιετικούς κινηματογραφιστές, το θηρίο που λεγόταν Αϊζενστάιν και τον Τζίγκα Βερτώφ και την «κάμερα του δρόμου». Σε πάνω από τα μισά τραγούδια πάντως η δουλειά του Άρη Σπυράτου είναι εξπρεσιονιστική, στα υπόλοιπα 4-5 τραγούδια η πρόθεσή μας ήταν για κάμερα-στυλό του δρόμου. Την παράσταση την ξεκινούσαμε με μένα στο πιάνο παίζοντας ένα τραγούδι του Μαγιακόβσκι που λέει: «Η τέχνη δεν πρέπει να αντανακλά σαν τον καθρέφτη μα σαν φακός να μεγεθύνει». Αυτό θέλαμε να πετύχουμε, τη μεγέθυνση, όχι σαν επεξήγηση αλλά σαν αντίστιξη εξπρεσιονισμού.
Κ.Π.: Η εικόνα μπήκε εξπρεσιονιστικά σ’ αυτή την παράσταση. Δεν πήγαμε να καταδείξουμε ούτε να κατηγορήσουμε με το πολιτικό τραγούδι. Εικαστικά κινηθήκαμε. Και προσπαθήσαμε να δώσουμε τις δικές μας πολλαπλές απαντήσεις στα κενά των συμβόλων.
Θ.Μ.: Ακόμα και στη «Μπαλάντα του οπερατέρ» όπου ο Μπίρμαν μιλάει για τη Χιλή, η εικόνα προέρχεται από σαράντα διαφορετικά μέρη, από το Πολυτεχνείο, τα Δεκεμβριανά, τον Αλιέντε…
Ακόμα και τους Ζαπατίστας πήρε κάπου το μάτι μου στην οθόνη…
Θ.Μ.: Δεν τη ξέρεις την ιστορία γιατί μπήκαν οι Ζαπατίστας στο “Blues on the Road” θα στην πω αλλά δεν θα τη γράψεις. Με παίρνει τηλέφωνο ο Αλκαίος και μου λέει ότι μια κοπέλα φίλη του, γιατρός, ήταν σ’ αυτή την ομάδα που για πέντε καλοκαίρια πηγαίνανε στα χωριά των Ζαπατίστας και χτίζανε μια φαρμακαποθήκη...
Η συνέχεια της Καμπάνιας «Ένα Σχολείο για την Τσιάπας»...
Θ.Μ.: Ακριβώς. Γυρνάει και του λέει λοιπόν το εξής: «Το αγαπημένο τραγούδι του Μάρκος είναι το Blues on the road».
Ε, τώρα είναι που αποκλείεται να μην τη γράψω την ιστορία…
Θ.Μ.: Αφού στο ζητάω… τέλος πάντων. Ποτέ δεν ερχόταν ο Μάρκος σε επαφή μ’ αυτούς, γιατί υπήρχε ο φόβος μήπως υπήρχαν σ’ αυτούς πράκτορες της CIA. Οι υπαρχηγοί του όμως βγαίνανε, την ξέρανε την κοπέλα και τους λέει «θέλω να κάνω δώρο στον Μάρκος ένα cd, και τους το δίνει». Σε δύο μέρες έρχεται ο υπαρχηγός του Μάρκος και της λέει: «αυτό το τραγούδι μπορείς να το μεταφράσεις στα Ισπανικά;» Η κοπέλα ρώτησε γιατί, και της απάντησαν ότι ο Μάρκος έχει τρελαθεί μ’ αυτό το τραγούδι. Άκου και τη συνέχεια. Τους δίνει τη μετάφραση, και μετά επιστρέφουν και τη ρωτάνε: «Τι έγινε, αυτός ο τύπος, ο Έλληνας συνθέτης, μελοποίησε τη Διακήρυξή μας του 2005»; Η διακήρυξή τους λέει ακριβώς τα ίδια με το ρεφραίν, «Δεν έχω τόπο…» κλπ. Ο Αλκαίος όμως το έγραψε το 2002 το κομμάτι κι εγώ το μελοποίησα το ίδιο έτος, τρία χρόνια πριν το 2005. Και τους είπα των παιδιών να βάλουν το κομμάτι και το βίντεο με τους Ζαπατίστας χωρίς να ξέρει ο κόσμος τίποτα.
Ωραία ιστορία! Επιτρέψτε μου τώρα να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου. Τι απαντάτε κύριε Μικρούτσικο στους επικριτές που θα πουν ότι τα τελευταία χρόνια ο Μικρούτσικος επαναφέρει τον Καββαδία, τον Καβάφη και τώρα τα πολιτικά του τραγούδια, ανακυκλώνοντας το έργο του;
Θ.Μ.: Ας μου υποδείξουν καταρχήν έναν Έλληνα μουσικό είτε της γενιάς μου, είτε της επόμενης γενιάς, που μες στην τελευταία εφταετία έχει κάνει τέσσερις πρωτότυπες δουλειές στο χώρο του τραγουδιού, δέκα έργα μεγάλης διάρκειας στο χώρο της λεγόμενης κλασικής και σύγχρονης μουσικής, και μουσική για δεκατέσσερα θεατρικά έργα εκ των οποίων τα πέντε στην Επίδαυρο. Αυτό το έργο που σου είπα είναι full-time job για την εφταετία, αν βάλεις και τις συναυλίες μέσα. Άρα, είμαι πλήρως καλυμμένος, και ίσως ο μόνος - χωρίς να είναι αξιολογικό αυτό που λέω - που πραγματικά έχω καινούργια και συνεχή παραγωγή. Εξηγήσαμε τι έγινε με τα πολιτικά τραγούδια και τη δουλειά των Υπογείων Ρευμάτων, και είναι μεγάλη μου η τιμή και η συγκίνηση που ένα γκρουπ που εκτιμώ πάρα πολύ - και είναι το μόνο που διασώζεται από το ’93 μέχρι σήμερα, όλα τα άλλα διαλύθηκαν δυστυχώς - ασχολήθηκε με το έργο μου. Τώρα, αναφορικά με τον Καββαδία, με συγχωρείς πάρα πολύ αλλά είναι μια δουλειά την οποία κάνουν δικιά τους τρεις γενιές. Και είμαι σίγουρος ότι θα μπει και τέταρτη γενιά. Είναι ένα έργο που με ακολουθεί και το ακολουθώ, δεν μπορώ να το σταματήσω. Ε, δεν θα κάνω καινούργια ηχογράφηση, πιθανολογώ, πριν περάσουν 5-6 χρόνια. Δεν ανήκω στους συνθέτες οποιασδήποτε γενιάς που αναμασούν τα παλιά τους, ακόμα κι αν τα παλιά τους είναι σημαντικά πράγματα. Συνεχίζω και γράφω σαν τρελός σε όλους τους χώρους που πάντα ασχολιόμουνα.
Εσείς κύριε Παρίση τι απαντάτε στους επικριτές που ίσως πουν ότι τα Υπόγεια Ρεύματα στρέφονται στον Θάνο Μικρούτσικο επειδή δεν έχουν πρωτογενές υλικό;
Κ.Π.: Καταρχάς, να συνεχίσω λίγο τη σκέψη του Θάνου. Επικριτής ενός έργου που βγαίνει μπορεί να είναι κάποιος που θεωρεί ότι το έργο είναι ανούσιο, δεν υπάρχει άλλος λόγος. Γιατί, ένα έργο που βγαίνει ή ξαναβγαίνει, αν έχει ουσία, αν έχει λόγο να βγει, αν δίνεις στοιχεία καινούργια, τότε καλά κάνει και βγαίνει. Τότε, και οι αρχαίες τραγωδίες δεν θα παίζονταν ποτέ, κι όμως παίζονται με καινούργια στοιχεία. Θα υπήρχανε επικριτές που θα λέγανε «Κλείστε την Επίδαυρο, δεν είναι να παίζεται Αισχύλο και Αριστοφάνη, παίχτηκαν αυτά».
Θ.Μ.: Για περίμενε μισό λεπτό. Όποιος ξέρει την ιστορία της ροκ, μπορεί να μου πει συγκρότημα που να έχει βγάλει οχτώ πρωτότυπες δουλειές, όσες δηλαδή έχουν βγάλει τα Υπόγεια Ρεύματα τα τελευταία χρόνια; Για πες μου εσύ ποιο μεγάλο γκρουπ το έχει κάνει αυτό; Εδώ, ο μύθος «Μπήτλς» λειτούργησε εφτά-οχτώ χρόνια. Ετούτοι είναι δεκάξι χρόνια και έχουν βγάλει οχτώ δουλειές. Για κάτσε, δηλαδή τι θέλουνε, να βγαίνει κάθε έξι μήνες καινούργια δουλειά; Κάθε έργο για να αφομοιωθεί - ειδικά για τα χρόνια που ζούμε - θέλει ένα χρονικό διάστημα, να το παίξουν οι άνθρωποι, να έρθουν σε επαφή με τον κόσμο.
Κ.Π.: Εμείς το κάναμε γιατί πιστεύουμε ότι αυτή η δουλειά έχει λόγο ύπαρξης, και όχι επειδή έχουμε δήθεν στερέψει καλλιτεχνικά. Λειτουργήσαμε δημιουργικά μέσα σ’ αυτή τη δουλειά και αισθανθήκαμε πολύ βαθιά την ανάγκη να εκφραστούμε εμείς ως άνθρωποι μέσα απ’ αυτό το Λόγο και απ’ αυτή τη μουσική φόρμα. Και αυτός είναι και ο λόγος που την αγαπάμε τόσο πολύ αυτή τη δουλειά. Είναι αλήθεια αυτό που θα σου πω: είναι η δουλειά που και ο Γρηγόρης και εγώ - βάζω εμάς τους δύο γιατί έχουμε συμμετάσχει στις περισσότερες δουλειές των Ρευμάτων, ο Γρηγόρης σε όλες, εγώ στις περισσότερες - έχουμε αγαπήσει περισσότερο. Είναι δουλειά που θεωρούμε ότι είχε απόλυτο νόημα για μας και για τη στιγμή που βρισκόμαστε ηλικιακά, ως άνθρωποι, να βγει. Θεωρούμε τους εαυτούς μας περήφανους γι’ αυτή τη δουλειά.
Ο Σαρτρ είπε ότι «ο διανοούμενος» - κι εγώ θα προσέθετα και ο καλλιτέχνης - «οφείλει αν χρειαστεί να κατέβει και στα οδοφράγματα». Εσείς θα κατεβαίνατε σήμερα στο δρόμο, κι αν ναι, για ποιο λόγο;
Κ.Π.: Εγώ καταρχάς κατέβηκα στις πορείες χθες και σήμερα, μαζί με τις κόρες μου. Η θέση του μάχιμου καλλιτέχνη για μένα είναι στο δρόμο, ακόμα και αν ο δρόμος λέγεται να πιάσω από το μικρότερο χωριό ως την πόλη και να παίζω μουσική - και αυτό είναι οδόφραγμα. Ξέρεις, δεν είναι εύκολο να μπαίνεις σε συντηρητικές λογικές και σε άλλες κοινωνίες και να τις «σοκάρεις» λιγάκι. Κι αυτό ένα είδος οδοφράγματος είναι, να στέκεσαι ιδεολογικά με το καλλιτεχνικό σου όπλο απέναντι σε λογικές σκουπιδιών, χυδαιότητας και μετριότητας. Εξάλλου, και εμείς και ο Θάνος έχουμε παίξει σε όλες τις εκδηλώσεις που έχουν γίνει, για οποιονδήποτε σκοπό, απ’ τα ναρκωτικά μέχρι τον Οτσαλάν, αντιπολεμικά, τα πάντα. Είμαστε εκεί. Όποτε μας φωνάζουν, με όλη την καλή διάθεση και την αγάπη απέναντι σ’ όλο αυτό το πράγμα που λέγεται «πάμε, να ξυπνήσουμε κι εμείς, κι άλλοι», χαρίζουμε τη μουσική μας, το μόνο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε.
Θ.Μ.: Ο Σαρτρ το είπε σε πολύ εύκολη εποχή αυτό. Ήταν δύσκολο να κάτσεις σπίτι σου τότε. Τώρα είναι δύσκολο να βγεις έξω, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Περίπου θα απαντήσω όπως ο Κώστας, ότι εμείς βγαίνουμε. Κι εγώ βγήκα το ’99 - από τους πρωταίτιους της όλης της ιστορίας - και τον Δεκέμβρη τον προηγούμενο ήμουν σε δύο διαδηλώσεις, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Πρέπει να δούμε το «βγαίνω» σε σχέση με το τι νησίδες αναπνοής έχεις τη δυνατότητα να φτιάξεις ως μαχόμενος καλλιτέχνης. Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτό. Δηλαδή, αν θες να παίξεις σε μια αποθήκη τη νύχτα και όχι στο τάδε κοσμικό κέντρο, είναι χειρονομία αυτό. Οι χειρονομίες του «βγαίνω» είναι πολλές. Ακόμα και την απλούστερη χειρονομία, του «βγαίνω στο δρόμο» για να διαμαρτυρηθώ για κάτι, την κάνω και νομίζω ότι θα την κάνω μέχρι τέλους. Δεν έχω δικαίωμα ή δυνατότητα να αλλάξω.
Τι σας πληγώνει, τι σας θυμώνει στη σημερινή Ελλάδα; Σε τι αντιστέκεστε;
Θ.Μ.: Εγώ - με κίνδυνο να γίνω πληκτικός - βασικά αντιστέκομαι στη χυδαιότητα της ελληνικής τηλεόρασης και στο ρόλο που αυτή έχει πάρει για να είναι το ενοποιητικό στοιχείο του κρατικού ιδεολογικού μηχανισμού. Η ελληνική τηλεόραση - και κυρίως η ιδιωτική - είναι ακριβώς αυτό που ενοποιεί τον κρατικό ιδεολογικό μηχανισμό, γι’ αυτό και παράγεται απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, και όχι μόνο με τη χυδαιότητα των πρωινάδικων και των μεσημεριανάδικων, αλλά και στο επίπεδο των δελτίων ειδήσεων, και της συντριπτικής πλειοψηφίας των σε εισαγωγικά «σοβαρών» εκπομπών της. Αυτό που επί της ουσίας προσπαθεί να εμπεδώσει είναι η ιδεολογική κυριαρχία του καπιταλιστικού συστήματος, τελεία και παύλα. Εγώ σ’ αυτό αντιστέκομαι με χέρια και με πόδια, και πιστεύω ότι αυτή είναι η μάχη που πρέπει να δώσουμε. Υπάρχει σήμερα, πολύ εντονότερα από ότι το 1967-74 με τη δικτατορία, η δικτατορία του αφανούς και προέρχεται απ’ το γυαλί.
Κ.Π.: Εμένα με πληγώνει το ότι η τέχνη σήμερα λειτουργεί ως υποβολέας του λεγόμενου lifestyle, άρα έχει εξαφανιστεί. Δεν υφίσταται ως τέχνη, δεν υφίσταται ως αγωνία. Αυτό με πληγώνει αφάνταστα. Επίσης, αισθάνομαι ότι ο μέσος Έλληνας έχει πολύ μικρή μνήμη, ξεχνάει πολύ εύκολα. Τρώει ξύλο εδώ και πάρα πολλά χρόνια, και ξεχνάει. Έρχονται οι εκλογές και ξεχνάει. Μας δίνουν χάντρες και πρέπει να γελάμε.
Θ.Μ.: Σωστή η παρατήρηση. Το χαμηλό γούστο προσδιορίζεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ιδίως από την τηλεόραση. Όμως, υπάρχουν στιγμές που το λαϊκό αισθητήριο του κόσμου, το τραυματισμένο, βγαίνει προς τα έξω και χτυπιέται μ’ αυτό: περίπτωση του Γιουγκοσλαβικού που οι δρόμοι ήταν γεμάτοι, περίπτωση των Δεκεμβριανών που οι δρόμοι ήταν γεμάτοι. Θα σου πω και δύο πράγματα που θεωρώ αντίδραση του κόσμου, που θα εκπλήξουν: η εκλογή του Γιώργου Παπανδρέου ως πρόεδρου του ΠΑΣΟΚ και του Αντώνη Σαμαρά ως πρόεδρου της Νέας Δημοκρατίας είχε αυτό το στοιχείο. Σκοτώθηκαν τα διαπλεκόμενα να βγάλουν τον Βενιζέλο και την Μπακογιάννη. Και ο κόσμος αντέδρασε, όχι επειδή ενδεχομένως υπερεκτιμούσε τον Παπανδρέου και τον Σαμαρά, αλλά ως αντίδραση.
Στη «Μπαλάντα του οπερατέρ», το τραγούδι απευθύνεται στους «συντρόφους». Σήμερα, ποιους θεωρείτε ως συμπορευόμενους, ως συντρόφους σας καλλιτεχνικά και κοινωνικά;

Κ.Π.: Είναι οι άνθρωποι που έχουν παρόμοιες σκέψεις, αγωνίες, φόβους με μένα. Έχω φίλους εκπαιδευτικούς που κάνουν σπουδαία δουλειά σε δημόσια σχολεία. Τρώνε τα μούτρα τους καθημερινά. Οι μισθοί τους είναι πραγματικά για γέλια, είναι γελοίοι, παρόλα αυτά αυτοί κάνουν τρομακτική δουλειά. Σήμερα είχα κατέβει στην πορεία με το μπλοκ του Πολυτεχνείου. Αυτών των παιδιών οι στυλοβάτες είναι οι φίλοι μου οι καθηγητές. Αισθάνομαι ότι συνοδοιπόροι μου σ’ αυτή τη ζωή είναι αυτοί που αντιστέκονται στη χυδαιότητα και τη μετριότητα της εποχής. Δε χρειάζεται να λένε πολλά, δε χρειάζεται να δείχνουν τους εαυτούς τους, κάνουν όμως πολλή δουλειά.

Θ.Μ.: Αυτό που είπε ο Κώστας για τους εκπαιδευτικούς το επιβεβαιώνω κι εγώ, και τους θαυμάζω γιατί δουλεύουν σε συνθήκες δύσκολες. Σχετικά με τους καλλιτέχνες, αισθάνομαι κοντά με όσους απ’ αυτούς δεν κάθονται στα κεκτημένα, με όσους προσπαθούν να ξεπεράσουν τις καταγεγραμμένες τους δυνατότητες. Και αυτό θα το έλεγα για όλους τους ανθρώπους. Για μένα η περιπέτεια του ανθρώπου στη γη έχει δύο στόχους: να προσπαθήσει να συμβάλλει στη δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας - και ως δίκαιη κοινωνία ορίζω αυτή όπου η εκκίνηση είναι η ίδια για όλους, και πάντως πολύ δικαιότερη απ’ το σημερινό βάρβαρο καπιταλισμό που ζούμε - και το δεύτερο, σε ατομικό επίπεδο, να προσπαθήσει να ξεπεράσει τις δυνατότητές του και να διευρύνει τα όριά του. Αυτή είναι η μάχη. Και αν εξακολουθώ να λειτουργώ ως καλλιτέχνης είναι διότι ως πρόθεση - δεν ξέρω ως αποτέλεσμα - θέλω να ξεπερνώ τις καταγεγραμμένες μου δυνατότητες.
Τα τραγούδια του δίσκου είναι πολιτικά φορτισμένα και άρρηκτα συνδεδεμένα με τις ιδέες της Αριστεράς. Ποια είναι η δική σας σχέση με ό,τι αντιλαμβάνεστε ως «Αριστερά» σήμερα;
Θ.Μ.: Εγώ θα μιλήσω πολύ συγκεκριμένα. Σέβομαι και θα σέβομαι μέχρι τέλους τους αγώνες της ελληνικής Αριστεράς, είτε αυτοί αφορούν το χώρο του ΚΚΕ, είτε αφορούν το χώρο του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, ή και το χώρο των ανένταχτων. Διαφωνώ πρακτικά με όλους αυτούς τους χώρους για μια σειρά θέματα. Πιο κοντά απ’ όλους βρίσκομαι με το ΑΚΕΛ. Και βρίσκομαι με το ΑΚΕΛ γιατί έχω διαπιστώσει τα τελευταία τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια ότι έχει καταφέρει να μη χάσει το ριζοσπαστισμό του και να κυνηγάει το εφικτό. Και στη σημερινή κοινωνία αυτό είναι πολύ ουσιαστικό για έναν κομματικό σχηματισμό της Αριστεράς - όχι για μια προσωπική, ατομική περίπτωση που μπορεί να κάτσει και σπίτι της και να είναι και δικαιωμένη. Απ’ τη στιγμή που υπάρχει ένα κόμμα, δεν μπορεί γενιές ολόκληρες να τις αφήνει για μια ιδεατή γενιά του μέλλοντος, αρκεί να μην αλλοτριώνεται. Η δική μου αίσθηση, όχι μόνο πληροφόρηση - αίσθηση γιατί έχω σχέση με το ΑΚΕΛ - είναι ότι το ΑΚΕΛ δεν έχει χάσει το ριζοσπαστισμό του και κυνηγάει ταυτοχρόνως το εφικτό. Είτε είσαι άνθρωπος-καλλιτέχνης, είτε είσαι ένα κόμμα, ο κίνδυνος της αλλοτρίωσης είναι μεγάλος και επιμέρους θα αλλοτριωθείς. Παρομοιάζω τον καλλιτέχνη ή και ένα κόμμα της Αριστεράς με έναν ακροβάτη που ακροβατεί πάνω στο σκοινί. Πέφτει, αποκλείεται να υπάρχει ακροβάτης που δεν πέφτει. Ξανασηκώνεται και ακροβατεί. Αν κάποια στιγμή δεν μπορέσει να ξανασηκωθεί, αλλοτριώθηκε. Αν όμως συνεχίσει να περπατάει στο τεντωμένο σκοινί, εγώ είμαι μαζί του.
Κ.Π.: Θεωρούσα πάντα ότι αν κάποια πτέρυγα διαθέτει φιλοσοφική βάση στη σύγχρονη πολιτική, αυτή είναι η Αριστερά. Αριστερά είναι ο μόνος χώρος που θεμελιώνει φιλοσοφικά τη δράση της. Ενστερνίζομαι όλες τις προοδευτικές απόψεις όλων των προοδευτικών ανθρώπων, σε όποιον χώρο κι αν βρίσκονται. Ποτέ δεν ήμουν μέλος μιας νεολαίας ή ενός κόμματος, γιατί πάντα αισθανόμουν ότι οι γραμμές που θα ακολουθήσεις θα σου δώσουν πέντε σωστές προοδευτικές ιδέες αλλά θα έχει και δύο που δεν θα τις δεχτείς, δεν τις θέλεις.
Θ.Μ.: Είναι το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που έκανα στο παρελθόν. Λογικό είναι, γιατί ο Κώστας είναι μια γενιά μικρότερος. Αν συμφωνούσα σε πέντε απ’ τα οχτώ, έπαιρνα τις ευθύνες μου, εν γνώσει μου ότι διαφωνώ σε τρία - και μερικές φορές ιδεολογικά τερατώδη. Το ίδιο έκανα στο χώρο των μαοϊκών επί δικτατορίας, το ίδιο έκανα και με το ΚΚΕ. Δηλαδή, συμφωνούσα σε μια σειρά πράγματα, διαφωνούσα σε κάποια άλλα, και έλεγα «απ’ τη στιγμή που είναι μια συγκεκριμένη συγκυρία, μπαίνω σ’ αυτή τη γραμμή».
Η πορεία σας, κύριε Μικρούτσικε, ως δημόσιο πρόσωπο, απ’ το ΕΚΚΕ και το ΚΚΕ μέχρι το Υπουργείο Πολιτισμού, καθορίστηκε απ’ τη συγκυρία ή εξέφρασε μια βαθύτερη αντίληψη περί πολιτικής;
Θ.Μ.: Ειλικρινά, ιδιαίτερα στις δύο πρώτες περιπτώσεις του μαοϊκού χώρου και του ΚΚΕ, μπορώ να δικαιολογήσω ακόμα και τώρα με την απόσταση του χρόνου τι μ’ έκανε να ενταχθώ στους δύο αυτούς χώρους. Στη μεν πρώτη περίπτωση, ήταν ένα κίνημα που είχε δύο χαρακτηριστικά: τον Μάη του ’68 και την Πολιτιστική Επανάσταση που ξεκίνησε το ’ 65 και επεκτάθηκε κυρίως το ’67-’68, όπου εμείς την είχαμε δει - και δικαίως ίσως, γιατί δεν υπήρχαν τηλεοράσεις και ενημέρωση - ως τη λύση του γραφειοκρατικού προβλήματος του σοσιαλιστικού μοντέλου. Δηλαδή, πού να ξέρεις τώρα ότι ο Μάο ξαφνικά είχε γίνει μειοψηφία στο Πολιτικό Γραφείο, είχαν επικρατήσει οι λεγόμενοι «ανανεωτικοί», και δεν είχε άλλο τρόπο να αμυνθεί και έβαλε μπροστά τις μάζες επειδή ήταν ο μύθος; Αυτός το έκανε για να αλλάξει τους συσχετισμούς στο Πολιτικό Γραφείο, όμως διακινήθηκε η διαδικασία και πηγαίνανε οι μάζες και λέγανε: «ο αξιωματούχος αυτός είναι διεφθαρμένος, φάτε τον». Πήρε ο κόσμος τα πράγματα στα χέρια του. Αυτό μας εντυπωσίασε, όπως μας εντυπωσίασε το οδόφραγμα στο Παρίσι. Είναι δεδομένο λοιπόν ότι ένας άνθρωπος που ήταν βαθύτατα σοσιαλιστής ήδη απ’ τα χρόνια του δημοτικού, έβλεπε ότι το Σοβιετικό μοντέλο, όσα ηρωικά χρόνια κι αν είχε πίσω, είχε καταντήσει είτε αστική τάξη νέου τύπου όπως έλεγαν ο Μπετελέμ και ο Αλτουσέρ, είτε γραφειοκρατία όπως έλεγε η πλευρά των Τροτσκιστών. Βλέπαμε πράγματα που δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε, όπως τα εγκλήματα επί Στάλιν, όπως το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Εκ των υστέρων, μπορώ να σου πω ότι η σοβιετική κοινωνία είχε μια φοβερή ανελευθερία που ήταν απαράδεκτη για σοσιαλιστικό καθεστώς, ταυτόχρονα όμως τα επίπεδα υγείας, παιδείας και μηδενικής ανεργίας είναι τρία σημεία πολύ σημαντικά που δεν υπάρχουν στο καπιταλιστικό σύστημα, δεν μπορείς να τα περνάς αυτά στο ντούκου. Αλλά βέβαια το επίπεδο ανελευθερίας ήταν άνευ προηγουμένου, και την εξήγηση την έδιναν οι Γάλλοι μαρξιστές, την έδινε η Πολιτιστική Επανάσταση, την έδινε ο Μάης του ’68, και ως εκ τούτου, εγώ είναι προφανές ότι θα εντασσόμουν σε μια τέτοια λογική.

Όταν μετά έγινε το ανάποδο με το θάνατο του Μάο, τη σύλληψη της χήρας του κ.α. - λέω πράγματα που οι νεότεροι δεν τα ξέρουν αλλά το ’75 τα γεγονότα εκείνα ήταν γνωστά - και προέκυψε ένα παιχνίδι ηγεσιών, τότε υπήρξε μια απογοήτευση σε ό,τι με αφορά. Στην τότε συγκυρία, εντάχθηκα στο ΚΚΕ που είχε την ιστορία του μαζί με τις αγκυλώσεις του, έριχνε κόσμο στο δρόμο, πάλι το ριζοσπαστικό είναι αυτό που με πήγε προς τα εκεί. Είχα την άποψη της πάλης στο δρόμο και ταυτόχρονα ότι δε χρειάζεται να συμφωνήσεις 100% με ένα κόμμα για να ενταχθείς. Ακόμα κι αν συμφωνήσεις 60-70%, πάρε τις ευθύνες σου. Αφού έλεγα, «τι θα ψηφίσω στις εκλογές του ’77; ΚΚΕ; Ε, πάω στο ΚΚΕ». Κι ας είχα πενήντα διαφορές.

Ως προς την υπουργοποίησή μου, θα σου μιλήσω με απόλυτη ειλικρίνεια. Κάποιοι λένε ότι υπήρχε η ματαιοδοξία να γίνει ο Μικρούτσικος υπουργός. Ματαιοδοξία δεν υπήρχε, ή αν υπήρχε εγώ δεν το ξέρω. Την ίδια στιγμή που δέχτηκα το υπουργείο, αρνήθηκα να γίνω τρίτος βουλευτής Επικρατείας και να μπω στην πολιτική, και μπήκα δωδέκατος και μη εκλόγιμος. Υπήρχαν δύο ζητήματα. Το ένα: Είχα εξελιχτεί από το 1985 - σύμφωνα με το τι έλεγαν όλοι - στον πιο σημαντικό πολιτιστικό διαχειριστή. Το Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας, που έγινε ένα απ’ τα καλύτερα τη Ευρώπης, η καθοριστική συμβολή μου στο Μέγαρο Μουσικής που ήταν πυρηνική βόμβα το ’91-’93 κ.α. και με ενδιέφερε πάρα πολύ να συμβάλλω πολιτικά στην πολιτιστική διαχείριση γιατί πίστευα ότι η χώρα μπορεί με τη δημιουργία θεσμών και υποδομών - ιδιαίτερα στην περιφέρεια - να αποκτήσει ξαφνικά μια άλλη αντίληψη που θα λειτουργούσε και στο πολιτικό επίπεδο. Κοντά στον Ανδρέα Παπανδρέου βρέθηκα το ’89. Θεώρησα εντελώς unfair τη σύμπραξη Δεξιάς και Αριστεράς, αλλά εντελώς unfair. Θεώρησα εντελώς unfair αυτή τη σύμπραξη γιατί δεν μπορείς για ιδεολογικούς λόγους να συμμαχήσεις με το Μητσοτάκη, το πιο νεοφιλελεύθερο και αντιδραστικό στοιχείο στην πολιτική ζωή του τόπου από το ’74 μέχρι σήμερα, εναντίον του Ανδρέα Παπανδρέου. Αυτή ήταν περισσότερο μια πολιτική κίνηση της Αριστεράς, του τότε ενιαίου Συνασπισμού, ο οποίος έγινε διότι θεωρούσε η Αριστερά ότι το ΠΑΣΟΚ είχε υποκλέψει τότε όλο τον κόσμο του ΕΑΜ. Και βεβαίως τον είχε πάρει τον κόσμο, αλλά όχι υποκλέψει. Δεν φεύγει κανείς αν τον πάρει κάποιος, φεύγει γιατί δεν έχεις τίποτα να του προσφέρεις εσύ. Αυτό είναι το πρόβλημα της Αριστεράς απ’ τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Έβαλαν αυτούς τους ιδεολογικούς όρους στη συμμαχία με τη Νέα Δημοκρατία - κάθαρση με το Μητσοτάκη; Όποιος το πει αυτό σήμερα θα γελάσει - γιατί ήταν άλλος ο στόχος τους. Και βέβαια ο κόσμος τους τιμώρησε, απέτυχαν. Τότε, πάρα πολλοί ριζοσπάστες Αριστεροί είχαν φύγει απ’ την Αριστερά. Εγώ είχα και μια προσωπική-πολιτική εκτίμηση προς τον Ανδρέα Παπανδρέου γιατί το ’81-’84 θεωρώ ότι υπήρξε η μοναδική αναδιανομή που έγινε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην ελληνική κοινωνία, ενώ έφυγε και ο φόβος και ο μπαμπούλας του χωροφύλακα. Ήταν σημαντικά στοιχεία αυτά. Ε, μετά αλλοτριώθηκε το ΠΑΣΟΚ. Η πολιτιστική διαχείριση, η απομάκρυνσή μου απ’ τον κομματικό χώρο της Αριστεράς και η εκτίμησή μου προς τον Αντρέα Παπανδρέου ήταν τα στοιχεία που κατά κάποιο τρόπο εξηγούν γιατί δέχτηκα το Υπουργείο αλλά όχι την πολιτική θέση του βουλευτή, την οποία αρνήθηκα, και αυτό είναι γνωστό και επιβεβαιωμένο.
Τα Υπόγεια Ρεύματα έχουν μιλήσει επιτυχημένα για τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Η γενιά του ’68 φώναξε ότι «εκτός από τον ιμπεριαλισμό, υπάρχει και η μοναξιά». Η συνάντησή σας με τα πολιτικά τραγούδια του Μικρούτσικου σημαίνει ότι εκτός απ’ τη μοναξιά υπάρχει και ο ιμπεριαλισμός;
Κ.Π.: Καταρχάς, υπάρχει ένα τραγούδι μέσα, το «Μοναξιά… χιλιάδες φύλλα», που δικαιώνει τη μοναχική μας πορεία. Η τραγουδοποιία των Υπογείων Ρευμάτων πάντα είχε τους πόλους που είχαν όλοι οι καλλιτέχνες: τον έρωτα κι το θάνατο. Η απόσταση μεταξύ τους είναι η μοναξιά. Εκεί μπορείς να χωρέσεις τα πάντα, εκεί βρίσκεται και η πολιτική ταυτότητα του ανθρώπου. Χωρίς να θέλω να μεγαλοστομίσω, θεωρώ ότι αυτό που κάνουμε είναι κοινωνικό τραγούδι. Η στάση ενός ανθρώπου απέναντι σε ό,τι του συμβαίνει, ίσως με την απλή, ρομαντική του μορφή, είναι κοινωνικό τραγούδι. Η διαφορά σ’ αυτό το δίσκο είναι ότι μας δόθηκε, στο λόγο καταρχήν, το ανάλογο υλικό που πέρα απ’ το ρομαντισμό - βεβαίως και ο Χικμέτ είναι ένας ρομαντικός ποιητής - μιλάει για την κοινωνική θέση του ανθρώπου, και όχι μόνο για τη θέση του ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του, όπως κάνουν τα Ρεύματα. Έχει μπει στο στόμα μας μια δουλειά που παρόμοιά τη δεν έχουμε ξανακάνει, και αυτός είναι ο λόγος που την κάναμε. Υπήρχαν μεμονωμένα τραγούδια στη δισκογραφία των Ρευμάτων, όπως του Γρυπάρη, του Παλαμά, του Μπόρχες, περιπτώσεις κοινωνικού τραγουδιού. Εδώ έχουμε ένα δίσκο-concept με πολιτικό τραγούδι που βγάζει τους ποιητές ξανά στη φόρα.

Και για να ενισχύσω αυτό που λέω, θα σου πω ότι δεν μου έχει τύχει ποτέ στη ζωή μου να διαβάσω επ’ αφορμή της κυκλοφορίας ενός δίσκου μία πολιτική συνέντευξη. Αισθάνομαι πολύ ευτυχισμένος. Από την αρχή μέχρι το τέλος σήμερα κάναμε μια πολιτική κουβέντα. Αυτό εξαρτάται κι απ’ το συνομιλητή βέβαια, ίσως ένας άλλος συνομιλητής να έμενε στα επιδερμικά. Δεν είναι όμως σημαντικό ότι κάνουμε μια πολιτική κουβέντα για ένα καλλιτεχνικό προϊόν; Μακάρι να γίνουν πολιτικές κουβέντες σε παρέες γι’ αυτό το δίσκο. Γιατί ξαναβγαίνουν αυτά τα κομμάτια; Θέλω να αναρωτηθούν οι άλλοι και να απαντήσουν, ο καθένας με τις ιδέες του. Μήπως έχουν λόγο ύπαρξης αυτά τα τραγούδια σήμερα;
Θ.Μ.: Το σύνθημα «Εκτός απ’ τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά», και η αντιστροφή του είναι και τα δύο απολύτως σωστά. Εξηγείται γιατί γράφτηκε το σύνθημα. Η χρήση του όρου «ιμπεριαλισμός, ιμπεριαλισμός, ιμπεριαλισμός…» λειτούργησε τυποποιημένα από μια στιγμή και μετά. Στην τέχνη, οτιδήποτε τυποποιηθεί λειτουργεί λαϊκίστικα και ενδεχομένως εμπορευματοποιημένα. Το ζητούμενο είναι, όταν μιλάς για τον ιμπεριαλισμό, να υπάρχει τέτοιο καλλιτεχνικό υπόβαθρο ώστε όποτε και να μιλήσεις, να γίνει αποδεκτό. Ταυτοχρόνως, θα μπορούσες να μιλήσεις πεντακόσιες φορές για τη μοναξιά, να το τυποποιήσεις και να μην έχει νόημα. Αν μιλάς για τη μοναξιά, πρέπει να μιλήσεις με τέτοια φόρμα ώστε χιλιάδες φορές να μιλήσεις για τη μοναξιά, να είναι αποδεκτό. Άρα, το κύριο στοιχείο στην καλλιτεχνική εργασία είναι η πρωτοτυπία και η συνεχής ανανέωση της φόρμας, και τότε μπορείς να μιλάς τετρακόσια χρόνια για τον ιμπεριαλισμό και πεντακόσια χρόνια για τη μοναξιά. Στο έργο μου υπάρχει από την αρχή μέχρι και σήμερα και το ένα και το άλλο. Είναι βέβαιο ότι μέσα στον ιμπεριαλισμό υπάρχει μοναξιά, και είναι βέβαιο ότι όταν μιλάς για τη μοναξιά, πάλι υπάρχει ένα φάντασμα που πλανιέται. Κυνηγάω να εκφράσω τη δραματική συγκυρία της εποχής. Πώς θα δω έναν άνθρωπο μοναχικό σήμερα; Έξω απ’ το σήμερα; Δεν γίνεται. Ακόμα και σ’ αυτά που επιλέξαμε… ένας Χικμέτ ο οποίος είναι στις χειρότερες φυλακές της Τουρκίας και έχει πάθει τρεις πνευμονίες, κάθεται τη νύχτα με ένα σπαρματσέτο και γράφει: «Και να τι θέλω τώρα να σας πω / μες στις Ινδίες» - αυτός ήταν στην Άγκυρα - «μέσα στην πόλη της Καλκούτας / φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο». Πόσο περισσότερο μοναχικά να λειτουργήσει αυτό το πράγμα;