Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ

Στα πλαίσια ενός αφιερώματος στον Γιάννη Ρίτσο που είχαμε επιμεληθεί με τον Σπύρο Αραβανή για το περιοδικό Δίφωνο, ο γνωστός συνθέτης Νίκος Μαμαγάκης είχε καταθέσει τη δική του μαρτυρία για τον ποιητή. Την παραθέτουμε αυτούσια στη στήλη "Μαρτυρίες", ως σημάδι της συνάντησης δύο μεγάλων του ελληνικού πολιτισμού. ηρ.οικ.
-----


Μελοποίησα πρώτα τα «11 Λαϊκά Τραγούδια», και ορισμένα τα προσάρμοσε ο ίδιος ο Ρίτσος για χατίρι μου, αλλάζοντας κάποιες λέξεις, όπου χρειαζόταν. Στο δίσκο αυτό, άγγιξα και την ποιητική συλλογή «Πλανόδιοι Μουσικοί», απ’ όπου έγραψα το «Άιντε και ντε». Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου μου έχει πει: «Εγώ έγινα συνθέτης με το ‘Άιντε και ντε’. Το έπαιρνα στα ακουστικά, πήγαινα στο κτήμα, το άκουγα με τις ώρες και το αντέγραφα». Ο Μητσάκης μου έλεγε για το «Άιντε και ντε»: «Πολύ τολμηρό αδερφέ μου Νίκο. Μου αρέσει, αλλά… αυτός ο μηχανοδηγός με το μικρό μουστάκι του». Του λέω: «Σαν το δικό σου το μουστάκι! Ξέρεις ποιος έχει γράψει τους στίχους; Ο Ρίτσος». Και μου απαντάει: «Ο Ρίτσος; Αμάν αδερφέ μου… συγνώμη!» Τέτοιο δέος προκαλούσε ο Ρίτσος!

Ύστερα έγραψα την «Εαρινή Συμφωνία», και την πήγα στον Ρίτσο είκοσι μέρες πριν πεθάνει. Με πήρε τηλέφωνο: «Νικάκι μου το άκουσα… έχω ζήσει πολύ τώρα πια, δεν θέλω άλλο». Στη συνέχεια άρχισα να κάνω τους «Πλανόδιους Μουσικούς» για να τους ολοκληρώσω. Τους έκανα, δεν τους δημοσίευσα ποτέ. Και μετά έπεσα στα «Ερωτικά». Όταν πρωτοπήρα το κείμενο, μελοποίησα απανωτά δύο, το «Ντύνεται, γδύνεται» και το «Πουκάμισο». Και αυτό γιατί πάντα με έτρωγε το κείμενο, αυτή η τρομακτική ερωτική ποίηση, ίσως η πιο ερωτική ποίηση που γράφτηκε ποτέ. Γιατί, για μένα, η «Εαρινή Συμφωνία» - που είναι και σουρεαλισμός, αλλά ένας ευγενής σουρεαλισμός - είναι από τα συγκλονιστικότερα ερωτικά ποιήματα των αιώνων. Πριν πέντε μήνες, ξανακοίταξα το βιβλίο και έκανα άλλα δεκαεφτά, συν τον «Σάρκινο Λόγο» που απήγγειλα. Αυτά τα τραγούδια τα δημοσιεύω σήμερα. Στον δίσκο τραγουδούν ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, η Λιζέτα Καλημέρη, η Ναταλί Ρασούλη, και ο Αντρέας Καρακότας.

Με τον Ρίτσο υπήρξα φίλος. Υπήρχαν περιπτώσεις που πήγαινα και καθόμαστε μαζί πολλές, πάρα πολλές φορές, τρώγαμε, είχαμε και έναν κοινό φίλο, τον Σπήλιο Μεντή, συνθέτης κι αυτός, τον οποίο αγάπαγε πολύ. Η φιλία μου με τον Ρίτσο είναι για μένα ένα από τα μεγαλύτερα εναύσματα στη δημιουργία μου. Ένιωσα όμως και μια συγγένεια μαζί του. Δεν ανήκα σε κόμματα, ούτε ήμουν κομμουνιστής, αλλά ήμουν προσκείμενος στην Αριστερά. Ο αδερφός μου μπήκε στο Μακρονήσι και υπέφερε πολύ, κι εγώ υπέφερα εξαιτίας του αδερφού μου. Τον καιρό που ήρθα στην Αθήνα παιδί, με κυνηγάγανε η Ασφάλεια συνέχεια, με δείρανε, με προσβάλλανε. Έχω πολλές ιστορίες από αυτή την ταλαιπωρία, από τους φασίστες της εποχής εκείνης, μιας εποχής τρομακτικής. Η επιλογή, λοιπόν, του Ρίτσου συνδέεται και με τα δικά μου βιώματα: στο σπίτι μας γίνονταν θρήνοι από τη μάνα μου, η οποία μέρα-νύχτα έλεγε «Ωχ, παιδί μου»… Ο Ρίτσος, τέλος, πίστευε αφάνταστα στην επενέργεια της τέχνης. Στους «Πλανόδιους Μουσικούς» αυτό τονίζει. Λέει στο τέλος: «Κι εμείς απ’ έξω / ντράγκα ντρουγκα τα όργανα / εχ μια, εχ δυο / μη βιάζεσα, δαυλός εσύ, τραγούδι εμείς / έξω απ’ του περιβολιού τα κάγκελα / βοηθάει και το τραγούδι / θα το δεις». Αυτά είναι πολιτικά ποιήματα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: