Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΑΜΗΣ ΓΡΑΦΕΙ ΣΤΟ MUSICPAPER

Ο Δημήτρης Μαραμής για τη μουσική δημιουργία

(δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Musicpaper.gr)
Παρά το νεαρό της ηλικίας του, είναι συνθέτης με πλούσια ακαδημαϊκή και δισκογραφική πορεία, και ένα διακριτό δημιουργικό στίγμα. Έχοντας ακούσει τις εσωτερικές, βαθιά μελωδικές εργασίες του πάνω στον Λόρκα, την Πολυδούρη, τον Σωτήρη Τριβιζά κ.α., υποψιαστήκαμε ότι και η γραφή του θα είχε κάτι το ποιητικό να μας αποκαλύψει. Δεν πέσαμε έξω. Ο κύριος Δημήτρης Μαραμής, σε ένα εκ βαθέων εξομολογητικό κείμενο για την καλλιτεχνική πράξη.
ηρ.οικ.
-----


Ευχαριστώ για την πρόσκληση. Μου δίνει την ευκαιρία να μιλήσω για τη φιλοσοφία που κρύβεται πίσω από τη μουσική μου έκφραση και, γενικά, για την καλλιτεχνική πράξη.

Γιατί έχει ο άνθρωπος ανάγκη τη μουσική; Γιατί η μουσική που είναι τέχνη, και δεν είναι μουσική ναρκωτικής εκτόνωσης, οδηγεί τον άνθρωπο στην ανίχνευση του βαθύτερου εαυτού του και στην αποκάλυψη της προσωπικής του αλήθειας. «Η μουσική», έγραψε ο Όσκαρ Ουάιλντ, «μας φανερώνει το προσωπικό μας παρελθόν που μέχρι εκείνη τη στιγμή το αγνοούσαμε. Μας κάνει να θρηνούμε για δυστυχίες που δεν μας έχουν συμβεί, για λάθη που δεν έχουμε κάνει». Όταν ερχόμαστε σ’ επαφή με ένα γνήσιο έργο τέχνης, ένα δίσκο, ένα βιβλίο, μια θεατρική παράσταση, μας γεννιούνται πρωτόγνωρες σκέψεις, πρωτάκουστες προφητείες, ανασύρονται μνήμες κι αισθήματα που έχουμε λησμονήσει ή που δεν ξέρουμε καν ότι διαθέτουμε. Αυτή η ιεροτελεστία της επαφής μας με την τέχνη παύει μόλις αναγκαστούμε να κλείσουμε πίσω μας την πόρτα και να βαδίσουμε πάλι στην πεζότητα, τη συνήθεια και την αναπόφευκτη ευτέλεια της καθημερινής ζωής.

Υπάρχουν οι τετριμμένες, γλυκές και προστατευτικές εκφράσεις για τη μουσική: μας παρηγορεί, μας γαληνεύει, φτιάχνει το κέφι μας, ανεβάζει το ηθικό μας ή το επίπεδο και την ποιότητα της ζωής μας, και άλλα πολλά που φυσικά ισχύουν. Τα θεωρώ όμως κάπως επιφανειακά κι εντέλει ανίσχυρα να μας πείσουν για την αναγκαιότητα της μουσικής. Αν δεν έρθεις ποτέ σ’ επαφή με την αληθινή τέχνη, απαρνείσαι έναν πλούτο που κρύβεται μέσα σ’ εσένα τον ίδιο, γυρνάς την πλάτη στο μοναδικό μαγικό δώρο αυτής της ζωής: στην αποκάλυψη του προσωπικού σου σύμπαντος. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, στην αποκάλυψη κάποιων πτυχών του εσωτερικού σου κόσμου. Επιμένω σ’ αυτή τη σχεδόν μεταφυσική δύναμη της μουσικής ν’ ανοίγει παράθυρα μέσα μας σε κόσμους που ποτέ δεν είχαμε υποψιαστεί ότι υπάρχουν. Αυτοί οι εσωτερικοί κόσμοι του ανθρώπου είναι που τον κάνουν να καθομοιώνεται με την έννοια του Θεού (που κι αυτός είναι μια επινόηση του ανθρώπινου εγκεφάλου). Η τέχνη δεν πρέπει να καθησυχάζει αλλά να διεγείρει τον ανθρώπινο νου, και μόνο τότε ο άνθρωπος είναι σε θέση να κατανοήσει ότι και αυτός ο ίδιος αποτελεί ένα σχεδόν ανεξήγητο θαύμα μέσα σ’ αυτό τον κόσμο. Ο νους που επαναπαύεται, νεκρώνεται. Spiritus ubit vult spirat, ο νους επιθυμεί πάντα να διανοείται.

Είμαι συνθέτης και όχι τραγουδοποιός επειδή γράφω περισσότερο ορχηστρική μουσική και λιγότερο τραγούδια λόγω της ενασχόλησής μου με το θέατρο κυρίως, αλλά και τον κινηματογράφο. Δεν υποτιμώ καθόλου τους τραγουδοποιούς. Ξέρω πόσο εξαιρετικά δύσκολο είναι να γράψεις ένα καλό τραγούδι, και δεν επαίρομαι για τις όποιες συνθετικές μου γνώσεις ή ικανότητες, απλώς το διευκρινίζω.

Θεωρώ ότι ο συνθέτης οφείλει ν’ αποτελεί ένα μείγμα σεμνότητας κι επαναστατικής θρασύτητας απέναντι στο χώρο, στο χρόνο και στην κοινωνία όπου ζει. Η σεμνότητα έχει να κάνει πιο πολύ με τη σχέση του με το μέτρο, που πρέπει να δεσπόζει ως βασικό συστατικό στη σύνθεση μουσικής, αλλά και στη στάση του προς τα έξω, καθώς είμαστε όλοι ταλαντούχοι αντιγραφείς κι ευφυείς κλέφτες των προηγούμενων δασκάλων μας. Κι αυτό θεωρώ ότι είναι σωστό και αναπόφευκτο. Τότε μάλιστα μιλάμε με τη δική μας γλώσσα, και στη δική μας εποχή. Ωστόσο δεν πρέπει να είμαστε υπερφίαλοι για το κατόρθωμα αυτό, αλλά πρέπει μάλλον να υποκλινόμαστε σ’ εκείνη την ευλογημένη στιγμή της έμπνευσης, που είναι προϊόν επιλογής και γνώσης.

Το θράσος απεναντίας χρειάζεται για να επιβάλλεται ο δημιουργός στην εποχή και στο κοινό του, και όχι να συμβαίνει το αντίθετο Ο μουσικός οφείλει να εκφράζει τον προσωπικό του κόσμο, όχι να υποκύπτει στις ορέξεις του κοινού. Ας εκπαιδεύσει το ακροατήριο σε νέες συνήθειες. Δεν είναι εύκολο, το ξέρω, και απαιτεί χρόνο. Αλλά απεχθάνομαι να γράφω «αυτό που θέλει ο κόσμος». Πού ξέρει ο κόσμος τι θέλει; Έχει εκπαιδευτεί σε κάποια μουσική σχολή; Διαθέτει μουσική παιδεία και παράδοση, ειδικά εδώ στην Ελλάδα; Είναι ικανό το κοινό να διδάξει τον δημιουργό; Αυτό είναι το ευτράπελο της μόδας και των media, που τρέφονται από διαφημιστικές εταιρίες οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με την τέχνη. Στη χώρα μας μέχρι τώρα κινούνται όλοι σαν πρόβατα, τρέμοντας μη δεν πετύχει η συνταγή του σουξέ. Και ο κόσμος είναι ανεκτικός στο άτεχνο και απαίδευτος στο καλό γούστο. Απεχθάνομαι κι εχθρεύομαι συνταγές, mainstream μόδες, επίκαιρες συνήθειες και κεντρικές λεωφόρους... Προτιμώ μονοπάτια που θα τα περπατήσω πρώτη φορά μόνος μου, κι όποιος θέλει ας ακολουθήσει... Άλλωστε, φοβάμαι τους πολλούς θαυμαστές. Νιώθω καλύτερα με τους εκλεκτούς και με τους λίγους…

Το τίμημα είναι ότι έτσι τα πράγματα κυλούν πιο αργά, μακριά από επιτυχίες-πυροτεχνήματα της μιας νύχτας. Υπάρχουν άλλωστε κι εκείνες οι μικρές ανταμοιβές, που τόσο μεγάλη ανάγκη τις έχει ο καλλιτέχνης για να μη χάσει το κουράγιο του και σταματήσει στη μέση του δρόμου. Ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια μου, η «Νεράιδα» σε ποίηση του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και απόδοση του Σωτήρη Τριβιζά, ελάχιστα έχει παιχτεί στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, όμως την ξέρουν όλοι και την τραγουδούν στις ζωντανές μου εμφανίσεις. Τα δύο βιβλία-CD, καθώς και οι δύο δίσκοι που έχω εκδώσει έως τώρα, έχουν πουλήσει χιλιάδες αντίτυπα. Ποια μεγάλη εταιρία κρύβεται πίσω από αυτά; Ποιος ατζέντης, ποιο marketing τρικ; Τίποτα από όλα αυτά… Άγνωστοι άνθρωποι φτιάχνουν κατά καιρούς βίντεο με τα τραγούδια μου και τ’ ανεβάζουν στο youtube. Η δουλειά μου διαδίδεται υπόγεια, από στόμα σε στόμα...

Δεν είμαι «μοντέρνος» συνθέτης. Ο όρος «μοντέρνο» δεν ευσταθεί όταν μιλάμε για τέχνη. Η τεχνολογία προοδεύει, βελτιώνεται, εξελίσσεται. Η τέχνη όχι. Δεν έχει σχέση μ’ αυτές τις λέξεις, όπως τουλάχιστον τις εννοούμε σε πρώτο επίπεδο. Ένας πίνακας του Πικάσο δεν μπορεί να θεωρηθεί «μοντέρνος» σε σχέση με έναν πίνακα του Καραβάτζο. Αριστούργημα είναι ο ένας, αριστούργημα και ο άλλος. Στο σήμερα απευθύνεται ο Πικάσο, στο σήμερα και ο Καραβάτζο. Αντιθέτως, μπορεί ένας άλλος πίνακας, ενός ζωγράφου σύγχρονου του Πικάσο, να είναι αδιάφορος ή κακός. Άλλο παράδειγμα: για να σιδερώσω το πουκάμισο μου, θα προτιμήσω το εξελιγμένο ατμοσίδερο από ένα προπολεμικό σίδερο με κάρβουνο. Αλλά αισθητικά το σίδερο με κάρβουνο έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, κι ας μην έχει σήμερα καμιά πρακτική χρήση.

Ίσως ακούγεται παράδοξο, αλλά το «νέο» μπορεί να γεννηθεί μόνο μέσα από το «παλαιό». Η παράδοση είναι εκείνη που εξασφαλίζει τη συνέχεια της δημιουργίας. Δεν εννοώ βεβαίως να επανέρχεται κάτι όπως ήταν πριν ή να δανειζόμαστε αυτούσια στοιχεία από το παρελθόν. Αλλά οφείλουμε να γνωρίσουμε και να χωνέψουμε το παρελθόν για να επινοήσουμε κάτι σύγχρονο και να μιλήσουμε σε μια καινούρια γλώσσα.

Με σύμμαχο το χρόνο, ζω χωρίς αγωνία, δουλεύω καλύτερα και ανταμείβομαι πλουσιοπάροχα…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΑΜΗΣ



2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Άρες-Μάρες...μαραμής

Μουσικά Προάστια είπε...

Απ' όλο το κείμενο, εσύ αυτό κατάλαβες;