Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Μια ιστορία των μπουάτ






ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΜΠΟΥΑΤ


του Σπύρου Αραβανή και του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ)

Μισόν αιώνα μετά την εμφάνισή τους, το μουσικό ύφος και ήθος των μπουάτ φαίνεται να επιστρέφει. Η μουσική παράσταση «Από την Πλάκα στο Γκάζι» στη σκηνή της Ωδήςιας, με τη συμμετοχή ορισμένων εκ των  πρωτεργατών του Νέου Κύματος προσέλκυσε πρόσφατα νοσταλγούς κάθε ηλικίας. Οι δίσκοι με τους «νεοκυματικούς» τραγουδιστές έρχονται ξανά στο προσκήνιο και το κοινό τους αγκαλιάζει. Οι μικρές μουσικές σκηνές, που αναζητούν τον πυρήνα του τραγουδιού, όπως αυτός παρουσιαζόταν στις θρυλικές μπουάτ της δεκαετίας του ’60 και του ’70 ολοένα και αυξάνονται. Μόδα ή ανάγκη; Αναζήτηση χαμένης εμπορικής φλέβας χρυσού ή χαμένης αθωότητας;  Το «boîte» ή ««κουτί», στα ελληνικά, κρύβει πιθανόν πολλές εκπλήξεις ακόμα. Ας το ανοίξουμε…

Ο μικρός χώρος με ένα πιάνο, μια κιθάρα και μια φωνή πάνω στη λιλιπούτεια σκηνή, τοποθετημένη σε απόσταση αναπνοής από τους θαμώνες, χρωστά την έμπνευσή του στον Γιώργο Μπουκουβάλα, ο οποίος το 1960 άνοιξε τον «Τιπούκειτο», στην οδό Νικοδήμου στην Πλάκα. Εκεί, όπου τα νοίκια ήταν φθηνά, οι πολυκατοικίες αποκλεισμένες δια νόμου και οι άνθρωποι του μόχθου. Οι  νεαροί Λάκης Παππάς και Κώστας Χατζής εμφανίζονται διαδοχικά εκεί και ο κόσμος αρχίζει να συγκεντρώνεται για να ακούσει τα τραγούδια «γυμνά». Δύο χρόνια μετά, ο χώρος κλείνει, και ο ιδιοκτήτης του ανοίγει το «Συμπόσιο». Όπως περιγράφει και ο Διονύσης Σαββόπουλος στο cd «Καταγραφές» του περιοδικού Ήχος & Hi-Fi: «Πιο υποφωτισμένο μαγαζί δεν είχε ξαναδεί η Αθήνα· ο κόσμος καθόταν κάτω στο δάπεδο, πάνω σε αρχαίες μαξιλάρες πίνοντας κρασί μέσα από χάλκινα ποτήρια και άκουγε τα καινούργια τραγούδια». Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα οι μπουάτ αρχίζουν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια στην περιοχή. «Απανεμιά», «Αυλαία», «Δώμα», «Εσπερίδες», «Ερωτόκριτος», «Ζώδια», «Καρυάτις», «Κατακόμβη», «Κιβωτός», «Λεωνίδας», «Λήθη», «Λημέρι», «Λυχνάρι», «Νεφέλες», «Ρουλότα», «Σκορπιός», «Σούσουρο», «Σοφίτα», «Στοά», «Συμπόσιο», «Στέκι του Γιάννη», «Σχολείο», «Ταβάνια», «Τετράδιο», «Τζάκι», «Χάντρες», «Χρυσό Κλειδί», ατελείωτος ο κατάλογος. Οι περισσότερες συγκεντρωμένες στην Πλάκα, επί των οδών Μνησικλέους και Θόλου. Και εκτός Αθηνών, στη Μύκονο, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Ύδρα, από τις αρχές του ’60, οι χώροι ανοίγουν ο ένας μετά τον άλλον.

Ενδεικτικό της αποδοχής των μπουάτ ήταν οι μέχρι και τρεις παραστάσεις που περιελάμβανε το πρόγραμμα: 8-10, 10-12, 12-2 μετά τα μεσάνυχτα. Κύριο χαρακτηριστικό τους, η άμεση επικοινωνία ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο κοινό. Η Μαρίζα Κωχ επιχειρεί έναν ορισμό αυτών των χώρων: «Η μπουάτ για μένα ορίζει μια εποχή που έχει μικρά καρεκλάκια και μεγάλο στριμωξίδι. Ένας προβολέας αυτοκινήτου πάνω στη σκηνή, καμία ωραιοποίηση, γυμνή αλήθεια. Οι μπουάτ υπήρξαν η γυμνή αλήθεια της μουσικής μας». Ο Σαββόπουλος, ο οποίος ανδρώθηκε μουσικά στις μπουάτ, μας επισημαίνει: «Έπρεπε να τα καταφέρεις με το τίποτα. Με μία κιθάρα, άντε κι ένα πιάνο. Οι θαμώνες κάθονταν μισό μέτρο απ’ τον τραγουδιστή  και οι τελευταίοι το πολύ στα πέντε-έξι μέτρα. Έπρεπε να ‘σαι απλός και άμεσος και έτοιμος να αυτοσχεδιάσεις». Και αναπολώντας συνεχίζει: «Στη «Στοά». 1964-65. Στην οδό Ξάνθου, στο Κολωνάκι. Με τη Μαρία Φαραντούρη και το Μάνο Λοΐζο. Απίστευτο πρόγραμμα. Το θυμάμαι και δεν το πιστεύω. Στη «Ρουλότα» ’65-’66. Οδός Βουλής. Πλάκα. Με την Καίτη Χωματά και τον Θάνο Μικρούτσικο ως πιανίστα». Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, παιδί και αυτός των ίδιων χώρων καταθέτει τη δική του αναφορά στην ιστοσελίδα MusicHeaven: «Τον Ιούνιο του 1968 κατέβηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα και ο Πατσιφάς φρόντισε να με βάλει δίπλα στο Γιώργο Ζωγράφο κι αυτός ανέλαβε να με συστήσει στο εξαιρετικό κοινό που γέμιζε κάθε βράδυ την αυλή της μπουάτ "11" που βρισκόταν στο νούμερο 11 της Κυδαθηναίων. Τραγουδούσα μπροστά στην αφρόκρεμα του πνεύματος και έκανα γνωριμίες με σπουδαίους ανθρώπους. Για μένα ήταν η αυλή του παραδείσου. Δεν έβλεπα την ώρα πότε θα βραδιάσει για να ξαναζήσω τη μαγεία».

Το 1964 η μουσική που ακουγόταν στις μπουάτ απέκτησε και όνομα: «Νέο Κύμα». Νονός ο Αλέκος Πατσιφάς και η νεοσύστατη δισκογραφική εταιρεία Λύρα. «Νέο Κύμα» κατά το γαλλικό «nouvel vague». Οι μουσικοί του είτε μόλις είχαν αποφοιτήσει από το σχολείο (Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη) είτε ήταν φοιτητές (η Αρλέτα και ο Νίκος Χουλιαράς σπούδαζαν στη Σχολή Καλών Τεχνών, ο Γιώργος Κοντογιώργος σπούδαζε ιατρική και ο Μιχάλης Βιολάρης ήταν φοιτητής φιλολογίας). Εξέχουσα μορφή τους και ο πρόσφατα εκλιπών Γιώργος Ζωγράφος που είχε ξεκινήσει ως ηθοποιός, απόφοιτος της Σχολής του Κουν. Πρωτοτραγούδησε στην μπουάτ «Θαλάμη» της Μυκόνου κάνοντας στη συνέχεια σπίτι του για δυο δεκαετίες τις πλακιώτικες μπουάτ. Ο Γιάννης Σπανός γράφει μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες μελωδίες, εμπνεόμενος και από τις παρισινές μνήμες του. Άλλοι γνωστοί συνθέτες που συνδέουν την τέχνη τους με το Νέο Κύμα είναι ο Γιάννης Γλέζος, ο Λίνος Κόκοτος, ο Νίκος Μαμαγκάκης και ο Νότης Μαυρουδής, ενώ ποιητικές προσωπικότητες όπως ο Άκος Δασκαλόπουλος, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος και ο Κώστας Κωτούλας προσφέρουν στίχους. Η μπαλάντα αποτελεί το βασικό μορφολογικό πυρήνα του Νέου Κύματος, το οποίο όμως γεννά και νησίδες λαϊκού ήχου, παραδοσιακών προσμίξεων, ή ροκ πειραματισμού. Όλα, με μιαν αύρα ανεμελιάς, αθωότητας και καλώς εννοούμενου ερασιτεχνισμού. Ο Σαββόπουλος, πάλι στο cd «Καταγραφές», αφήνει αινιγματικά ερωτήματα γύρω από την ουσία αυτού του ρεύματος: «Κι εγώ Νέο Κύμα είμαι. Δεν μας έλειψε το ταλέντο, ούτε ο πόθος του αγνώστου. Κι όμως, από όλη αυτή την ιστορία δεν έμεινε παρά μόνο το αεράκι μιας ελαφρότητος. Γιατί; Μήπως επειδή ό,τι πετύχαμε ήταν τίποτε μπροστά σε ό,τι ονειρευτήκαμε και θα θέλαμε; Ή μήπως ζήσαμε αυτή την τεράστια διαφορά σαν κάτι ελαφρύ και διασκεδαστικό»;




Τα υπαρκτά ερωτήματα γύρω από το Νέο Κύμα και την κληρονομιά του δεν αναιρούν τη σημασία της συνάντησής αυτού του τραγουδιού με τις μπουάτ. Ο Νίκος Μαμαγκάκης αποτιμά γενναιόδωρα τον χαρακτήρα αυτών των χώρων: «Οι μπουάτ ήταν ιερατεία του καλού τραγουδιού. Οι βραδιές στις μπουάτ ήταν ένα είδος μουσικών λειτουργιών. Πήγαιναν νέοι άνθρωποι που είχαν μια φαντασία και ένα όραμα, και άκουγαν κατεξοχήν υψηλή, μελοποιημένη ποίηση. Και ήταν και πρόσφορες, φτηνές, δεν χρειαζόταν να έχεις πολλά λεφτά για να πας». Το  αίσθημα που εξέφρασαν οι μπουάτ περιγράφει εύστοχα και ο Μανώλης Ρασούλης («Εδώ είναι του Ρασούλη», εκδ. Ιανός): «Ήταν οι δικοί μας χώροι. Πήγαινες μ’ ό,τι ρούχα φορούσες. Καθόμασταν δίπλα-δίπλα κι όλοι μαζί μέσα σε μια κοινή μοίρα και πρεμούρα να επικοινωνήσουμε, να πλατσουρίσουμε σαν νήπια στο συλλογικό μας ασυνείδητο και σε μια νέα εθνική συνειδητότητα». Αυτή η συνειδητότητα ορίζεται και πολιτικά, μέσα από μια νεολαία και μιαν εποχή που έβραζαν. Ο Σαββόπουλος προσδιορίζει τις πηγές του κινήματος των μπουάτ ως εξής: «Ήταν η εποχή της ελπίδας διεθνώς. Εδώ στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα 1-1-4 ήταν αυτονομημένο και ακηδεμόνευτο  από το κόμματα. Μιλούσαμε εμείς και αυτοί άκουγαν. Η νεολαία χρειαζόταν τα τραγούδια της. Υπήρχαν βέβαια ποπ γκρουπάκια αλλά η τέχνη τους δεν ξεπερνούσε τα στενά όρια της χορευτικής μόδας. Λίγο πολύ μαϊμουδίζανε τους ξένους, ενώ η νεολαία ήθελε κάτι που να τις επιτρέψει να αισθανθεί μοντέρνα, χωρίς να χάσει την ψυχή της. Αυτό έψαχνε να βρει στις μπουάτ».

Τόπος γνωριμίας, λοιπόν, οι μπουάτ και συνάντησης. Όχι μόνο απλοί μουσικοί χώροι, κέντρα διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Αυτό μας τονίζει και ο Γιάννης Κούκλης, ο οποίος επί 50 χρόνια ζει και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην οδό Μνησικλέους και πρόκειται εν έτει 2010 να ανοίξει εκεί μια καινούργια μπουάτ, ένα μουσικό καφενείο, όπως το ονομάζει: «Οι μπουάτ, αν δεν είχαν προοδευτικά μηνύματα, δεν μπορούσαν να σταθούνε. Ήταν προορισμένες για τους νέους αλλά και για τον απλό, φτωχό λαό. Ερχόντουσαν σε αυτές και πίνανε το βερμουτάκι τους, το κρασάκι τους, την πορτοκαλάδα τους και πλήρωναν ένα φθηνό εισιτήριο. Στις μπουάτ ερχόντουσαν και ποιητές και παρουσίαζαν τα ποιήματά τους. Θυμάμαι τακτικό θαμώνα τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου. Γινόντουσαν συζητήσεις για το τραγούδι, την τέχνη, την πολιτική…». Στις μπουάτ παίζονταν και δοκιμάζονταν ζωντανά τα καινούργια τραγούδια, ενώ γίνονταν ακόμα και τυχαίες συναντήσεις συνθετών και στιχουργών που γεννούσαν με τη σειρά τους νέες συνεργασίες. Ενδεικτικά, στη βιογραφία του Μάνου Λοΐζου («Μάνος Λοΐζος …η δική του ιστορία», εκδ. Σύγχρονη Εποχή»), ο Θανάσης Συλιβός σημειώνει: «Το 1964, μαζί με τον Σαββόπουλο και τη Φαραντούρη, ο Μάνος δουλεύει σε μια μπουάτ στο Κολωνάκι, τη «Στοά». Εκεί γνωρίζεται με την Κωστούλα Μητροπούλου (…). Μερικούς μήνες αργότερα, ο Μάνος γνωρίζεται με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο σε μια μπουάτ, όπου τραγουδούσε ο Ζωγράφος».

Το κίνημα των μπουάτ - γιατί περί κινήματος επρόκειτο – ανακόπτεται, όπως και τόσες άλλες πτυχές του λαϊκού πολιτισμού, από τη Χούντα των συνταγματαρχών. Αλλά η πολιτική διάστασή του εντείνεται. Στην ανέκδοτη αυτοβιογραφία του σε επιμέλεια Κώστα Νέλλα, ο Βαγγέλης Ντίκος, ο ιδιοκτήτης της «Απανεμιάς», τονίζει: «Οι μπουάτ υπήρξαν στέκια ανθρώπων συνήθως αριστερής πολιτικής τοποθέτησης. Ο κόσμος αυτός όταν έγινε δικτατορία συνέχισε να έρχεται εδώ. (…) Πολλές φορές κάποιος ή από τους τραγουδιστές ή από τους πελάτες φύλαγε τσίλιες στην πόρτα όταν τραγουδούσαμε ένα απαγορευμένο τραγούδι, μην τυχόν φανεί κάποιος άντρας της ασφάλειας ή της Ε.Σ.Α.». Στο υπόγειο μιας τέτοιας μπουάτ, το 1973 - «Αγρύπνια» το όνομά της και είκοσι μέρες η «ζωή» της ελέω δικτατορίας - κατέβηκε ο Νίκος Ξυλούρης για να ακούσει και ο ίδιος την παράσταση του Χρήστου Λεοντή, για την οποία είχε δημιουργηθεί θόρυβος. Όπως μας λέει ο συνθέτης, εκεί γνωρίστηκε με τον Ξυλούρη και εκεί οφείλει τη γέννησή του, ένας από τους σημαντικότερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών: το «Καπνισμένο Τσουκάλι», τα μελοποιημένα, δηλαδή, ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου.

Μετά τη Χούντα, η έξαρση του πολιτικού τραγουδιού περνάει και στις μπουάτ, με κύριο εκφραστή τον Πάνο Τζαβέλα και το «Λημέρι» του, όπου ακούγονται κάθε βράδυ τα Αντάρτικα. Προωθημένες πρωτοβουλίες, όπως αυτή του Νικόλα Άσιμου και του Γιάννη Ζουγανέλη με το «Σούσουρο» της οδού Αδριανού, ένα είδος μπουάτ - πολιτικού καμπαρέ, ολοκληρώνονται άδοξα. Η εμφανής κληρονομιά της Δικτατορίας και οι αφανείς διαδικασίες ομογενοποίησης της Μεταπολίτευσης με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έχουν ήδη συμβάλλει καθοριστικά στην αρχή του τέλους των μπουάτ. Από τα μέσα του ’70, η διαδρομή τους συνεχίστηκε με κατεβασμένες όμως πια τις ταχύτητες. Η περιοχή της Πλάκας αρχίζει να αλλάζει, οι μπουάτ γίνονται ταβέρνες και κοσμικά κέντρα, δημιουργούνται νέες μεγαλύτερες σκηνές (οι οποίες εξ ορισμού δεν μπορούν να αναβιώσουν το κλίμα των μπουάτ), οι τραγουδιστές  «αυξάνουν» τις απαιτήσεις τους, και το τραγούδι ακολουθεί το δρόμο της ΕΟΚ… Η Μαρίζα Κωχ δε μασάει τα λόγια της: «Στην Πλάκα μετά τη μεταπολίτευση, το ’74, έσκασε μύτη μια ομάδα ανθρώπων με πολλά χρήματα, οι οποίοι ήταν από τη Λαχαναγορά. Χρηματοδότησαν το «Θεμέλιο», την «Αρχόντισσα», τρεις-τέσσερις μπουάτ που μεγάλωσαν και έγιναν «σαν βαπόρια». Αυτοί έρχονταν με τις τσέπες γεμάτες χιλιάρικα, δέσμες. Άλλαξαν οι καρέκλες, έγιναν καθίσματα καφενείου, ήρθαν τα μεγάλα μεροκάματα, μπήκαν οι νέοι καλλιτέχνες, οι φίρμες της εποχής». Στη δεκαετία του ‘90 τα πράγματα χειροτερεύουν, δεδομένης και της απουσίας του αντίστοιχου τραγουδιού που θα μπορούσε εν δυνάμει να υποστηρίξει τέτοιους χώρους. Οι μουσικές σκηνές που γεννιούνται εκείνη την περίοδο ως αντίδραση στις μεγάλες πίστες φέρουν λίγο από το άρωμα των μπουάτ, ο μαρασμός των οποίων όμως συνεχίζεται αδιάκοπα.  Έτσι φτάνουμε στις αρχές του 2000, όταν και οι παραδοσιακές μπουάτ περιορίζονται στις εξής τρεις: «Εσπερίδες», «Απανεμιά», «Βάτραχοι». Αξίζει να μνημονεύσουμε ξεχωριστά και τις τρεις, εκ των οποίων οι δύο τελευταίες συνεχίζουν τη λειτουργία τους.

Οι «Εσπερίδες» υπήρξε ο χώρος του Γιάννη Αργύρη, του «πατριάρχη των μπουάτ». Τραγουδιστής και στιχουργός ο ίδιος, έξοχος μίμος και σατυρικός ηθοποιός, χάρισε το λόγο του σε τραγούδια-σταθμούς του Νέου Κύματος: «Έλα μαζί μου», «Πάει κι αυτή η Κυριακή», «Κάποιος γιορτάζει», «Μην κουραστείς να μ’ αγαπάς». Σε μια κουβέντα του με τον αείμνηστο Πάνο Γεραμάνη («Η ζωή μου ένα τραγούδι», εκδ. Καστανιώτης»), ο Αργύρης μνημόνευσε τα εξής: «Έδωσα πραγματικές μάχες με το εμπορικό κατεστημένο της μουσικής και με τον λαϊκισμό για να περάσει η αντίληψη των μπουάτ στις αρχές του ’60». Σε αυτές τις μάχες, ο Αργύρης βγήκε νικητής, κρατώντας τη φλόγα του ’60 ζωντανή στις «Εσπερίδες», από το 1964 ως και το 2004, όταν και έκλεισε ο χώρος. Σήμερα ο Γιάννη Αργύρης, απών από τα μουσικά πράγματα λόγω μιας σοβαρής ασθένειας που το ταλαιπωρεί από τις αρχές της δεκαετίας, παραμένει παρών στις συνειδήσεις και στις καρδιές τόσο των τραγουδιστών που πέρασαν από τις «Εσπερίδες» (Μαρία Φαραντούρη, Δημήτρης Μητροπάνος, Γιάννης Πουλόπουλος, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Γιάννης Ζουγανέλης, Σάκης Μπουλάς κ.ά.) όσο και του κοινού. Οι θαυμαστές του εκφράζονται ακόμα και στο Facebook, στην ομάδα «Εσπερίδες». Εμπνευστής της ένας ερασιτέχνης μουσικός της τελευταίας γενιάς που έπαιξε στις «Εσπερίδες», στις αρχές του 2000, ο Βασίλης Γαλλιάκης μας μεταφέρει θραύσματα στιγμών από εκείνα τα βράδια: «Κοντεύει 21:00 σε λίγο ξεκινάμε... Οι περαστικοί κοιτάνε από το παραθυράκι  πάνω από τα σκαλοπάτια· «ή μέσα, ή μέσα» φωνάζει ο Γιάννης Αργύρης. Παρέα με τον Αλέξανδρο κουρδίζουμε τις κιθάρες, πίνουμε τσικουδιές και σπάμε πλάκα με τον Γιάννη... Ο κόσμος σιγά σιγά μαζεύεται. Βλέπεις όλες τις ηλικίες… Τα ηχεία είναι γερασμένα, όπως και η μπουάτ μας αλλά ο κόσμος τραγουδάει μαζί μας και οι πιο τολμηροί ανεβαίνουν στην σκηνή. Χειροκρότημα, «αίσχος» φωνάζει ο Γιάννης Αργύρης. Πολλές φορές από τα γέλια δεν μπορούμε να τραγουδήσουμε! (…) Η ώρα κοντεύει 03:00. Δεχόμαστε παραγγελιές και αφιερώσεις. Ο Βαγγέλης κερνάει. Τραγουδάμε Κατσιμιχαίους, Κηλαηδόνη, Γερμανό, Πάριο, Παπακωνσταντίνου, Σαββόπουλο, Πυξ Λαξ, Θαλασσινό, Ιωαννίδη, Σιδηρόπουλο και Θηβαίο».

Κι όμως οι «Εσπερίδες» έκλεισαν όταν συμπληρώθηκε τριακονταπενταετία και οι ιδιοκτήτες του χώρου έκαναν έξωση στο όνειρο ζητώντας μεγαλύτερο ενοίκιο. Σήμερα ο χώρος παραμένει γυμνός. Κοιτάζοντας μέσα από τα κάγκελα βλέπει κανείς ξεθωριασμένες τις φωτογραφίες που διακοσμούσαν τους τοίχους, συνθήματα στους τοίχους, τα περίφημα σκαλάκια της χορταριασμένα…Ο «υπόγειος ουρανός» όπως μας λέει χαρακτηριστικά σήμερα ο Γιάννης Αργύρης έχει μετατραπεί σε ένα βρώμικο υπόγειο. Κι όμως δεν του άξιζε τέτοιο μέλλον. Σε ένα χώρο όπου κάθε βράδυ για τόσες δεκαετίες νέοι και νέες συναντιόνταν για να αναπνεύσουν τα τραγούδια και τα αστεία νούμερα, όπου όπως θυμάται ο Αργύρης «είχε έρθει μέχρι και ο Όρσον Γουέλς, ο μεγάλος Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης, τον οποίο μάλιστα μια κυρία μπέρδεψε με τον Μάνο Χατζιδάκι», όπου «αρκετές φορές είχε έρθει ο Ωνάσης» και όπου «το κοινό δεν διακρινόταν σε πράσινους, κόκκινούς ή μπλε», «η αδιαφορία της πολιτείας και πιο συγκεκριμένα της Ντόρας Μπακογιάννη όταν ήταν Δήμαρχος της Αθήνας» συνεχίζει να είναι επιδεικτικά χαρακτηριστική. Ούτε καν σε επίπεδο τιμητικής σύνταξης…






Στριμωγμένη στην οδό Θόλου, το ιστορικό σοκάκι της Πλάκας και πλάι στις εγκαταλειμμένες «Εσπερίδες», η «Απανεμιά» με τον Βαγγέλη Ντίκο στο τιμόνι της κρατάει ακόμα ψηλά τη σημαία της «μπουατικής» διασκέδασης. Τον χώρο ανοίγει το 1964 ο ηθοποιός Αρτέμης Μάτσας, ενώ από τη σαιζόν ’70-’71 περνάει στα χέρια του Ντίκου. Το 1977 ο Ντίκος κυκλοφορεί στην Columbia τα «Τραγούδια της Απανεμιάς», ένα δίσκο με 12 αντιπροσωπευτικά τραγούδια του χώρου και του κοινού του. Σήμερα, η συγκεκριμένη μπουάτ είναι ένας δημοφιλής χώρος ψυχαγωγίας, κόντρα στα σημεία των καιρών, και φιλοξενεί ένα μίγμα νέων αλλά και παλαιότερων καλλιτεχνών.. Με την εμπειρία δεκαπέντε χρόνων στη σκηνή της Απανεμιάς, ο Θεόφιλος Μήτσης παρατηρεί το κοινό: «με ενθουσιάζει ότι έρχεται πάρα πολύ νεολαία, η πλειοψηφία είναι ηλικίας 16-17 μέχρι 27-30 ετών. Τη δεκαετία του ’90 ήταν πιο λίγη η νεολαία, πιο μαζεμένη… Η νεολαία ξέρει τα τραγούδια, ακόμα και τραγούδια που δεν ακούγονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς». Ενώ ο Βαγγέλης Κορομηλής περιγράφει το στόχο που υπηρετεί η παρουσία του στην Απανεμιά: «να μνημονεύω και να υποστηρίζω τα τραγούδια και τους ποιητές που έγραψαν υγιή πράγματα. Η μπουάτ ‘Απανεμιά’ είναι μία όαση, ένας οίκος τέχνης. Ένα κρυφό σχολείο. Και θα γυρίσει πάλι εδώ το πράγμα. Αυτοί οι χώροι οι μικροί είναι οι ανθρώπινοι».

Οι «Βάτραχοι» στη Σόλωνος είναι νεότεροι της «Απανεμιάς», κρατάνε από το 1983 με πρωτεργάτη τον Γιώργο Αραπάκη, και από φέτος στο τιμόνι τους συνεχίζουν με τον τραγουδοποιό Μιχάλη Κλεάνθη. Ο Κλεάνθης έχει μακρά θητεία στο χώρο από το 1989, έχοντας περάσει και από τα σχολεία των «Εσπερίδων» και της «Απανεμιάς». Οι «Βάτραχοι» αυτοαποκαλούνται «ανεξάρτητος χώρος έκφρασης», χώρος που όμως αποπνέει άμεσα λίγο από το άρωμα των μπουάτ. Σε αυτόν έχουν παίξει κατά καιρούς ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Βασίλης Καζούλης, ο Δημήτρης Παναγόπουλος, ο Σταμάτης Μεσημέρης, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Νικόλας Άσιμος κ.ά. Ο Κλεάνθης μας περιγράφει το στίγμα του χώρου: «Δεν κρυβόμαστε πίσω από τα φώτα και τα ηχητικά τερτίπια της εποχής. Λέμε την αλήθεια έτσι όπως ακριβώς τη νιώθουμε. Εκφράζουμε όσο μπορούμε τον φρέσκο, τον ανήσυχο νου. Τα παιδιά που παίζουν δεν βιοπορίζονται αποκλειστικά από τη μουσική, έχουν όμως τέτοιο μουσικό επίπεδο που θα μπορούσαν να παίξουν άνετα σε οποιοδήποτε μουσικό σχήμα. Σήμερα στις παραστάσεις μας παίζουμε τραγούδια σύγχρονα (κυρίως τραγουδοποιών) αλλά και παλαιότερα… Γενικότερα πάντως μια μπουάτ για μένα είναι σαν να έρχεται κάποιος στο σπίτι σου και να τον κερνάς γλυκό σταφύλι και να του δίνεις ένα ποτήρι νερό. Να μη μεταχειρίζεσαι τους ακροατές ως πελάτες».

Οι μπουάτ, λοιπόν, αποτέλεσαν μία από τις πιο υγιείς, ζωντανές και άμεσες εκφάνσεις του ελληνικού τραγουδιού ως τρόπου ψυχαγωγίας και επικοινωνίας. Η αναγέννησή του κλίματος της μπουάτ, όχι ως μνημόσυνο και νεκρολογία αλλά ως σύγχρονη πρόταση με άποψη και λόγο ύπαρξης, είναι ένα ενδεχόμενο που μας γεννά χαρά και αισιοδοξία. Αν μη τι άλλο, ο αυθορμητισμός και η απλότητα των μουσικών «κουτιών» είναι στοιχεία που λείπουν από το τραγούδι μας, και από τις νυχτερινές του περιπλανήσεις σε μεγάλες πίστες και μουσικές σκηνές. Ο θόρυβος από τα πιάτα, τα ποτήρια και την οχλαγωγία των θαμώνων είναι στοιχείο αντίθετο της λογικής των μπουάτ. Η επιβίωση όσων λειτουργούν ακόμα και η διάδοση της αισθητικής τους σε ένα ευρύτερο κοινό είναι ένα στοίχημα που μπορεί και πρέπει να κερδηθεί. Αρκεί να βρεθούν τα σημεία συνάντησης με την τωρινή εποχή. Με τα λόγια του Διονύση Σαββόπουλου: «Άμα βρεις το κοινό στοιχείο που ενώνει εκατό ανθρώπους, μετά μπορείς να απευθυνθείς και σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό μου ‘μαθε η μπουάτ. Να ψάχνεις το κοινό στοιχείο».



Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Ιερά Οδός





«Ιερά Οδός». Οι καταπληκτικοί στίχοι είναι του πρωτοεμφανιζόμενου Δημήτρη Σαρρή, η μουσική και η ερμηνεία ανήκουν στον ανερχόμενο Πάνο Γαληνό, ενώ την ενορχήστρωση υπογράφει ο Θόδωρος Ντάρμας.

Πρόκειται για ένα τραγούδι που προσκαλεί τον ακροατή να σκεφτεί τη μοίρα όλων εκείνων των ερμηνευτών που απαρνήθηκαν το παρελθόν τους, υιοθετώντας τη φθορά και την ευκολία. Οι στίχοι του δείχνουν βαθιά γνώση για τα μυστικά του λόγου, αγάπη για το ελληνικό τραγούδι, και ειλικρινή αγωνία για ό,τι συμβαίνει κάθε βράδυ στις μεγάλες πίστες και στις μαρκίζες με τα φανταχτερά ονόματα. Επιπλέον, παρά την οξεία κριτική τους, οι στίχοι αντανακλούν σεβασμό για τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται.

Μακάρι η «Ιερά Οδός» να κυκλοφορήσει και σε δίσκο, και σύντομα. Και, μακάρι, να συνοδευτεί από μία πιο λιτή και «φυσική» ενορχήστρωση, που θα αναδεικνύει πάνω απ’ όλα τη φιλοσοφία αυτών των έξοχων στίχων. Σαν στοίχημα, μου φαντάζει τούτο το μεγάλο τραγούδι, που μπορεί με σχετική ευκολία να κερδηθεί.
ηρ.οικ.


ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ
Στίχοι: Δημήτρης Σαρρής
Μουσική-Ερμηνεία: Πάνος Γαληνός

Ανόητος ηλεκτρισμός και πλαστικά τραγούδια,
Δωμάτια, μικρόφωνα, θήκες κι επιγραφές
Μα πιο πολύ αταίριαστη η νιότη σου η καινούργια
Που όσα στολίδια φόρεσε τα φέρνει απ’ το χθες

Μια καλησπέρα σου ’φερα κι ένα πικρό αντίο
Της λύπης μου τα σύνεργα και τον εσπερινό
Για την παλιά τη μουσική και το βαρύ φορτίο
Που ξημερώματα σκορπάς στην Ιερά Οδό.

Της αμαρτίας το στρατί, το δίκοπο μαχαίρι
Δεν είναι πια τα όνειρα που έκανες παλιά
Είναι μια σκέτη μουσική κι ένα κακό χαμπέρι
Μα την ασχήμια δεν μπορείς να την γιατρέψεις πια

Μια καλησπέρα σου ’φερα κι ένα πικρό αντίο
Της λύπης μου τα σύνεργα και τον εσπερινό
Για την παλιά τη μουσική και το βαρύ φορτίο
Που ξημερώματα σκορπάς στην Ιερά Οδό.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Το κατά Νταλάρα "Θέλω να τα πω"



ΤΟ ΚΑΤΑ ΝΤΑΛΑΡΑ «ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΑ ΠΩ»
Ξετρύπωσα σήμερα, μετά από καιρό, λίγο χρόνο για να ξανακούσω μερικά διαλεχτά cd, από αυτά που μας προσφέρει γενναιόδωρα ο κυριακάτικος τύπος στην Ελλάδα. Θεοδωράκης και Χατζιδάκις στην «Καθημερινή», Νταλάρας στο «Βήμα», Αλεξίου και Αρβανιτάκη στο «Έθνος». Άπό τον πρώτο κιόλας δίσκο, το αριστουργηματικό «Θέλω να τα πω» του Άκη Πάνου, τέθηκα εκτός μάχης!

Έχουμε και λέμε: ο Γιώργος Νταλάρας πείραξε τον ήχο και την ενορχήστρωση, ξανατραγούδησε κάποια από τα τραγούδια, αφαίρεσε όργανα, προσέθεσε άλλα δικά του, και όλα αυτά διατηρώντας το ίδιο εξώφυλλο με τον ιστορικό δίσκο που κυκλοφόρησε ο Άκης Πάνου το 1982. Άλλα όργανα, άλλες ερμηνείες, άλλη μίξη, ίδιο εξώφυλλο, και όλα αυτά με πρωτοβουλία όχι του δημιουργού αλλά του ερμηνευτή!

Συμφωνεί ο δημιουργός με αυτές τις αλλαγές; Λίγο δύσκολο να το μάθουμε, εφόσον ο Πάνου έχει φύγει από κοντά μας εδώ και χρόνια. Μιλάμε για ένα συμβάν τόσο απίστευτο, τόσο αλλόκοτο, τόσο εξωπραγματικό, που δεν υπάρχουν και πολλά να πει κανείς. Ας δούμε όμως τι λέει ο ίδιος ο Νταλάρας στο σημείωμά του:

«Ακούγοντας ξανά, μετά από 30 χρόνια, τα πολυκάναλα του δίσκου, αισθάνθηκα την ανάγκη να δουλέψω από την αρχή τις μείξεις, να διαλέξω κάποιες διαφορετικές ερμηνείες από τις ηχογραφήσεις εκείνης της εποχής και να αντικαταστήσω όργανα και ήχους, που δεν ακούγοντας στ’ αυτιά μου σήμερα όπως θα άξιζε σ’ αυτά τα τόσο σημαντικά λαϊκά τραγούδια.

Τα χρόνια περνάνε, οι απόψεις μας αλλάζουν, οι απαιτήσεις μας μεγαλώνουν και οι αναζητήσεις μας στρέφονται αλλού… Είναι και οι νεότερες γενιές πια, που έχουν άλλη παιδεία σε ό,τι αφορά την παραγωγή του ήχου…

Ό,τι κάναμε είναι για καλό, νομίζω…

Στην «καινούργια» εκδοχή παίζει ο Νίκος Ζέρβας πιάνο, ακορντεόν και πλήκτρα και εγώ κιθάρα, μπαγλαμά και κρουστά.

Η συμβολή του Νίκου Ζέρβα και του ηχολήπτη Ηλία Λάκκα ήταν καθοριστική.

Τους ευχαριστώ ιδιαίτερα…»
Γιώργος Νταλάρας

Ο Νταλάρας με αφοπλιστική ειλικρίνεια μας προσκαλεί να ξεχάσουμε την ελληνική δισκογραφία και την ιστορία της, και να την ξαναθυμηθούμε σύμφωνα με τις δικές του ορέξεις. Οι «απόψεις μας», οι «απαιτήσεις μας» και οι «αναζητήσεις μας», δηλαδή οι απόψεις, οι απαιτήσεις και οι αναζητήσεις του Νταλάρα θα καθορίζουν από εδώ και πέρα τη μοίρα της ελληνικής δισκογραφίας, εφόσον ο μεγάλος έλληνας ερμηνευτής δεν ξαναγράφει μόνο την ιστορία αυτής της δισκογραφίας, αλλά και την ίδια τη δισκογραφία, κυριολεκτικά!

Για όσους ενδιαφέρονται, ιδού και μία ψύχραιμη αποτίμηση του όλου εγχειρήματος, από τον Τάσο Καραντή και το e-orfeas.gr, ΕΔΩ
ηρ.οικ.

ΥΓ(1): Ιδιαίτερα κατατοπιστικό το σημείωμα του άξιου μουσικοκριτικού Γιώργου Τσάμπρα στο ένθετο, κι ας μην περιστρέφεται γύρω από τις παρεμβάσεις του Νταλάρα.

ΥΓ(2): «Στην πρώτη έκδοση (Μάριος 1982) ακούγονταν ακόμα ο Νύσσος Πανταζής (μπάσο), ο Μάρκος Αλεξίου (πιάνο σε 2 τραγούδια) και ο Ανδρέας Τσέγας (όργανο και συνθεσάιζερ)». Ακούγονταν… δεν ακούγονται.

ΥΓ(3): Εκείνα τα πολυκάναλα του «Άξιον Εστί», και τα άλλα της «Λαϊκής Αγοράς», πότε θα τα «πειράξουμε» βρε παιδιά;

Η νέα μουσική γενιά



Η νέα μουσική γενιά


των Σπύρου Αραβανή και Ηρακλή Οικονόμου
(Περιοδικό "Δίφωνο", Δεκέμβριος 2008, τ. 157)


"Η περιοδολόγηση σε γενιές -ήγουν σε συνήλικες, συμπορευόμενους- μου επιτρέπει να επισημάνω αρχικά τους κοινούς τόπους τους, τις συγκλίσεις τους και αμέσως έπειτα τις αποκλίσεις τους, ώστε με την εικόνα της γενιάς να εικονογραφούνται όλες οι τάσεις τής συγκεκριμένης εποχής".


Τα λόγια αυτά του κριτικού λογοτεχνίας Αλέξανδρου Αργυρίου δίνουν το στίγμα του πώς θα πρέπει να ανιχνεύσουμε τη νέα – κυρίως πρωτοεμφανιζόμενη ή με λίγα χρόνια παρουσίας - μουσική γενιά στο χώρο της «έντεχνης» μουσικής. Βασικό κριτήριο, όπως υποστηρίζει ο Αργυρίου, είναι η ηλικία, χρησιμοποιώντας έτσι τον όρο «γενιά» όχι τόσο ως ειδολογικό ή αξιολογικό προσδιορισμό, αλλά ως συγχρονική παράμετρο μέσω της οποίας μπορεί κανείς να σκιαγραφήσει και την ίδια την εποχή. Με βάση αυτή τη συλλογιστική, η νέα μουσική γενιά, οι νέοι καλλιτέχνες, δηλαδή, των τελευταίων χρόνων (μέσος όρος ηλικίας 25-30) εκπροσωπούν και την εικόνα αυτής της εποχής: είναι πολύαριθμοι, πολυπρόσωποι και πολυπολιτισμκοί, ωστόσο μοιάζουν ακόμη με ένα σιωπηρό ποτάμι που κινείται μάλλον υπογείως – και διαδικτυακώς - χωρίς να έχει καταφέρει ακόμη να ταράξει με τον παφλασμό του την ησυχία περισσότερων γειτόνων που είναι και το ζητούμενο. Η σκέψη που διατύπωσε δημόσια ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας στο φετινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ότι και οι ίδιοι, οι παλαιότεροι δημιουργοί, τα τελευταία χρόνια δεν έχουν δώσει αριστουργήματα μπορεί να λειτουργεί εν μέρει αθωωτικά για τους νέους καλλιτέχνες  τους χρεώνει όμως και ένα «δύσκολο» μέλλον, αφού φαίνεται να βαθαίνει το χάσμα με εποχές «καλής» σοδειάς που λειτουργούσαν ανατροφοδοτικά. Τι σημαίνουν όλα αυτά όμως στην πράξη;



Κατ’ αρχήν, μεσούσης της δισκογραφικής κρίσης οι νέες παραγωγές συνεχίζουν να καταφθάνουν ακόμα στα δισκοπωλεία με ένα σχετικά γρήγορο ρυθμό. Μιλώντας με αριθμούς, από τις σελίδες, για παράδειγμα της δισκοκριτικής του Διφώνου, για το 2008, πέρασαν πάνω από 20 δίσκοι πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών και ερμηνευτών –εκτός των συγκροτημάτων- αριθμός ασφαλώς άξιος παρατήρησης. Αν υπολογίσουμε σε αυτούς και τους δίσκους των καλλιτεχνών που ήδη είχαν μια μικρή δισκογραφική παρουσία, και κινούνται στην ίδια ηλικιακή περίοδο, καθώς και τους καλλιτέχνες που δεν έχουν ακόμη βρει το δρόμο στη δισκογραφία ωστόσο η παρουσία τους στις μικρές μουσικές σκηνές είναι τακτική και κάτι περισσότερο από «μια μόνο βραδιά για φίλους». τότε ο αριθμός ανεβαίνει και άλλο, συνεπώς εμφανίζει υπολογίσιμη δυναμική, τουλάχιστον ποσοτικά. Από αυτές τις παραγωγές τώρα γίνεται η διαλογή από τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς και τις play lists τους, καθώς και από τους δημοσιογράφους. Κυρίως όμως, η διαλογή γίνεται από την αντοχή και το πείσμα του ίδιου του καλλιτέχνη -βλέπε live- και το ένστικτο του κοινού. Για παράδειγμα ο πρώτος προσωπικός δίσκος της Δανάης Παναγιωτοπούλου Οίκος αντοχής (Καθρέφτης, 2006) είχε ηχογραφηθεί αρκετό καιρό πριν κυκλοφορήσει, και παρουσιαζόταν ζωντανά επίσης για αρκετό καιρό. "Διαλέξαμε", μάς λέει η Παναγιωτοπούλου, "να γίνει έτσι και να μη ψάξουμε για κάποιον παραγωγό να μας «αναλάβει». Άλλωστε ο δίσκος ποτέ δεν ήταν αυτοσκοπός, δεν το βλέπαμε σαν το τέρμα μιας διαδρομής. Η πραγματική ανταλλαγή γίνεται ζωντανά, από κοντά, και ο δίσκος άνοιξε αρκετά αυτό το τοπίο".


Για να φτάσουν βέβαια οι καλλιτέχνες στο σημείο της έκδοσης της δουλειάς τους  ακολουθείται εν πολλοίς είτε ο παλιός δρόμος –έκδοση από εταιρεία μέσω παραγωγού-λαγωνικού- είτε ο «αντάρτικος» –αναλαμβάνω μόνος μου την παραγωγή και η εταιρεία τη διανομή-διαφήμιση- είτε ο εναλλακτικός όπως το myspace music. Εδώ όμως θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα και ο δρόμος που ανοίγουν σε νέους, ορισμένοι παλαιότεροι δημιουργοί  αναλαμβάνοντας την παραγωγή του δίσκου τους ή «βάζοντας πλάτη» για αυτούς στην εταιρεία με την οποία και οι ίδιοι συνεργάζονται. Οι περιπτώσεις δεν είναι λίγες: Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Απόστολος Ρίζος και το άλμπουμ του Ένας κύκνος κλαίει (Minos Emi, 2000) ο οποίος τονίζει: Η είσοδός μου στην δισκογραφία συνέβη  εξαιτίας του Νίκου Ζούδιαρη, που με πίστεψε και με επέλεξε ως ερμηνευτή των καινούργιων του τότε τραγουδιών. Ξεχωρίζω επίσης την έμπρακτη υποστήριξη απέναντί μου του Χρήστου Θηβαίου και του Αλκίνοου Ιωαννίδη. Ανάλογα παραδείγματα έχουμε με το δίσκο του Νίκου Χαλβατζή Πλάνο εξόδου (Lyra, 2006) παραγωγής Σωκράτη Μάλαμα, του Στάθη Δρογώση Ο χειμώνας δεν θα ‘ρθει (ΕΜΙ, 2003) και του Δημήτρη Αρναούτη Το πρώτο μου άλμπουμ (Lyra, 2008) παραγωγής Μανώλη Φάμελλου, της Ζωής Παπαδοπούλου Κρύσταλλα κόκκινα φιλιά (Mercury Universal, 2005) παραγωγής Χαρούλας Αλεξίου, της Βασιλικής Καρακώστα Η σβούρα (Sony BMG, 2008) παραγωγής Νίκου Πορτοκάλογλου, του Λεωνίδα Μαριδάκη (Αβάδιστα, Mercury Universal, 2005) παραγωγής Νίκου Ξυδάκη και άλλων.

Βεβαίως οι καθιερωμένοι καλλιτέχνες δεν είναι πάντα το ίδιο πρόθυμοι ή διορατικοί ώστε να βοηθήσουν ένα νέο δημιουργό να προβάλλει τη δουλειά του όπως φαίνεται και από την περίπτωση του Θέμη Καραμουρατίδη, συνθέτη των cd single «Εν λευκώ» και δίσκου «Μέχρι το τέλος η ψυχή» (Μικρή Άρκτος, 2007, με την ερμηνεία της Νατάσσας Μποφίλιου και τους στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου): Έστειλα ένα ντεμο με τραγούδια σε μια μεγάλη Ελληνίδα τραγουδίστρια και στην Ακρόαση της Μικρής Άρκτου του Παρασκευά Καρασούλου. Ανταπόκριση βρήκα από τον δεύτερο… Χαρακτηριστική είναι και η αντίδραση ενός άλλου νέου συνθέτη, του Μιχάλη Ανδρονίκου (Απ΄ τη στεριά, το νερό και τον αέρα, Lyra, 2008): Οι προηγούμενες γενιές δημιουργών; Ας μιλήσουμε για κάτι πιο ευχάριστο! Ο Θόδωρος Αντωνίου είναι ο μόνος πού με βοήθησε. Ως δάσκαλος είχε την ευφυΐα να με "ξεβολέψει" ώστε να δω πράγματα πού δεν μπορούσα ούτε να φανταστώ. Αρνητικά διακείμενος για την προηγούμενη γενιά παρουσιάζεται και ο Στέλιος Μποτωνάκης (με δυο άλμπουμ στο ενεργητικό του, πιο πρόσφατο τα Πρόσωπα, X.ART.ICI, 2006): Ηθικά και υλικά δεν με υποστήριξε απολύτως κανείς δημιουργός της προηγούμενης γενιάς. Ευχαριστώ μόνο τη Μελίνα Κανά, που στον πρώτο μου δίσκο έκανε μια συμμετοχή. Κάποιοι άλλοι, τέλος, νέοι δημιουργοί όπως ο Θέμος Σκανδάμης, (Μακροβούτι, Καθρέφτης, 2008) δεν έχουν ξεκάθαρη γνώση της αντιμετώπισής τους από τους "παλιούς": "Δεν έχω ακόμα μία σαφή εικόνα για το πώς με αντιμετωπίζουν οι προηγούμενες γενιές, αλλά αν τις συναντήσετε, ρωτήστε τις γιατί πραγματικά θα ήθελα να ξέρω. Πάντως σε γενικές γραμμές το feedback που έχω είναι θετικό. Με στήριξαν και με στηρίζουν ακόμα πολύ, ηθικά και πρακτικά, η Μάρθα Φριντζήλα και ο Βασίλης Μαντζούκης".


Η νέα γενιά του τραγουδιού, επικοινωνιακά, είναι αναμφισβήτητα η γενιά του διαδικτύου, όπως προηγούμενες γενιές, κυρίως οι τραγουδοποιοί του ’90 ήταν του ραδιοφώνου… "Η γενιά αυτή δεν έχει όνομα (σε αντίθεση με τις προηγούμενες και τις επόμενες)", αναφέρει ο συνθέτης Φίλιππος Περιστέρης, (Κυριακοδρόμιο, Καθρέφτης 2008)  "και στο ρουν της σύγχρονης ιστορίας κοιμήθηκε με ασπρόμαυρη τηλεόραση και ξύπνησε με ADSL Internet. Αυτό φυσικά δε θα μπορούσε να παραμείνει εκτός της τέχνης που δημιουργεί αυτή η γενιά". Μέσω των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, οι νέοι καλλιτέχνες γνωρίζονται μεταξύ τους και σχηματίζουν σταδιακά ένα υπολογίσιμο κοινό, ενημερώνοντας ο ένας τον άλλον για επόμενες συναυλίες, κυκλοφορίες, κλπ. Ταυτόχρονα, αποκτούν τη δυνατότητα δωρεάν αυτό-προβολής-διαχείρισης του έργου τους, ανεβάζοντας τα τραγούδια τους στο διαδίκτυο και προσελκύοντας επίδοξους παραγωγούς και ακροατές. Ο Κωστής Μαραβέγιας (Maraveyas illegal, Cantini, 2007), από τους πλέον ενεργούς χρήστες του διαδικτύου και με διαδικτυακό φαν-κλαμπ στις συναυλίες του, αναφέρει χαρακτηριστικά: "Το κοινό που μας ακολουθεί δεν μαθαίνει από την τηλεόραση για τα live και τους δίσκους που κυκλοφορούν. Πιο εύκολα θα μας κάνουν google παρά θα ανοίξουν την tv. Οπότε με μια καλή οργάνωση στο ίντερνετ η επικοινωνία και η προβολή γίνεται ευκολότερη από ποτέ". Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι-μάλλον ελάχιστοι πια δημιουργοί- που δεν ασχολούνται με το νέο αυτό «άθλημα». Ενδεικτικά είναι τα λόγια του Στέλιου Μποτωνάκη: "Σίγουρα το διαδίκτυο βοηθάει πολύ τα νέα συγκροτήματα και τους νέους καλλιτέχνες. Είναι ο νέος τρόπος της μουσικής πληροφορίας και όχι μόνο. Έχω site και myspace που μου έχουν δημιουργήσει φίλοι, αλλά εγώ, δυστυχώς, δεν ασχολούμαι...Πόσο εύκολο είναι να προβληθούν δουλειές στην Ελλάδα, που δεν είναι mainstream; Άλλωστε τα mass media συνήθως δεν προβάλουν, αλλά επιβάλουν αυτό που τους είναι αρεστό. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν ραδιόφωνα και περιοδικά που προσπαθούν να προβάλουν δουλειές που δεν είναι mainstream, όπως εσείς παραδείγματος χάριν, αλλά δυστυχώς είστε λίγοι!" Τέλος, υπάρχει και η «αντίθετη» άποψη για το διαδίκτυο. Ο Φίλιππος Περιστέρης τονίζει: "Το διαδίκτυο αποτελεί σαφέστατα ένα πεδίο δράσης και αλληλοεπίδρασης, ωστόσο πλέον κι αυτό λειτουργεί ολοένα και περισσότερο κατά το μοντέλο της τηλεόρασης, του ραδιόφωνου κλπ, δηλαδή συγκεντρώνει τη μάζα στο μαζικό και αυτό-αναπαράγεται".


Σε κάποιο βαθμό, η διαδικτυακή αυτή έκρηξη παρακάμπτει τον παραδοσιακό δρόμο έκδοσης ενός δίσκου, χωρίς όμως να τον ακυρώνει. Η κρίση της αγοράς συνιστά κομβικό χαρακτηριστικό των συνθηκών ανάδειξης (και) αυτής της γενιάς. Ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης (Φυσάει αλλιώς εδώ ο αέρας, Μικρή Άρκτος, 2007) αναφέρει σχετικά: "Ανήκω σε μια γενιά μουσικών που έχει να αντιμετωπίσει μια βαθιά κρίση της δισκογραφίας και συνεπώς και της μουσικής παραγωγής γενικότερα. Έχει δηλαδή να αντιμετωπίσει νέα δεδομένα και να βρει νέους τρόπους επαφής με το κοινό". Οι νέοι δημιουργοί αφουγκράζονται την κρίση της δισκογραφίας με προβληματισμό και βλέπουν στο διαδίκτυο έναν κρίσιμο παράγοντα επιρροής των δισκογραφικών πραγμάτων. Ο Απόστολος Ρίζος θυμάται την περίοδο από το 2000 και μετά: "Ήταν οι τελευταίες μέρες μιας κατάστασης-μηχανισμού που άρχισε να έχει μια φθίνουσα πορεία σε όλα τα επίπεδα. Σήμερα νιώθω πως δεν ορίζεται ξεκάθαρα η μορφή της και η συμπεριφορά της. Διανύουμε μια περίοδο σύγχυσης και αναδιαμόρφωσης. Η ύπαρξη και η εξέλιξη του διαδικτύου επηρέασε και θα επηρεάσει καταλυτικά".


Μουσικά, οι περισσότεροι από τους νέους καλλιτέχνες συγκλίνουν στη φόρμα της ροκ μπαλάντας, όπως τη διδάχθηκαν από τους προγενέστερους τους, ιδιαίτερα από τους τραγουδοποιούς της γενιάς του '90 και από ξένους δημιουργούς όπως ο Bob Dylan και ο Leonard Cohen. Κάποιοι «θαρραλέοι» δεν διστάζουν να αναφέρουν ως επιρροές τον Μάνο Λοΐζο και τον Δήμο Μούτση, η απουσία όμως ονομάτων της γενιάς του ’60 είναι χαρακτηριστική, όπως και η μη αναφορά-μουσική παρουσία στους δίσκους τους των δυο μεγάλων μας συνθετών, του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι. Καθολική είναι και η απουσία του λαϊκού ήχου σε αντίθεση π.χ. με τον Βαγγέλη Γερμανό ο οποίος εν έτει 1984 τοποθετησε εμβόλιμα στον καινοτόμο δίσκο Βραχυκύκλωμα το λαϊκότροπο Καναπεδάκι. Οι παραδοσιακές επιρροές είναι μεν εμφανείς, πηγάζουν όμως σχεδόν μόνο από τον τρόπο που τις αφομοίωσε και τις παρουσιάζει στους δίσκους και στις εμφανίσεις τους το δίδυμο Θανάσης Παπακωνταντίνου - Σωκράτης Μάλαμας. Ο άσσος στο μανίκι των νέων δημιουργών είναι μάλλον τα ακούσματά τους από τη σύγχρονη παγκόσμια μουσική σκηνή, καθώς περισσότερο από ποτέ οι διεθνείς δίαυλοι επικοινωνίας – διαδίκτυο και αθρόα έλευση ξένων καλλιτεχνών στην Ελλάδα - λειτουργούν δημιουργικά. Ενδεικτικά, η Νικολέττα Αναστασίου στον δίσκο Drom (Καθρέφτης, 2008) διασκευάζει τσιγγάνικες μελωδίες και ο "ilegal" Κωστής Μαραβέγιας αυτο-προσδιορίζεται ως μέλος της Μεσογειακής μουσικής οικογένειας και μπιτάρει με σκα και ρέγγε στα χνάρια του Manu Chao. Αντίστοιχα, οι νεοαφιχθείσες γυναίκες τραγουδοποιοί Μόνικα (Αvatar, Archangel Music, 2008), Ολγα Κουκλάκη (Getalife, F-Communications-EMI, 2008), Αθηνά Ανδρεάδη (Breathe With Me, Sony-BMG, 2008) κινούνται στην ρυθμική κιθαριστική ποπ, στο new wave και στην ελεκτρόνικα.


Στιχουργικά, οι νέοι δημιουργοί γράφουν μάλλον απλά, καθημερινά, επικεντρωμένοι κυρίως στις διαπροσωπικές σχέσεις και στα συναισθηματικά αδιέξοδα της πόλης. Η μελοποίηση ποιημάτων δεν αποτελεί πρωτεύον στοιχείο στους δίσκους τους, γεγονός που μπορεί να οφείλεται στην έλλειψη ενδιαφέροντος προς αυτό, στο φόβο της έκθεσής τους σε έναν εξεζητημένο και απαιτητικό λόγο, ή απλά στο ότι οι προηγούμενες γενιές κυριολεκτικά «στράγγισαν» τα ποιήματα και ορισμένους ποιητές. Πάντως, δεν λείπουν και κάποιες άμεσες, ξεκάθαρες πολιτικές αναφορές, σε πλήρη αντίθεση με μια κάποια κοινωνική αοριστολογία που συναντάμε στη γενιά του '90 - με την εξαίρεση του Φοίβου Δεληβοριά. Ας πούμε, πολύ δύσκολα θα συναντούσε κάποιος δέκα χρόνια πριν την αναφορά της Δανάης Παναγιωτοπούλου στη μούσα της VPRC και στις φούσκες απάνω στο δείκτη ή το στίχο του Θέμου Σκανδάμη, Vovos αυτός ο Babis γύρω μου κι εντός. Γενικά, είναι αναγνωρίσιμες μια σχετική κούραση από την κυριαρχία της εσωστρεφούς σχολής που πρώτη εγκαινίασε η Λίνα Νικολακοπούλου, και μια τάση όξυνσης των κοινωνικο-πολιτικών αντανακλαστικών που παραπέμπει στη στιχουργική αμεσότητα ενός Κώστα Τριπολίτη, ή και ενός Μανώλη Ρασούλη. Αυτή η όξυνση όμως συνοδεύεται από χιούμορ, έχοντας ως ένα βαθμό εγκαταλείψει το διδακτισμό παλαιότερων εποχών. Τα λόγια του Λεωνίδα Μαριδάκη δίνουν ακριβώς αυτό το στίγμα: "Υπάρχει ένα νέο ρεύμα που όταν χρειάζεται γίνεται  αιρετικό, παιγνιώδες, πολιτικό και μουσικά είναι ανοιχτό σε αυτό που συμβαίνει σήμερα στον πλανήτη. Η μεγάλη διαφορά είναι πως αντί για μελαγχολικά και θρηνητικά τραγούδια για την ήττα της Αριστεράς, την προδοσία, τη μοναξιά κ.τ.λ. ξαναπροσεγγίζει την κοινωνική και ερωτική μας πραγματικότητα με θεατρικότητα, χιούμορ και προσδοκία. Εκεί, μπορούμε να συναντήσουμε ιστορίες σε καλά ελληνικά που να αρέσουν στους νέους, αυτοσαρκασμό, αλλά και μουσικές φόρμες ασυνήθιστες για τα ελληνικά πράγματα που μπορούν όμως να περάσουν το σημερινό μήνυμα στον κόσμο". Χαρακτηριστικό δείγμα ο απρόβλεπτος στίχος: "Ας τη μαζέψουν τη χαρά από το δήμο/ μη μου γελάς, μη μου κολλάς γιατί είμαι emo" που τραγουδά στον πρώτο του δίσκο, σε στίχους Γιάννη Μαύρου, ο Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος (Γαμώ την καταδίκη μου, 7 Επτά, 2008).


Η ερμηνεία και η σκηνική παρουσία, είναι θα λέγαμε το δεύτερο, μετά τις παγκοσμιοποιημένες μουσικές επιρροές, πλεονέκτημα αυτής της γενιάς καθώς τα τελευταία χρόνια αρκετοί νέοι καλλιτέχνες (ενδεικτικά: Νατάσσα Μποφίλιου, Ελεονώρα Ζουγανέλη, Γιάννη Χαρούλης, Πάνος Μουζουράκης, Κωστής Μαραβέγιας, Λεωνίδας Μπαλάφας) έδειξαν πως η σκηνή λειτουργεί για αυτούς αναδραστικά και προκάλεσαν αίσθηση είτε με τη φωνή τους είτε με το αεικίνητο και νευρώδες της παρουσίας τους. Με άλλα λόγια θα λέγαμε πως το στατικό στήσιμο ορισμένων παλαιότερων καλλιτεχνών, φαίνεται σιγά σιγά να παραμερίζεται. Σε αυτό βεβαίως συμβάλλει και το νεαρότερο της ηλικίας τους αλλά και ο ρυθμικός ήχος των τραγουδιών τους.

*****
Εκτός όμως από κάποια αδρά καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά, η νέα γενιά μοιράζεται –με λίγες εξαιρέσεις- και τους ίδιους χώρους στους οποίους παρουσιάζει ζωντανά τη δουλειά της, τις μικρές, δηλαδή, μουσικές σκηνές. Και όταν λέμε μικρές, εννοούμε...πολύ μικρές! Προοριζόμενες για όχι παραπάνω από 100-120 άτομα,-με ορισμένες πιο «ευρύχωρες» εξαιρέσεις που λειτουργούν όμως ακόμα με τη «ρομαντική» νοοτροπία- αυτοί οι πυρήνες που σταδιακά αρχίζουν να εξαπλώνονται στην Αθήνα αποτελούν μια απάντηση στα αχανή μαγαζιά με τις φανταχτερές μαρκίζες που παραδοσιακά κυριαρχούν στην αθηναϊκή νύχτα. Με καταγωγή από τις υπό εξαφάνιση μπουάτ, οι μικρές σκηνές έχουν ήδη έλξει το δικό τους κοινό, δίνοντας βήμα στους νέους τραγουδοποιούς. Αλλά και οι νέοι καλλιτέχνες έχουν αντίστοιχα αγκαλιάσει τους χώρους αυτούς, θεωρώντας τους συγγενείς με τη δική τους αισθητική. Η νέα τραγουδοποιός Μαρία Παπαγεωργίου, που έχει επιλέξει τέτοιους χώρους, μας δήλωσε: "Μου αρέσουν οι μικρές μουσικές σκηνές, όπου μπορεί κάποιος να παίξει με καθαρό ήχο και σε χαμηλές εντάσεις. Σε μικρούς χώρους έρχεσαι και σε καλύτερη επαφή με τον κόσμο. Είναι σημαντικό η μουσική σκηνή να έχει το προσωπικό της στίγμα και να επιλέγει με αυστηρά αισθητικά κριτήρια τα σχήματα που θα φιλοξενήσει". Πλάι στα αισθητικά κριτήρια, οι νέοι δημιουργοί φαίνεται να εμφανίζουν μια ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς το ύψος του εισιτηρίου του μαγαζιού. Για τον Στέλιο Μποτωνάκη, "ένα θέμα σημαντικό είναι η φθηνή τιμή του εισιτηρίου, γιατί οι νέοι άνθρωποι δεν έχουν χρήματα πλέον για να τα ξοδεύουν" όπως και για τη Νικολέττα Αναστασίου η οποία θέλει "κατά αρχήν να είναι ανθρώπινος ο χώρος, να σέβεται αυτούς που βρίσκονται στη σκηνή αλλά και τον κόσμο που έρχεται... να έχει καθαρά ποτά και μία λογική τιμή στην είσοδο".

Η πληρωμή των καλλιτεχνών γίνεται συνήθως με ποσοστό επί των εισιτηρίων, αλλά η έμφαση στη διατήρηση της τιμής σε χαμηλά επίπεδα δεν ερμηνεύεται με βάση το στενό υλικό συμφέρον. Οι μικρές μουσικές σκηνές αποτελούν αυτή τη στιγμή το κύριο σημείο συνάντησης μιας ολόκληρης μουσικής γενιάς με το κοινό της. Οι μπουάτ δεν υπάρχουν πια, τα παλλόμενα στάδια τελείωσαν, οι συναυλίες είναι για το καλοκαίρι, και οι μεγάλες αίθουσες δεν στηρίζονται σε νέα ονόματα. Στις μικρές σκηνές οι καλλιτέχνες δεν βρίσκουν μόνο μια πηγή εσόδων, αλλά και την απαρχή μιας νέας συλλογικότητας και ενότητας δημιουργού και κοινού. Η απαίτηση των καλλιτεχνών για χαμηλό εισιτήριο αντανακλά αυτή την προσδοκία.


Η αισθητική των μικρών μουσικών σκηνών διέπεται από μία βασική αντίληψη γύρω από τη σχέση καλλιτέχνη και κοινού: και οι δύο πρέπει να επικοινωνούν άμεσα. Χαρακτηριστικά, ο υπεύθυνος του "Πυρήνα" (Μιχαλακοπούλου & Διοχάρους 11, Χίλτον)  Γιάννης Κασσίμης αναφέρει ότι επιδιώκει τη δημιουργία "μιας ατμόσφαιρας όπου ο καλλιτέχνης και ο κόσμος είναι κοντά, σε επαφή, ώστε να μπορεί να υπάρξει ανταλλαγή συναισθημάτων, απόψεων, ιδεολογιών, ακόμα και χωρίς να μιλήσει κάποιος. Γι’ αυτό και ο κόσμος κυκλώνει τη σκηνή". Η εσωτερική διακόσμηση των μικρών σκηνών είναι συνήθως λιτή, με σκοπό την διοχέτευση της προσοχής του κοινού προς τη σκηνή. Η προσδοκόμενη ατμόσφαιρα πρέπει να διέπεται από ζεστασιά και οικειότητα. Ταυτόχρονα, και ο ήχος κινείται σε επίπεδα συμβατά με την ανθρώπινη κλίμακα. Η Βίκυ Παρασκευοπούλου από το "Τσάι στη Σαχάρα" (Λαοδικείας 18, Ιλίσια) είναι σαφής: "απευθυνόμαστε σε ένα κοινό που επιλέγει να ακούσει και να σιγοτραγουδήσει μαζί με τον καλλιτέχνη τους στίχους... τίποτα δεν είναι εκκωφαντικά ενοχλητικό κι ο κόσμος ξέρει ότι έρχεται για να ακούσει". 


Η σύνδεση της νέας γενιάς των τραγουδοποιών με τις μικρές μουσικές σκηνές δεν είναι μόνο αισθητική επιλογή, αλλά και υλικο-τεχνική ανάγκη. Από τη μία, τα μικρά μαγαζιά δεν μπορούν να καλύψουν τις οικονομικές απαιτήσεις των "μεγάλων ονομάτων". Από την άλλη, οι νέοι και λιγότερο εμπορικοί καλλιτέχνες δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές προσδοκίες μεγαλύτερων μαγαζιών. Έτσι, μένουν και οι δύο πλευρές σχετικά ευχαριστημένες. Στα πλαίσια αυτής της "αλληλλεγγύης", οι άνθρωποι των μικρών μουσικών σκηνών φαίνεται να συμμερίζονται τις δυσκολίες ανάδειξης και προβολής της νέας γενιάς. Ο ιδιοκτήτης της "Αυλαίας", (Αγ. Όρους 15 & Κωνσταντινουπόλεως, Βοτανικός), Άρης Μπατρής μας είπε χαρακτηριστικά: "Είτε δημιουργούν πάνω σε παραδοσιακές φόρμες, είτε πειραματίζονται, είτε επιχειρούν ενδιαφέρουσες μίξεις με φυσικά όργανα ή τεχνολογικά στοιχεία, οι νέοι δημιουργοί δίνουν νέα πνοή στη μουσική...Το δύσκολο είναι να αναγνωριστούν και ακόμη πιο δύσκολο να καθιερωθούν. Υπάρχει πληθώρα αξιόλογων νέων μουσικών αλλά δυστυχώς όχι μεγάλη υποστήριξη".


Παρόμοια προβλήματα προβολής εμφανίζουν όμως και οι μικρές σκηνές, εξαιτίας της μικρής χωρητικότητας σε κόσμο αλλά και της σχετικά μικρότερης αναγνωρισιμότητας των νέων καλλιτεχνών που φιλοξενούν. Σε σχέση με ένα μεγάλο μαγαζί, αλλάζουν χέρια πιο γρήγορα ή απλά κλείνουν. Παράλληλα, τα κριτήρια αντιμετώπισής τους από την πολιτεία είναι τα ίδια με εκείνα των μεγάλων μαγαζιών, και στο "Μπαράκι του Βασίλη" (Διδότου 3, Κολωνάκι),  ο ιδιοκτήτης του Βασίλης Τσουπίδης ακούγεται οργισμένος: "Είμαστε υπό διωγμό. Έχουμε αντιμετώπιση από την Εφορία και τον Δήμο λες και είμαστε μεγάλη βιομηχανία. Οι μικροί επαγγελματίες περνάνε πολύ δύσκολα. Όλοι λένε ότι θα δώσουν ανάσα στα μικρά επαγγέλματα. Εγώ θηλειά βλέπω, ανάσα δεν βλέπω". Οι δυνατότητες προβολής και διαφήμισης είναι ανάλογες του μεγέθους των σκηνών. Το κοινό -ως επι το πλείστον ηλικίας 25-35 ετών, είναι μεν σταθερό αλλά περιορισμένο, και λειτουργεί πολλές φορές και ως μέσο διαφήμισης, όπως μας λέει ο Κώστας Καρτελιάς, ιδιοκτήτης του Άλεκτον (Σφακτηρίας 23, Κεραμεικός): "Ο χώρος στηρίζεται στα μέλη του και συνήθως, ως προβολή,  λειτουργεί το «από στόμα σε στόμα». Έτσι και οι εκδηλώσεις του «Άλεκτον» στηρίζονται σε καλλιτέχνες-μέλη και τις περισσότερες φορές είναι δωρεάν".


Η τηλεόραση με τους κάπως...ιδιότυπους κανόνες της βρίσκεται σχεδόν εξ' ορισμού εκτός του ορίζοντα αυτών των σκηνών, αλλά και η επαφή με το ραδιόφωνο δεν είναι πάντα ρόδινη. Όπως μας τονίζει η Βίκυ Παρασκευοπούλου, "σχεδόν κανείς δεν προσφέρει προβολή χωρίς χρήματα, λίγα η πολλά. Κάποιοι φιλότιμοι παραγωγοί ραδιοφώνων προσπαθούν να πληροφορήσουν τον κόσμο αλλά κι αυτοί λιγοστεύουν". Ως προς τη σχέση χρήματος και προβολής, ίδια γνώμη εκφέρει η Ελευθερία Ανδρονίκου από το Μακάρι (Ζωοδόχου Πηγής 125 & Κομνηνών, Νεάπολη, Εξάρχεια): "Οι οικονομικές δυσκολίες δεν επιτρέπουν έξοδα για την προβολή, η οποία στηρίζεται στην ευαισθησία των δημοσιογράφων". Γενικά, οι διαφημιστικές δραστηριότητες των μικρών σκηνών επικεντρώνονται συνήθως στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, εκμεταλλευόμενες ταυτόχρονα και τις δυνατότητες που παρέχει το διαδίκτυο. Ωστόσο, όταν στο τομέα της προβολής η δουλειά έχει την «πολυτέλεια» να γίνει λίγο πιο συστηματική, τότε το αποτέλεσμα είναι καλύτερο και για τις δυο πλευρές, της σκηνής και του καλλιτέχνη. Τα λόγια του Αντώνη Μποσκοΐτη, υπεύθυνου δημοσίων σχέσεων στο Κύτταρο (Ηπείρου 48 & Αχαρνών) και αγαπητού συναδέλφου στο Δίφωνο, είναι χαρακτηριστικά: "Στο τομέα της  προβολής νομίζω ότι έχουμε κάνει πολύ σοβαρή δουλειά, τόσο με διαφημιστικές καταχωρήσεις σε εβδομαδιαία έντυπα, free press, εφημερίδες κλπ., όσο και με αφισοκολλήσεις, flyers και banners για όλα τα μεγάλα γεγονότα που πιστεύουμε ότι γίνονται στο Κύτταρο.  Πολλοί είναι οι καλλιτέχνες που επιθυμούν να εμφανιστούν στο Κύτταρο, λόγω της δουλειάς που γίνεται στον επικοινωνιακό τομέα".
 
Σε γενικές πάντως γραμμές η οικονομική συντήρηση των σκηνών αποτελεί το μείζον πρόβλημα χωρίς αυτό να «χρεώνεται» μόνο στην γενικότερη οικονομική κρίση. Η Ελευθερία Ανδρονίκου δηλώνει ξεκάθαρα: "Είναι πάρα πολύ δύσκολη η συντήρηση του Μακάρι. Υπάρχει από μεράκι. Άλλωστε απασχολούμαι το πρωί σε άλλη εργασία από την οποία και ζω". Σε αυτή τη δύσκολη πραγματικά προσπάθεια τα λόγια του Αντώνη Μποσκοΐτη, ηχούν παρηγορητικά: "Η οικονομική συντήρηση είναι πάρα πολύ δύσκολη, όμως καμιά φορά η έλλειψη κέρδους αναπληρώνεται στο έπακρο από την αγάπη που έχουμε για κάποια πράγματα πρωτοποριακά, τα οποία γίνονται εδώ μέσα. Αν θέλετε την προσωπική μου άποψη, θεωρώ σημαντικό το ότι ο Αντρέας Γιακουμέλος, πατέρας του σημερινού ιδιοκτήτη, κάποτε πούλησε δυο σπίτια προκειμένου να μην κλείσει το Κύτταρο!"

Πάντως, παρά τις όποιες δυσκολίες, οι μικρές σκηνές συνεχίζουν να υπάρχουν και να εξαπλώνονται, κινούμενες παράλληλα με μια πληθώρα νέων και ελπιδοφόρων μουσικών δημιουργών. Όπως μας λέει και ο Γιάννης Κασσίμης, "ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει και κουράζεται από τη βαβούρα που επικρατούσε όλα αυτά τα χρόνια και δείχνει μια τάση να οδηγείται σε άλλου είδους μαγαζιά και μουσικές".


Κλείνοντας αυτό το άρθρο θα θέλαμε να τονίσουμε το εξής: σκοπός του δεν ήταν η απαρίθμηση των πρωταγωνιστών αυτής της νέας μουσικής γενιάς προτείνοντας ή αποκλείοντας ονόματα - ακόμα και η χρήση του όρου «γενιά» είναι αυθαίρετη αφού αρκετοί από τους ίδιους τους νέους καλλιτέχνες δεν πιστεύουν στην ύπαρξή της -. Το «δείγμα» (από τραγουδοποιούς και ερμηνευτές μέχρι συνθέτες και κλασσικής μουσικής) ήταν ενδεικτικό των τάσεων που προσπαθήσαμε να «αποκωδικοποιήσουμε»  βάζοντας στο παιχνίδι αυτό και τους «αφανείς» ήρωες, τις μουσικές σκηνές. Αφήσαμε συνειδητά έξω από το ρινγκ της έρευνας τις απόψεις των παλαιοτέρων δημιουργών για τη νέα αυτή γενιά καθώς και τη «σφυγμομέτρηση» του κόσμου που είτε αγκαλιάζει είτε παρακολουθεί από μακριά είτε γυρνά την πλάτη. Περιμένουμε τις δικές σας σκέψεις, προτάσεις και ενστάσεις, σε έναν διάλογο που δεν έγινε ακόμη. Γιατί "O χρόνος είναι τώρα και ο τόπος είναι εδώ" όπως τραγουδούσαν πριν πολλά χρόνια τα Μωρά στη φωτιά. Στη φωτιά, λοιπόν, του «τώρα» και του «εδώ» καλούμαστε όλοι να ζεστάνουμε τα χέρια μας, δημιουργοί, γραφιάδες και κοινό, στο βαθμό που αντέχει ο καθένας.