Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ - ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΝΥΧΤΑ

Παλιό, αλλά όχι και μπαγιάτικο. Καταγραφή της Δεκεμβριανής παράστασης του Τζίμη Πανούση, από το Musicpaper (www.musicpaper.gr). Εφόσον οι παραστάσεις τελείωσαν προ πολλού, ο ενεστώτας του κειμένου αντικαταστάθηκε από αόριστο. Κατά τα λοιπά, τριάντα χρόνια νύχτα, ο Πανούσης, φωτισμένος, λαμπαδιασμένος στα σκοτάδια. ηρ.οικ.
-----
Ο ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ ΜΕ ΤΟ «MNIMONIUM» ΣΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

«Θύμα της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης από την κυβέρνηση του ‘παιδιού’, του Θαπαντρέου του Τρίτου, ο συμπαγής καλλιτέχνης Τζιπάκος βγαίνει και πάλι στη νύχτα, κλείνοντας τριακονταετία σ’ ένα επάγγελμα που δεν ανήκει πλέον στα βαρέα και ανθυγιεινά. Τριάντα χρόνια επιτυχίες, ήρθε ο καιρός να κάμω κι εγώ μια λυτρωτική αποτυχία με τη βοήθεια της κρίσης». Δεν γνωρίζω αν φταίνε τα μέτρα του Γιωργάκη ή η συμπλήρωση τριάντα χρόνων παρουσίας του Τζίμη Πανούση στην ελληνική μουσική σκηνή, πάντως η παράσταση ΜΝΙΜΟΝΙUM - ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΝΥΧΤΑ είχε σίγουρα έναν χαρακτήρα αναδρομής και “best of”. Δηλαδή, έναν χαρακτήρα επανάληψης.

Σε κάποιον που συναντούσε τον Τζιμάκο για πρώτη φορά ζωντανά επί σκηνής, τρία είναι τα κύρια στοιχεία που κόμισε η παράσταση. Πρώτον, το αειθαλές του καλλιτέχνη, η αστείρευτη ενέργειά του, τα ξεκαρδιστικά αστεία του, η ανηλεής κριτική του πραγματικού και του φαντασιακού μας, η διάρρηξη κάθε μορφής εξουσίας. Δεύτερον, η αυτοτέλεια και αρτιότητα των τραγουδιών, η δεινότητα του Πανούση ως ροκ τραγουδοποιού, ο δυναμικός, εξηλεκτρισμένος ήχος. Και τρίτον, η ερμηνευτική ευχέρειά του - μακριά από τα φτιασιδώματα του στούντιο  - που τον κατατάσσει άνετα μέσα στην πρώτη δεκάδα των ελλήνων τραγουδιστών.

Οι επιτυχίες του Πανούση ήταν όλες εκεί: Σουζάνα, Κάγκελα παντού, Είμαι γυφτάκι, Μάγισσα μανούλα, Ο λάκκος με τ’ αστεία, Οικογενειακή υπόθεση, Αχ Ευρώπη, Νεοέλληνας, Γαμάτε γιατί χανόμαστε, Φυσική ιστορία. Τον καλλιτέχνη συνόδεψε μια καλοδουλεμένη μπάντα, απόλυτα εναρμονισμένη με το Πανουσικό κλίμα σκληρού ροκ, με τον Βασίλη Γκίνο στα πλήκτρα, τον Στέλιο Φράγκο στις ηλεκτρικές κιθάρες, τον Βασίλη Κοκκώνη στα τύμπανα και τον Γιώργο Κωστόπουλο στο μπάσο. Και ήταν τόσο δυνατό το αποτέλεσμα ώστε να αναρωτιέται τελικά ο ακροατής γιατί ο Πανούσης δεν βγάζει πλέον τραγούδια. Στέρεψε η πηγή, ή μήπως τα κρύβει στο συρτάρι του; Αν ισχύει το πρώτο, ας βγάλει επανεκτελέσεις· αν μπορούν όλοι οι υπόλοιποι, γιατί όχι αυτός; Αν πάλι ισχύει το δεύτερο, να τα εκδώσει και γρήγορα!

Φυσικά, εκτός από τον συνθέτη, ποιητή και ερμηνευτή Πανούση, ο ακροατής συνάντησε και ένα μεγάλο κωμωδό. Τι καθιστά τον Πανούση μοναδικό στο είδος του; Δεν είναι μόνο το χιούμορ και η σάτιρα· αυτά συναντώνται και αλλού. Αυτό που τον καθιστά μοναδικό είναι ο αυτοσαρκασμός του, η αμφιβολία που ξεφυτρώνει από παντού, το δικαίωμα που δίνει στον ακροατή να αντισταθεί «σε μένα ακόμα που σας ιστορώ», για να θυμηθούμε και τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό. Έτσι, ο δημιουργός εκφράζει τα καλύτερα δύο κόσμων: την αμφισημία μιας βαθιάς μελαγχολίας και τον ενθουσιασμό μιας ανελέητης σάτιρας. Εκεί στοχοποιούνται όλες οι μορφές εξουσίας: από τους μιζαδόρους πολιτικούς και τα αξιοσέβαστα όργανα της τάξης μέχρι τους αγίους πατέρες μας, και από τους θεσμούς του παγκόσμιου κεφαλαίου και τους επαγγελματίες επαναστάτες ως τα μεγάλα κεφάλια του έντεχνου τραγουδιού. Και προπάντων, εκεί χωρά και η αμφισβήτηση του ίδιου του καλλιτέχνη από τον εαυτό του. Όσο για διέξοδο; Διαλέγετε και παίρνετε. Εγώ κράτησα τον γερο-Μαρξ τυπωμένο στη μπλούζα του καλλιτέχνη και τον κατά Πανούση Νίκο Μπελογιάννη. Α, ναι, και την ιστορική κιθάρα - σφυροδρέπανο από το δίσκο Vivere Pericolosamente, που αναπαυόταν στο ημίφως καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Συμπερασματικά, ο Πανούσης στο Γυάλινο παρέπεμψε στο ρητό «επανάληψις, μήτηρ πάσης μαθήσεως». Τα τραγούδια τα είχατε μάλλον ξανακούσει, τα - περισσότερα - αστεία επίσης. Επειδή όμως σαν κοινωνία είμαστε ανεπίδεκτοι μαθήσεως, επειδή απ’ το ’90 και μετά μας έχουν πνίξει τα σκατά, και επειδή το στραβάδι ο Πανούσης δεν λέει να απολυθεί, αυτή η επανάληψη ήταν όχι μόνο καλοδεχούμενη αλλά και απολύτως αναγκαία.
ηρ.οικ.

ΥΓ: Στο Γυάλινο βρέθηκα μετά από πρόσκληση φίλων και έτσι δεν γεύτηκα από πρώτο χέρι την τιμολογιακή πολιτική του μαγαζιού. Η ιστοσελίδα του Γυάλινου ανέφερε ότι η είσοδος με ποτό στο μπαρ ήταν 15 Ευρώ (καλά ως εδώ), το πρώτο ποτό στο τραπέζι 40 Ευρώ και η φιάλη κρασί 85 Ευρώ. Κύριοι μαγαζάτορες, η λέξη «κρίση» σας λέει τίποτε; Όσο για το στριμωξίδι στα τραπέζια, αυτό πια άγγιζε τα όρια του γελοίου. Όσοι πήγατε, μάλλον θα κλείσατε ραντεβού με κάποιον μασέρ ή φυσιοθεραπευτή για την επομένη, να ξεπιαστείτε.


Δεν υπάρχουν σχόλια: