Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΒΑΚΗ ΣΤΟ E-TETRADIO


ΑΛΕΞΗΣ ΒΑΚΗΣ: ΤΟ ΚΤΗΝΩΔΕΣ PLAYLIST
Συνέντευξη στον Στυλιανό Τζιρίτα

Δημοσιεύτηκε στο e-Tetradio (www.e-tetradio.gr)
16 Μαρτίου 2011
Τον Αλέξη Βάκη τον γνώριζα μόνο εξ ακοής (μουσικής και λεκτικής) ένεκα είτε της εμπλοκής του σε παιξίματα και ενορχηστρώσεις πολλών αξιολογότατων δίσκων της ελληνικής δισκογραφίας είτε ως ραδιοφωνική φωνή από το Κόκκινο 105,5 FM. Όταν μπήκα στις τάξεις του Κόκκινου και εγώ, τον πετύχαινα σε κάτι μυστήρια εξ επαφής συναπαντήματα κάποιες Κυριακές απόγευμα που όπως πάντα πέρναγα να πάρω το μισό μου σπιτικό που είχα ξεχάσει κατά τις προηγούμενες ημέρες στο σταθμό. Με χαιρετούσε και του το ανταπόδιδα και ομολογώ και δημοσίως ότι εξ αρχής δεν είχα κρίνει ότι μπορώ να συγχρωτιστώ μαζί του. Συγκρουστήκαμε σε επίπεδο ιδεολογικό, αισθητικό αλλά κατά περίεργο τρόπο συμφωνούσαμε σε μουσικά επίπεδα (φαντάζομαι ότι και γι αυτόν ήταν μία έκπληξη κατά κάποιον τρόπο). Είχα λάθος όμως μιας και ο Αλέξης Βάκης εκτός του ότι απεδείχθη δεινός γνώστης του ελληνικού πενταγράμμου (όχι πως ποτέ αμφέβαλλα για κάτι τέτοιο)ήταν και πρόθυμος να μοιραστεί γνώσεις, υλικό και εμπειρίες. Το τελευταίο είναι από τα σπάνια γνωρίσματα ανθρώπων σε μια κοινωνία αρκούντως ανταγωνιστική και είναι από τα πράγματα που εκτιμώ αφάνταστα σε ανθρώπους και συνεργάτες. Τη συνέντευξη την παρακάτω την έκανα λοιπόν λόγω της συνεκτικότητας και όχι της συνεργασίας στα ίδια λημέρια. Σ.Τ.


Κύριε Βάκη, ποια θεωρείτε ότι ήταν η δυσκολότερη ραδιοφωνική στιγμή που είχατε; Εννοώ είτε σε επίπεδο λάθους, είτε σε επίπεδο αναγγελίας κάποιας τραγικής (μουσικής ή όχι) είδησης.
Οι πραγματικά δύσκολες ραδιοφωνικές στιγμές που θυμάμαι ήταν δύο, συνέβησαν τα τελευταία χρόνια που βρίσκομαι ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ και ήταν και οι δύο κοινωνικο-πολιτικής φύσεως: η πρώτη συνέβη πριν λίγο καιρό, στις αρχές Φλεβάρη, όταν μαζί με τον διευθυντή του σταθμού Γιώργο Ανανδρανιστάκη- βρέθηκα μπροστά στο μικρόφωνο το βράδυ που εξελίσσονταν οι διαπραγματεύσεις για την μεταφορά των 300 μεταναστών από τη Νομική Σχολή στο κτίριο Υπατία και ενώ το έξω κλίμα ήταν βαρύ, είχε διακοπεί η κυκλοφορία πολλά τετράγωνα μακριά από την «επικίνδυνη ζώνη» και ο κίνδυνος για επέμβαση των ΜΑΤ φάνταζε υπαρκτός. Η δεύτερη ήταν το φθινόπωρο του 2009, παραμονές βουλευτικών εκλογών, όταν έκανα εκπομπή την ίδια στιγμή (μεσημέρι Κυριακής) που εξελίσσονταν η κρίσιμη σύνοδος της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του Συνασπισμού από την οποία θα εξαρτιόταν η εκλογική ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς στην ουσία να έχω ενημέρωση γι αυτήν και ενώ δεκάδες ακροατές του σταθμού τηλεφωνούσαν αγωνιώντας για τα τεκταινόμενα. Και τις δύο φορές λοιπόν αισθάνθηκα την υποχρέωση να συνταχθώ με την κοινή διάχυτη αγωνία και να «προσαρμόσω» την εκπομπή στο πολιτικό αλλά και συναισθηματικό- πρόταγμα της ημέρας.
Φαντάζομαι ότι έχετε συνηθίσει, όντας ραδιοφωνατζής χρόνων, το απρόοπτο και το αναπάντεχο, ένεκα του live χαρακτήρα της εκπομπής σας. Αν και γνωρίζω επίσης πολύ καλά ότι είστε τελειομανής. Θυμάστε κάποιο τέτοιο επεισόδιο;
Δεν είμαι δα και ο διαπρύσιος κήρυκας των live ραδιοφωνικών εκπομπών. Κι αυτό διότι θεωρώ αυτή τη μόδα (μιλάω βεβαίως γενικά, και όχι, ας πούμε, για τις ενημερωτικές εκπομπές που ασφαλώς και πρέπει να είναι ζωντανές) ως μία περίπου υποχρεωτική και εμφανώς φτηνότερη ως προς το κόστος παραγωγής- συνθήκη, από την έλευση της ιδιωτικής ραδιοφωνίας και μετά τουλάχιστον. Χωρίς κατ ανάγκην ευτυχέστερα αποτελέσματα σε ότι φτάνει στ αυτιά μας, εφ όσον η προχειρότητα συνήθως βασιλεύει. Δεν θα «συγχωρήσω» ποτέ π.χ. έναν νεοφώτιστο δημοσιογράφο του παλιού 902 ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΑ FM που διέκοψε κακήν κακώς, το καλοκαίρι του 1989, ένα ζωντανό νυχτερινό αφιέρωμα στον George Brassens, προκειμένου να πληροφορήσει τους ακροατές ότι .προσγειώθηκε το αεροπλάνο που μετέφερε τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ σε κάποιο θέρετρο της Κριμαίας.
Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το προφίλ των ακροατών σας; Με τη μετακίνησή σας από το Σ/Κ στην καθημερινή ζώνη παρατηρήσατε κάποιες αλλαγές;
Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα σχετικά με το πώς μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια αυτό το περιβόητο «προφίλ» των ακροατών που λέτε. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποθέτω πως οι ακροατές που με ακούνε, είτε τώρα στην καθημερινή ζώνη είτε παλιότερα στο Σ/Κ, είναι περίπου αυτοί στους οποίους γενικά απευθύνομαι: δηλαδή άνθρωποι ανεξαρτήτως ηλικίας (εφόσον δεν έχω το παραμικρό άγχος να «στοχεύσω» κυρίως σε αμιγώς νεανικά ακροατήρια) που τους αρέσει η μουσική, την οποία και αντιλαμβάνονται ως μία, ομοούσιο και αδιαίρετη δεξαμενή επεξεργασμένων ακουσμάτων. Πέρα από είδη, αλλά ταυτόχρονα με κάποιες κοινές αισθητικές προτεραιότητες που ξεπερνάνε το ισοπεδωτικό, όσο και πολυφορεμένο τα τελευταία χρόνια, σλόγκαν «ακούμε τα πάντα, χωρίς προκαταλήψεις». Σε ό,τι με αφορά, δεν ακούω τα πάντα, παρά μόνον όσα επιλέγω να ακούσω. Δεν θεωρώ δηλαδή την αέναη και εν πολλοίς άκριτη- κατανάλωση μουσικής ως κάτι που πρέπει υποχρεωτικά, ως επαγγελματίας, να κάνω.
Συμφωνείτε με την άποψη ότι το έντεχνο έχει κλείσει πια έναν κύκλο και ως εκ τούτου οι συνθέτες και ερμηνευτές ψάχνονται προς άλλες κατευθύνσεις, γι αυτό και τα τελευταία δύο χρόνια ακούμε ακόμα πιο ενδιαφέροντες δίσκους στην ελληνική δισκογραφία;

Θεωρώ υπεραπλουστευτική την παραπάνω άποψη, ιδίως όταν διατυπώνεται με έναν όχι και τόσο «αθώο» τρόπο, επιτρέψτε μου. Διότι το θέμα είναι να έχουμε καλή μουσική συνολικά και όχι απλώς καλό έντεχνο, ροκ, λαϊκό ή, ξέρω γω, hip hop. Αν και φοβάμαι πως το κυρίως ερώτημα είναι αν η μουσική -εννοούμενη φυσικά ως Όλον και εκλαμβάνοντάς την σε παγκόσμιο επίπεδο- παραμένει στις μέρες μας μια ζωντανή τέχνη, κάτι για το οποίο, όσο κι αν συνεχίζουν να βγαίνουν πολύ καλοί δίσκοι, δεν είμαι και τόσο σίγουρος πια. Ιδίως σε σχέση με άλλες τέχνες (το σινεμά π.χ.) που φαντάζουν ασύγκριτα πιο ζωντανές και ακμαίες. Αλλά αυτό είναι μάλλον το αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.

Από τους νεότερους δισκογραφούντες έχετε ξεχωρίσει κάποιους;

Αρκετούς, και ευτυχώς. Ενδεικτικά και μόνον, θα σας αναφέρω τον J, Kriste (Master of Disguise), την Δανάη Παναγιωτοπούλου, το συγκρότημα GoJam, την Μάρθα Μαυροειδή, το συγκρότημα Ματ σε δύο υφέσεις, τον Λεωνίδα Μαριδάκη, την Sugahspank, την Άντα Πίτσου, τον Στέλιο Μποτωνάκη, την Άννα Σωτηριάδη, τον Χρίστο Θεοδώρου, την Βικτωρία Ταγκούλη, τον Βασίλη Μασσαλά, τον Θοδωρή Κουέλη, την Σοφία Νάτσιου, την Μαρία Παπαλεοντίου, το συγκρότημα Encardia, την Ελένη και τη Σουζάνα Βουγιουκλή, το συγκρότημα Λαβύρυθμος, την Εύα Λουκάτου, τον Θέμο Σκανδάμη, την Μαρία Καναβάκη, τον Χρήστο Παύλη και κάμποσους ακόμα, οι οποίοι ελπίζω να με συγχωρήσουν που τους παρέλειψα. Δεν γνωρίζω βέβαια τι τύχη θα έχουν μέσα σ αυτό το θολό μουσικό τοπίο, το ταλέντο πάντως δεν τους λείπει.

Ποια είναι η σημερινή συντεταγμένη στα ραδιοφωνικά πράγματα που σας ανησυχεί;

Στη φλύαρη ραδιοφωνική πραγματικότητα που βιώνουμε δεν υπάρχει καθόλου σχεδόν χώρος για το απρόβλεπτο. Το επικρατούν ιδεολόγημα είναι «δεν έχει σημασία ποια είναι η άποψή σου, πες την όμως γρήγορα για να πέσει το επόμενο τραγουδάκι», με το εν λόγω τραγουδάκι να προέρχεται εννιά στις δέκα φορές από το κτηνώδες playlist. Ε, δεν είναι και για να πανηγυρίζουμε κιόλας!

Μέσα στην καθημερινότητά σας, πόσο ασχολείστε (ακόμα και πέραν της κλασικής προετοιμασίας) με την εκπομπή σας; Ασχολείστε με την ανανέωση της ίδιας της ραδιοφωνικής σας εικόνας ή πιστεύετε ότι αυτό πρέπει να γίνεται με μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς;

Ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι γενικά η θεότητά μου στη μουσική, εν τούτοις είναι η μόνη σταθερά που έχω, νομίζω, στο ραδιόφωνο. Με την έννοια πως καμμία επιμελής «ραδιοφωνική εικόνα» δεν με απασχολεί, εφόσον προτιμώ να είμαι όσο γίνεται πιο αβίαστα και χωρίς το άγχος μήπως «εκτεθώ»- ο εαυτός μου μπροστά στο μικρόφωνο, είτε όταν παρουσιάζω μουσικά θέματα, είτε θέματα που άπτονται άλλων περιοχών, πολιτικά, κοινωνικά, ακόμα και αθλητικά. Συχνά ασχολούμαι πολλές ώρες με την προετοιμασία και το στήσιμο μιας εκπομπής, ιδίως όταν αυτή η εκπομπή αφορά σε κάποιο πρόσωπο του ένδοξου παρελθόντος που του έχω ήδη πάρει συνέντευξη και που αυτή η συνέντευξη πρέπει να μονταριστεί και να «δεθεί» με τις κατάλληλες μουσικές. Η όλη διαδικασία που μου φαίνεται αρκετά «κινηματογραφική», παρεμπιπτόντως- με εξιτάρει τόσο ώστε να μη σκέφτομαι ποτέ τις εργατοώρες οι οποίες απαιτούνται για την τελική υλοποίηση του concept. Είναι κάτι που εύχομαι να μην αλλάξει με τα χρόνια.



Eνα μικρό βιογραφικό
Γεννήθηκε το 1961 στην Αθήνα. Σπούδασε θεωρητικά της μουσικής με την Κλέλια Φωτοπούλου και τον Αμάραντο Αμαραντίδη. Συνθέτης και ενορχηστρωτής. Με την πρώτη του ιδιότητα, το 1999 κυκλοφόρησε τον δίσκο "Λείπουν όλα κι είναι εδώ" με ερμηνεύτρια την Γεωργία Γρηγοριάδου), επίσης έχει συνθέσει πρωτότυπη μουσική για θεατρικά έργα, ταινίες μικρού μήκους και τηλεοπτικά ντοκυμανταίρ. Με τη δεύτερη έχει υπογράψει αρκετές ενορχηστρώσεις σε δίσκους των Βαγγέλη Κορακάκη, Λάκη Χαλκιά, Πέτρου Βαγιόπουλου, Μανώλη Ρασούλη, Αφεντούλας Ραζέλη, Γιάννη Γερογιάννη, Ηλία Κατσούλη, Γιώργου Τζώρτζη, Γεράσιμου Ανδρεάτου, Διονύση Καρατζά κ.α. Εργάστηκε ως καθηγητής θεωρητικών της μουσικής, ως παραγωγός ραδιοφώνου (902 ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΑ FM, ΜΕΛΩΔΙΑ FM 100, ΣΤΑΘΜΟΣ 101,3 κ.α.), αλλά και ως μουσικός, σε πάλκα και συναυλίες. Το 1993 ίδρυσε με τον αδελφό του Δημήτρη Βάκη την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία ΤΡΟΧΟΣ. Από το 2002 συνεργάζεται ως αρθρογράφος με τα περιοδικά ΔΙΦΩΝΟ και ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ και από το 2006 ως παραγωγός με τον ραδιοφωνικό σταθμό 105,5 ΣΤΟ KOKKINO.


http://www.e-tetradio.gr/ar4830el_aleksisvakistoktinwdesplaylist.html

2 σχόλια:

Τάσος Καραντής είπε...

Να μια μικρή, αλλά ωραία κι ουσιαστική συνέντευξη, απο δυο καλούς συναδέλφους, που επιβεβαιώνει το "ουκ εν τω πολλώ το ευ".

Σε δυο πράγματα θέλω να μείνω, για διάλογο :

- Σαφώς και "το ακούω τα πάντα", δεν πρέπει να ισχύει(και δεν είναι εφικτό βέβαια) για έναν ακροατή. Θα πρέπει να τολμάει και να δοκιμάζει να ακούσει διάφορα, αλλά, πάντα, μέσα από το προσωπικό του αισθητικό φιλτράρισμα. Ένας επαγγελματίας όμως δημοσιογράφος δεν πρέπει να ακούει την τρέχουσα δισκογραφία και να την κρίνει(μιλώ για τραγούδια πάντα κι όχι για ... παρατράγουδα ...); Εκτός κι αν είναι εξειδικευμένος σε ένα μουσικό είδος.

- Από τους νεότερους δισκογραφούντες, δεν βλέπω να αναφέρεται ούτε ένας καθαρόαιμος λαικός δημιουργός ή ερμηνευτής. Γιατί; Δεν υπάρχει κατά τη γνώμη του κάποιος άξιος αναφοράς; ή απλά δεν αναφέρθηκε στα πλαίσια μιας απάντησης, που πάντα μας ξεφεύγουν ονόματα;

Μουσικά Προάστια είπε...

Τάσο,
θα προωθήσω τα ερωτήματά σου στον Α. Βάκη, σ' ευχαριστώ. ηρ.