Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

ΕΝΑ ΜΑΓΙΑΤΙΚΟ ΛΟΥΣΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΒΥΘΙΣΤΗΚΑ ΣΤΟ ΛΗΘΑΡΓΟ
ΜΙΑΣ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗΣ ΣΚΕΨΗΣ


Ήμουν στο γραφείο μου αφοσιωμένος στη μελέτη της δημόσιας τοποθέτησης μιας ομάδας πολιτών που αυτοβαφτίστηκαν επιτροπή αγώνα για την αποτροπή κατασκευής μιας σύγχρονης μονάδας βιοαερίου στο νομό Τρικάλων. Διάβαζα με περιέργεια και χωρίς πάθος τις γνωστές αλχημείες σε βάρος της αλήθειας, όσο σχετικής κι’ αν θέλει κάποιος να τη θεωρήσει, και αναλογιζόμουνα τι άλλο θα συμβεί σ’ αυτή τη χώρα για να την κρατήσει δέσμια στο έρεβος του πυθμένα της Αχερουσίας λίμνης. Κουρασμένος από την καθημερινότητα της πάλης ενάντια στις δυνάμεις που καρατομούν κάθε οραματική σύλληψη, ζύγιζα μέσα μου την απόφαση να εγκαταλείψω νοητικά το ρουτινιάρικο περιβάλλον του γραφείου μου και να πετάξω πάνω από τα αιγαιοπελαγίτικα νερά της δημιουργίας του ονείρου. Ξάφνου άκουσα το Γιώργο, συνάδελφος στη δουλειά τα τελευταία οχτώ χρόνια να με φωνάζει ν’ ακούσω τη Δούκισσα να τραγουδάει το «μια στεναχώρια που ζούμε χώρια» λέγοντάς μου ταυτόχρονα πόσο ωραία είναι η φωνή της. Πλησίασα το γραφείο του για να γευτώ πιο καθαρά τη μελωδία και το στίχο του τραγουδιού και στηριγμένος με τον ώμο μου στην πόρτα άφησα τη Δούκισσα να με συνοδέψει στο πέταγμά μου πάνω από τα νερά του Αιγαίου. Ένα σύντομο σχόλιο με το τέλος του τραγουδιού από το Γιώργο, που είναι μόλις τριάντα πέντε χρονών, για τις ωραίες φωνές και τα υπέροχα τραγούδια της εποχής μου έκλεισε τη σύντομη συζήτηση.

 

Κουβαλώντας εξήντα τρία χρόνια στην πλάτη μου γύρισα νωχελικά στο γραφείο μου και αποφάσισα να πάω να κάνω μια μικρή βόλτα στο κοντινό δασάκι για να αφοσιωθώ στις σκέψεις μου χωρίς τη συντροφιά της ρουτινιάρικης και μίζερης πραγματικότητας, που τη βιώνουμε καθημερινά για την εξασφάλιση του επιούσιου. Έφτασα γρήγορα στο χώρο της απόδρασης και αφέθηκα στη ζεστή αγκαλιά του μεσημεριάτικου Μαγιάτικου ήλιου προκειμένου να βυθιστώ στις σκέψεις μου. Κάτι με τράβαγε μακριά από τις δικές μου αναζητήσεις χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω τι ήταν ακριβώς. Πέρασε ένα μικρό διάστημα θολών σκέψεων και έμοιαζε σαν να έμπαινα στο στάδιο της εγκεφαλικής νάρκωσης. Προς στιγμήν ένιωσα πως ίσως άδικα πήγα στον τόπο των αποδράσεών μου τις μέρες που με πνίγουν τα αδιέξοδα της άδειας μας ζωής. Γρήγορα όμως άρχισα να καταλαβαίνω πως είχα μπει σε άλλους χώρους από τους δικούς μου, σ’ αυτούς που με κυνηγούν από μικρό παιδί, στους χώρους της τέχνης. Κι’ έγινε η είσοδός μου παρά τη θέλησή μου να είμαι μόνο θεατής. 


Στους μπροστινούς λοβούς του κεφαλιού μου μια σκέψη περίεργη άρχισε να γυρίζει, που όμως γέμιζε όλο το σώμα με τη γαλήνη πριν τη θύελλα. Στ’ αφτιά μου άρχισα να ακούω τη Δούκισσα να τραγουδάει κι’ άξαφνα αναρωτήθηκα σχεδόν φωναχτά γιατί εμείς στη γενιά μου δεν ασχοληθήκαμε καθόλου με τα τραγούδια που προηγήθηκαν. Εκεί, στις αρχές του εξήντα η μουσική δημιουργία πήρε καινούριους δρόμους ξέκοψε βίαια από ότι υπήρχε μέχρι τότε και με πολλούς νέους συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές βάδισε στα μονοπάτια της άνοιξης της μουσικής τέχνης. Μισοξαπλωμένος στο ξύλινο παγκάκι του μικρού πάρκου μπροστά στα μάτια μου πέρναγαν τώρα οι φίλοι μου, που είναι στα μισά μου χρόνια και δεν είναι καθόλου λίγοι, κι’ αυτό γιατί είναι επιλογή μου να συνδιαλέγομαι με νέους, τώρα, που ο προχωρημένος αστικός μας πολιτισμός απαγόρευσε με το χειρότερο τρόπο τη συνύπαρξη των ηλικιών, και έφερνα στο νου μου τα γλέντια και τα συμπόσια στο σπίτι μου, που σ’ αυτά όλοι τους δήλωναν πόσο συναρπάζει τον κόσμο της ψυχής τους το τραγούδι της δικής μου εποχής και πόσο αδιάφορους τους αφήνει η σημερινή δημιουργία. 


Οι νέοι σήμερα ξέρουν τα τραγούδια, τους τραγουδιστές, τους συνθέτες ακόμα και τους στιχουργούς της εποχής μου γιατί διασκεδάζουν, ερωτεύονται, κλαίνε, λυπούνται μαζί τους. Εμείς στα νιάτα μας δεν χρειάστηκε να επιστρατεύσουμε το παρελθόν για να ζήσουμε το παρόν. Κι’ έτσι για τους μεγάλους αριθμούς των νέων του ’60, του ’70 και του ’80 η ελληνική μα και η ξένη μουσική της εποχής  γαλήνεψε τις καρδιές τους κι’ έδωσε νόημα στη ζωή τους. Τα καψουροτράγουδα της μιας χρήσης γέμιζαν και τη δική μου εποχή όπως γεμίζουν και τη σημερινή αλλά αυτά ποτέ δε μένουν στις μνήμες των ανθρώπων και ποτέ δε γεμίζουν τις ψυχές τους με τη ζεστασιά της συλλογικότητας. Οι άνθρωποι τραγουδούν για να έρθουν κοντά, για να νικήσουν τη μοναξιά της ύπαρξης μπροστά στη γέννηση και στο θάνατο. Κι’ όταν η μουσική τους προσφέρει τη μοναξιά, την αποξένωση και θεραπεύει μόνο τον εγωισμό τους δεν μπορεί να τους συγκινήσει, δεν τους κρατάει κοντά της και η αναζήτηση τους σπρώχνει στο παρελθόν.


Έτσι γοητευμένος από αυτή τη σκέψη, που μπορεί να δείχνει πειστικά την ποιοτική διαφορά της πολιτιστικής δημιουργίας των ημερών μας με εκείνη της εποχής μου αλλά και να βεβαιώνει ότι και οι πολλοί το καταλαβαίνουν όσο ασυνείδητη και αν είναι η επιλογή τους, άρχισα να βγαίνω από το λήθαργο της καινούριας και ίσως πρωτότυπης αυτής σκέψης νιώθοντας τη μυρουδιά του ξύλου από το παγκάκι που καθόμουνα. Ένιωσα όμορφα. Μάζεψα το μεσημεριάτικο ήλιο τον έκρυψα βιαστικά στις τσέπες μου και περπάτησα γρήγορα πίσω στο γραφείο μου. Αμέσως σκέφτηκα να σας πω τις σκέψη μου και να μοιραστώ μαζί σας την ετυμηγορία που γρήγορα θα βγει από αυτό το μοίρασμα με τα σχόλιά σας.             


Κωνσταντίνος ο Άκτητος

2 σχόλια:

ένας στρατολάτης είπε...

Συγνώμη αλλά δεν καταλαβαίνω την πρωτοτυπία της σκέψης, ή δεν την κατάλαβα καλά την ίδια. Εγώ είμαι σαραντάρης. Μεγάλωσα ως έφηβος με τις ξενόφερτες νερόφουσκες της εποχής και πέρασα μουσικά στην κληρονομιά της δεκαετίας του '60 και -κυρίως- του '70 μετά τα 18 μου χρόνια. Θεωρώ πως στην κατεύθυνση αυτή λειτούργησε η παιδαγωγική των ανοιχτών παραθύρων που έπαιζαν Μοσχολιού και Μπιθικώτση κατά τα παιδικά μου χρόνια, αφού η οικογένειά μου δεν ήταν ιδιαίτερα μουσικόφιλη. Ωστόσο, πέρα από την διαχρονική αξία της μουσικής αυτής παράδοσης, κάτι ακόμα -κάπως πιο πεζό- που κάνει τους σημερινούς νέους να στρέφονται εκεί είναι η εξιδανίκευση του παρελθόντος. Η καλλιέργεια μιας μυθολογίας περί ρομαντικών και αθώων εποχών, με ξεκλείδωτες πόρτες και ευγενή αισθήματα. Η εποχή μας, πως να το κάνουμε, στερούνταν -μέχρι πρότινος- παθών. Τα αναζητήσαμε στο παρελθόν. Αργά ή γρήγορα -χωρίς να υπερβούμε οριστικά τις πολιτιστικές αναφορές σ'αυτό- θα φτιάξουμε τις νέες. Γιατί οι καιροί που έρχονται θα είναι πάλι γεμάτοι πάθη.

Ανώνυμος είπε...

ΤΕΛΙΚΑ ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΧΑΣΜΑ ΓΕΝΕΩΝ Η ΓΙΑ ΧΑΣΜΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ;