Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

ΔΥΟ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ" ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΚΑΚΙΣΗ


(Σωτήρης Κακίσης, φωτο: Χρήστος Κεχαγιόγλου)


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

(Σωτήρης Κακίσης,  Πανσέληνος στο Δάσος, Εκδόσεις Αιγαίοv, Λευκωσία 2012)


«Έτσι λοιπόν, τα δημιουργήματα του Κακίση δεν κρύβουν παρά την συγκεκαλυμμένη ομορφιά μιας χειρονομίας που στάθηκε μετέωρη, στις σφαίρες ενός κόσμου όπου τίποτα δεν ολοκληρώνεται, και που όλα μένουν ίσως για πάντα ασυγκόλλητα (αλλά αυτάρκη), μέσα στη δική τους απλησίαστη όσο όμως και τρυφερή μοναξιά».

Αυτά επεσήμαινα το 1994 στον δεύτερο τόμο του βιβλίου μου Εκδρομή στην άλλη γλώσσα για την συλλογή του Σωτήρη Κακίση Τα σύρματα (1978) και τώρα, έχοντας διαβάσει την «Πανσέληνο», διαπιστώνω ότι ο ποιητής παραμένει με θαυμαστή συνέπεια πιστός στην γραφή του και στον τρόπο έκφρασης που αυτός επέλεξε από το ξεκίνημά του. Μόνο που τώρα η πρόοδος είναι θεαματική.

Ωs εκ τούτου, έvas καταιγιστικός ρυθμός σπάνιων εικόνων, μια μαγεία και μια αθωότητα παραδείσου, συναρπάζει τον αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος. Μια γοητεία, ρυθμοί μοντέρνοι, μια στιλπνότητα, ένας κόσμος γεμάτος υγεία αλλά και πρόσωπα διάσημα, λαμπερά, συνθλιμμένα θα έλεγα, όμως, κατακρημνισμένα μέσα στην εσωτερική απελπισία και την μοναξιά τους, έρχονται για να δημιουργήσουν ένα σύμπαν έξοχης ποιητικής ομορφιάς.

Και πράγματι, όλα, τα πάντα, στον Κακίση, είναι βαθύτατα ποιητικά. Ακόμη και οι τίτλοι των συλλογών του φέρνουν και αυτοί από μόνοι τους, κάτι από μικρά ποιήματα: Συσκευή του νεκρού ανθρώπου, Γούνες γυναικείες, αρώματα, Να 'σαι γατούλα, Χρυσάφι στον αέρα!, Εκατομμύρια μικρά παιδιά. Τα θέματά του δε αντλημένα από τις πιο απίθανες πηγές, όπως μια λεπτομέρεια από παλιό έργο του σινεμά, από έναν ξεχασμένο αγώνα ποδοσφαίρου, είτε μέσα από μια ελαφροί διαφαινόμενη συναισθηματική-ερωτική κόπωση που, δυστυχώς, φέρνουν ως «δώρα» τα χρόνια, έρχονται να ασκήσουν πάνω μας μια καθαρή, πολύ καθαρή γοητεία:

χωρίς κανένα πια, κανέναν. με τις κόρες των ματιών μου γυναίκες πια ολόκληρες, με των χειλιών μου τις αδυναμίες χωρίς δύναμη πια, στη μέση του μαύρου τns ζωής μου ακριβώς, τελεία πάντα άσπρη εγώ τέλεια. χωρίς κανέναν πια, μ' εμένα δηλαδή χωρίς σχεδόν ούτ' εμένα, να βλέπω το πάτωμα με άλλα μάτια πια, να σβήνω τα φώτα με άλλο τρόπο, αναγκαστικό, μ' ένα βλέμμα εγώ τον ήλιο τελευταίο τελειώνοντας.

Ακόμη και ο πόνος για την «απουσία» προσφιλών, λατρεμένων προσώπων όπως τns μάνας, στην περίπτωση του Κακίση, ξέρει να αγγίζει τον σπαραγμό χωρίς κοινότοπους κλαυθμούς, αλλά με ένα δάκρυ στιγμιαίο και μόνο, δυνατό, κρυφό, εσωτερικό, που  συγκλονίζει:

Η ΔΡΟΣΙΑ ΠΟΥ 'ΜΟΙΑΖΕ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ

πουθενά δεν είναι πια η μάνα μου. ούτε στον ήλιο, ούτε στη χρυσόμυγα αυτή μέσα, ούτε στα ρούχα της εδώ, ούτε, ούτε, ούτε. η φωνή τns όλο και πιο σιωπή, από τη σιωπή πολύ πιο ατρόμητη. αυτή η δροσιά όμως! από το παράθυρο σαν ψυχή στο μάγουλό μου επίμονα πάνω. αυτή η δροσιά, ούτε που να το σκέφτεσαι: — Είμαι η μάνα σου.

Ανακεφαλαιώνοντας, θέλω να υπενθυμίσω ότι ο Σωτήρης Kακίσης είχε -και έχει- την ευλογία να βρει τον προσωπικό του δρόμο από την αρχή της πορείας του, χωρίς άσκοπες περιπλανήσεις, παρουσιάζοντας μας ένα έργο συμπαγές, ομοιογενές, στιβαρό, με το συναίσθημα πάντα στον στίχο του ισοζυγισμένο σε έναν ουρανό λέξεων με εναλλαγές αστραπή, και λίαν ευδιάκριτο ανάμεσα στα γραπτά των περισσότερων ομηλίκων του δημιουργών.

Όσο για τα ποιήματά του, αυτά, χωρίς να αρχίζουν με κεφαλαία και χωρίς συχνά, συχνότατα σημεία ενδιαμέσως καθώς είναι, μοιάζουν σαν μια μεγάλη ανάσα ανθρώπου που βιάζεται να τα πει όλα, προτού η σιωπή ακολουθήσει. Είναι ένας μόνιμος διάλογος με τον εαυτό του, χωρίς απάντηση. Είναι ζωγραφιές παιδιών που μas τις χαρίζουν με αφιλοκέρδεια και απέραντη απλοχεριά, γιατί μας συμπάθησαν. Είναι οι χαρταετοί, τα φωτεινά πυροτεχνήματα σε γιορτή που μόλις τελειώσει θα ξανάρθει το σκοτάδι, το αερόστατο είναι, που όταν θα φύγουμε από τον κόσμο αυτό, θα μας ανεβάσει όμορφα σε έναν υπέρλαμπρο ουρανό.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Πηγή: περιοδικό  POETIX, τεύχος 7, Κοινωνία των (Δε)κάτων, άνοιξη-καλοκαίρι 2012, σελ. 89




ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟY

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ

(Πανσέληνος στο Δάσος, Εκδόσεις Αιγαίοv, Λευκωσία 2012)


Διαπραγματεύσεις και επαναδιαπραγματεύσεις των όρων της φθοράς και του θανάτου πραγματοποιεί στην παρούσα συλλογή ο Σωτήρης Κακίσης, πατώντας στέρεα, ωστόσο, στο έδαφος όπου μονίμως συντελείται και αυτοεπιβεβαιώνεται το θαυμαστό φαινόμενο της ζωής. Κάτω από το ψυχρό φως της σελήνης, που όχι μόνο δεν καταργεί, αλ­λά, αντιθέτως, επιτείνει την αίσθηση της ερημιάς του «δαντικού» δά­σους («το μαύρο [γίνεται] πιο μαύρο με το φως») -που αισθάνεται κα­νείς ότι διασχίζει στα μέσα της ζωής του ή, εν πάση περιπτώσει, όταν συνειδητοποιεί ότι έχουν πληρωθεί οι απαραίτητες για την εσωτερική του ωρίμανση προϋποθέσεις, ο ποιητής αναρριχάται σε επίπεδα αυ­τογνωσίας, ατομικής και φυλετικής ιστορικής αυτοσυνειδησίας, ενώ, παράλληλα, «αφήνεται» με εμπιστοσύνη στην καθοδήγηση της κατασταλαγμένης, με τον καιρό, αίσθησης -που τείνει να γίνει βεβαιότητα- σχετικά με την τυχαιότητα που διέπει τα ανθρώπινα.

Όλα όσα συνθέτουν την αντιλήψιμη ή ιδεατή πραγματικότητα της κάθε μέρας λειτουργούν, στο πεδίο της ποίησης, με τη μορφή οικείων συμβόλων κι έτσι, συμβολοποιημένα, γίνονται μικρά εφαλτήρια επα­ναπροσέγγισης της ζωής που πέρασε, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να με­τατραπεί σε αμιγές παρελθόν. Παρελθόν κατά βάση ατομικό, σημαδε­μένο από βιώματα και εμπειρίες προσωπικές, που όμως συχνά τείνει, ανεπιγνώστως, να πάρει ευρύτερες διαστάσεις και να γίνεται, με την αφύπνιση μιας μνήμης μάλλον φυλετικής, παρελθόν ιστορικά αναγνω­ρίσιμο («Παρελθόν ολοζώντανο μέσα στο παρόν σαν ευθυμία, σαν πί­κρα, σαν άνεμος ενδοφλέβιος, ψυχή, πώς σε λένε; Ψύχα!»). Κι εκτός αυτού, δεν ήταν λίγες οι φορές που, διατρέχοντας τα ποιήματα της συλλογής, συνέλαβα, ας μου συγχωρεθεί η έκφραση, μια «κοσμοπολί­τικη εντοπιότητα», έναν ιστορικό, κατά βάθος, κοσμοπολιτισμό, με υπέδαφος εμφανώς διαβρωμένο από εκπομπές της ιστορίας του τό­που και επιμέρους περιοχών του.  Έναν κοσμοπολιτισμό, τέλος, ελλη­νοκεντρικό, σε συνάρτηση με μια πολυπολιτισμική ελληνικότητα.

Υπάρχει ακόμα, πανταχού παρούσα, με διακριτικότητα ωστόσο εκδηλωνόμενη, η αίσθηση του θανάτου και όλων όσα μπορούν να τον υποδηλώσουν. Η διάσπαρτη πληθώρα των συμβόλων του, όμως, συμ­βάλλει στην εξοικείωση της ιδέας και στην άμβλυνση της αγωνίας μπροστά στο ενδεχόμενο της έλευσής του, δίνοντάς του τις διαστά­σεις ενός απλού φυσικού και αναπόφευκτου συμβάντος. Λύπη ζωής και όχι θανάτου χαρακτηρίζει τα περισσότερα ποιήματα της συλλο­γής· ο ποιητής δρα, στο ποιητικό πεδίο, ως φορέας ζωής και όλων των εκδοχών της· ο θάνατος, αν και πανταχού παρών, είναι, προσώρας, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, απών. Καιροφυλακτεί, ανίσχυρος ωστόσο να επιβληθεί, παρά την αναπόφευκτη, τελικά, επικράτησή του. Έτσι, η υπαρξιακή αγωνία του ποιητικού υποκειμένου είναι ενισχυτική της έννοιας της ζωής και όχι του θανάτου· είναι, ακόμα, ενισχυτική της πίστης στην παντοδυναμία της ζωής και της βεβαιότητας ότι η έκπτωση των σωματικών δυνάμεων προοιωνίζει την υπέρτατη πνευματική ευδαιμονία. Παρόλ’ αυτά, τίποτα δεν μπορεί να διαψεύσει τη μόνη βεβαιότητα του τελικού συγκερασμού των σημείων της αρ­χής και του τέλους. Το διαρκές πλησίασμα της ανυπαρξίας, με προει­δοποιητικούς ενδιάμεσους σταθμούς τους οικείους, για τον καθένα, νεκρούς.

Εντέλει, η Πανσέληνος στα δάσος αποτελεί άλλη μία από­δειξη ότι ο Σωτήρης Κακίσης έχει μπει για τα καλά στην περίοδο της πνευματικής και, κατ’ επέκτασιν, της ποιητικής του ωριμότητας.

Κώστας Παπαγεωργίου

Πηγή: περιοδικό  ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ, τεύχος 7, Γκοβόστης, Σεπτέμβριος 2012, σελ. 18.

Δεν υπάρχουν σχόλια: