Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΣ (ΜΕΡΟΣ 1ο)


(έργο του Γιάννη Τσαρούχη)


Ζεϊμπέκικος

Ανάμεσα στα άλλα που η εποχή μας έχει αρκούντως ευτελίσει, είναι και ο παλαιότατος αυτός λαϊκός χορός. H ιστορία του, η καταγωγή του, το περιεχόμενο και το ήθος του, σε συνδυασμό με το φαινόμενο που παρουσιάζεται σε πολλά κέντρα διασκεδάσεως (ιδίως σε εκείνα της χλιδής) συνιστούν μια άκρως ενδιαφέρουσα εικόνα για τους μελετητές αυτής της κοινωνίας. Οι πιο πολλοί από μας θα έχουν αντικρύσει το θέαμα των πάσης φύσεως «σινιέ» και των δυο φύλων, να ορχούνται με ένα ειδικό πεποιημένο πάθος, που διαρκεί όσο και το τραγούδι, στο ρυθμό του ζεϊμπέκικου. Θα μου πείτε ότι τα πράγματα έχουν τη δική τους δυναμική και πως η μόδα μπορεί να ευτελίζει ό,τι προαιρείται. Γιατί λοιπόν να μην παραλάβει κι ένα πολεμικό χορό των αγρίων ζεϊμπέκηδων των περασμένων αιώνων και να τον παραδώσει ως και σε γιάπηδες, σε βουτυρομπεμπέδες, σε πλεϊμπόϋ και σε τουρίστες; Ουδείς εμποδίζει κάτι τέτοιο και ουδείς να το εμποδίσει. Ας επιτραπεί όμως, και σε όποιον το θεωρεί γελοίο, να γελά ή να χλευάζει και (αν του μένει όρεξη) να διαβάσει και τα παρακάτω περί του ζεϊμπέκικου.

Απόγονοι του Ορφέα; Ή απλοί πολιτοφύλακες των Δερέ-μπεη

H παράδοση λέει πως οι ζεϊμπέκηδες είναι απόγονοι των πρώτων αποικιστών των ακτών της Ανατολής που ήρθαν από τη Θράκη. Μάλιστα όσοι τους είδαν και τους περιέγραψαν συμφωνούν ότι τα φυσιογνωμικά τους χαρακτηριστικά δείχνουν πολλές ομοιότητες με τις αρχαίες απεικονίσεις των Θρακών. Τι ακριβώς όμως ήταν οι ζεϊμπέκηδες;

Μια ιδιότυπη κατηγορία Τούρκων των μικρασιατικών επαρχιών του περασμένου αιώνα ήταν οι απόγονοι των παλαιών λεγομένων Δερέ-μπεη που κατά λέξη σημαίνει «οι άρχοντες του κάμπου». Αυτοί ήσαν ένα είδος φεουδαρχών, μια αριστοκρατική τάξη της Μικράς Ασίας. Στα φέουδά τους είχαν αυτονομία και σε αντάλλαγμα για τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, είχαν την υποχρέωση να διαθέτουν στον Σουλτάνο ορισμένο αριθμό στρατιωτών, να συντηρούν τους δρόμους και να φροντίζουν για τη δημόσια ασφάλεια. Αυτά βέβαια στα χαρτιά, διότι στην πραγματικότητα οι Δερέ-μπεη αποτελούσαν μια ένοπλη δύναμη που υπηρετούσε κατά βάθος τις δικές της ληστρικές επιχειρήσεις που έφτασαν να γίνουν πληγή για τις χώρες εκείνες. O Σουλτάνος Mαχμούτ B’ αναγκάστηκε να καταργήσει τα προνόμιά τους αυτά το 1833. Ωστόσο για πολλά χρόνια αργότερα και ως τον 20ο αιώνα, εξακολουθούσαν να υπάρχουν πολλές τέτοιες «αριστοκρατικές» οικογένειες οι οποίες μάλιστα διεκδικούσαν ως το τέλος τα «δικαιώματά» τους. Κι αν δεν τα ανέκτησαν ποτέ, είχαν όμως πάντοτε μια ιδιαίτερη εκτίμηση εκ μέρους του μεγαλύτερου μέρους του τουρκικού πληθυσμού της Mικράς Ασίας.

Τις στρατιωτικές μονάδες των Δερέ-μπεη συγκροτούσαν οι ζεϊμπέκηδες που αποτελούσαν ιδιαίτερο και ιδιότυπο στοιχείο της Ανατολής. Ζούσαν απομονωμένοι, χωρίς πολλές επαφές και σχέσεις με τους άλλους μουσουλμάνους. Φόβος και τρόμος των Ελλήνων αν και στις τάξεις τους υπήρχαν και πολλοί εξισλαμισθέντες χριστιανοί Έλληνες. Eίχαν τις δικές τους παράξενες φορεσιές, οι οποίες γινόταν πολλές φορές αντικείμενο περιγραφής διαφόρων ζωγράφων που ταξίδευαν σε εκείνα τα μέρη. Οι απεικονίσεις τους δείχνουν να φορούν ένα πολύ ψηλό κάλυμμα στο κεφάλι, σαν πολλά ανασκουμπωμένα φέσια το ένα πάνω στο άλλο, τα οποία περιτυλίγουν αντί με τουρμπάνι, με ριγωτά πανιά με μακριές φούντες. Φορούσαν ακόμα, ένα χρωματιστό γιλέκο κοντό και σκληρό από τα πολλά κεντήματα, πανταλόνι μέχρι τα γόνατα, κολλητό στα σκέλη που όμως σχηματίζει στο πίσω μέρος, φαρδύ σάκο (βράκα). Στη μέση τύλιγαν μια ζώνη από ριγέ μετάξι ή κόκκινο μαλλί. Από το γόνατο και κάτω οι κνήμες ήταν γυμνές για ομορφιά. Ήσαν, λέγεται, περήφανοι για το άσπρο δέρμα τους και τις λεπτές και νευρώδεις γάμπες τους, αλλά και για τους τρυφερούς... αστραγάλους τους που τους θεωρούσαν φυλετικό πλεονέκτημα. Μερικές φορές φορούσαν και κεντητές περικνημίδες και κόκκινες δερμάτινες παντόφλες. Απαραίτητο στοιχείο της φορεσιάς αυτής ήταν το “σιλαχλίκ” το σελάχι μια φαρδιά ζώνη που έφερε τα σπουδαιότερα τους πράγματα: τις πιστόλες, τα στιλέτα, την πίπα, την ταμπακιέρα και τα χρήματά τους.

Όταν οι τελευταίοι Δερέ-μπεη έχασαν τα προνόμιά τους, ο διοικητής του νομού της Σμύρνης Tαχέρ Πασάς, κατάργησε και την πολιτοφυλακή των ζεϊμπέκηδων και απαγόρευσε να φορούν την περίφημη παραδοσιακή τους ενδυμασία. Οι ζεϊμπέκηδες δε νοιάστηκαν ούτε για τα προνόμια, ούτε για την εξουσία. Δεν μπόρεσαν όμως να δεχτούν και να υπακούσουν σε διαταγή κατάργησης της ενδυμασίας τους και έτσι ξεκίνησε η επανάσταση των ζεϊμπέκηδων που κατέληξε σε ένα τρομερό, αλά τούρκα, μακελειό. O Bαλής της Σμύρνης παρέσυρε τους αρχηγούς στο κονάκι του, δήθεν πως ήθελε να διαπραγματευθεί μαζί τους. Εκείνοι παρουσιάστηκαν πάνοπλοι και με μεγάλη ακολουθία. Αίφνης ακούστηκε ένας πυροβολισμός, όπως είπαν από τη μεριά των ζεϊμπέκηδων, αλλά μάλλον ήταν το σύνθημα για να ξεκινήσει η σφαγή. Καθώς ήταν όλοι μαζί συγκεντρωμένοι στην αυλή, οι κρυμμένοι Tούρκοι στρατιώτες άρχισαν να τους πυροβολούν από παντού, μέχρι που σκότωσαν και τον τελευταίο. Κατόπιν έκοψαν τα κεφάλια τους και τα κάρφωσαν στα κάγκελα του κονακιού για παραδειγματισμό. Με παρόμοιο (θηριώδη) τρόπο εξόντωσαν τους αρχηγούς ζεϊμπέκηδες και στο Αϊδίνι.

Ύστερα από την αποτυχημένη επανάστασή τους οι ζεϊμπέκηδες διατήρησαν μεν τη φορεσιά τους, έχασαν όμως την αίγλη, την παλληκαριά, αλλά και τα έσοδά τους. Σιγά -σιγά ξέπεσαν σε ένα γραφικό αξιοθέατο για τους επισκέπτες της Ανατολής. Ως τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, οι ταξιδιώτες που ήθελαν να πάνε στο εσωτερικό της Mικράς Ασίας, τους νοίκιαζαν σαν ένοπλους οδηγούς, ήσυχοι πως δεν θα πέσουν θύματα ληστών.

Ως τα πρώτα χρόνια του αιώνα μας, οι φυλακές της Ρόδου, του Μποντρούμ και άλλων περιοχών του ανατολικού Αιγαίου, ήταν γεμάτες από ζεϊμπέκηδες, τραγικά λείψανα μιας ολόκληρης εποχής που έφευγε για πάντα.

O Χορός

Οι ζεϊμπέκηδες χόρευαν ένα δικό τους, πολεμικό χορό, με τα μαχαίρια ή τα σπαθιά τους ν’ ανεμίζουν αργά και επιβλητικά στα χέρια τους. Ένας χορός που είχε λίγες αργές – «βαριές» - κινήσεις αλλά και χάρη. Φαίνεται όμως ότι ο χορός αυτός (κατ’ όνομα τουλάχιστον) είχε διαδοθεί αρκετά, τόσο ανάμεσα στους πληθυσμούς της Mικράς Ασίας, όσο και έξω από αυτή, στα νησιά κυρίως, αλλά και στη Μακεδονία. Στη Μυτιλήνη υφίσταται ως σήμερα ένας ζεϊμπέκικος που λέγεται «βρακάδικος» επειδή χορεύεται από ηλικιωμένους συνήθως άνδρες, που φορούν τις παραδοσιακές βράκες. Να σημειώσουμε ότι όλοι οι ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί που φέρουν το όνομα του ζεϊμπέκικου, δεν είναι ίδιοι μεταξύ τους, ως προς τη μορφή και τις κινήσεις, δεν έχουν σχέση με το χορό των ισλαμιστών ζεϊμπέκηδων, ανήκουν όμως όλοι στους αντικριστούς χορούς που βασίζονται στο ρυθμό των εννέα χρόνων. Και με την ευκαιρία, ας επισημάνουμε και την ανορθογραφία πολλών ελαφρο-μουσικολογούντων που ταυτίζουν τον ζεϊμπέκικο με το... κλάσμα 9/8. Πρώτον η ελληνική μουσική θεωρία (βυζαντινή) ούτε γνωρίζει ούτε συναλλάσσεται με όγδοα, τέταρτα κλπ. Ως κληρονόμος της αρχαίας ελληνικής μουσικής θεωρίας και πρακτικής, που όριζε τους ρυθμούς και τα ποιητικά μέτρα με την συλλαβική ποσότητα, γνωρίζει χρόνους με τους οποίους δημιουργεί ρυθμικά σχήματα. Έτσι λοιπόν οι ρυθμοί, τα σχήματα και οι χοροί που βασίζονται σε εννέα χρόνους είναι πολλοί και όχι μόνο ο ζεϊμπέκικος. Ενδεικτικά ας αναφέρουμε πολλούς από τους αντικριστούς, αλλά και συρτούς όπως ο ποντιακός Ομάλ. Δεν έχει άλλωστε και τόση σημασία το μουσικο-τεχνικό μέρος, όσο έχει το περιεχόμενο, ο χαρακτήρας και το ιστορικό και κοινωνικό βάθος του χορού. Ως προς τα τεχνικά, μπορεί να μελετήσει κανείς άλλους ρυθμούς και χορούς του παραδοσιακού ρεπερτορίου, πολύ πιο σύνθετους από τους εννεάσημους. Για όποιον θέλει να... ξιπαστεί υπάρχουν 12σημοι, 15σημοι κλπ. να πάρει από κει όσα… όγδοα θέλει και να πορεύεται.

Ας επανέλθουμε όμως στον ζεϊμπέκικο. Οι Έλληνες της Ιωνίας γνώριζαν έναν ζεϊμπέκικο που ήταν χορός αντικριστός και χορευόταν από ζευγάρια (άντρας - γυναίκα). Περισσότερο μάλιστα ήταν γυναικείος παρά αντρικός χορός μια και ο άντρας ήταν κάτι σαν παρτενέρ με την έννοια του κλασικού χορού. Όταν για παράδειγμα ο σύζυγος αποφάσιζε να... επιδείξει τη χορευτική δεινότητα της συζύγου του, χόρευε μαζί της, τον ζεϊμπέκικο. O χορός αυτός είχε ευγενικό χαρακτήρα και πρόβαλε ιδιαίτερα την πλαστικότητα του γυναικείου σώματος. Ζεϊμπέκικο παρόμοιου χαρακτήρα βρίσκουμε και στην Κύπρο.

Τόσο πριν όσο και μετά την μικρασιατική καταστροφή, η διασπορά των Ελλήνων προς την Ανατολή και προς τη Δύση και οι μεγάλες πολιτιστικές και εμπορικο-κοινωνικές σχέσεις καθώς και η αλλαγή του τρόπου ζωής με την εμφάνιση των μεγάλων αστικών κέντρων είχαν σαν φυσική συνέπεια και τις μουσικο-χορευτικές αλληλεπιδράσεις. Όπως συνέβη και στη δημοτική μουσική, έτσι και στον χορό οι νέες συνθήκες ζωής κατά κανόνα απλοποίησαν τις μορφές και ευτέλισαν το περιεχόμενο της λαϊκής τέχνης.

O ζεϊμπέκικος «ζυμώθηκε» στη Σύρα, στην Ερμούπολη, στον Πειραιά, στο Βοτανικό, στις φυλακές και αλλού, από τις αρχές του 20ου αιώνα, στα σώματα βασανισμένων, περιθωριακών, απόκληρων, και απελπισμένων ανθρώπων, ως έκφραση της ψυχής που κάνει την ύστατη προσπάθειά της να ισορροπήσει ένα μετέωρο σώμα, ή ως σωματική (υλική) κίνηση προς επικοινωνία με την ψυχή (πνεύμα). Πολλοί θεωρούν ότι, κατά την εξέλιξή της, η διαμόρφωση του ζεϊμπέκικου στα αστικά κέντρα της Ελλάδας κατάντησε ένα χορευτικό κακέκτυπο του παραδοσιακού ζεϊμπέκικου, που ανταποκρίνεται στη νοοτροπία του ρεμπέτη, του νταή, του τυπικού μάγκα των αρχών του αιώνα. Αυτή πάντως η θεωρία αγνοεί αρκετά ιστορικά και κοινωνικο-πολιτικά δεδομένα. Βλέπει δηλαδή τους ανθρώπους εκείνους, με τον τρόπο που τους έβλεπε η αστική θεατρική επιθεώρηση των αρχών του 20ου αιώνα, σχεδόν στα όρια του ρατσισμού και πλάι  στον... αστυνόμο Mπαϊρακτάρη.

(συνεχίζεται...)

Γιώργος Ε. Παπαδάκης

3 σχόλια:

Λύσιππος είπε...

Μου κάνει εντύπωση η αναφορά σα 9/8, έναν όρο που χρησιμοποιεί και ο Μ.Χατζιδάκις για το ρυθμό(βλ.δισκο Για την Ελένη)

Giousurum είπε...

πραγματικά πού ενδιαφέρον... για πότε η συνέχεια???
καλό βράδυ!!

Μουσικά Προάστια είπε...

Χαίρε Λύσιππε, έχεις δίκιο, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα (και ...προβοκατόρικη) η άποψη του Παπαδάκη. Βέβαια, δεν αμφισβητείται η σχέση 9/8 και ζεϊμπέκικου, αλλά μόνο η αποκλειστικότητά της και η καθεαυτή ανάγκη ορισμού του ρυθμού με τον συγκεκριμένο τρόπο.

Γιουσουρούμ, έρχεται και το μέρος δεύτερο, να εμπεδώσουμε πρώτα το πρώτο! Γεια χαρά.
Ηρ.