Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ: ΑΡΓΥΡΗΣ ΖΗΛΟΣ


Αργύρης Ζήλος: 

«Δεν μπορείς να γράφεις σαν δάσκαλος» 

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Ξεκίνησα το ’74, σχεδόν τυχαία. Δούλευα στο Pop 11, το υπόγειο δισκοπωλείο των αδερφών Φαληρέα στη Σκουφά. Εκεί ήρθε ένας πελάτης ονόματι Πητ Κωνσταντέας. Κουβεντιάσαμε, ήταν φιλόμουσος και διαπίστωσε ότι παρακολουθούσα τις κυκλοφορίες της εποχής. Μου έδωσε μία λίστα με δίσκους για να του κάνω αντίγραφα από τη συλλογή μου· είχα σχεδόν τα πάντα απ’ όσα βινύλια αναζητούσε. Και μου μίλησε για ένα περιοδικό που είχε μόλις ανοίξει και δεν πήγαινε καλά· ήταν ο «Ήχος». Ο Κωνσταντέας είχε αναλάβει προσωρινά τη διεύθυνση του περιοδικού και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν να εισάγει μία στήλη μουσικοκριτικής. Την ανέθεσε σε μένα, κι έτσι ξεκίνησα. Και ένας άλλος αξιομνημόνευτος σταθμός της καριέρας μου ήταν πριν από ένα 8μηνο που έμεινα χωρίς δουλειά! 

Όταν ξεκίνησα η κριτική αφορούσε μόνο την κλασική μουσική. Σαν μπούσουλα είχα τα ξένα περιοδικά, το New Musical Express, το Melody Maker, το Rolling Stone λιγότερο, και το Wire αργότερα. Εκεί είδα πώς γράφεται μια κριτική, αλλά αυτό δεν με βοήθησε ιδιαίτερα. Συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι εκεί έγραφαν για καλλιτέχνες που την επόμενη εβδομάδα θα έπαιζαν στη γειτονιά τους. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ήταν ο Ηλίας Ανδριόπουλος και ο Γιώργος Νταλάρας. Δεν υπήρχε τότε εδώ η διεθνής μουσική που με ενδιέφερε, και έπρεπε να την αναζητήσω. 

Από μικρός είχα πάντα μία αγάπη για οτιδήποτε μουσικό. Ο μεγάλος αδερφός του πατέρα μου ήταν αντάρτης. Όταν γύρισε, έφερε έναν πάκο δίσκους από τη Σοβιετική Ένωση και τους μοίρασε στην οικογένεια. Αυτοί οι δίσκοι μαζί με κάποιους άλλους της μόδας με έφεραν σε μία κατάσταση όπου μέρα-νύχτα άκουγα με το ίδιο έντονο ενδιαφέρον την 5η Συμφωνία του Μπετόβεν, την Caterina Valente, τη Συννεφιασμένη Κυριακή του Τσιτσάνη στην original εκδοχή. Στη συνέχεια, αν και απέκτησα βασικές γνώσεις μουσικής, το πρωταρχικό μου εφόδιο υπήρξαν τα προσωπικά ακούσματα και η αίσθηση της μουσικότητας. Και όλα αυτά τα χρόνια του απόλυτου δοσίματός μου στο ροκ, ήξερα ότι υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος που έχει άλλες αξίες, οι οποίες είναι ανώτερες επειδή απαιτούν μία πληρέστερη αντίληψη περί οργάνωσης της μουσικής. Μην τα μπερδεύουμε, δεν είναι όλοι Μπραμς και Μπετόβεν. Από την άλλη, δεν μπορούμε να έχουμε ως μέτρο σύγκρισης τον Μπραμς και τον Μπετόβεν. Πρέπει να συγκρίνουμε όμοια πράγματα. 

Προκειμένου ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι η κριτική σου τον αφορά, πρέπει να τον πείσεις ότι τον αφορά και ο τρόπος που του απευθύνεσαι. Στην ποπ και στη ροκ μουσική, ο από καθέδρας λόγος αποτρέπει, ενοχλεί. Στα λαϊκογενή μουσικά είδη, γενικότερα, η έννοια μιας κοινότητας ανάμεσα στον γράφοντα και στον αναγνώστη οφείλει να επιδιωχθεί. Δεν μπορείς να γράφεις σαν δάσκαλος, δέχεσαι ότι ο αναγνώστης μπορεί να έχει περισσότερα ακούσματα από σένα. Οφείλεις δηλαδή να είσαι φιλικός χωρίς να κάνεις εκπτώσεις ως προς το τι πιστεύεις γι’ ότι παρουσιάζεις. 

Επίσης, πρέπει να έχεις μία σαφή εικόνα του καλλιτέχνη και του έργου του. Δε γίνεται να παρουσιάζεις το πέμπτο album ενός δημιουργού και να λες «καλός είναι, δεν τον ήξερα». Τέλος, χρειάζεται μία ευρύτητα ακουσμάτων. Εδώ και μισό αιώνα, από τότε που οι άγιοι Beatles έβγαλαν το Revolver, δεν υπάρχουν σαφή όρια ανάμεσα στο τι σημαίνει και τι δεν σημαίνει μουσικότητα. Μετά τους Beatles, ουδείς έχει δικαίωμα να μιλήσει περί συγκεκριμένης και απαραβίαστης μουσικότητας. Υπάρχουν απλώς διαφορετικές μουσικές κοινότητες: η κοινότητα του rock, του metal, του ρεμπέτικου. Ο κριτικός δεν πρέπει να χαϊδεύει τα αφτιά της εκάστοτε μουσικής κοινότητας. Αν το κάνει, δεν είναι κριτικός αλλά νεροκουβαλητής.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Τι σχολια να αφησεις για εναν μουσικοκριτικο...παρασιτικο επαγγελμα ειναι ετσι κι αλλιως αυτο,ομως τον διαβαζαμε στον ΗΧΟ τοτε μεσα με τελη δεκαετιας 70 και μας τσαντιζε οταν εθαβε τον εναν η ανεβαζε τον αλλον..Οπως και να εχει εγραφε καλα ο Αργυρης...