Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ MARC GRAUWELS




«Οι έλληνες συνθέτες είναι καταπληκτικοί όταν γράφουν λαϊκή μουσική· η σοβαρή μουσική τους, όμως, είναι λίγο βαριά»

Μια κουβέντα με τον παγκόσμιας φήμης φλαουτίστα Marc Grauwels

του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Γεννήθηκε στο Βέλγιο, αλλά σύντομα η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της μικρής αυτής χώρας. Ως σολίστας, συνέβαλλε τα μέγιστα ώστε το φλάουτο από όργανο παρεξηγημένο και περιθωριακό να αναδειχθεί σε εργαλείο καινοτομίας και αυτοσχεδιασμού. Ο Astor Piazzolla του αφιέρωσε προσωπικά το έργο «History of the Tango» για φλάουτο και κιθάρα. Στο ελληνικό κοινό είναι γνωστός από τη συμμετοχή του σε ηχογραφήσεις έργων του Θάνου Μικρούτσικου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Ετησίως, δίνει πάνω από εκατό συναυλίες σε όλο τον κόσμο. Πρόσφατα βρέθηκε στη χώρα μας μαζί με τον ακορντεονίστα Christophe Delporte, κατόπιν πρόσκλησης της Βελγικής Πρεσβείας στην Αθήνα, και μίλησε αποκλειστικά στον ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ. Ο κύριος Marc Grauwels (Μαρκ Γράουελς)!
-----

Η αγαπημένη μου πόλη του Βελγίου είναι η Γάνδη. Σας έτυχε να βρεθείτε ποτέ εκεί;
Η πρώτη μου δουλειά στην Όπερα της Φλάνδρας ήταν στη Γάνδη. Έζησα εκεί για τρία χρόνια και είναι και για μένα η πιο αγαπημένη πόλη στο Βέλγιο! Παρεμπιπτόντως, έχω μερικούς πολύ καλούς έλληνες φίλους εδώ στο Βέλγιο. Μάλιστα, έχω και δύο έλληνες μαθητές.

Πώς σας φαίνεται η Ελλάδα;
Λατρεύω την Ελλάδα· είναι μία ιδιαίτερη χώρα για μένα. Πρέπει να σας πω ότι έχω ένα βέλγικο όνομα, γεννήθηκα στο Βέλγιο, αλλά δεν είμαι και πολύ Βέλγος. Η καταγωγή μου είναι εβραιο-πολωνική. Ο πατέρας μου υιοθετήθηκε από τη βελγική οικογένεια Grauwels κατά τη διάρκεια του πολέμου. Δεν νοιώθω καθόλου εθνικιστής, αν και μου αρέσει πολύ το Βέλγιο. Είμαι μουσικός, και προτιμώ την καθολική γλώσσα της μουσικής.

Έχετε συνεργαστεί εκτενώς με τον Θάνο Μικρούτσικο. Πώς γνωριστήκατε;
Ήρθα στην Ελλάδα για πρώτη φορά εξαιτίας του Θάνου Μικρούτσικου. Είναι πολύ αστεία ιστορία. Ο Θάνος δούλευε με τον σκηνοθέτη Henrie Ronse, ο οποίος ζούσε στις Βρυξέλλες. Την εποχή εκείνη, αρχές της δεκαετίας του ’80, έπαιζα στη Συμφωνική Ορχήστρα της Βελγικής Ραδιοφωνίας. Μια μέρα μου ζήτησαν να πάω στο Εθνικό Θέατρο μαζί με 10-15 άλλους μουσικούς για να ηχογραφήσουμε μουσική στο στούντιο. Οι Βέλγοι είναι πολύ καλοί στο να διαβάζουν γρήγορα μουσικά κείμενα, επειδή έχουν καλή μουσική εκπαίδευση όπως και οι Γάλλοι. Διαβάζουμε μουσική πολύ γρήγορα, σαν εφημερίδα. Φτάσαμε λοιπόν στο στούντιο και είδα τον Θάνο, ο οποίος μας διεύθυνε στην ηχογράφηση. Υπήρχαν πολλοί χαρακτηριστικοί ελληνικοί ή βυζαντινοί ρυθμοί, πολλά πέντε όγδοα, ακανόνιστα πράγματα. Οι μουσικοί στις δυτικές χώρες, ιδιαίτερα αυτοί των εγχόρδων, δεν τα πάνε καλά με ους συγκεκριμένους ρυθμούς. Και είδα ότι και για τον Θάνο δεν ήταν καθόλου εύκολη η εμπειρία της ηχογράφησης με τους συγκεκριμένους μουσικούς. Σε μια στιγμή, ένιωσα άβολα και προσπάθησα να τον ενθαρρύνω. 

Και μετά;
Μετά την ηχογράφηση, μου είπε: «Θα σε χρειαστώ για άλλη μία ηχογράφηση». Κι έτσι γνωριστήκαμε, και γίναμε φίλοι. Την εποχή εκείνη συμμετείχα σ’ ένα τρίο με βιολί, τσέμπαλο και φλάουτο. Το λέγαμε «Τρίο Μπαρόκ», και στις συναυλίες παίζαμε στο πρώτο μέρος μουσική Μπαρόκ, και στο δεύτερο μέρος μουσική του 20ου αιώνα. Αυτό είναι κομμάτι της προσωπικότητάς μου, να παίζω διαφορετικά είδη διαφορετικών εποχών. Έτσι, ο Θάνος μας προσκάλεσε στην Ελλάδα και πήγαμε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, μάλλον γύρω στα μέσα του ’80. Πήγα και στην Πάτρα κάμποσες φορές, την εποχή που ο Θάνος ήταν υπεύθυνος του Διεθνούς Φεστιβάλ εκεί. Στη συνέχεια, έγραψε το «Opera for One», ένα τρελό έργο για φλάουτο που ηχογραφήσαμε μαζί. Δεν τον έχω δει εδώ και καιρό· ελπίζω να είναι καλά.



Έχετε συνεργαστεί και με τον Γιάννη Μαρκόπουλο! Μιλήστε μας για τη συνάντησή σας.
Ο Θάνος Μικρούτσικος είχε ένα συνεργάτη που του έφτιαχνε ενορχηστρώσεις. Το όνομά του είναι Θανάσης Νικόπουλος, δεν τον έχω δει εδώ και καιρό. Πολλές φορές, βρισκόμουν στην Ελλάδα εξαιτίας του Άλκη Μπαλτά, εξαίρετου μαέστρου και καλού φίλου μου. Όταν ήταν στη Θεσσαλονίκη, πήγαινα κάθε χρόνο να παίξω μαζί του. Σε μία από τις επισκέψεις μου, ο Νικόπουλος με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Βρίσκομαι σε μία ηχογράφηση με τον Μαρκόπουλο. Έχουμε τεράστιο πρόβλημα με το φλάουτο που ηχογραφήθηκε, είναι εντελώς φάλτσο. Ξέρω ότι βρίσκεσαι στην Ελλάδα. Είσαι διαθέσιμος αύριο;». Έτσι, έμεινα όλη τη μέρα στο στούντιο, διαβάζοντας το μουσικό κείμενο και ηχογραφώντας τη «Λειτουργία του Ορφέα» του Μαρκόπουλου. Ο Μαρκόπουλος είδε ότι ήμουν γρήγορος στην ανάγνωση μουσικού κειμένου, και ενθουσιάστηκε. Έτσι, άρχισε να ξαναγράφει τη μουσική στο στούντιο, κάνοντάς την ολοένα και δυσκολότερη! Έτσι γίναμε φίλοι. Κάναμε πολλά μαζί, όχι μόνο στην Ελλάδα. Παίξαμε μαζί και στο Βέλγιο, στη Φλάνδρα. Και έπαιξα και στο Κονσέρτο για Φλάουτο, που ήταν κομμάτι της μουσικής για την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα.

Ως σολίστας, πώς αποτιμάτε τη μουσική των κορυφαίων ελλήνων συνθετών;
Όλοι αυτοί οι συνθέτες - ο Θεοδωράκης, ο Μικρούτσικος, ο Μαρκόπουλος, ακόμα κι ο Χατζιδάκις που είναι βεβαίως ο καλύτερος - έγραψαν λαϊκή μουσική και μετά προσπάθησαν να γράψουν και σοβαρή μουσική. Είναι καλύτεροι όταν γράφουν λαϊκή μουσική. Εκεί είναι καταπληκτικοί. Νομίζω όμως ότι η σοβαρή μουσική τους είναι λίγο βαριά, αναφορικά με την ενορχήστρωση κλπ.

Η κορυφαία συνεργασία σας υπήρξε φυσικά αυτή με τον Astor Piazzolla. Ισχύει ότι έγραψε ένα έργο ειδικά για σας;
Ο Piazzolla ήταν ένας καλός φίλος του Maurice Bejart. Και ο Χατζιδάκις είχε γράψει μουσική για μπαλέτο για τον Bejart. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έπαιξα με την Ορχήστρα της Όπερας του Βελγίου. Άκουσα τη μουσική του Piazzolla και τρελάθηκα! Ήταν για ένα μπαλέτο του Bejart με τίτλο «Ο δικός μας Φάουστ». Η μουσική αποτελείτο από ένα συνδυασμό της Λειτουργίας σε Σι Ελάσσονα, ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα του J.S. Bach, και της μουσικής του Piazzolla. Υπήρχε και ένα μεγάλο φεστιβάλ στη Λιέγη, όπου ο Piazzolla ερχόταν να παίξει κάθε χρόνο. Το ίδιο βράδυ της εμφάνισής του, συμμετείχα κι εγώ με έναν κιθαρίστα. Ο Piazzolla μας άκουσε και συνέλαβε την ιδέα να γράψει το Η Ιστορία του Ταγκό» για φλάουτο και κιθάρα. Θυμήθηκε ότι το ταγκό γεννήθηκε στους οίκους ανοχής του Μπουένος Άιρες, και παιζόταν με τέτοια όργανα. Η πρεμιέρα του έργου έγινε ένα χρόνο αργότερα, το ’85. Τελικά, αν ενδιαφέρεσαι αληθινά, κάποια πράγματα απλώς συμβαίνουν!

Οι συναυλίες σας χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό κλασικού και πιο σύγχρονου υλικού. Την επιλέγετε επίτηδες αυτήν τη μίξη;
Έχετε δίκιο. Στις συναυλίες μου, μου αρέσει να παίζω κλασικά πράγματα, αλλά τουλάχιστον κι ένα κομμάτι γραμμένο για μένα. Αν παίζεις υπερβολικά πολλή κλασική μουσική, οι άνθρωποι δεν θα έρθουν στη συναυλία. Και είναι πολύ συναρπαστικό να έχεις ένα νέο κομμάτι για μία ομάδα εκτελεστών. Αν η μουσική είναι καλή, τότε όλα είναι τέλεια. Αν όμως είναι κακή, τότε όλα είναι χάλια, επειδή το συγκεκριμένο έργο θα το παίξεις μόνο μια φορά και μετά ο συνθέτης θα παραπονιέται ότι δεν το παίζεις αρκετά. Όταν άρχισα να παίζω μουσική στην ορχήστρα, νόμιζα ότι το κοινό για κλασική μουσική είναι μόνο αυτές οι ηλικιωμένες κυρίες με τα πράσινα μαλλιά. Εγώ ήμουν νέος και μου άρεσε να περνάω καλά. Έτσι, αναρωτήθηκα: «γιατί δεν μπορώ να παίξω μουσική γι’ ανθρώπους σαν κι εμένα;». Την εποχή εκείνη ήταν πολύ δημοφιλείς ο Philip Glass και ο Wim Mertens. Έχω παίξει φλάουτο σε τουλάχιστον δέκα δίσκους του Mertens. Ο κύριος λόγος της συμμετοχής μου δεν ήταν η μουσική· ήθελα να παίξω για νεότερους ανθρώπους και να αποκτήσω νέες εμπειρίες.

Πώς μπλέξατε με τον κόσμο της μουσικής;
Άρχισα να μαθαίνω μουσική σε ηλικία επτά ετών. Ο πατέρας μου είναι ιατρός και ακούει καλή, πραγματική μουσική. Πάντα άκουγα αυτή τη μουσική, και πηγαίναμε μαζί σε συναυλίες στην Οστάνδη. Μου άρεσε η μουσική σαν παιδί, και μ’ έστειλαν σε μουσικό σχολείο. Ήμουν τυχερός επειδή εκεί είχα ένα νέο καθηγητή με τον οποίο γίναμε φίλοι. Πίστεψε ειλικρινά ότι είχα ταλέντο. Το πάθος μου εκείνη την εποχή ήταν η αρχιτεκτονική, και ήθελα να γίνω αρχιτέκτονας. Όμως, όταν τελείωσα το γυμνάσιο και τις μουσικές μου σπουδές πριν το ωδείο, σκέφτηκα ότι η μουσική θα είχε πιο πολλή πλάκα από την αρχιτεκτονική. Και ένιωσα και πολύ άνετα με το φλάουτο σαν όργανο.

Όταν ξεκινήσατε την καριέρα σας, ήταν το φλάουτο ένα παραμερισμένο όργανο; Προσπαθήσατε συνειδητά να το «νομιμοποιήσετε»;
Υπάρχουν πολλοί φλαουτίστες που προσπάθησαν να «νομιμοποιήσουν» το φλάουτο. Αν πάτε στην Ασία, στην Κίνα και την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, το φλάουτο είναι ένα πολύ σημαντικό όργανο. Στην παραδοσιακή μουσική αυτών των χωρών, το φλάουτο είναι ουσιώδες και αναντικατάστατο στοιχείο της. Στην Ευρώπη, ισχύει το αντίθετο. Εδώ, το φλάουτο ήταν πολύ δημοφιλές στη μπαρόκ και στην κλασική μουσική. Όταν κατέφτασε ο ρομαντισμός, το τσέμπαλο έγινε πιάνο φόρτε και πιάνο, και όλοι οι ρομαντικοί συνθέτες όπως ο Chopin και ο Brahms και ο Beethoven είχαν χώρο μόνο για το βιολί και το πιάνο. Όλα τα υπόλοιπα όργανα παραμερίστηκαν και θεωρήθηκαν ασήμαντα. Επίσης, ίσως ισχύει κι ότι το φλάουτο ως όργανο δεν ήταν αρκετά καλό τεχνικά την εποχή εκείνη. Μόλις το 1850 γίνεται το φλάουτο ένα εργαλείο με μεγάλο, καθαρό ήχο και ομοιογενή τονισμό. Μετά το 1850, το φλάουτο γίνεται πιο εκλεπτυσμένο και όλοι οι μεγάλοι γάλλοι συνθέτες, όπως ο Ravel και ο Debussy αρχίζουν να γράφουν μουσική γι’ αυτό. Εμείς οι φλαουτίστες δεν έχουμε έναν Brahms, δεν έχουμε έναν Rachmaninoff ή έναν Beethoven. Ζητάμε από συνθέτες να γράψουν μουσική ώστε να καταστήσουμε το όργανο πιο δημοφιλές.

Ξεκινήσατε ως μέλος ορχήστρας, και στη συνέχεια ακολουθήσατε σόλο καριέρα. Ποια είναι τα υπέρ και τα κατά της καθεμιάς επιλογής;
Για να γίνει ένας φλαουτίστας σολίστας, πρέπει να παίξει για τουλάχιστον δέκα χρόνια σε συμφωνική ορχήστρα. Η μουσική αγωγή σου δεν πραγματοποιείται μόνο στο ωδείο. Μαθαίνεις να είσαι καλός μουσικός όταν παίζεις μουσική. Και όταν είσαι μέλος μιας καλής ορχήστρας, δουλεύεις με πολλούς διαφορετικούς μαέστρους που είναι φορείς διαφορετικών ιδεών, ενώ συναντάς διαφορετικούς σολίστες κάθε εβδομάδα. Επίσης, σε μία ορχήστρα είναι πολύ σημαντικός ο τονισμός. Έχεις πολύ αυστηρούς κανόνες, έχεις ελευθερία και ανελευθερία. Μαθαίνεις πραγματικά τι είναι η μουσική. Και μετά πρέπει να βγεις έξω από την ορχήστρα ώστε να αποκτήσεις μία ισχυρή προσωπικότητα. Αυτό υπήρξε κομμάτι της εξέλιξής μου. Ήθελα να κάνω και τα δύο αλλά σε μία στιγμή έπρεπε να διαλέξω. Έτσι, εγκατέλειψα την ορχήστρα το ’87 επειδή είχα πολλή δουλειά εκτός ορχήστρας. Μου λείπει ο μεγάλος, πανίσχυρος ήχος της ορχήστρας, αλλά δεν μπορείς να έχεις τα πάντα. Είμαι πιο ανεξάρτητος σαν χαρακτήρας, και προτιμώ να μην είμαι κομμάτι ενός πράγματος όπου κάποιος μου λέει τι να κάνω. Η διδασκαλία είναι μία καλή εναλλακτική λύση για να έχεις μια σταθερή εργασία όντας ταυτόχρονα σολίστας.

Πώς προσεγγίζετε τη διδασκαλία; Ποια είναι τα βασικά στοιχεία που θέλετε να μεταδίδετε στους μαθητές σας;
Στα μαθήματά μου, παίζω πολύ, επειδή στη μουσική ενυπάρχει ένας μεγάλος βαθμός μιμητισμού. Όλο αυτό είναι μία εξισορρόπηση ανάμεσα στην αυστηρότητα και στην ελευθερία. Αφενός, τους διδάσκω να έχουν στυλ, και αφετέρου τους διδάσκω να έχουν το δικό τους ήχο. Ο ήχος είναι το σημαντικότερο στοιχείο ενός σολίστα. Μερικές φορές, οι φίλοι με ακούν στο ραδιόφωνο και με αναγνωρίζουν ακόμα κι αν δεν ξέρουν ποιος παίζει. Σήμερα, το επίπεδο στη μουσική είναι πολύ υψηλό αλλά και πολύ τυποποιημένο. Δεν υπάρχει αρκετή προσωπικότητα, κι αυτήν προσπαθώ να εμφυσήσω στους μαθητές μου.




Υπάρχει κάποιο τίμημα για να φτάσεις στην κορυφή; Δεν είναι, για παράδειγμα, εξοντωτικό να δίνει κάποιος μία εκατοστή συναυλίες στο εξωτερικό κάθε χρόνο;
Έχω πολλούς φίλους σε διαφορετικές χώρες κι αυτό με ενθουσιάζει. Ταξιδεύω περίπου το μισό χρόνο και το άλλο μισό κάθομαι σπίτι. Είναι μία καλή ισορροπία. Ήρθα στην Ελλάδα με τον Christophe Delporte, έναν ακορντεονίστα με τον οποίο αναπνέουμε μαζί. Μετά, πηγαίνω στην Ισπανία με τη δική μου ορχήστρα μουσικής δωματίου. Ταξιδεύω με ανθρώπους με τους οποίους μου αρέσει να ταξιδεύω. Δεν μπορώ να δουλέψω με ανθρώπους με τους οποίους δεν δένουμε.

Σε ποια χώρα από τις δεκάδες που έχετε επισκεφθεί βρήκατε το καλύτερο κοινό;
Οι άνθρωποι ακούνε με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Το κρίσιμο δεν είναι τόσο η χώρα, όσο ο συναυλιακός χώρος στον οποίο παίζεις. Πάντως, τα μέρη όπου οι άνθρωποι ακούνε πιο προσεκτικά είναι η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα. Αναλύουν τα πάντα και γνωρίζουν τα πάντα σε βάθος· επιδεικνύουν εξαιρετική ευαισθησία προς τη μουσική. Οι πιο εντυπωσιακές ερωτήσεις που έλαβα μετά από συναυλίες ήταν πάντα στην Ασία. Δουλεύουν τόσο σκληρά… προσπαθούν πραγματικά να καταλάβουν. Είναι στη φύση τους.

Πώς προσεγγίζεται το έργο ενός συνθέτη; Υπακούτε στην πρωτότυπη μουσική, ή κατά κάποιο τρόπο την αναδημιουργείτε;
Αυτή είναι μία πολύ καλή ερώτηση. Πρώτα απ’ όλα, ο λόγος που υποχρεώνω τον εαυτό μου να παίζει πολύ Mozart ή Bach είναι για να διατηρώ μία κάποια πειθαρχία. Στον Mozart, καθετί είναι τόσο φανταστικό ώστε αν κάνεις κάτι σε υπερβολικό βαθμό, φαντάζει φτηνό. Καθετί βρίσκεται σε πολύ εκλεπτυσμένες λεπτομέρειες, στην ποιότητα του ήχου, και όχι στην προσθήκη πραγμάτων. Το να παίζω έργα γραμμένα για μένα, όμως, σημαίνει να τα δημιουργώ εκ νέου και κατά κάποιο τρόπο να τα ξαναγράφω μαζί με το συνθέτη. Τις περισσότερες φορές, αυτό συνεπάγεται μία τεράστια ανταλλαγή με τον συνθέτη. Πρέπει να προτείνεις πολλά πράγματα επειδή το έργο είναι σύγχρονο, συμβαίνει σήμερα.

Συμμετείχατε στην ηχογράφηση του σάουντρακ για την εξαιρετικά δημοφιλή ταινία «Amadeus». Τι θυμάστε από τη συγκεκριμένη εμπειρία;
Ηχογράφησα όλη τη μουσική του Mozart για φλάουτο. Υπάρχει ένα έργο, το KV617 για γυάλινη αρμόνικα, φλάουτο, όμποε, βιόλα και τσέλο. Αυτό το κομμάτι είναι ένα από τα τελευταία του Mozart, ένα θαυμάσιο κομμάτι, αλλά κανείς δεν έπαιζε τη γυάλινη αρμόνικα. Και έκανα τρία CD με όλη τη μουσική για φλάουτο του Mozart, τις σονάτες της νεότητας, τα κουαρτέτα, και τα κονσέρτα για φλάουτο, αλλά το συγκεκριμένο έργο συχνά ηχογραφούταν με πιάνο ή τσέμπαλο, αντί για γυάλινη αρμόνικα. Δεν μου άρεσε αυτό, έτσι άρχισα να ψάχνω παντού για κάποιον που μπορούσε να παίξει το συγκεκριμένο όργανο. Βρήκα έναν τρομερό τύπο στη Γαλλία που ήξερε να παίζει κι έτσι ηχογραφήσαμε το έργο, κι έτσι ξεκίνησε και η συγκεκριμένη ιστορία. Το ’91 φτιάξαμε ένα κοινό πρόγραμμα με το Κουαρτέτο Mozart και κάναμε περιοδεία όλη τη χρονιά. Ήταν φανταστικά.

Καταφέρατε να επιτύχετε ό,τι επιθυμούσατε στην αρχή; Ικανοποιήσατε τη δική σας ιδέα περί επιτυχίας;
Όταν αποφάσισα να γίνω επαγγελματίας μουσικός, ήθελα να βρω μια δουλειά. Είναι δύσκολος ο κόσμος, ξέρετε! Βρήκα την πρώτη μου δουλειά σε ορχήστρα σε ηλικία 19 ετών. Όταν κάνεις μουσική, πρέπει να μπορείς να βιοπορίζεσαι απ’ αυτό. Είχα κίνητρο, μπήκα στην πρώτη μου ορχήστρα, αλλά δεν μου άρεσε η ατμόσφαιρα εκεί. Έτσι, είπα ότι δεν πρόκειται να το κάνω αυτό για όλη μου τη ζωή. Λάτρευα τη δουλειά καθεαυτή, αλλά δεν μου άρεσαν κάποιοι άνθρωποι επειδή λειτουργούσαν πολύ δημοσιοϋπαλληλικά. Εν τέλει, τα πράγματα πήραν τη φυσική τους πορεία. Όταν είσαι νέος, έχεις τόση ενέργεια για να μετακινήσεις και βουνά. Τα λεφτά δεν έχουν σημασία. Το σημαντικό πράγμα είναι να είμαι ο εαυτός μου και να κάνω ό,τι θέλω.

Ποια μουσική σας αρέσει να ακούτε, εκτός απ’ αυτήν που παίζετε;
Ακούω περισσότερο κλασική μουσική. Αν με βάζατε σε ένα νησί, ας πούμε, θα έπαιρνα το κουαρτέτο KV 525 σε σολ ελάσσονα του Mozart. Αυτό είναι το νούμερο ένα. Τα «Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια» του Strauss και οι «Παραλλαγές Goldberg» του Gould είναι θαυμάσιες. Μου αρέσει επίσης ν’ ακούω φάντο, Piazzolla, Miles Davis…

Ανησυχείτε μήπως η κρίση αγγίξει και την τέχνη σας;
Υπάρχουν λιγότερα χρήματα για την τέχνη, συνεπώς ναι, ανησυχούμε. Στην τέχνη, πολλά απ’ τα λεφτά προέρχονται από το κράτος. Γίνονται περικοπές στις ορχήστρες, γεγονός που συνεπάγεται λιγότερες ευκαιρίες εκτέλεσης έργων των συνθετών. Πρόκειται περί αλυσιδωτής αντίδρασης.
Παρεμπιπτόντως, άλλες χώρες θα αντιμετωπίσουν τα ίδια προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Είναι ντροπή πώς συμπεριφέρεται η Γερμανία. Η αιτία της κρίσης δεν είναι ό,τι συνέβη με τις τράπεζες. Η πραγματική αιτία πηγαίνει πολύ παραπέρα. Το καπιταλιστικό σύστημα έχει ξεπεράσει τα όρια. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να μοιράζονται. Οι πλούσιοι θα μπορούσαν να μοιραστούν κατιτίς, αλλά δεν το θέλουν. Όλο αυτό το είχα διαισθανθεί εδώ και καιρό.


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ωραία συνέντευξη Ηρακλή. Απολαυστική και μεστή.
κ.μ.

Μουσικά Προάστια είπε...

Να 'σαι καλά Κωνσταντίνε!