Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ



Η συμβολή των τσιγγάνων μουσικών στην εξέλιξη της παραδοσιακής μουσικής της Ελλάδας

του Θανάση Μωραΐτη

με τη συνεργασία του Μάρκου Δραγούμη 


Από τον 11ο αιώνα έως σήμερα, το ζήτημα των Τσιγγάνων μουσικών είναι κεφαλαιώδες στην ιστορία της παραδοσιακής μας μουσικής. Όσοι ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας γνωρίζουν ότι ένα από τα πλέον ουσιαστικά συστατικά στοιχεία της εξέλιξής της ήταν και κατά κάποιο τρόπο εξακολουθεί να είναι η συμβολή των τσιγγάνων μουσικών, ιδιαίτερα στον τομέα της οργανικής μουσικής.

Η προέλευση των Τσιγγάνων, Ρομά, Γύφτων κτλ., ανάλογα με την ορολογία που επικρατεί ή προτιμάται σε κάθε περίπτωση, θεωρείται υπόθεση περίπλοκη. Οι πληθυσμοί αυτοί ξεκίνησαν στην ιστορία ως πλανόδιες ομάδες, αλλά με το χρόνο και με το κλείσιμο των συνόρων οι μετακινήσεις τους περιορίστηκαν στο εσωτερικό των κρατικών σχηματισμών. Αρκετοί εγκαταστάθηκαν σε διάφορες χώρες ως εδραίοι, έγιναν σ’ ένα βαθμό δίγλωσσοι και δέχθηκαν τις επικρατούσες θρησκείες των τόπων της εγκατάστασής τους.

Το πιθανότερο είναι ότι ο ιστορικός πυρήνας τους ξεκίνησε ως περιπλανώμενες ομάδες με απώτερη προέλευση την Ινδία, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι η πατροπαράδοτη γλώσσα τους, η Ρομανί, ανήκει στην Ινδική υφομογλωσσία. Στη μακρά ιστορική τους παρουσία στην Ευρώπη, αλλά και την Ασία και Αφρική, ασφαλώς αναμείχθηκαν με ντόπιες πληθυσμιαίες συνιστώσες, είτε μέσω μεικτών γάμων είτε διότι διάφορα μεμονωμένα άτομα τούς ακολούθησαν και ενώθηκαν μαζί τους για μια ποικιλία λόγων. Πολλές φορές ένας τέτοιος πληθυσμός, αφού είχε μείνει για καιρό σε ένα χώρο και είχε μετάσχει σε όλες τις εύλογες επιτόπιες ζυμώσεις, αργότερα έφευγε και μετακινιόταν προς κάποιον επόμενο χώρο, σωρεύοντας έτσι τα επίπεδα των αλληλεπιδράσεων και επιμειξιών.

Ανάμεσα λοιπόν σ’ αυτούς τους νομάδες ή πλάνητες και στους κατά τόπους εδραίους πληθυσμούς υπήρχαν διάφοροι βαθμοί ανταλλαγής πολιτισμικού ρευστού, με τους πρώτους να λειτουργούν επιπρόσθετα ως «μεταφορείς» και εν μέρει «διαμορφωτές» πολιτισμού από περιοχή σε περιοχή. Ιδιαίτερα οφείλουμε να σημειώσουμε την αισθητή επίδραση των πλανόδιων επαγγελματιών μουσικών κατά μήκος μιας κύριας οδού που εκτείνεται από τη Βαλτική, σχεδόν, έως την Ελλάδα. Οι μουσικοί αυτοί φαίνεται πως κάτω από το γενικό χαρακτηρισμό των Τσιγγάνων / Γύφτων / Ρομά συγκέντρωναν ένα κράμα από προελεύσεις, καταβολές και επηρεασμούς. Έχοντας προφανώς ενσωματώσει την παράδοση των Γερμανο-πολωνο-εβραίων πλανόδιων μουσικών Γκλεζμορίμ, των οποίων αφετηρία ήταν η Γαλικία, περιοχή ανάμεσα στην Κρακοβία και το Λβουφ, των Ούγγρων, των Τουρκοτατάρων της Ρωσίας, των Γότθων κτλ., έφεραν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και κατόπιν στη Σερβία και Βουλγαρία, την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία και την Ελλάδα ένα είδος μουσικής που μοιάζει πολύ μ’ αυτό που εμείς αποκαλούμε αστικολαϊκό και ρεμπέτικο τραγούδι, ή ακόμα συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωσή του.

«Οι Έλληνες θαύμαζαν τη μουσική ιδιοφυία των τσιγγάνων, δεν τους είχαν υποδουλώσει όπως στη Μολδοβλαχία, τους θεωρούσαν όμως κατώτερους και δε δέχονταν να παίζουν το ζουρνά εκεί όπου τον έπαιζαν αυτοί. Οι τσιγγάνοι στην αρχή δε θα τραγουδούσαν παρά μόνο κάποια στιχάκια στους χορούς και ίσως στους σκοπούς που ήταν του συρμού στην Πόλη, στο Ιάσι και στα Γιάννινα. Όταν άρχισαν όμως να τραγουδούν και τα ντόπια πατροπαράδοτα τραγούδια, τους άλλαξαν ριζικά το ύφος και το ήθος. Για να το συνειδητοποιήσει κανείς, αρκεί να συγκρίνει το ίδιο τραγούδι της τάβλας όπως το τραγουδάει Θεσσαλός χωρικός και όπως το ερμηνεύει ο Μπενάτσης, ο Γιαννιώτης Γύφτος. Ίσως ο μουσικολόγος, που τον ενδιαφέρει το γνήσιο δημοτικό τραγούδι, αλλά και ο μουσικός, από αισθητική άποψη, θα προτιμήσουν τη μονοφωνική εκτέλεση του χωριάτη, τη γυμνή, την τραχιά. Τον μέσο ακροατή όμως θα τον συνεπάρει η εκτέλεση του Γύφτου με το φανταχτερό χρωμάτισμα, με τα πολλά στολίδια, με τη χαρακτηριστική εναλλαγή της ελεύθερης απαγγελίας του τραγουδιστή και του χορευτικού ρυθμού των οργάνων» (Samuel Baud-Bovy: Δοκίμιο για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, Π.Λ.Ι., Ναύπλιο 1984, σ. 64). 

Αθήνα, Ιούλιος 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια: