Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

ΑΝΤΑΡΤΟ-ROCK



Ανταρτο-Rock

του Πάνου Τζαβέλλα

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ανταρτο-Rock», Ελεύθερος Διάλογος, 1992, σελ. 12-13. Αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ).


Δούλεψα σε καμπαρέ, σε ταβέρνες, σε σκυλάδικα, σε κάθε είδους στέκια. Γνωρίστηκα με τους συνθέτες του Νέου Κύματος και συνεργάστηκα με τον Μάνο Λοΐζο και τον Χρήστο Λεοντή. Έτσι ανέβηκα στην Πλάκα, όπου χτυπούσε η καρδιά της καλλιτεχνικής Αθήνας κι ήταν σχολείο για τους νέους καλλιτέχνες και χώρος για να εκφραστούν. Εκεί έκαναν την εμφάνισή τους οι μπουάτ, στέκια των νέων: Εννέα Μούσες, Κατακόμβη, Πέμπτη Εποχή, Εσπερίδες, κ.α., όπου οι νέοι κοινωνούσαν τη θεία τέχνη. Όνειρο και μαγεία. Και ξαφνικά, δικτατορία.

Απρίλης 1967. Άιντε πάλι απ’ την αρχή. Παρανομία, κυνηγητά, σύλληψη το 1968. Καταδίκη 20 χρόνια καταναγκαστικά και ξανά στις φυλακές Αβέρωφ κι ύστερα στον Κορυδαλλό. Καινούργιοι φίλοι και σύντροφοι, προπαντός νέοι. Η πρώτη μου φροντίδα ήταν να βρω κιθάρα. Απευθύνομαι στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Πού ξέρεις, μπορεί να γίνει κανένα θαύμα! Μου απορρίπτουν την αίτηση. Επανέρχομαι, αναφέροντάς τους ότι είμαι επαγγελματίας κι άρρωστος βαριά και θέλω την κιθάρα για εξάσκηση κι όχι για ψυχαγωγία. Μου απαντούν πώς θα ενοχλώ τους συγκρατούμενούς μου και την απορρίπτουν. Τρίτη αίτησή μου: να μου επιτρέψουν κιθάρα χωρίς ηχείο και να παίζω σε χώρους όπου δεν θα υπάρχουν συγκρατούμενοι μου, π.χ. στα πλυσταριά. Εγκρίνεται η αίτησή μου. Αρχίζω τη μελέτη στα πλυσταριά, μες στην υγρασία, τα τσιμέντα, τις αναθυμιάσεις και την ψύχρα. Τούτη τη φορά έχω κιθάρα στα χέρια μου, έστω και χωρίς ηχείο. Μελετάω σε βάθος τους ρεμπέτικους δρόμους, το δημοτικό τραγούδι, τη βυζαντινή μουσική. Το Νέο Κύμα και τα έργα του Μίκη και του Μάνου τα γνώριζα καλά. Πώς να γράψεις ελληνικό τραγούδι, όταν δεν έχεις αφομοιώσει ό,τι δημιούργησε η ελληνική ψυχή στην πορεία των αιώνων; Ανακαλύπτω καινούργια μονοπάτια. Πίνω από γάργαρες πηγές. Παράλληλα, καταγράφω τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης και τα μαθαίνω στους νέους. Μαζί οργανώνουμε μια μπουάτ σι ένα πατάρι της φυλακής. Εξασκούμαι για να είμαι έτοιμος, όταν βγω. Και ήμουν έτοιμος. Το Ι971 αποφυλακίζομαι προσωρινά με το νόμο «περί ανηκέστου βλάβης». Γραμμή για την Πλάκα. Στήνω το Λημέρι μου. Τώρα το τραγούδι είναι αγώνας. Πρέπει ν’ ακουστεί το προοδευτικό τραγούδι, που ξυπνάει τις συνειδήσεις, να τονώσουμε το ηθικό του κόσμου που είναι πεσμένο και προπαντός να ξαναβρεθούμε για να ξαναχτίσουμε τις οργανώσεις, που είχαν σμπαραλιαστεί απ’ τα χτυπήματα της Ασφάλειας. Αυτή ήταν η εντολή.

Το τραγούδι μας έπεσε σαν τη βροχή σε καψαλισμένη γη. Τα τραγούδια των πρωτοπόρων συνθετών και του Νέου Κύματος δόνησαν ξανά τις καρδιές και τις συνειδήσεις των Αθηναίων. Τραγουδάω και δικά μου τραγούδια, το «κυρ-Παντελής», «Ξυπνήστε» κλπ. Κι ύστερα έπρεπε ν’ αναστήσουμε τον αγωνιστή ποιητή Φώτη Αγγουλέ απ’ τις μελωδίες μας. Κάπου - κάπου, πετάμε και κανένα αντάρτικο. Μας τραβούσαν στην ασφάλεια, μας προπηλάκιζαν, μας έδερναν, προσπαθούσαν να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Δεν κάναμε πίσω. Η μπουάτ άρχιζε να γεμίζει. Να και το μεροκάματο. Ποιος όμως λογάριαζε τα λεφτά; Έπρεπε να ξαναβρεθούμε και ξαναβρεθήκαμε. Έπρεπε το αντάρτικο τραγούδι να επιστρέψει στο δημιουργό του το λαό και να γίνει κτήμα της νέας γενιάς κι έγινε.

Με την πτώση της χούντας έγινε το σώσε. Ξαφνικά βρεθήκαμε στην κορυφή του κύματος. Ζήσαμε στιγμές ανεπανάληπτες. Ο λαός μας αντάμειψε με την παρουσία του. Μπαρουτοκαπνισμένοι αντάρτες και καπεταναίοι, αγωνιστές που άσπρισαν στην πάλη για κοινωνική πρόοδο και δικαιοσύνη, με τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, γέμιζαν τη μπουάτ κι όχι πια με σκυμμένο κεφάλι μα περήφανοι για τα κατορθώματα τους και τους αγώνες τους κι από γύρω οι νεολαίοι κι όλοι μαζί να τραγουδάμε, να χορεύουμε, να κλαίμε και να γελάμε, να χαιρόμαστε. Και τ’ αντάρτικα τραγούδια μας, αρκετά χρόνια απαγορευμένα, να τραντάζουν τα θεμέλια της αντίδρασης, του δοσιλογισμού και της υποτέλειας. Είχε έρθει η ώρα της δικαίωσης. Ο λαός είχε ξαναβρεί την αισιοδοξία του, τα συκοφαντημένα ιδανικά του, την ιστορία του.

Φίλε, μην απελπίζεσαι. Τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό απ’ τη θέλησή σου, όταν η καρδιά σου και το πνεύμα σου φλογίζονται από υψηλά ιδανικά και υπηρετείς υψηλούς στόχους. Κι εμείς απ’ τον τάφο ξεκινήσαμε. Κι ύστερα από προσπάθειες κι αγώνα, βγήκαμε στο φως.

Ήταν μια ιστορική στιγμή και μια ευκαιρία να ενώσουμε μέσα απ” τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης ξανά το λαό. Τι έκαναν οι ηγέτες του κόμματός μου; Κομμένοι στα δύο, ο ένας προσπαθούσε να βγάλει τα μάτια του άλλου. Έτσι, η ιστορική ευκαιρία χάθηκε... Ποιοι επωφελήθηκαν; Οι απόντες. Μικροαστοί λαοπλάνοι, γυμνοσιάλιαγκες κι αδίστακτοι πολιτικάντηδες, μπόρεσαν να παρασύρουν τον «πάντα ευκολόπιστο και πάντα προδομένο›› ελληνικό λαό, να ληστέψουν τα όνειρα και τις ελπίδες του, να θερίσουν το αίμα, τους αγώνες και τις θυσίες των κομμουνιστών και να τα κάνουν γκόμενες, κονόμα και υπουργιλίκια. Κι όλα έγιναν συντρίμμια. Και φτου κι απ’ την αρχή. Μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα. Κουφάλες!


Δεν υπάρχουν σχόλια: