Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Η ΝΑΤΑΣΣΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΟ ΤΖΑΒΕΛΛΑ

(Νατάσσα Παπαδοπούλου - Πάνος Τζαβέλλας)


Νατάσσα Παπαδοπούλου:

«Αν μάζευε λεφτά και σπίτια δεν θα ήταν ο Πάνος, θα ήταν ο κυρ-Παντελής»


επιμέλεια: Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Μια συνέντευξη χωρίς ερωτήσεις με την Νατάσσα Παπαδοπούλου, σύντροφο του Πάνου Τζαβέλλα στη ζωή και στην τέχνη. Την ευχαριστούμε θερμά για το χρόνο της και για τη γενναιόδωρη συμβολή της στο αφιέρωμα που κρατάτε στα χέρια σας.

"Ο Τζαβέλλας γεννιέται στην Κοζάνη και σε ηλικία 15 χρονών, μαθητής ακόμα, μπαίνει στην ΕΠΟΝ. Το 1945 τον συλλαμβάνουν, τον στέλνουν φαντάρο, κι αυτός το σκάει και πηγαίνει στο Δημοκρατικό Στρατό. Εκεί έχασε και το πόδι του, το 1947, τραυματισμένος από σφαίρα σε ενέδρα του εθνικού στρατού. Τον καταδίκασαν τρεις φορές σε θάνατο, αναβλήθηκε η εκτέλεσή του, και τελικά παρέμεινε στη φυλακή για πάνω από μία δεκαετία. Τον έβγαλαν το 1959, βαριά άρρωστο, για να μην πεθάνει στις φυλακές τους. Είχε προσβληθεί από τη νόσο του Buerger. Με τη βοήθεια του ΚΚΕ, το 1961 πηγαίνει στη Σοβιετική Ένωση για να νοσηλευτεί, θεραπεύεται, και παράλληλα σπουδάζει και μουσική. Επιστρέφει το 1965 στην Ελλάδα, αλλά συλλαμβάνεται ξανά επί Χούντας, το 1968. Καταδικάζεται σε είκοσι χρόνια φυλάκισης, Αβέρωφ, Κορυδαλλός, Ασφάλεια. Αποφυλακίζεται το 1971 με το νόμο «περί ανηκέστου βλάβης». Δεν μου είπε ποτέ τίποτα κακό για τους δεσμώτες του. Προσπαθούσε να ξεχάσει τα αρνητικά και μιλούσε μόνο για τα θετικά, όπως π.χ. για τις δραστηριότητες που έκανε μαζί με τους συγκρατούμενούς του.

Γνωριστήκαμε τον Ιανουάριο του 1971. Εγώ τότε σπούδαζα οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ και έμενα στο Παγκράτι, εκείνος είχε αποφυλακιστεί από τη Χούντα και έμενε σε μια τρύπα στην Κυψέλη. Μας σύστησε ο Κώστας Μανταίος, αδερφός του γαμπρού μου, ο οποίος ήξερε την αγάπη μου για τη μουσική και μου πρότεινε να μου γνωρίσει κάποιον που έγραφε τραγούδια. Ήταν ο Πάνος.

Το 1971 ξεκινήσαμε από το θέατρο «Μινώα». Θυμάμαι ότι μετά από μία συναυλία εκεί με κάλεσε ο Μπάμπαλης στην Ασφάλεια για να με προειδοποιήσει να μην «παρασυρθώ». Μετά πήγαμε στην Πλάκα: το 1973 στην «5η Εποχή», το 1974 στη «Συντροφιά», και το 1975 στη «Λήδρα». Μείναμε στην Πλάκα ως το 1980. Πέρασαν από το πλάι μας ο Γιώργος Ζωγράφος, ο Ηλίας Λογοθέτης που ερχόταν κατευθείαν από το θέατρο, ο Μουφλουζέλης, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, η Ισιδώρα Σιδέρη, ο Νικόλας Μητσοβολέας, η Σοφία Βόσσου.

Ο κόσμος δεν ήξερε τα αντάρτικα και ήθελε να τα γνωρίσει. Ακόμα και δεξιοί έρχονταν και ρωτούσαν να μάθουν τι ήταν αυτά. Εδώ το καθεστώς δεν άφηνε τον Μίκη και τα τραγούδια του, θα άφηνε το αντάρτικο; Ο κόσμος ήταν καταπιεσμένος από το ’67, ήθελε να ξεσπάσει, και ταυτίστηκε με τον Πάνο. Το μαγαζί ήταν πάντα γεμάτο. Το ρεύμα αυτό κράτησε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70. Το 1980 φεύγουμε από την Πλάκα και πήγαμε σε άλλους χώρους. 1981 και 1983 έγιναν οι συναυλίες στο Λυκαβηττό. Πολύς κόσμος, είχε γίνει χαμός τότε. Μετά πήγαμε στην «Κλωθώ» στα Εξάρχεια, μείναμε δύο χρόνια, και τέλη του ’88 πήγαμε σε έναν χώρο του Θωμά Χαλβατζή που το ονομάσαμε «Περεστρόικα»!

Το πρώτο 45άρι δισκάκι το κάνει το 1973 με τον Νταλάρα: «Πάρε με φεγγάρι μου» και «Ροδακινιά ξανθή». Τα είχε γράψει στον Κορυδαλλό αυτά τα τραγούδια. Και το 1975 εκδίδεται ο πρώτος δίσκος του Πάνου, η ζωντανή ηχογράφηση από το «αντάρτικο λημέρι» του. Η «Λήδρα» ήταν ένας από τους ωραιότερους χώρους που πήγαμε ποτέ, την είχε ο Κώστας Μανιουδάκης, ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος. Εκεί κάναμε τις ωραιότερες δουλειές και με τους καλύτερους μουσικούς. Η ανταπόκριση ήταν εντυπωσιακή· κάποιες φορές κάναμε και τρεις παραστάσεις την ημέρα, με τον κόσμο να περιμένει απ’ έξω μες στο κρύο. Έρχονταν και φοιτητικές οργανώσεις και διοργάνωναν εκδηλώσεις για να μαζέψουν χρήματα να πάνε μια εκδρομή. Από τις 10 το βράδυ μέχρι τις 3 τα ξημερώματα τραγουδούσαμε, η ατμόσφαιρα ήταν καταπληκτική! Και επί Χούντας ερχόταν ο κόσμος, αλλά ήταν πιο ψυχρός και μαζεμένος γιατί η ασφάλεια περίμενε απ’ έξω.


(Νατάσσα Παπαδοπούλου - Πάνος Τζαβέλλας - Τζίμης Πανούσης - Παντελής Θαλασσινός)


Μετά το ’80, ο κύκλος των αντάρτικων έκλεισε. Ο Πάνος το κατάλαβε αυτό και το δέχθηκε ψύχραιμα. Ο Καραμανλής ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να νομιμοποιήσει το ΚΚΕ και μετά ήρθε και το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Ο Παπανδρέου ήταν λαοπλάνος, θέλησε να διασπάσει την Αριστερά και το έκανε· πήρε πολύ κόσμο από την Αριστερά και τους έκανε βουλευτές. Εγώ ποτέ δεν ψήφισα ΠΑΣΟΚ, ούτε κι ο Πάνος. Κι όταν του πρότεινε ο Αντρέας κάποια στιγμή να κατέβει βουλευτής, ο Πάνος δεν δέχθηκε. Δεν ήθελε να εκμεταλλευθεί το έργο του για να πάρει αξιώματα, γιατί ήξερε ότι στο τέλος θα τον εκμεταλλεύονταν αυτοί.

Ο Πάνος μάζευε και μάθαινε αντάρτικα τραγούδια ήδη από την περίοδο της Χούντας. Δεν τα έκανε όλα αυτά για εμπόριο. Έδινε ποσοστά από τους δίσκους στις ενώσεις αντιστασιακών όλων των κομματικών χώρων, και του ΚΚΕ, και του ΚΚΕ εσωτερικού, και του ΠΑΣΟΚ. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που φτιάξαμε είναι το σπίτι μας. Και με ό,τι λεφτά βγάζαμε, πηγαίναμε ταξίδια. Αν μάζευε λεφτά και σπίτια δεν θα ήταν ο Πάνος, θα ήταν ο κυρ-Παντελής. Κάποιοι είπαν ότι «ο Τζαβέλλας εκμεταλλεύθηκε τα αντάρτικα και είχε αγοράσει Μερσεντές». Υπήρξαν μικρόψυχοι, δεν τον γνώρισαν ποτέ καλά, δεν κατάλαβαν ότι ο Πάνος ήθελε ειλικρινά να δώσει στον κόσμο τα αντάρτικα τραγούδια. Είπαν πως τα καπηλεύτηκε. Αυτά τα τραγούδια ήταν η ζωή του, τα είχε βιώσει. Πώς γίνεται να καπηλευτείς την ίδια τη ζωή σου;

Εγώ σαν φοιτήτρια ήμουν στον Ρήγα Φεραίο, κι ο Πάνος από τη διάσπαση και μετά βρέθηκε στην ανανεωτική αριστερά. Πάντα είχε καλές σχέσεις με τους συντρόφους του από το ΚΚΕ, τον σέβονταν, τους αγαπούσε, συνομιλούσαν, αλλά είχε τις αντιρρήσεις του. Όταν πήγε στη Σοβιετική Ένωση την περίοδο ’61-’64, είδε πολλά καλά αλλά είδε και πράγματα που τον δυσαρέστησαν. Έλεγε «εμείς πεθαίνουμε με το όνομα του κομμουνιστικού κόμματος και της Σοβιετικής Ένωσης στο στόμα, και καταλήγουμε να βλέπουμε αυτά τα πράγματα;» Είχε δει συμπεριφορές και προνόμια που δεν του άρεσαν. Μετά το ’68 οργανώθηκε στο ΚΚΕ εσωτερικού, και μετέπειτα στο Συνασπισμό.

Τι μου λείπει από τον Πάνο; Ο ίδιος ο Πάνος. Κι ας είχαμε διαφορά ηλικίας - εγώ ήμουν από τη «γενιά του Πολυτεχνείου», ο Πάνος ήταν από τη «γενιά της Αντίστασης». Είχε ήθος, ήταν αυθεντικός, μερικές φορές σκληρός γιατί είχε περάσει πολύ δύσκολα. Είχε πολλή ζωντάνια· τον έβλεπες να κολυμπάει, να κάνει βουτιές με το ένα πόδι, να ζει έντονα κάθε στιγμή. Δεν μιζέριαζε ποτέ, υπήρξε αντάρτης στη ζωή και στην ψυχή του. Ο Πάνος κοιμόταν χειμώνα-καλοκαίρι στο μπαλκόνι και, μόλις φυσούσε λίγο, πήγαινα και τον σκέπαζα. Ακόμα και τώρα, όταν ακούω ένα θόρυβο ξυπνάω νομίζοντας ότι είναι εδώ και χρειάζεται κάτι. Όταν κοιμόταν, έβαζε πάντα στα μάτια του μία πετσέτα, συνήθεια που του είχε μείνει από το κελί. Για να παρακολουθούν καλύτερα τους φυλακισμένους, οι δεσμοφύλακες άφηναν πάντα ανοιχτό το φως.


Είτε από σεμνότητα είτε από υπερβολική φόρτιση, πάνω στη σκηνή ο Πάνος έλεγε μόνο αντάρτικα και μόνο 2-3 δικά του τραγούδια. Φέρνει ευθύνη που δεν προέβαλλε καθόλου το υπόλοιπο έργο του. Πολλοί του έλεγαν να δώσει τα τραγούδια του να τα τραγουδήσουν κι άλλοι. Κι εγώ του έλεγα να λέμε περισσότερα δικά του τραγούδια στο μαγαζί, αυτός ήταν κι ο μόνιμος τσακωμός μας. Αλλά δεν άκουγε, ούτε ήθελε να προβληθεί· του άρεσε να είναι στο περιθώριο. Το μέλημά μου σήμερα είναι να ακουστούν και να μαθευτούν αυτά τα τραγούδια".


(Πάνος Τζαβέλλας - Νατάσσα Παπαδοπούλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: