Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Αν μεταφερθούμε πολλά χρόνια πίσω, όπου ο άνθρωπος απέδιδε μαγικές ιδιότητες στην μουσική και αργότερα όταν οι ψαλμοί υπήρξαν το μέσον για να τον ταξιδέψουν από τον μικρόκοσμο στον μακρόκοσμο, από το πεπερασμένο στο άπειρο και μέχρι σήμερα με τις υπάρχουσες συνθήκες, πάντα η μουσική βοηθούσε στην αρμονία, ισορροπία, δημιουργικότητα της ψυχής, του νου και του σώματος.

Ο συγγραφέας, μουσικοπαιδαγωγός και πιανίστας Πάνος Αδαμόπουλος αναφέρει :  

«Ανέκαθεν η μουσική δρούσε θετικά στον ψυχισμό του ανθρώπου. Από τους αρχαίους πολιτισμούς είχε ξεχωριστή θέση σε όλες τις σημαντικές δραστηριότητες του – δουλειά, γέννηση, θάνατος, γιορτές κ.λ.π.

Σήμερα δε, η δύναμη της επίδρασης αυτής είναι τόσο συνειδητή, που χρησιμοποιείται όχι μόνο για ψυχαγωγικούς ή εκπαιδευτικούς λόγους, αλλά και για θεραπεία ψυχικών διαταραχών (μουσικοθεραπεία).

Γι’ αυτό και η ενσωμάτωσή της στη γενική παιδεία , η υψηλού επιπέδου διδασκαλία της και η κατάταξη της όχι μόνο στην τέχνη αλλά και στην επιστήμη, είναι τουλάχιστον αυτονόητη!».

Ο κόσμος των ήχων, είναι κόσμος συναισθημάτων, του φανταστικού, του τραγικού, του υπερφυσικού και δεν είναι μόνο ο μουσικός που δημιουργεί τον μουσικό πολιτισμό αλλά και εκείνος που δέχεται την μουσική, ο ακροατής, άρα πάνω σ’ αυτήν την αλληλεπίδραση βασίζεται η μουσική ζωή.

Η μουσική είναι τέχνη του χρόνου, γιατί τα όσα εκφράζει αποτελούν μία πορεία με συνέχεια και ξεδίπλωμα της μορφής της μέσα στον χρόνο.

Ας θυμηθούμε τώρα πως σταδιακά εισήλθε η μουσική στην εκπαιδευτική διαδικασία μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Εκείνη την εποχή, ενώ η χώρα είχε το πανεπιστήμιο της, το πολυτεχνείο της, στην μουσική υστερούσε. Έγιναν διάφορες προσπάθειες με κορυφαία την πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, όπου ιδρύθηκε Ανώτερη Σχολή Μουσικών Τεχνών. Πολλοί ήταν οι πνευματικοί άνθρωποι της χώρας που βοήθησαν σ’ αυτό καθώς και φιλόμουσοι δωρητές ώστε να δημιουργηθεί το 1871 Μουσικός και Δραματικός Σύλλογος «Ωδείο Αθηνών».

Εκεί συγκροτήθηκε μαθητική ορχήστρα, όπου στις 28 Ιανουαρίου του 1874 πραγματοποιήθηκε στο χώρο του ωδείου η πρώτη συναυλία και αργότερα το 1908 ο μαέστρος Αρμάνδος Μαρσίκ ανεβάζοντας το επίπεδο της ορχήστρας, οι συναυλίες μεταφέρθηκαν από τον χώρο του ωδείου στην αίθουσα του τότε Βασιλικού Θεάτρου και κατόπιν στο Δημοτικό Θέατρο και τέλος στο Θέατρο «Ολύμπια».

Σήμερα στη χώρα μας εκτός των ωδείων υπάρχουν σε πολλές πόλεις τα Μουσικά Σχολεία, όπου οι μαθητές παίρνουν μια σφαιρική γνώση της μουσικής, μέσα από όργανα, χορωδίες και οργανικά σύνολα.

Το σπουδαιότερο θα έλεγα, είναι ότι αυτά τα σχολεία βοηθούν στην διατήρηση της παραδοσιακής μας μουσικής με αξιόλογους εκπαιδευτικούς.

Η παραδοσιακή μας μουσική εκφράζει έναν ολόκληρο λαό μέσα από το πέρασμα του χρόνου, τα δημοτικά μας τραγούδια είναι πηγαία μορφή τέχνης, δεν είναι μουσική που δημιουργήθηκε από ανθρώπους εγκεφαλικά μυημένους στους ήχους μέσα από διαδικασίες σπουδών, είναι καθαρά βιωματική μουσική.

Στο δημοτικό τραγούδι εκτός από τα τεχνικά στοιχεία του, τα ρυθμικά σχήματα και την μελωδική κίνηση, βλέπουμε την παλλόμενη ελληνική ζωή.

Υπάρχει μεγάλος πλούτος έργων που έχουν διασωθεί από στόμα σε στόμα, από γενεά σε γενεά και θα έπρεπε με κάθε τρόπο, όχι μόνο στα Μουσικά Σχολεία, αλλά σε όλα τα σχολεία και σε όλες τις βαθμίδες να διδάσκεται η μοναδική βυζαντινή και παραδοσιακή μας μουσική, αυτή η υπέροχη βιωματική μουσική, η οποία μπορεί να βοηθήσει όλους τους μαθητές στο να εκφράζονται πιο απλά και αληθινά.

Ο μελωδικός, τονικός, ρυθμικός και πνευματικός πλούτος της βυζαντινής και παραδοσιακής μουσικής, αποτελεί μια πηγή ιστορικής και καλλιτεχνικής παιδείας απ’ την οποία ο κάθε Έλληνας και κάθε μαθητής που λαμβάνει την ελληνική παιδεία, από την νεαρή του μάλιστα ηλικία πρέπει να δέχεται ως ψυχική τροφή.

Τελειώνοντας σας παραθέτω το ενημερωτικό σχόλιο του Κων/νου Καλλιά, καθηγητή της Βυζαντινής μουσικής του Μουσικού Σχολείου Αλίμου:

«Το εν λόγω γνωστικό αντικείμενο κατέχει περίοπτη θέση στο αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας των Μουσικών Σχολείων. Πιο συγκεκριμένα, καλύπτεται ολόκληρο το φάσμα της Ελληνικής Παραδοσιακής Μουσικής Δημιουργίας : αφ’ ενός με το υποχρεωτικό μάθημα της Βυζαντινής Μουσικής – τέσσερις ώρες ανά εβδομάδα στις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, τρεις στις υπόλοιπες τάξεις  ως και Β΄Λυκείου, δύο στην Γ΄Λυκείου – παρέχεται στους μαθητές μια στερεή θεωρητική κατάρτιση, καθώς και εξοικείωση επαρκής με το ιδιάζον σύστημα της Βυζαντινής Μουσικής Σημειογραφίας και το ιδιαίτερα πλούσιο και ποικιλόμορφο τονικό σύστημα της Ελληνικής Μουσικής.

Παράλληλα, με την υποχρεωτική διδασκαλία του Ταμπουρά στο Γυμνάσιο εξοικειώνεται ο μαθητής ακουστικά με τον ξεχωριστό τρόπο διαίρεσης της κλίμακας κατά την προ-συγκερασμού εποχή.

Επιπλέον, ο μαθητής έχει την δυνατότητα να επιλέξει ένα όργανο παραδοσιακό, όπως σαντούρι, κανονάκι, λαούτο, ούτι, κάτι που για πρώτη φορά συμβαίνει στα χρονικά της Ελληνικής Δημόσιας – και όχι μόνο εκπαίδευσης.

Ένα τέτοιο σύστημα, ωστόσο, ιδιαίτερα αυξημένων απαιτήσεων, χρήζει συστηματικής υποστήριξης από την πολιτεία – κάλυψη αναγκών σε μόνιμο διδακτικό προσωπικό, επιμόρφωση, κατάρτιση λεπτομερών αναλυτικών προγραμμάτων – πράγμα που, ιδιαίτερα στο παρελθόν, δεν υπήρξε. Αισιοδοξούμε για το μέλλον!».

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΚΛΕΑΣ
Εκπαιδευτικός, μέλος του Συνδέσμου Ελλήνων Μουσουργών

Δεν υπάρχουν σχόλια: