Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ ΚΑΙ ΤΗ "ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ"



«Βαθύς στοχασμός, σοφία και τρυφερότητα· σχεδόν αγιοσύνη»

Ο Μιχάλης Γρηγορίου για τον Τάσο Λειβαδίτη


επιμέλεια: Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Η μελοποίηση της «Σκοτεινής Πράξης» από τον Μιχάλη Γρηγορίου είναι αναμφισβήτητα μία σημαντική στιγμή της παρουσίας του Τάσου Λειβαδίτη στην ελληνική μουσική. Το έργο γράφτηκε το 1993 ύστερα από παραγγελία του Θάνου Μικρούτσικου που διηύθυνε τότε το «Μουσικό Αναλόγιο» και πρωτοπαρουσιάστηκε στην Αίθουσα Δημήτρη Μητρόπουλου του Μεγάρου Μουσικής στις 18 και 19 Απριλίου 1994. Στην πρώτη εκείνη εκτέλεση το έργο είχε σκηνική μορφή, περιελάμβανε κίνηση και προβολές. Στις 6 Νοεμβρίου 1995, η «Σκοτεινή Πράξη» ξαναπαρουσιάστηκε, σε μορφή συναυλίας πλέον, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στα πλαίσια του εορτασμού των 100 χρόνων από την ίδρυσή του. Το 1997 κυκλοφόρησε το ομώνυμο διπλό CD, βασισμένο στο μεγαλύτερο μέρος του στο υλικό εκείνης της συναυλίας, ενώ έγιναν εκ των υστέρων ορισμένες διορθώσεις και αλλαγές. Στην ηχογράφηση συμμετείχαν η «Ορχήστρα των Χρωμάτων» υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη, η χορωδία «Fons Musicalis» σε διδασκαλία Κωστή Κωνσταντάρα, ο πιανίστας Βασίλης Τσαμπρόπουλος, και οι τραγουδιστές Σαβίνα Γιαννάτου, Μιχάλης Χριστογιαννόπουλος και Τάσης Χριστογιαννόπουλος.

Ζητήσαμε από τον Μιχάλη Γρηγορίου να μας παραθέσει τις σκέψεις του για το εν λόγω έργο, αλλά και ευρύτερα για τον ποιητή Λειβαδίτη. Τον ευχαριστούμε για την άμεση ανταπόκρισή του.

***



Η «Σκοτεινή Πράξη» είναι ένα έργο διάρκειας μιάμισης ώρας για ορχήστρα, χορωδία και σολίστες, και κατά συνέπεια χρειάστηκαν κάποιοι μήνες εργασίας μέχρι να το ολοκληρώσω. Αυτό όμως δεν αποτέλεσε την πραγματική δυσκολία, ήταν απλά μόχθος. Η ουσιαστική δυσκολία ήταν μέχρι να αποφασίσω να γράψω το έργο. Επί μήνες τρωγόμουν με τα ρούχα μου και αναρωτιόμουνα εάν έχει νόημα να το επιχειρήσω· όταν το αποφάσισα όμως, ολοκλήρωσα τη σύνθεση σε πολύ λίγο διάστημα, σχεδόν σε ρυθμό υπαγορεύσεως.

Η ιδέα να γράψω ένα μουσικό έργο βασισμένο σε ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν διάβασα για πρώτη φορά τον «Νυχτερινό Επισκέπτη» και λίγο μετά τη «Σκοτεινή Πράξη». Την περίοδο 1973-74 είχα επιχειρήσει να γράψω ένα έργο εμπνευσμένο από την «Σκοτεινή Πράξη», δεν κατάφερα όμως να ολοκληρώσω, γιατί εκείνα τα χρόνια δεν είχα ούτε την απαραίτητη τεχνική, ούτε, βέβαια, και την απαραίτητη συναισθηματική ωριμότητα. Πάντως, η πεποίθηση ότι είχα ανακαλύψει έναν πολύ σημαντικό ποιητή δεν με εγκατέλειψε από την πρώτη στιγμή που διάβασα την ποίησή του. Σήμερα, μάλιστα, θα έλεγα πως ο Λειβαδίτης δεν είναι μόνο ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής αλλά κι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Και αυτός ο θαυμασμός που μου γεννούσε ανέκαθεν ο συγκλονιστικός και τόσο προσωπικός ποιητικός λόγος του Λειβαδίτη ήταν που με έκανε να διστάζω επί χρόνια να γράψω ένα τέτοιο μουσικό έργο. Πάντα με σταματούσε η αίσθηση ότι δεν έχω να προσθέσω τίποτα σε κάτι που είναι από μόνο του ολοκληρωμένο.

Τελικά, ύστερα από 20 σχεδόν χρόνια, το 1993, τόλμησα να κάνω αυτό που δεν είχα τολμήσει να κάνω τότε. Ο θαυμασμός μου για το έργο του ποιητή παρέμενε ο ίδιος, όμως, καθώς είχαν περάσει τα χρόνια, ο θαυμασμός άρχισε να συνοδεύεται κι από μία διαφορετική κατανόηση αλλά κι από μια αγάπη. Το να θαυμάζεις κάτι μπορεί να συνεπάγεται και κάποιο δέος που σε κρατάει σε απόσταση, όταν όμως αγαπάς τότε δεν διστάζεις να αγγίξεις, καμιά φορά ακόμα και με λάθος τρόπο. Από τη στιγμή που η σχέση μου με το ποιητικό έργο του Λειβαδίτη άρχισε να περνάει μέσα από τέτοια κανάλια, δεν ετίθετο πλέον θέμα δυσκολίας. Αν υπήρξε κάποια τεχνική δυσκολία, αυτή οφειλόταν στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη ποίηση δεν βασιζόταν σε κάποιο φανερό ρυθμό, σε κάποια «ρίμα», ας πούμε. Έλειπαν οι οποιεσδήποτε φαινομενικές διευκολύνσεις μιας ποίησης που μπορεί να λειτουργήσει ως στίχος για μελοποίηση. Τούτο όμως αποτέλεσε τελικά και πλεονέκτημα γιατί με υποχρέωσε να σκεφθώ εξ αρχής με καθαρά μουσικούς όρους, δηλαδή με όρους μουσικής αφήγησης, και όχι με λογικές «επένδυσης» και «μπογιατίσματος» κάποιων στίχων.  Η σύνθεση  της «Σκοτεινής Πράξης» αποτέλεσε για μένα μια ιδιαίτερη εμπειρία. Η  συναισθηματική μου φόρτιση κατά τη διάρκεια του χτισίματος του έργου ήταν πολύ έντονη· κατά κάποιο τρόπο, ήταν σαν να είχα τον Λειβαδίτη πίσω από την πλάτη μου, να βλέπει τι γράφω. Με άλλα λόγια, η συνθετική προσέγγιση έγινε και μέσα από τέτοια συναισθηματικά κι όχι απλώς τεχνικά ή φορμαλιστικά κριτήρια. Ήταν ένα έργο που με συγκινούσε προσωπικά όταν το έγραφα  κι αυτή τη συγκίνηση προσπάθησα να μεταδώσω και στον ακροατή.

Περιττό βέβαια να πω ότι το έργο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του ποιητή, τον οποίον ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να γνωρίσω προσωπικά. Υπήρχε μόνο μια έμμεση επαφή μέσω του θειου μου, του ποιητή Γιώργου Παπαλεονάρδου, που ήταν στενός φίλος με τον Λειβαδίτη και επίσης μεγάλος θαυμαστής του. Απ’ αυτόν είχα πληροφορηθεί ότι ο Λειβαδίτης είχε ακούσει κάποτε τα δικά μου «Ανεπίδοτα Γράμματα» σε ποίηση Άρη Αλεξάνδρου και είχε συγκινηθεί πολύ, πράγμα που με είχε κολακέψει τρομερά.

Ο Λειβαδίτης έχει λόγω γενιάς την εμπειρία της ήττας της Αριστεράς, όπως επίσης διακατέχεται κι από το φόβο του θανάτου και του χρόνου που περνάει. Καταφέρνει όμως να ανάγει αυτές τις εμπειρίες κι αυτά τα συναισθήματα σε κάτι το διαχρονικό και το πανανθρώπινο, σε κάτι που περιέχει και το συλλογικό και το ατομικό. Η «Σκοτεινή Πράξη» έχει βέβαια την αφετηρία της στην ιστορία της Αριστεράς, δεν περιορίζεται όμως εκεί· θα μπορούσε να αναφέρεται στις μεγάλες μεταναστεύσεις των λαών, στην Έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο, στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Για τέτοια συγκλονιστικά γεγονότα δεν μπορεί φυσικά να μιλάει κανείς με τρόπο αμέριμνο. Αυτό που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας τα ποιήματα της τελευταίας του περιόδου είναι ένας βαθύς στοχασμός, μια σοφία και μια τρυφερότητα· σχεδόν μια αγιοσύνη. Ακριβώς γι’ αυτό είναι μεγάλος ποιητής.

Αντιμετώπισα από την αρχή τη «Σκοτεινή Πράξη» σαν ένα ορατόριο με σχεδόν βιβλικό περιεχόμενο. Υπάρχουν στο έργο οργανικά ιντερλούδια, χορικά, ρετσιτατίβι, άριες, δηλαδή όλα τα στοιχεία που βρίσκει κανείς στην φόρμα του ορατόριου. Ο Λειβαδίτης μιλάει για μεγάλες μνήμες, θρηνεί μεγάλες απώλειες και οδηγείται σε μια αποδοχή της ανθρώπινης μοίρας, που δεν είναι ωστόσο στερημένη από ελπίδα. Υπάρχουν στιγμές που μέσα από τους στίχους του διαφαίνεται μια σχεδόν πρωτοχριστιανική πίστη, μια εγκαρτέρηση και μια βαθύτατη αγάπη για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό κι η μουσική που έγραψα ήταν - για μένα τουλάχιστον - μια σχεδόν θρησκευτική μουσική. Δεν αναφέρομαι φυσικά σε κάποια συγκεκριμένη θρησκεία, αλλά σε μια πανανθρώπινη θρησκεία που μιλάει για τη μοίρα του ανθρώπου. Δεν κρύβω άλλωστε ότι εξ αρχής είχα σαν πρότυπο μου τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Μπαχ, κάτι που νομίζω ότι αντιλαμβάνεται κι ένας έμπειρος ακροατής - χωρίς βεβαίως να συγκρίνω τον εαυτό μου με τον …Μπαχ.

Ξέρω βέβαια ότι στις μέρες μας δεν γράφονται πλέον «ορατόρια» μιάμισης ώρας γιατί έχουν χαθεί τα συλλογικά σύμβολα που θα μπορούσαν να τα στηρίξουν, κι ακόμα, γιατί έχουν επιταχυνθεί οι ρυθμοί ζωής και έχουν μειωθεί τα όρια αντιληπτικής προσοχής και ανοχής του ακροατή. Το έργο που έγραψα, λοιπόν, το 1993 θα μπορούσε να θεωρηθεί από τότε σαν κάτι το ξεπερασμένο και το ανεδαφικό. Δεν με πείραζε, όμως, αυτό τότε και εξακολουθεί να μη με πειράζει. Σήμερα που εξαπλώνεται ραγδαία ο μικροαστισμός κι η απάθεια, αλλά πλέον κι ο φασισμός κι η βαρβαρότητα, σήμερα που η τέχνη μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε υλικό επένδυσης του ελεύθερου χρόνου και χάνει την ικανότητα να κινητοποιεί και να συγκινεί, σήμερα που χάνεται κάθε μεταίσθημα και κάθε απόηχος, και μαζί τους κι η ικανότητα της αντίστασης απέναντι στον κυνισμό και στη βλακεία, ίσως η ανεδαφικότητα να αποτελεί την μοναδική στάση που μπορεί να προσφέρει μία αίσθηση ασφάλειας και ειρμού, στοιχειώδους αξιοπρέπειας αλλά και ελπίδας για το μέλλον. Εξάλλου, αυτή υπήρξε ανέκαθεν και εξακολουθεί να είναι η δικιά μου δουλειά: να υπηρετώ την ανεδαφικότητα.

Μιχάλης Γρηγορίου



Δεν υπάρχουν σχόλια: