Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

"ΠΩΣ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ ΑΠ' ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;"

 

Τα παιδιά των μεταναστών που έχουν φέρει τη ζωή τους εδώ
έχουν δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια.
 Μια εκστρατεία της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ




Πέμπτη 31/1/13

Στην Εκπομπή «Εδώ...Ποιείν», 22.00-00.00 στο ClipartRadio [http://clipartradio.gr/]

ΑΦΙΕΡΩΜΑ στο στιχουργικό έργο του Τάσου Λειβαδίτη,
60 χρόνια από την πρώτη μελοποίηση έργου του.

Θα ακουστούν μελοποιημένα τραγούδια του από το σύνολο της δισκογραφίας του μέσα από μια λεπτομερή αναδρομή (κείμενα και συνεντεύξεις συνθετών κ.ά.).

Μεταξύ των άλλων, θα ακουστούν αδημοσίευτα αποσπάσματα από το έργο του Μιχάλη Γρηγορίου: ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ, Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη, έργο 71 (1993).

Την εκπομπή επιμελείται και παρουσιάζει ο δημοσιογράφος- ποιητής Σπύρος Αραβανής.

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ - ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΜΟΥΝΤΕ



Εις μνήμην Ματθαίου Μουντέ*

Με τον «γέροντά μου» στην Ουρανούπολη
-ένας μοναχικός μαθητής της μουσικής μιλάει για το σπίτι του γέλιου-

Ο αέρας ευθύνεται για το ότι οι αναμνήσεις, που φορτώνουν με αρώματα και μυρουδιές τα λόγια, κυλάνε σαν τον μεθυσμένο στην κατηφόρα, πότε αργά και τρεκλίζοντας, πότε γρήγορα και ίσια, μα πάντα ονειρικά.
 
Κάθε φορά που θυμάμαι τον αέρα πού ’χε το σπίτι του «γέροντά μου» στην Ουρανούπολη, στα σύνορα του Άθω -κι είναι πολλές οι φορές- γίνομαι παιδί. Λύνω τον κόμπο και λύνομαι σε γέλια ξανθά. Όσο κι αν προσπάθησα μερικές φορές να πω «εντάξει μωρέ, ένα ωραίο μέρος ήταν κι αυτό» μού ’ρχεται κατακούτελα η άγια μορφή του «γέροντά μου», ποιητή Ματθαίου Μουντέ και με χτυπά με δύναμη. Η δύναμη προϋποθέτει μοναξιά, την χρειάζεται. 

Η τελευταία φορά ήταν Χριστούγεννα, με τα κοντσέρτα για όμποε του Καρλ Φίλιπ Εμμανουέλ Μπαχ να μη θέλουν να σταματήσουν και με την σπαραχτική Σαπφώ Νοταρά, στο ηχογραφημένο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Έρωτας στα χιόνια», να καίει τις ώρες μας, όπως έκαιγε η φωτιά τα χιονισμένα ξύλα στο τζάκι. Και πάντα, μόλις μονολογούσα «τώρα είναι έτοιμη η φωτιά», μου ζητούσε να του ξαναπώ το παραμύθι-τραγούδι μου:

Ένα παιδί κρατά τη γιαγιά απ’ το χέρι και την πηγαίνει στην άκρη της θάλασσας, να τη ζωγραφίσει. Εκεί ήθελε να τη ζωγραφίσει γιατί αγαπούσε πολύ κι αυτήν και τη θάλασσα.
Η γιαγιά τον παρακαλεί να την κάνει όμορφη, όπως ήταν στα νιάτα της.
Το παιδί όμως δεν ήξερε πώς ήταν στα νιάτα της η γιαγιά και τη ρωτάει:
Πώς δηλαδή να σε κάνω;… Πώς να σου κάνω τα μάτια; Πώς να σου κάνω τα μαλλιά; Εκείνη γυρίζει προς τη θάλασσα, του δείχνει ένα καράβι που εκείνη τη στιγμή περνά και του λέει, να, κάνε με όμορφη όπως το ταξίδι του.
Το παιδί λέει: Μα δε βλέπω μάτια, δε βλέπω χείλη, δεν βλέπω στόμα, πρέπει να δω για να ζωγραφίσω.
Άμα σου πω ένα τραγούδι θα καταλάβεις πως ήμουν μικρή;

Ξημέρωνε και σουρούπωνε με μουσική, με πούρα, με το αλάτι στην τσέπη μου να παρακαλά για λίγες κόκκινες ντομάτες που έσπειρε ο κύριος Καμάδας, με τα μπαρμπούνια πού ’χε «φυλάξει» ο κύριος Λεμονιάδης και με λόγια του Ματθαίου. Λόγια κύματα, σιδερωμένα και καθαρά από την χρόνια μπουγάδα που έκαναν στο σώμα και στα μάτια του. Ό,τι και να κάνεις, δεν τη γλυτώνεις την καλημέρα στο γαλάζιο και στα μάτια του «γέροντα» που περιμένουν γεμάτα υπομονή και καλωσύνη να προσφέρουν υγρή αγάπη. 

Παλιότερα νόμιζα ότι ο τέλειος ρόλος είναι να είσαι ανήσυχο πνεύμα. Τώρα θαρρώ πως ο τέλειος ρόλος είναι να είσαι ήσυχο πνεύμα κι αυτόφωτο. Αυτή είναι η πηγή της δημιουργίας μικρών σκέψεων και μικρών πραγμάτων, που είναι αρκετά να βοηθήσουν τη λεμονιά, που μπαίνει στο παράθυρο του δωματίου που με φιλοξενεί ο «γέροντάς μου», ν’ ανθίσει, και το κυριότερο, να το καταλάβεις. 

Η μετάβαση από τη χαρά στην απόλυτη χαρά είναι εύκολη, αρκεί να είσαι στο Αθωνίτικης αρχιτεκτονικής σπίτι του Ματθαίου και να κάθεσαι στο ξύλινο τουρέκι του κήπου, με μόνη συντροφιά τρία κεριά να καίνε μαζί με δύο ταμπλέτες για τα κουνούπια, τον «γέροντα», δυο φίλους του από εκεί, τον Παντελή και την Ειρήνη κι ένα στόμα να λέει a cappella πως «είν’ η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός».

Θανάσης Μωραΐτης
Αθήνα 16 Φεβρουαρίου 2000

* Ο Ματθαίος Μουντές γεννήθηκε στη Χίο το 1935. Από το 1961 έως λίγο πριν ‘μεταλλάξει τον βίον του’ (στην Αθήνα 4 Φεβρουαρίου 2000) δίδαξε στη Σχολή Μωραΐτη Θεολογία (θέλοντας να τον πειράξω του είπα κάποια στιγμή: «τουλάχιστον βάζεις μεγάλο βαθμό στους μαθητές σου;». Χαμήλωσε τα μάτια και σχεδόν μορμύρισε: «σε όλους άριστα βάζω, δεν βαθμολογείται η πίστη»). Οι μαθητές του –ανάμεσά τους πολλοί καλλιτέχνες– τον λάτρευαν. Ποιητής ιδιαίτερου ύφους και ήθους. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Παρακαταθήκη (1957), Ισόπεδος διάβασις (Φέξης, 1963), Η αντοχή των υλικών (α΄ έκδοση Ίκαρος 1971, β΄ έκδοση Καστανιώτης 1983), Τα αντίποινα (Εστία 1982), Νηπιοβαπτισμός (Καστανιώτης 1992). Ήταν ο «γέροντάς μου» με την αγιορίτικη ορολογία.

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΤΕΡΑΣΤΙΕ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗ, ΣΠΑΣ' ΤΑ ΟΛΑ

 

Αφού μας έδωσε μερικές από τις συγκλονιστικότερες μελωδίες των τελευταίων τριάντα ετών, είπε να τα κάνει όλα κομμάτια. Πήγε στης Μπήλιως και τα έσπασε όλα, δεν άφησε τίποτε όρθιο, κυριολεκτικά. Και να το αίμα να τρέχει από τα δάχτυλα, κι αυτός τον χαβά του, να τραγουδάει τη "Λάμπα θυέλλης" του ωσάν να μην συμβαίνει τίποτα. Ο τεράστιος Σταμάτης Κραουνάκης σε μία πραγματικά οριακή στιγμή! Δίπλα του, η Λίνα Νικολακοπούλου κοιτάζει γαλήνια και επικροτεί. Ξέρει, φαίνεται, κι αυτή από θρυμματισμένα γυαλιά και αιμάτινα γράμματα. Η Μαρίνα ανακάλυψε και κοινοποίησε το βίντεο - της επιστρέφεται δικαιωματικά, αφιερωμένο. ηρ.οικ.

ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΜΕ ΕΡΓΑ ΜΙΧΑΛΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗ

(Σαβίνα Γιαννάτου)
 
«Η αγάπη είναι ο φόβος....»
 
Συναυλία με έργα του Μιχάλη Γρηγορίου
Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013, στις 21.00
στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη, Πειραιώς 206

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

«Μεσούρανα του Αυγούστου»
Κύκλος τραγουδιών για φωνή και πιάνο, σε ποίηση Άρη Αλεξάνδρου, έργο 31 (1982)

1. Ψηλά στο συρματόπλεγμα
2. Τελευταία νύχτα
3. Παράθυρο
4. Μεσούρανα του Αυγούστου

Ντοάνα
Κύκλος τραγουδιών για φωνή και πιάνο, σε ποίηση Τάκη Σινόπουλου, έργο 23 (1977)

1. Η θάλασσα Ι
2. Το νησί του θανάτου
3. Ντοάνα

«Σονάτα για πιάνο»
έργο 25 (1978)

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

«Η αγάπη είναι ο φόβος...»
Κύκλος τραγουδιών για δυο φωνές, πιάνο, τσέλο, κόρνο και φαγκότο
σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη, έργο 27 (1979)

1. Εισαγωγή
2. Η αγάπη είναι ο φόβος ...
3. Τοπίο
4. Interlude
5. Φίλοι που φεύγουν
6. Θα τραβηξεις μπροστα
7. Intermezzo
8. Όταν σφυρίζουν τα πλοία
9. Το καινούργιο τραγούδι
10. Μια ημερομηνία πριν από χρόνια
11. Coda

Σαβίνα Γιαννάτου και Δώρος Δημοσθένους (τραγούδι)
Σπύρος Καζιάνης (φαγκότο), Κώστας Σίσκος (κόρνο), Βαγγέλης Νίνα (βιολοντσέλο)
Μιχάλης Γρηγορίου (πιάνο)

(Δώρος Δημοσθένους)

ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΥΣ





Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 20.00 Ιβανώφειο
Συναυλία αλληλεγγύης στους εργαζόμενους της ΒΙΟΜΕΤ
Με τους: Θ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Χαρούλη, Χαΐνηδες.

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΙΧΟ


«Τσιτσάνη σου μιλώ…»
Ο Βασίλης Τσιτσάνης στο νέο ελληνικό στίχο

του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Εισαγωγή
Μία αξιοσημείωτη και διόλου φωτισμένη πτυχή της περίπτωσης Βασίλη Τσιτσάνη είναι και η παρουσία του στο ελληνικό τραγούδι ως ονομαστική αναφορά σε στίχους άλλων. Ο Τσιτσάνης ως στίχος έχει μία μακρά πορεία που περιλαμβάνει μία πληθώρα διαφορετικών στιχουργών, τραγουδοποιών και, εν τέλει, ρευμάτων. Όσο κι αν ψάξετε, δεν θα βρείτε άλλον μουσικό καλλιτέχνη που να εμφανίζεται τόσο συχνά στα τραγούδια των επιγόνων του· μιλάμε για κανονική ομοβροντία που σίγουρα δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με επίκληση του μεγέθους του. Γιατί υπάρχουν κι άλλοι δημιουργοί, είτε του ρεμπέτικου (Βαμβακάρης, Παπαϊωάννου), είτε άλλων ρευμάτων (Σκαλκώτας, Ξενάκης, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Παπαθανασίου) που κατέκτησαν πανεθνική και διεθνή αποδοχή χωρίς όμως να γίνουν εργαλείο στα χέρια των στιχουργών, με εξαίρεση τον Βαμβακάρη σε εξαιρετικά μικρότερη όμως κλίμακα. Η - κυριολεκτική, όχι μεταφορική -παρουσία του Τσιτσάνη στο νέο ελληνικό στίχο είναι μοναδική σε πυκνότητα και δικαιολογεί την ακόλουθη απόπειρα καταγραφής και ερμηνείας της.

Μία απόπειρα καταγραφής
Κανένας καλλιτέχνης δεν συμπεριέλαβε στιχουργικά τον Τσιτσάνη τόσο, όσο ο Διονύσης Σαββόπουλος. Την αιτία αυτού του γεγονότος μας την εξηγεί ο ίδιος ο Σαββόπουλος, καθώς τοποθετεί τον λαϊκό δημιουργό στο σύμπαν της παιδικής ηλικίας του τραγουδοποιού, πίσω στη Θεσσαλονίκη: «Από τα χώματα και με το αεράκι / βλέπει το τραμ να έρχεται γραμμή / είναι κατάφωτο και στο σκαλοπατάκι / στέκει ο Τσιτσάνης μ' ένα μικρό βιολί» («Γεννήθηκα στη Σαλονίκη»). Στη «Θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη», τραγούδι αφιερωμένο στον εκ Θεσσαλονίκης ποιητή Αλέξη Ασλάνογλου, «το δωμάτιο είναι κρύο και στενό / κι ο Τσιτσάνης μ' ένα «γιάλα» με προγκάρει / αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά» Και αργότερα, ο Νιόνιος θα απεικονίσει τον Τσιτσάνη ως πάτημα για την εξύψωση της τέχνης του: «Γιατί όλο αυτό μα όλο / θέλει αυτό το σόλο / στα σκαλιά του Τσιτσάνη / να ανεβεί να γιάνει» («Της γιατρειάς το ρίσκο»).

Ο Τσιτσάνης στο τραγούδι συνδέθηκε με μία σειρά γεωγραφικών περιοχών και χώρων. Το δρομολόγιο του Κώστα Βίρβου περιλαμβάνει «Βόλο, Λάρισα, Καρδίτσα / θα γυρίσουμε που λες / και το βράδυ στην Αθήνα / στου Τσιτσάνη για γλυκιές πενιές» («Η τσάρκα»). Η ανθρωπογεωγραφική χρήση του Τσιτσάνη κορυφώνεται στη Θεσσαλονίκη, πόλη στην οποία ο ίδιος έζησε και δημιούργησε, και την οποία ύμνησε βεβαίως σε πολλά του τραγούδια. Στη Θεσσαλονίκη του Ηλία Κατσούλη, δεν μπορεί να λείπει ο μεγάλος έλληνας συνθέτης: «στα ‘Κούτσουρα’ χορεύει η Ντολόρες / λιμάρει ο Τσιτσάνης τη ‘Δροσούλα’» [«Μεγάλη πλατεία (Θεσσαλονίκη)»]. Και με όχημα τη Γλυκερία, ο Λευτέρης Χαψιάδης συνδέει το βαρύ όνομα του δημιουργού με την Καισαριανή: «χαράματα στο Χάραμα / η νύχτα αργοκυλάει / και του Τσιτσάνη η ψυχή / κάπου εδώ γυρνάει» («Χαράματα στο Χάραμα»). 

Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» αποτελεί βέβαια το γνωστότερο τραγούδι του συνθέτη, και η στιχουργική των επόμενων φρόντισε το όνομα του Τσιτσάνη να γίνει ένα με την Κυριακή σαν αφηρημένη έννοια και σαν σύμβολο· η Κυριακή γίνεται η Κυριακή του Τσιτσάνη. Ο Σταύρος Κουγιουμτζής γράφει: «Σ’ αυτό τον κόσμο είμαστε ξένοι / το κάθε σπίτι μια φυλακή / και η ζωή μας συννεφιασμένη / σαν του Τσιτσάνη την Κυριακή» («Αυτός ο κόσμος»). Στον «Σαμάνο», ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου φτιάχνει ένα ζεϊμπέκικο για την Κυριακή και περιλαμβάνει τον «ηθικό αυτουργό» της: «Ζεϊμπέκικο της Κυριακής / σαν τη βροχή στο τζάμι / βήματα, φτερουγίσματα / από παλιό Τσιτσάνη» («Ζεϊμπέκικο της Κυριακής»). Και ο Αντώνης Μιτζέλος οραματίζεται τη μέρα να πλέει στη θάλασσα: «Μέσα στη θάλασσα του Καββαδία / θα πλέει του Τσιτσάνη η Κυριακή / θα μοιάζει με βουβή ταινία / που δεν έχει πρωταγωνιστή» («Δίχως πρωταγωνιστή»). 

Το αίτημα μιας ανοιχτής, προοδευτικής ελληνικότητας βρίσκει στον Τσιτσάνη έναν ιδιαίτερο εκφραστή. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Φοίβου Δεληβοριά, ο οποίος διασκεύασε το τραγούδι «Την αντάμωσα ένα βράδυ» ως «Τσιτσάνης 1983». Σε παλαιότερη συνέντευξή του («Μουσικά Προάστια», 2008) ο Δεληβοριάς μνημονεύει: «Ο Τσιτσάνης εξακολουθεί να μένει ένα ζωντανό παράδειγμα για το τι είναι ελληνικό και παγκόσμιο ταυτόχρονα. Πάνω σε αυτόν έκαναν τη δουλειά τους και ο Χατζιδάκις, και ο Θεοδωράκης, και ο Σαββόπουλος, και όλοι. Όταν μπαινόβγαινα στις ανθολογίες του, πάντα έβρισκα κάτι για το οποίο έλεγα ‘ωχ, πάνω εδώ έχω πατήσει κι εγώ χωρίς να το ξέρω’». 

Δεν προκαλεί, συνεπώς, εντύπωση που για τη Χαρούλα Αλεξίου ο Τσιτσάνης αποτελεί τεκμήριο ιστορικής συνέχειας και ελληνικότητας: «Αφού ακόμα / ακούς Τσιτσάνη και ραγίζεις / αυτό σημαίνει ότι ακόμα / εσύ δεν αλλάζεις» («Έλα να κάνουμε έναν Έλληνα ακόμα»). Και για την Αφροδίτη Μάνου, η απώλεια του Τσιτσάνη παραπέμπει σε μία άλλη μεγάλη εθνική καταστροφή: «Ό,τι κι αν βρεις, το χάνεις / σάλπαρε κι ο Τσιτσάνης / κι από τη Μικρασία / σε κόβει μια υγρασία» («Ο αλαφροΐσκιωτος»). Στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ο Τσιτσάνης μαζί με τον έτερο μεγάλο ρεμπέτη συναντά τον Μακρυγιάννη, το σύμβολο ενός ανόθευτου ελληνικού στοιχείου: «Και το βράδυ-βράδυ ήρθαν με τα μας / Μάρκος Βαμβακάρης με Τσιτσάνη / σμίξαν τα μπουζούκια και ο μπαγλαμάς / με τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη» («Δέκα παλληκάρια»). Η ίδια τριάδα, διασκορπισμένη, εμφανίζεται και στο «Φασπίντερ και ξερό ψωμί» του Τζίμη Πανούση. Πρώτα αναφέρεται ο Μακρυγιάννης, και μετά ο Τζιμάκος αναρωτιέται: «Πόσο θ’ αντέξουνε ο Μάρκος κι ο Τσιτσάνης / δεν έχουν κάνει ούτε ένα βίντεο-κλιπ». 

Ο Τσιτσάνης χρησιμοποιείται για να φωτίσει άλλες προσωπικότητες ή αφηρημένες μορφές  Στην περίπτωση του Νίκου Καλογερόπουλου, πλάι στο δίδυμο Τσιτσάνη-Βαμβακάρη εμφανίζεται και ο Γιώργος Ζαμπέτας: «Είχα καλεσμένο τον Τσιτσάνη / και του Βαμβακάρη, του Ζαμπέτα είχα πει» («Το χορτάρι»). Το ίδιο και με τον Θόδωρο Ποάλα: «Ο Τσιτσάνης στα πανιά / και ο Ζαμπέτας στην πενιά / Βαμβακάρης στο κουπί / κι η ευτυχία στην ψυχή» («Ο Ζαμπέτας στην πενιά»). Στην περίπτωση της Τασούλας Θωμαΐδου, παρέα του είναι ο Χιώτης: «κι ο Τσιτσάνης με το Χιώτη νοσταλγούσανε τη νιότη» («Στου Παράδεισου τα ωραία». Ο Άκος Δασκαλόπουλος συνδέει τη μορφή μιας λαϊκής τραγουδίστριας με τον μεγάλο δημιουργό: «Τη ζεϊμπεκιά γουστάριζαν / απ’ τον καιρό του Αδάμη / κι η Εύα τραγουδίστρια / σεκόντο στον Τσιτσάνη» («Το ρεμπέτικο»). Πιο αφηρημένα, ο Σταμάτης Μεσημέρης βάζει τον Τσιτσάνη στο στόμα των κοινών γυναικών: «Σεργιάνι στο άδικο του δρόμου οι αγάπες / ανάβουν τα αίματα με τρόπο μαγικό / σφυρίζουν μόρτικα Τσιτσάνη στους πελάτες» («Του δρόμου οι αγάπες»). 

Είναι προφανές ότι η αναφορά στον Τσιτσάνη φωτίζει συναισθήματα και παράγει φόρτιση, είτε χαρμόσυνη, είτε θρηνητική. Ο Κώστας Τριπολίτης στρέφεται στον Τσιτσάνη για να εκφράσει ένα βαθύ αίσθημα λύπης: «Νιώθω τη θλίψη του Τσιτσάνη / βαρύ παλιομοδίτικο νταλκά» («Του Τσιτσάνη η συννεφιά»). Ο Τάσος Λειβαδίτης συνδέει το κλάμα του τραγουδιού του Τσιτσάνη με τη βραδινή χαρμολύπη: «Σάββατο βράδυ έμορφο / ίδιο Χριστός Ανέστη / κι ένα τραγούδι του Τσιτσάνη / κλαίει κάπου μακριά» («Σαββατόβραδο»). Ο Κώστας Βίρβος προσκαλεί «να ξανακούσουμε τραγούδια του Τσιτσάνη / φωτιά και δάκρυ στο ποτήρι μου να πιω» («Στην Πράγα και στην Μπρατισλάβα»). Και ο Λάκης Τεάζης επικαλείται τον Τσιτσάνη ως μέτρο πόνου: «Κι αν χειρότερα μου κάνεις / μ' ένα δάκρυ θα στο πω / όπως κλαίει ο Τσιτσάνης / σε γραμμόφωνο παλιό» («Οι άντρες που αγαπάνε»). 

Εκτός όμως από αυθεντικό πόνο και δάκρυ, ο Τσιτσάνης επιφυλάσσει και παρηγοριά. Με τη φωνή του Νίκου Ανδρουλάκη, ο Γιάννης Τζουανόπουλος στρέφεται στο συνθέτη για να βρει ελπίδα: «Είσαι μια νότα του Τσιτσάνη / από χασάπικο παλιό / μες στης καρδιάς μου το λιμάνι / το πλοίο που θα καρτερώ» («Είσαι μια νότα του Τσιτσάνη»). Στον Άγγελο Αξιώτη, το γλέντι του απέναντι διαμερίσματος συνυπάρχει με τη δική του μελαγχολία: «Στο ρετιρέ γλεντάνε με Τσιτσάνη / κι η μοναξιά αδέρφι μου πιστό» («Στο ρετιρέ»). Στις μεγάλες πίστες, ο Μιχάλης Γκανάς βλέπει επίσης Τσιτσάνη: «Βάζει κόκκινο φουστάνι / δυο τραγούδια του Τσιτσάνη / και στις πίστες του Σαββάτου / γδύνεται τα μυστικά του» («Το κορμί σου το αλάνι»). Και η Λίνα Νικολακοπούλου απευθύνεται στον Τσιτσάνη για να βρει την αίσθηση της επιθυμίας: «Και λέω, θέλω να ’χω κι εγώ λίγα μεράκια / Τσιτσάνη σου μιλώ» («Βράχος»). Το κύριο εργαλείο του λαϊκού συνθέτη για να ενθαρρύνει την ψυχική ανύψωση είναι το μπουζούκι. Ο Δημήτρης Χριστοδούλου παροτρύνει: «Παίξε Τσιτσάνη μου το μπουζουκάκι / ρίξε μου μια γλυκιά πενιά / παίξε Τσιτσάνη μου το μπουζουκάκι / να θυμηθούμε τα παλιά» («Το φεγγάρι κάνει βόλτα»). Και ο Σταμάτης Κόκοτας υπενθυμίζει: «Κι ο Τσιτσάνης στο τραπέζι / το μπουζούκι του θα παίζει / ως τα ξημερώματα» («Μπράβο που σε λένε Νίκη»). 

Γενικότερα, ο Τσιτσάνης αντιπροσωπεύει το αυθεντικό· αποτελεί μια σταθερά ήθους και αισθητικής σε έναν κόσμο που αλλάζει. Ο Λευτέρης Χαψιάδης παραθέτει τον συνθέτη ως τεκμήριο μνήμης: «Ξεκίνησα πριν χρόνια από σένα / πρόλαβα κι είδα τον Τσιτσάνη ζωντανό» («Η ζωή μου τραγούδι»). Στον «φιλιππικό» του ενάντια στον Μίκη Θεοδωράκη, ο Παύλος Σιδηρόπουλος υπενθυμίζει την ταπεινότητα του Τσιτσάνη: «κι ενώ ο Τσιτσάνης παίζει καθιστός / εσύ το παίζεις μουσουργός» («Μίκυ Μάους»). Για τον Μιχάλη Μπουρμπούλη, η απουσία του Τσιτσάνη αποτελεί σημάδι κοινωνικής παθογένειας: «Μετά θα ψάξω να σε βρω / σ’ αυτό το δύσκολο καιρό / τώρα που δεν ακούγεται / τραγούδι του Τσιτσάνη» («Είχες θάλασσες στα μάτια»). Ο δημιουργός γίνεται πυξίδα όλης της κοινωνίας με τα ατομικά του χαρακτηριστικά και τα συλλογικά προτάγματα που ασυνείδητα εξέφρασε. 

Πάνω απ’ όλα όμως, ο Τσιτσάνης γίνεται συνώνυμος της ελευθερίας· δίπλα του, μπορούν να σταθούν και να αναμιχθούν τα πιο αλλόκοτα ρεύματα, και να γεννηθούν έτσι οι πιο πρωτότυπες και αντιφατικές, υβριδικές καταστάσεις. Ας θυμηθούμε τον Τάσο Σαμαρτζή και το στίχο «Τσιτσάνη και ροκ γωνία / που κάνει πιάτσα η ιστορία» («Τσιτσάνη και ροκ γωνία»). Ή τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και την πρόσκλησή που απευθύνει προς τον λαϊκό δημιουργό στο πάρτυ του: «Να ’ρθει ο Τσιτσάνης / και να ’ρθει κι ο Μπαχ» («Το πάρτυ»). Ή, ακόμα, τον Σάκη Μπουλά που συνδέει ρεμπέτικο με ρέγκε! «Όταν βρίσκομαι μπροστά σε juke box / παίζει ο Marley με τον Τσιτσάνη μποξ» («Ρέγκε και σαρδέλε»).



Μία απόπειρα ερμηνείας
Στο σημείο αυτό, το ερώτημα γεννιέται αναπόφευκτα: γιατί, και ως τι ο Τσιτσάνης; Ποια η λειτουργία του μέσα στο στίχο του νεότερου ελληνικού τραγουδιού;

Αφενός, το όνομα του Τσιτσάνη γίνεται μία εγγύηση σταθερότητας, μία νησίδα αξιών και αυθεντικότητας εν μέσω αισθητικής και ηθικής νόθευσης. Η εξιδανίκευση του Τσιτσάνη ως αισθητικό φορτίο και ως ιστορική αποσκευή είναι ουσιαστικά ένας τρόπος συλλογικής διαμαρτυρίας των ελλήνων στιχουργών εναντίον της επέλασης του επιφανειακού, του προκατασκευασμένου. Αναφέροντας το όνομά του, μνημονεύουν ένα υπόδειγμα ήθους και ευαισθησίας που ως πρόσωπο ενσαρκώνει όλα όσα θέλουν να εκφράσουν. Ο Τσιτσάνης ως στίχος είναι το παρελθόν αλλά και το μέτρο του παρόντος, είναι η λύπη και η συννεφιά αλλά και το γλέντι και η έξω καρδιά, είναι ο μάγκας αλλά και ο τρυφερός, ο Έλληνας και ο άπατρις. Παραπέμπει σε μία Ελλάδα που έφυγε για πάντα, για την περιγραφή της οποίας θα χρειάζονταν σελίδες επί σελίδων· αποτελεσματικότερες και ποιητικότερες οι τρεις συλλαβές και τα εννιά γράμματα του επιθέτου του. Παράλληλα, συμπυκνώνει ένα συναισθηματικό πλούτο που είναι χωνευμένος ως βίωμα στη συλλογική μας συνείδηση. Στο άκουσμα του ονόματός του δεν σκεφτόμαστε, παρά νοιώθουμε και θυμόμαστε κάτι έντονο, κάτι που είναι ήδη κτήμα της εμπειρίας. 

Αφετέρου, η παραπομπή στον Τσιτσάνη συνιστά και μία ευκολία. Η επίκλησή του γεννά εξαρτημένα αντανακλαστικά. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε, δεν απαιτείται επιχειρηματολογία, αρκεί η επίκληση. Ο Τσιτσάνης ως στίχος λειτουργεί σαν τις τελίτσες των αποσιωπητικών, …μπαίνει και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Ένας κάποιος λαϊκισμός αυτής της ευκολίας παραμονεύει· «εμείς», οι καλοί, με τον Τσιτσάνη και το άσπιλο παρελθόν μας, και «αυτοί», οι κακοί, οι νοθευμένοι και ξεπουλημένοι. Η επίκληση του Τσιτσάνη, δηλαδή, ίσως προσέβλεπε και σε μία παβλωφική αντίδραση άμεσης και αναμφισβήτητης αποδοχής του εκάστοτε τραγουδιού από το κοινό. Ο Τσιτσάνης και η επίκληση στο «αυθεντικό» βόλευαν, ιδιαίτερα μετά την μεταπολίτευση, μέσα σε μία πλημμυρίδα νέο-ρεμπέτικων και νέο-λαϊκών ασμάτων. Ίσως, δηλαδή, η παρουσία του Τρικαλινού συνθέτη στο νεότερο στίχο να αποτελεί και ένδειξη ένδειας, ένα αναμάσημα των ήδη έτοιμων, και όχι - ή όχι μόνο - ένδειξη πλούτου και πρωτοπορίας. 

Σε κάθε περίπτωση, η δεύτερη ζωή του Τσιτσάνη ως στίχου αντανακλά την πρώτη του ζωή ως δημιουργού που σημάδεψε όσο λίγοι την πορεία του ελληνικού τραγουδιού. Φαίνεται ότι το έργο και η εν γένει παρουσία του άγγιξαν ευαίσθητες χορδές των ομότεχνών του, οι οποίοι τον τίμησαν δεόντως, μνημονεύοντάς τον επανειλημμένα στα τραγούδια τους. Είτε ως ανεπανόρθωτη απώλεια, είτε ως στέρεα βάση για τα επόμενα, ο νέος από τα Τρίκαλα συνεχίζει βασανιστικά να μας αφορά - όχι μόνο ως συνθέτης, όχι μόνο ως στιχουργός, αλλά και ως στίχος!

 

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΜΠΑΤΣΙΛΑ


Αυτή εδώ είναι μία δύσκολη ανάρτηση, όχι μόνο γιατί αναφέρεται στην ευαισθησία του Χρήστου Βακαλόπουλου, αλλά γιατί προέρχεται κι από την ευαισθησία του Φώτη Μπατσίλα, που έφυγε τόσο πρόωρα από κοντά μας. Το παιχνίδι της ζωής όρισε το φευγιό του Μπατσίλα να συμπέσει με τα γενέθλια του Βακαλόπουλου, το έργο του οποίου τόσο βαθιά γνώριζε και αγαπούσε. Το κείμενο προέρχεται από το συλλογικό τόμο "Ο Χρήστος Βακαλόπουλος", που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αιγαίον (Λευκωσία, 2012) σε επιμέλεια του Φώτη. Ευχαριστώ τον Σωτήρη Κακίση για την εύρεση και παραχώρηση του κειμένου. ηρ.οικ.




Το «κατά δύναμιν» του Χρήστου Βακαλόπουλου


Όταν οι γονείς του Χρήστου Βακαλόπουλου τον ρώτησαν πώς τα πήγε στα Μαθηματικά, τότε που έδινε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, εκείνος απάντησε με το ατάραχο ύφος του: «το κατά δύναμιν!». Η φράση αυτή παρέμεινε μνημειώδης και θυμούνταν όσα χρόνια κι αν πέρασαν τόσο ο μεταποβιώσας πατέρας του όσο κι η μητέρα του, η γλυκύτατη κυρία Ξένη, μέχρι και σήμερα. Σήμερα, λοιπόν, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του Χρήστου, όλοι ασχολούμαστε ακόμα με αυτό το «κατά δύναμιν» του Βακαλόπουλου, με την δύναμη των λόγων και των έργων του, με την δύναμη της ανάμνησης της ίδιας της ζωής, της καταλυτικής παρουσίας του. Με την δύναμη των γραπτών του, των κριτικών κειμένων του πρώτα-πρώτα, όπως αυτά συγκεντρώθηκαν σε τρεις τόμους, στην «Δεύτερη Προβολή», κυρίως, που εκδόθηκε όσο ακόμη ο Χρήστος ζούσε, και που συγκέντρωσε τις πιο σημαντικές, ίσως, κινηματογραφικές κριτικές του, κείμενα για τις ταινίες του Βέντερς, του Αντονιόνι, του Δαμιανού και άλλων πολλών και σημαντικών κινηματογραφιστών, κείμενα για τον κινηματογράφο ως μέσο, ως εικόνα, ως βλέμμα, σε γλώσσα ιδιότυπη, κάτι σαν ένα ντοκυμαντέρ του λόγου, κι ύστερα στο «Από το Χάος στο Χαρτί» και στην «Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας», σε επιμέλειες των Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου και Κώστα Λιβιεράτου αντίστοιχα. Αλλά και με τη δύναμη των λογοτεχνικών κειμένων του, της νεανικής «Υπόθεσης Μπεστ-Σέλλερ», ενός μυθιστορήματος γραμμένου κατά παραγγελίαν, μια σπουδή στην νεότητα την στιγμή ακριβώς που αυτή βιώνεται, ένας στοχασμός στη φιλία μεταξύ των ανδρών, στις σχέσεις αγοριών και κοριτσιών, στον τρόπο που χτίζονται τα όνειρα, στο άγχος της κουλτούρας, στην τάση να είσαι τα πάντα και, φεύ, να μην κάνεις τίποτα, και, κατόπιν, των «Πτυχιούχων», ενός μυθιστορήματος που αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο, την συνέχεια του πρώτου, μια ιστορία με πλήθος αυτοβιογραφικά στοιχεία, για το τέλος των χρόνων της αθωότητας, για τον φόβο της μετάβασης στην παραγωγή, για την ωρίμανση της νεανικής σκέψης. Κι έπειτα, με την δύναμη των πιο ώριμων λογοτεχνικών κειμένων του, αυτών που δεν έχουν κομπάρσους τους Kinks, τους Beatles, τους Stones, ή ήρωες της λογοτεχνίας ή του σινεμά, όπως τα δύο προηγούμενα, αρχικά των «Νέων Αθηναϊκών Ιστοριών» του, ενός βιβλίου-δίσκου, με δέκα κείμενα σαν δέκα τραγούδια, δυο πλευρές, δυο όψεις, που μπορείς να τα διαβάσεις-ακούσεις στη σειρά ή/και ατάκτως, και που όσο τα διαβάζεις το «σουξέ» αλλάζει, τη μια σ’ αρέσει περισσότερο το ένα και την άλλη το άλλο, κι ύστερα όλα μαζί, όπως ήταν κάποτε οι δίσκοι, όπως όλοι μας θυμόμαστε τους δίσκους, και, τέλος, φυσικά, της εξαιρετικής «Γραμμής του Ορίζοντος», ενός βιβλίου-υποδείγματος ύφους, ενός μυθιστορήματος παρακολούθησης σκέψεων, διακριτικά και διακριτώς, μιας αναμέτρησης με τη ματαιότητα της ύπαρξης, μιας αναθεώρηση των συμβάντων της παιδικής ηλικίας, μιας «γλυκειάς καταστροφής», όπως θα έλεγε κι ο ίδιος ο Χρήστος. Και συνεχίζουμε, βεβαίως, να ασχολούμαστε με την δύναμη των εικόνων του Χρήστου, των κινηματογραφικών εικόνων του, πρώτα των ταινιών μικρού μήκους, του «Θεάτρου» και των «Βεράντων», αυτών που μας αποκαλύπτουν ευθύς εξ αρχής πού το πήγαινε το πράγμα ο Βακαλόπουλος, την οπτική γωνία της πόλης από ψηλά, σε στιγμές ιδιαιτέρες, σε στιγμές καθημερινές κι ασήμαντες, που μπορούν, αν τις δεις, αν τις ζήσεις αλλιώς, να γίνουν όχι απλώς σημαντικές, αλλά καθοριστικές, και στην συνέχεια με την δύναμη των εικόνων της «Όλγας Ρόμπαρντς», μιας ταινίας που θυμίζει χολυγουντιανό μελόδραμα, αλλά δεν είναι, που θυμίζει, επίσης, γαλλικό φιλμ-νουάρ, αλλά πάλι δεν είναι, που θυμίζει, τέλος, κωμωδία του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, αλλά δεν είναι ούτ’ αυτό, κι είναι ίσως όλα αυτά μαζί και άλλα τόσα, μιας ταινίας σχεδόν «χειροποίητης», με τους φίλους του Χρήστου πρωταγωνιστές, καρατερίστες και κομπάρσους, να περιφέρονται στην Αθήνα και να προσπαθούν ν’ ανακαλύψουν το μυστήριο του θανάτου, ο καθένας από την δική του σκοπιά, το ίδιο το μυστήριο της ύπαρξής τους, δηλαδή, μιας ταινίας που «απαξιώθηκε» στα πρώτα χρόνια του «βίου» της αλλά, συν τω χρόνω, αρχίζει και παίρνει σιγά-σιγά κι αυτή εξέχουσα θέση στο ελληνικό κινηματογραφικό στερέωμα, μια θέση που ασφαλώς της αξίζει. Κυρίως, όμως, με την δύναμη των εικόνων της τελευταίας δημιουργίας του Βακαλόπουλου, της ταινίας «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε», που έγραψε και σκηνοθέτησε μαζί με τον εξαιρετικό Σταύρο Τσιώλη, μιας ταινίας για την αέναη αθωότητα, για την σχετικότητα και τον σκεπτικισμό, κι ακόμα για το «δύνασθαι άλλως», για το «ονειρεύεσθαι άλλως», για τη συνύπαρξη φαινομενικά αντίθετων πραγμάτων, όπως η Επιστήμη και η Ορθοδοξία, για το χθες και το σήμερα και, μαζί μ’ αυτά, για το αύριο, για το «πάμε γι’ άλλα», για την δύναμη του «ανύπαρκτου» κύριου Χαραλαμπόπουλου, για την σύγκρουση των δικαιωμάτων, και, τέλος, για το βάσανο της ενοχής και τη γλύκα της αμαρτίας.



Η δύναμη, λοιπόν, του Χρήστου Βακαλόπουλου, είκοσι χρόνια μετά, παραμένει αμείωτη. Όλοι εμείς που είτε τον γνωρίσαμε είτε μάθαμε γι’ αυτόν από τρίτους ή από τα έργα του, τον θυμόμαστε, τον μνημονεύουμε, ανατρέχουμε σ’ αυτόν με κάθε ευκαιρία, με κάθε αφορμή. Γράφτηκαν πολλά κι από πολλούς για τον Βακαλόπουλο όλ’ αυτά τα είκοσι χρόνια: από το «Γεια σου, Ασημάκη» του Κωστή Παπαγιώργη έως το βιβλίο-αφιέρωμα του φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, κι από τα αφιερώματα στο «αντί» και στο «Μανιφέστο» έως τη σωρεία των σκόρπιων κειμένων στα μπλογκς του διαδικτύου. Τούτο όμως το βιβλίο έχει κάτι που το κάνει ιδιαίτερο: περιέχει ένα κείμενο με τον τίτλο «Τα Βιογραφικά του Χρήστου», ένα κείμενο που συνέγραψε ο πατέρας του Χρήστου, ο Γιώργος Βακαλόπουλος σε ύφος αφηγηματικό-λογοτεχνικό, λογοτέχνης κι ο ίδιος στα νεανικά του χρόνια (με το ψευδώνυμο Άλκης Μύρας, με το οποίο δημοσίευσε πολλά ποιήματα και πεζά σε διάφορα περιοδικά, από την Διάπλαση των Παίδων έως και την Νέα Εστία), κείμενο που γράφτηκε κατά προτροπή-παραγγελία του Κωστή Παπαγιώργη και δημοσιεύθηκε μερικώς και υπό την μορφήν υποσημειώσεων στο «Γεια σου, Ασημάκη», ένα κείμενο που μας παραχώρησε ευγενώς η κυρία Ξένη και που, αφού το διανθίσαμε με άλλα νέα και παλιά κείμενα (νέων και παλιών) γνωστών και φίλων του Χρήστου, αποφασίσαμε με τον Σωτήρη Κακίση και τον Βάσο Πτωχόπουλλο να το κάνουμε βιβλίο και να σας το παρουσιάσουμε. Το εξώφυλλο και τον τίτλο του βιβλίου εμπνεύστηκε ο Σωτήρης Κακίσης (και σας το εξηγεί στην προμετωπίδα και στον επίλογο), το οπισθόφυλλο είναι μια ιδιόγραφη αφιέρωση του Χρήστου στον Σωτήρη, πάνω στη «Γραμμή του Ορίζοντος», ενώ τις φωτογραφίες στις οποίες δεν αναφέρονται οι φωτογράφοι μας τις παραχώρησε και πάλι η κυρία Ξένη, από τα προσωπικά άλμπουμ του Χρήστου. Ευχαριστώ θερμώς όλους όσοι μας παραχώρησαν τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό και ιδίως τους Σταύρο Τσιώλη και Ευγένιο Αρανίτση, οι οποίοι έγραψαν ειδικώς για το παρόν βιβλίο. Τέλος, ευχαριστώ τον εκδότη Βάσο Πτωχόπουλλο, δίχως την ανιδιοτελή διάθεση του οποίου ίσως το βιβλίο τούτο να μην έπαιρνε τον δρόμο προς το τυπογραφείο.

Το «κατά δύναμιν» του Χρήστου Βακαλόπουλου είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλο, σπουδαίο και σημαντικό, η δε μνήμη του διαρκής και άσβεστη. Το ότι πέρασαν είκοσι χρόνια και κανείς δεν τον ξέχασε, αλλ’, αντιθέτως, αποκτά συνεχώς νέους θαυμαστές είναι στοιχείο αδιάσειστο. Για όλους όσοι τον γνωρίζουν μές απ’ το έργο του θα παραμένει πάντα ιδιαιτέρως σημαντικός, θα είναι για όλους αυτούς ό,τι είναι και για όλους εμάς που τον γνωρίσαμε: Ο Χρήστος Βακαλόπουλος!


Φώτης Μπατσίλας

 (Ίσως η τελευταία φωτογραφία του Φώτη Μπατσίλα,
από τον Σωτήρη Κακίση)