Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ MARC GRAUWELS




«Οι έλληνες συνθέτες είναι καταπληκτικοί όταν γράφουν λαϊκή μουσική· η σοβαρή μουσική τους, όμως, είναι λίγο βαριά»

Μια κουβέντα με τον παγκόσμιας φήμης φλαουτίστα Marc Grauwels

του Ηρακλή Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Γεννήθηκε στο Βέλγιο, αλλά σύντομα η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της μικρής αυτής χώρας. Ως σολίστας, συνέβαλλε τα μέγιστα ώστε το φλάουτο από όργανο παρεξηγημένο και περιθωριακό να αναδειχθεί σε εργαλείο καινοτομίας και αυτοσχεδιασμού. Ο Astor Piazzolla του αφιέρωσε προσωπικά το έργο «History of the Tango» για φλάουτο και κιθάρα. Στο ελληνικό κοινό είναι γνωστός από τη συμμετοχή του σε ηχογραφήσεις έργων του Θάνου Μικρούτσικου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Ετησίως, δίνει πάνω από εκατό συναυλίες σε όλο τον κόσμο. Πρόσφατα βρέθηκε στη χώρα μας μαζί με τον ακορντεονίστα Christophe Delporte, κατόπιν πρόσκλησης της Βελγικής Πρεσβείας στην Αθήνα, και μίλησε αποκλειστικά στον ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ. Ο κύριος Marc Grauwels (Μαρκ Γράουελς)!
-----

Η αγαπημένη μου πόλη του Βελγίου είναι η Γάνδη. Σας έτυχε να βρεθείτε ποτέ εκεί;
Η πρώτη μου δουλειά στην Όπερα της Φλάνδρας ήταν στη Γάνδη. Έζησα εκεί για τρία χρόνια και είναι και για μένα η πιο αγαπημένη πόλη στο Βέλγιο! Παρεμπιπτόντως, έχω μερικούς πολύ καλούς έλληνες φίλους εδώ στο Βέλγιο. Μάλιστα, έχω και δύο έλληνες μαθητές.

Πώς σας φαίνεται η Ελλάδα;
Λατρεύω την Ελλάδα· είναι μία ιδιαίτερη χώρα για μένα. Πρέπει να σας πω ότι έχω ένα βέλγικο όνομα, γεννήθηκα στο Βέλγιο, αλλά δεν είμαι και πολύ Βέλγος. Η καταγωγή μου είναι εβραιο-πολωνική. Ο πατέρας μου υιοθετήθηκε από τη βελγική οικογένεια Grauwels κατά τη διάρκεια του πολέμου. Δεν νοιώθω καθόλου εθνικιστής, αν και μου αρέσει πολύ το Βέλγιο. Είμαι μουσικός, και προτιμώ την καθολική γλώσσα της μουσικής.

Έχετε συνεργαστεί εκτενώς με τον Θάνο Μικρούτσικο. Πώς γνωριστήκατε;
Ήρθα στην Ελλάδα για πρώτη φορά εξαιτίας του Θάνου Μικρούτσικου. Είναι πολύ αστεία ιστορία. Ο Θάνος δούλευε με τον σκηνοθέτη Henrie Ronse, ο οποίος ζούσε στις Βρυξέλλες. Την εποχή εκείνη, αρχές της δεκαετίας του ’80, έπαιζα στη Συμφωνική Ορχήστρα της Βελγικής Ραδιοφωνίας. Μια μέρα μου ζήτησαν να πάω στο Εθνικό Θέατρο μαζί με 10-15 άλλους μουσικούς για να ηχογραφήσουμε μουσική στο στούντιο. Οι Βέλγοι είναι πολύ καλοί στο να διαβάζουν γρήγορα μουσικά κείμενα, επειδή έχουν καλή μουσική εκπαίδευση όπως και οι Γάλλοι. Διαβάζουμε μουσική πολύ γρήγορα, σαν εφημερίδα. Φτάσαμε λοιπόν στο στούντιο και είδα τον Θάνο, ο οποίος μας διεύθυνε στην ηχογράφηση. Υπήρχαν πολλοί χαρακτηριστικοί ελληνικοί ή βυζαντινοί ρυθμοί, πολλά πέντε όγδοα, ακανόνιστα πράγματα. Οι μουσικοί στις δυτικές χώρες, ιδιαίτερα αυτοί των εγχόρδων, δεν τα πάνε καλά με ους συγκεκριμένους ρυθμούς. Και είδα ότι και για τον Θάνο δεν ήταν καθόλου εύκολη η εμπειρία της ηχογράφησης με τους συγκεκριμένους μουσικούς. Σε μια στιγμή, ένιωσα άβολα και προσπάθησα να τον ενθαρρύνω. 

Και μετά;
Μετά την ηχογράφηση, μου είπε: «Θα σε χρειαστώ για άλλη μία ηχογράφηση». Κι έτσι γνωριστήκαμε, και γίναμε φίλοι. Την εποχή εκείνη συμμετείχα σ’ ένα τρίο με βιολί, τσέμπαλο και φλάουτο. Το λέγαμε «Τρίο Μπαρόκ», και στις συναυλίες παίζαμε στο πρώτο μέρος μουσική Μπαρόκ, και στο δεύτερο μέρος μουσική του 20ου αιώνα. Αυτό είναι κομμάτι της προσωπικότητάς μου, να παίζω διαφορετικά είδη διαφορετικών εποχών. Έτσι, ο Θάνος μας προσκάλεσε στην Ελλάδα και πήγαμε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, μάλλον γύρω στα μέσα του ’80. Πήγα και στην Πάτρα κάμποσες φορές, την εποχή που ο Θάνος ήταν υπεύθυνος του Διεθνούς Φεστιβάλ εκεί. Στη συνέχεια, έγραψε το «Opera for One», ένα τρελό έργο για φλάουτο που ηχογραφήσαμε μαζί. Δεν τον έχω δει εδώ και καιρό· ελπίζω να είναι καλά.



Έχετε συνεργαστεί και με τον Γιάννη Μαρκόπουλο! Μιλήστε μας για τη συνάντησή σας.
Ο Θάνος Μικρούτσικος είχε ένα συνεργάτη που του έφτιαχνε ενορχηστρώσεις. Το όνομά του είναι Θανάσης Νικόπουλος, δεν τον έχω δει εδώ και καιρό. Πολλές φορές, βρισκόμουν στην Ελλάδα εξαιτίας του Άλκη Μπαλτά, εξαίρετου μαέστρου και καλού φίλου μου. Όταν ήταν στη Θεσσαλονίκη, πήγαινα κάθε χρόνο να παίξω μαζί του. Σε μία από τις επισκέψεις μου, ο Νικόπουλος με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Βρίσκομαι σε μία ηχογράφηση με τον Μαρκόπουλο. Έχουμε τεράστιο πρόβλημα με το φλάουτο που ηχογραφήθηκε, είναι εντελώς φάλτσο. Ξέρω ότι βρίσκεσαι στην Ελλάδα. Είσαι διαθέσιμος αύριο;». Έτσι, έμεινα όλη τη μέρα στο στούντιο, διαβάζοντας το μουσικό κείμενο και ηχογραφώντας τη «Λειτουργία του Ορφέα» του Μαρκόπουλου. Ο Μαρκόπουλος είδε ότι ήμουν γρήγορος στην ανάγνωση μουσικού κειμένου, και ενθουσιάστηκε. Έτσι, άρχισε να ξαναγράφει τη μουσική στο στούντιο, κάνοντάς την ολοένα και δυσκολότερη! Έτσι γίναμε φίλοι. Κάναμε πολλά μαζί, όχι μόνο στην Ελλάδα. Παίξαμε μαζί και στο Βέλγιο, στη Φλάνδρα. Και έπαιξα και στο Κονσέρτο για Φλάουτο, που ήταν κομμάτι της μουσικής για την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα.

Ως σολίστας, πώς αποτιμάτε τη μουσική των κορυφαίων ελλήνων συνθετών;
Όλοι αυτοί οι συνθέτες - ο Θεοδωράκης, ο Μικρούτσικος, ο Μαρκόπουλος, ακόμα κι ο Χατζιδάκις που είναι βεβαίως ο καλύτερος - έγραψαν λαϊκή μουσική και μετά προσπάθησαν να γράψουν και σοβαρή μουσική. Είναι καλύτεροι όταν γράφουν λαϊκή μουσική. Εκεί είναι καταπληκτικοί. Νομίζω όμως ότι η σοβαρή μουσική τους είναι λίγο βαριά, αναφορικά με την ενορχήστρωση κλπ.

Η κορυφαία συνεργασία σας υπήρξε φυσικά αυτή με τον Astor Piazzolla. Ισχύει ότι έγραψε ένα έργο ειδικά για σας;
Ο Piazzolla ήταν ένας καλός φίλος του Maurice Bejart. Και ο Χατζιδάκις είχε γράψει μουσική για μπαλέτο για τον Bejart. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έπαιξα με την Ορχήστρα της Όπερας του Βελγίου. Άκουσα τη μουσική του Piazzolla και τρελάθηκα! Ήταν για ένα μπαλέτο του Bejart με τίτλο «Ο δικός μας Φάουστ». Η μουσική αποτελείτο από ένα συνδυασμό της Λειτουργίας σε Σι Ελάσσονα, ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα του J.S. Bach, και της μουσικής του Piazzolla. Υπήρχε και ένα μεγάλο φεστιβάλ στη Λιέγη, όπου ο Piazzolla ερχόταν να παίξει κάθε χρόνο. Το ίδιο βράδυ της εμφάνισής του, συμμετείχα κι εγώ με έναν κιθαρίστα. Ο Piazzolla μας άκουσε και συνέλαβε την ιδέα να γράψει το Η Ιστορία του Ταγκό» για φλάουτο και κιθάρα. Θυμήθηκε ότι το ταγκό γεννήθηκε στους οίκους ανοχής του Μπουένος Άιρες, και παιζόταν με τέτοια όργανα. Η πρεμιέρα του έργου έγινε ένα χρόνο αργότερα, το ’85. Τελικά, αν ενδιαφέρεσαι αληθινά, κάποια πράγματα απλώς συμβαίνουν!

Οι συναυλίες σας χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό κλασικού και πιο σύγχρονου υλικού. Την επιλέγετε επίτηδες αυτήν τη μίξη;
Έχετε δίκιο. Στις συναυλίες μου, μου αρέσει να παίζω κλασικά πράγματα, αλλά τουλάχιστον κι ένα κομμάτι γραμμένο για μένα. Αν παίζεις υπερβολικά πολλή κλασική μουσική, οι άνθρωποι δεν θα έρθουν στη συναυλία. Και είναι πολύ συναρπαστικό να έχεις ένα νέο κομμάτι για μία ομάδα εκτελεστών. Αν η μουσική είναι καλή, τότε όλα είναι τέλεια. Αν όμως είναι κακή, τότε όλα είναι χάλια, επειδή το συγκεκριμένο έργο θα το παίξεις μόνο μια φορά και μετά ο συνθέτης θα παραπονιέται ότι δεν το παίζεις αρκετά. Όταν άρχισα να παίζω μουσική στην ορχήστρα, νόμιζα ότι το κοινό για κλασική μουσική είναι μόνο αυτές οι ηλικιωμένες κυρίες με τα πράσινα μαλλιά. Εγώ ήμουν νέος και μου άρεσε να περνάω καλά. Έτσι, αναρωτήθηκα: «γιατί δεν μπορώ να παίξω μουσική γι’ ανθρώπους σαν κι εμένα;». Την εποχή εκείνη ήταν πολύ δημοφιλείς ο Philip Glass και ο Wim Mertens. Έχω παίξει φλάουτο σε τουλάχιστον δέκα δίσκους του Mertens. Ο κύριος λόγος της συμμετοχής μου δεν ήταν η μουσική· ήθελα να παίξω για νεότερους ανθρώπους και να αποκτήσω νέες εμπειρίες.

Πώς μπλέξατε με τον κόσμο της μουσικής;
Άρχισα να μαθαίνω μουσική σε ηλικία επτά ετών. Ο πατέρας μου είναι ιατρός και ακούει καλή, πραγματική μουσική. Πάντα άκουγα αυτή τη μουσική, και πηγαίναμε μαζί σε συναυλίες στην Οστάνδη. Μου άρεσε η μουσική σαν παιδί, και μ’ έστειλαν σε μουσικό σχολείο. Ήμουν τυχερός επειδή εκεί είχα ένα νέο καθηγητή με τον οποίο γίναμε φίλοι. Πίστεψε ειλικρινά ότι είχα ταλέντο. Το πάθος μου εκείνη την εποχή ήταν η αρχιτεκτονική, και ήθελα να γίνω αρχιτέκτονας. Όμως, όταν τελείωσα το γυμνάσιο και τις μουσικές μου σπουδές πριν το ωδείο, σκέφτηκα ότι η μουσική θα είχε πιο πολλή πλάκα από την αρχιτεκτονική. Και ένιωσα και πολύ άνετα με το φλάουτο σαν όργανο.

Όταν ξεκινήσατε την καριέρα σας, ήταν το φλάουτο ένα παραμερισμένο όργανο; Προσπαθήσατε συνειδητά να το «νομιμοποιήσετε»;
Υπάρχουν πολλοί φλαουτίστες που προσπάθησαν να «νομιμοποιήσουν» το φλάουτο. Αν πάτε στην Ασία, στην Κίνα και την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, το φλάουτο είναι ένα πολύ σημαντικό όργανο. Στην παραδοσιακή μουσική αυτών των χωρών, το φλάουτο είναι ουσιώδες και αναντικατάστατο στοιχείο της. Στην Ευρώπη, ισχύει το αντίθετο. Εδώ, το φλάουτο ήταν πολύ δημοφιλές στη μπαρόκ και στην κλασική μουσική. Όταν κατέφτασε ο ρομαντισμός, το τσέμπαλο έγινε πιάνο φόρτε και πιάνο, και όλοι οι ρομαντικοί συνθέτες όπως ο Chopin και ο Brahms και ο Beethoven είχαν χώρο μόνο για το βιολί και το πιάνο. Όλα τα υπόλοιπα όργανα παραμερίστηκαν και θεωρήθηκαν ασήμαντα. Επίσης, ίσως ισχύει κι ότι το φλάουτο ως όργανο δεν ήταν αρκετά καλό τεχνικά την εποχή εκείνη. Μόλις το 1850 γίνεται το φλάουτο ένα εργαλείο με μεγάλο, καθαρό ήχο και ομοιογενή τονισμό. Μετά το 1850, το φλάουτο γίνεται πιο εκλεπτυσμένο και όλοι οι μεγάλοι γάλλοι συνθέτες, όπως ο Ravel και ο Debussy αρχίζουν να γράφουν μουσική γι’ αυτό. Εμείς οι φλαουτίστες δεν έχουμε έναν Brahms, δεν έχουμε έναν Rachmaninoff ή έναν Beethoven. Ζητάμε από συνθέτες να γράψουν μουσική ώστε να καταστήσουμε το όργανο πιο δημοφιλές.

Ξεκινήσατε ως μέλος ορχήστρας, και στη συνέχεια ακολουθήσατε σόλο καριέρα. Ποια είναι τα υπέρ και τα κατά της καθεμιάς επιλογής;
Για να γίνει ένας φλαουτίστας σολίστας, πρέπει να παίξει για τουλάχιστον δέκα χρόνια σε συμφωνική ορχήστρα. Η μουσική αγωγή σου δεν πραγματοποιείται μόνο στο ωδείο. Μαθαίνεις να είσαι καλός μουσικός όταν παίζεις μουσική. Και όταν είσαι μέλος μιας καλής ορχήστρας, δουλεύεις με πολλούς διαφορετικούς μαέστρους που είναι φορείς διαφορετικών ιδεών, ενώ συναντάς διαφορετικούς σολίστες κάθε εβδομάδα. Επίσης, σε μία ορχήστρα είναι πολύ σημαντικός ο τονισμός. Έχεις πολύ αυστηρούς κανόνες, έχεις ελευθερία και ανελευθερία. Μαθαίνεις πραγματικά τι είναι η μουσική. Και μετά πρέπει να βγεις έξω από την ορχήστρα ώστε να αποκτήσεις μία ισχυρή προσωπικότητα. Αυτό υπήρξε κομμάτι της εξέλιξής μου. Ήθελα να κάνω και τα δύο αλλά σε μία στιγμή έπρεπε να διαλέξω. Έτσι, εγκατέλειψα την ορχήστρα το ’87 επειδή είχα πολλή δουλειά εκτός ορχήστρας. Μου λείπει ο μεγάλος, πανίσχυρος ήχος της ορχήστρας, αλλά δεν μπορείς να έχεις τα πάντα. Είμαι πιο ανεξάρτητος σαν χαρακτήρας, και προτιμώ να μην είμαι κομμάτι ενός πράγματος όπου κάποιος μου λέει τι να κάνω. Η διδασκαλία είναι μία καλή εναλλακτική λύση για να έχεις μια σταθερή εργασία όντας ταυτόχρονα σολίστας.

Πώς προσεγγίζετε τη διδασκαλία; Ποια είναι τα βασικά στοιχεία που θέλετε να μεταδίδετε στους μαθητές σας;
Στα μαθήματά μου, παίζω πολύ, επειδή στη μουσική ενυπάρχει ένας μεγάλος βαθμός μιμητισμού. Όλο αυτό είναι μία εξισορρόπηση ανάμεσα στην αυστηρότητα και στην ελευθερία. Αφενός, τους διδάσκω να έχουν στυλ, και αφετέρου τους διδάσκω να έχουν το δικό τους ήχο. Ο ήχος είναι το σημαντικότερο στοιχείο ενός σολίστα. Μερικές φορές, οι φίλοι με ακούν στο ραδιόφωνο και με αναγνωρίζουν ακόμα κι αν δεν ξέρουν ποιος παίζει. Σήμερα, το επίπεδο στη μουσική είναι πολύ υψηλό αλλά και πολύ τυποποιημένο. Δεν υπάρχει αρκετή προσωπικότητα, κι αυτήν προσπαθώ να εμφυσήσω στους μαθητές μου.




Υπάρχει κάποιο τίμημα για να φτάσεις στην κορυφή; Δεν είναι, για παράδειγμα, εξοντωτικό να δίνει κάποιος μία εκατοστή συναυλίες στο εξωτερικό κάθε χρόνο;
Έχω πολλούς φίλους σε διαφορετικές χώρες κι αυτό με ενθουσιάζει. Ταξιδεύω περίπου το μισό χρόνο και το άλλο μισό κάθομαι σπίτι. Είναι μία καλή ισορροπία. Ήρθα στην Ελλάδα με τον Christophe Delporte, έναν ακορντεονίστα με τον οποίο αναπνέουμε μαζί. Μετά, πηγαίνω στην Ισπανία με τη δική μου ορχήστρα μουσικής δωματίου. Ταξιδεύω με ανθρώπους με τους οποίους μου αρέσει να ταξιδεύω. Δεν μπορώ να δουλέψω με ανθρώπους με τους οποίους δεν δένουμε.

Σε ποια χώρα από τις δεκάδες που έχετε επισκεφθεί βρήκατε το καλύτερο κοινό;
Οι άνθρωποι ακούνε με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Το κρίσιμο δεν είναι τόσο η χώρα, όσο ο συναυλιακός χώρος στον οποίο παίζεις. Πάντως, τα μέρη όπου οι άνθρωποι ακούνε πιο προσεκτικά είναι η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα. Αναλύουν τα πάντα και γνωρίζουν τα πάντα σε βάθος· επιδεικνύουν εξαιρετική ευαισθησία προς τη μουσική. Οι πιο εντυπωσιακές ερωτήσεις που έλαβα μετά από συναυλίες ήταν πάντα στην Ασία. Δουλεύουν τόσο σκληρά… προσπαθούν πραγματικά να καταλάβουν. Είναι στη φύση τους.

Πώς προσεγγίζεται το έργο ενός συνθέτη; Υπακούτε στην πρωτότυπη μουσική, ή κατά κάποιο τρόπο την αναδημιουργείτε;
Αυτή είναι μία πολύ καλή ερώτηση. Πρώτα απ’ όλα, ο λόγος που υποχρεώνω τον εαυτό μου να παίζει πολύ Mozart ή Bach είναι για να διατηρώ μία κάποια πειθαρχία. Στον Mozart, καθετί είναι τόσο φανταστικό ώστε αν κάνεις κάτι σε υπερβολικό βαθμό, φαντάζει φτηνό. Καθετί βρίσκεται σε πολύ εκλεπτυσμένες λεπτομέρειες, στην ποιότητα του ήχου, και όχι στην προσθήκη πραγμάτων. Το να παίζω έργα γραμμένα για μένα, όμως, σημαίνει να τα δημιουργώ εκ νέου και κατά κάποιο τρόπο να τα ξαναγράφω μαζί με το συνθέτη. Τις περισσότερες φορές, αυτό συνεπάγεται μία τεράστια ανταλλαγή με τον συνθέτη. Πρέπει να προτείνεις πολλά πράγματα επειδή το έργο είναι σύγχρονο, συμβαίνει σήμερα.

Συμμετείχατε στην ηχογράφηση του σάουντρακ για την εξαιρετικά δημοφιλή ταινία «Amadeus». Τι θυμάστε από τη συγκεκριμένη εμπειρία;
Ηχογράφησα όλη τη μουσική του Mozart για φλάουτο. Υπάρχει ένα έργο, το KV617 για γυάλινη αρμόνικα, φλάουτο, όμποε, βιόλα και τσέλο. Αυτό το κομμάτι είναι ένα από τα τελευταία του Mozart, ένα θαυμάσιο κομμάτι, αλλά κανείς δεν έπαιζε τη γυάλινη αρμόνικα. Και έκανα τρία CD με όλη τη μουσική για φλάουτο του Mozart, τις σονάτες της νεότητας, τα κουαρτέτα, και τα κονσέρτα για φλάουτο, αλλά το συγκεκριμένο έργο συχνά ηχογραφούταν με πιάνο ή τσέμπαλο, αντί για γυάλινη αρμόνικα. Δεν μου άρεσε αυτό, έτσι άρχισα να ψάχνω παντού για κάποιον που μπορούσε να παίξει το συγκεκριμένο όργανο. Βρήκα έναν τρομερό τύπο στη Γαλλία που ήξερε να παίζει κι έτσι ηχογραφήσαμε το έργο, κι έτσι ξεκίνησε και η συγκεκριμένη ιστορία. Το ’91 φτιάξαμε ένα κοινό πρόγραμμα με το Κουαρτέτο Mozart και κάναμε περιοδεία όλη τη χρονιά. Ήταν φανταστικά.

Καταφέρατε να επιτύχετε ό,τι επιθυμούσατε στην αρχή; Ικανοποιήσατε τη δική σας ιδέα περί επιτυχίας;
Όταν αποφάσισα να γίνω επαγγελματίας μουσικός, ήθελα να βρω μια δουλειά. Είναι δύσκολος ο κόσμος, ξέρετε! Βρήκα την πρώτη μου δουλειά σε ορχήστρα σε ηλικία 19 ετών. Όταν κάνεις μουσική, πρέπει να μπορείς να βιοπορίζεσαι απ’ αυτό. Είχα κίνητρο, μπήκα στην πρώτη μου ορχήστρα, αλλά δεν μου άρεσε η ατμόσφαιρα εκεί. Έτσι, είπα ότι δεν πρόκειται να το κάνω αυτό για όλη μου τη ζωή. Λάτρευα τη δουλειά καθεαυτή, αλλά δεν μου άρεσαν κάποιοι άνθρωποι επειδή λειτουργούσαν πολύ δημοσιοϋπαλληλικά. Εν τέλει, τα πράγματα πήραν τη φυσική τους πορεία. Όταν είσαι νέος, έχεις τόση ενέργεια για να μετακινήσεις και βουνά. Τα λεφτά δεν έχουν σημασία. Το σημαντικό πράγμα είναι να είμαι ο εαυτός μου και να κάνω ό,τι θέλω.

Ποια μουσική σας αρέσει να ακούτε, εκτός απ’ αυτήν που παίζετε;
Ακούω περισσότερο κλασική μουσική. Αν με βάζατε σε ένα νησί, ας πούμε, θα έπαιρνα το κουαρτέτο KV 525 σε σολ ελάσσονα του Mozart. Αυτό είναι το νούμερο ένα. Τα «Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια» του Strauss και οι «Παραλλαγές Goldberg» του Gould είναι θαυμάσιες. Μου αρέσει επίσης ν’ ακούω φάντο, Piazzolla, Miles Davis…

Ανησυχείτε μήπως η κρίση αγγίξει και την τέχνη σας;
Υπάρχουν λιγότερα χρήματα για την τέχνη, συνεπώς ναι, ανησυχούμε. Στην τέχνη, πολλά απ’ τα λεφτά προέρχονται από το κράτος. Γίνονται περικοπές στις ορχήστρες, γεγονός που συνεπάγεται λιγότερες ευκαιρίες εκτέλεσης έργων των συνθετών. Πρόκειται περί αλυσιδωτής αντίδρασης.
Παρεμπιπτόντως, άλλες χώρες θα αντιμετωπίσουν τα ίδια προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Είναι ντροπή πώς συμπεριφέρεται η Γερμανία. Η αιτία της κρίσης δεν είναι ό,τι συνέβη με τις τράπεζες. Η πραγματική αιτία πηγαίνει πολύ παραπέρα. Το καπιταλιστικό σύστημα έχει ξεπεράσει τα όρια. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να μοιράζονται. Οι πλούσιοι θα μπορούσαν να μοιραστούν κατιτίς, αλλά δεν το θέλουν. Όλο αυτό το είχα διαισθανθεί εδώ και καιρό.


Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

ΕΜΠΟΡΙΟ ΣΑΧΛΑΣ

 

Ο Νταλάρας για τον Πανούση (ξανά!)

Υπάρχει κάτι πολύ χειρότερο από το να εμπορεύεσαι τη σάχλα - αν υποθέσουμε ότι αυτό κάνει ο Πανούσης όπως δήλωσε ο Νταλάρας σε πρόσφατη ραδιοφωνική του συνέντευξη στο ΙΟΝΙΟΝ FM. Ποιο; Να εμπορεύεσαι τη σοβαρότητα. Δηλαδή, να εμπορεύεσαι σε δέκατες και σε εικοστές εκτελέσεις το Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βασίλη Τσιτσάνη, να εμπορεύεσαι ό,τι καινούργιο μουσικά προσπαθεί να ξεμυτίσει (είναι μεγάλη η λίστα), να εμπορεύεσαι την εξουσία ως αντι-εξουσιαστικότητα, τον Πανταγιά ως Βελουχιώτη, και τη Μύκονο ως Κοκκινιά.

Είπε κι άλλα ο Νταλάρας. Τον ενοχλούν οι δημοσιογράφοι. Ποιοι δημοσιογράφοι; Μήπως αυτοί που του παίρνουν συνέντευξη με αντικειμενικότατες και εντελώς ουδέτερες ερωτήσεις του στυλ: "Τι σας έχει μείνει, μέσα σας, απ' αυτά τα γεγονότα, απ' τα οποία βγήκατε παλληκάρι;" και "Εσείς γιατί θα πρέπει να ασχολείστε με τον καθένα, ο οποίος λέει το μακρύ και το κοντό του;" Όχι..., οι προ-απαντημένες ερωτήσεις για το παλληκάρι και τον καθένα με το μακρύ και το κοντό του είναι οκ. Άλλοι δημοσιογράφοι είναι το πρόβλημα.

Στη συνέντευξή του ο Νταλάρας κάνει και μια άκομψη χοντράδα: αναφερόμενος ονομαστικά στον Πανούση, κάνει λόγο για "αυτούς που παριστάνουν τους μουσικούς". Δεν χρειάζεται φυσικά να σας πω ότι οι δύο ραδιοφωνικοί παραγωγοί δεν κάνουν ούτε για τα μάτια και τα αυτιά του κόσμου μία προσπάθεια να αμφισβητήσουν τα λεγόμενα του Θεού, παρά μόνο σπεύδουν να μεταλαμπαδεύσουν ως νέοι Απόστολοι το έργο Του. Αλλά εδώ μιλάμε για καραμπινάτη εμπάθεια εκ μέρους του Νταλάρα - μπορείς να διαφωνήσεις με το έργο κάποιου, δεν γίνεται όμως να αρνηθείς την ύπαρξή του. Λες ο Πανούσης των Μουσικών Ταξιαρχιών και του "Κάγκελα Παντού" να παριστάνει τον μουσικό; Βρε τον μπαγάσα, τον παριστάνει καλά!

Τι άλλο μας μένει από τη συνέντευξη του εκλεκτού μας τραγουδιστή; Ότι μπορεί κάποιος να μιλάει non-stop για τον εαυτό του σε πρώτο ενικό επί πέντε λεπτά και δώδεκα δευτερόλεπτα (ολόκληρη η συνέντευξη ΕΔΩ διαρκεί πολύ περισσότερο), στο όνομα της αντι-σάχλας, του αντι-κοκκορέματος και της ευγενούς μετριοφροσύνης. Αυτά.
ηρ.οικ.

ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑ



Ακούω πως ο Σαββόπουλος έκανε δύο σπουδαίες συναυλίες στο Gagarin. Δεν μπόρεσα να πάω δυστυχώς, λόγω της περιοδείας. Φίλοι που ήταν εκεί, μου λένε πως δεν υπήρχε ίχνος της ανασφάλειας, της γλυκερότητας, ή του γνωστού φιλοσοφικού μανιχαϊσμού, που έχει απλωθεί για πολλά χρόνια τώρα πάνω στη δημόσια παρουσία και σκέψη του μεγάλου καλλιτέχνη-και τον έχει φυλακίσει και στη γνωστή, πικρά ομολογημένη απ’ τον ίδιο, δημιουργική αδράνεια. Στενοχωρήθηκα που το έχασα. Ακόμα, όμως, περισσότερο, στενοχωρήθηκα που το επίπεδο της αρνητικής κριτικής προς τη συναυλία έγινε με όρους κατηχητικού και ιδεολογικής καθαρότητας.

Δεν είμαι υπέρ του απυρόβλητου, φυσικά. Η κριτική ενός έργου πρέπει να είναι αυστηρότατη, να γίνεται όμως μόνο με καλλιτεχνικά κριτήρια, ποτέ με ιδεολογικά. Έχουμε απόλυτη ελευθερία –και υποχρέωση, όσοι σκεφτόμαστε- να κρίνουμε ιδεολογικά τις πολιτικές που διαφημίζει αυτοκλήτως κάθε τόσο ο Σαββόπουλος, την υπουργοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη ή του Θάνου Μικρούτσικου, τον συναγελασμό των περισσοτέρων –φευ- επιφανών καλλιτεχνών μας (είτε δηλώνουν «αντισυστημικοί» είτε όχι) με φαιδρά και ασήμαντα μεγέθη της πολιτικής και επιχειρηματικής εξουσίας. Το να μας επηρεάσουν, όμως, τα παραπάνω τις στιγμές της ακρόασης ενός τραγουδιού ή της ανάγνωσης ενός ποιήματος, είναι καθαρός βιασμός του πώς λειτουργεί το πνεύμα. Γινόμαστε ίδιοι μ’ αυτούς που εμπόδισαν την παράσταση στο Χυτήριο γιατί ενόχλησε την πίστη τους και μ’ αυτούς που έκοβαν τα πέη από τ’ αγάλματα γιατί δεν το άντεχε η άμεμπτη ηθική τους.

Η Τέχνη –και τα καλά που κουβαλάει μαζί της- ανήκουν σε όλους, όχι μόνο στους ομοϊδεάτες των καλλιτεχνών. Αλλιώς κανένας αριστερός δεν θα έπρεπε να βλέπει ποτέ Χίτσκοκ ή να ακούει Βαμβακάρη και κανένας δεξιός ν’ ακούει Clash ή Θεοδωράκη. Όλοι θα ήμασταν καλά παιδάκια μέσα στο κοπάδι μας, χωρίς κανένα περιθώριο να σηκωθούμε από την κοινή μας φτώχεια. Η εποχή είναι τραγική, η εγκληματική επιπολαιότητα –και η κατευθυνόμενη ανηθικότητα- των πολιτικών μας εξουσιών, διέλυσαν τους πιο αδύναμους από μας, εξουθένωσαν υλικά και πνευματικά την κοινωνία μας (κι αυτό πολύ πριν από την κρίση). Τα όσα δημιούργησε ο ελληνικός πολιτισμός απ’ το ’45 και μετά είναι τα μόνα δώρα που μπορούν ακόμα να μας βοηθήσουν να σκεφτούμε καθαρά και να υψώσουμε ένα ανάστημα απέναντι στο απειλητικό αύριο.

Το Σαββοπουλικό έργο είναι σημαντικότατος –και αναπόσπαστος- καθρέφτης του τι καταφέραμε όλοι μας να κρατήσουμε ζωντανό όλα αυτά τα χρόνια. Ας το δεχτούμε με ευγνωμοσύνη και ελεύθερο κριτήριο, όσο έχει τη δύναμη να μας χαρίζεται ζωντανό- κι ας διαφωνούμε όσο θέλουμε με τον ίδιο το δημιουργό του. Αύριο-μεθαύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα. Το αν θα γίνει μέρα μισαλλόδοξων χριστιανοσταλινοφασιστών που θα λογοκρίνουν ο ένας τον άλλoν ή μέρα ελεύθερα σκεπτόμενων και –υγειώς αυτή τη φορά- δημοκρατικών ανθρώπων είναι στο δικό μας χέρι και μόνο. 

Φοίβος Δεληβοριάς

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

THIS IS DIOBO


Καλωσήρθατε στον απίθανο κόσμο ενός από τους περιζήτητους μάγους της Μεγάλης Βρετανίας. Κυρίες και κύριοι, ο μοναδικός Diobo! Η δράση του παραπέμπει σε αντάρτικο πόλεων: εμφανίζεται από το πουθενά, επιτελεί την τέχνη του, ανατρέπει την πραγματικότητα του αισθητού κόσμου, και φεύγει εξίσου μυστηριωδώς όπως ήρθε. Όταν δεν περιπλανιέται στις αγορές του κόσμου, φιλοξενείται στις πιο γνωστές γκαλερί και στα πιο έξαλλα πάρτυ του Λονδίνου. Και επειδή τυγχάνει τακτικός επισκέπτης της Ελλάδας, και επειδή τα Μ.Π. δηλώνουν θαυμαστές του, ο Diobo σύντομα θα φιλοξενηθεί κι από τις σελίδες μας. Μέχρι τότε, ...πίστευε και μη ερεύνα!

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΙΖΑ




ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ (Ιπποκράτους 175β) 

ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ: H ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΙΖΑ 
ΣΑΒΒΑΤΟ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ 22.30 


H λέσχη των Αναιρέσεων, επιχειρώντας να ομορφύνει μουσικά τις νύχτες μας, αλλά και να λειτουργήσει μορφωτικά γύρω από μουσικές τάσεις της εποχής μας και όχι μόνο, εγκαινιάζει το κύκλο μουσικών βραδιών και πάρτι με το γενικό τίτλο «Ήχοι του Πλανήτη». Σκοπός του είναι η επαφή με μουσικά ρεύματα που συνθέτουν φολκ, παραδοσιακές και λαϊκές μουσικές με τους διεθνείς πλέον κώδικες του ροκ, της τζαζ, του φανκ, του χιπ χοπ κλπ. 

Το ερχόμενο Σάββατο 30 Μάρτη και στις 22.30, εγκαινιάζουμε το κύκλο αυτό με το το 1ο αφιέρωμα που έχει τίτλο «Η Ελληνική παράδοση στη πρίζα» και πρόκειται για ένα μουσικό ταξίδι στη δημοτική και λαϊκή μας παράδοση μέσα από σύγχρονα μουσικά εργαλεία και παραγωγές. 

Από τα πρώτα εγχειρήματα, όπως είναι ο Μπάλος του Σαββόπoυλου και το Mountains των Socrates, μέχρι το ρεμπέτικο μπλουζ του Ζωρζ Πιλαλί και του Σπύρου Σούκη ως τη τζαζ προσέγγιση στα τραγούδια του Μπάτη και του Καλδάρα από το Μπάμπη Παπαδόπουλο (πρώην Τρύπες). Από τα «ανίερα» ρεμίξ του Stratman στα ηπειρώτικα, μέχρι τη Πικροδάφνη των Mode Plagal, τον Προκόπη των Κρόταλα, τη Καραγκούνα των Swing Shoes και το Τζιβαέρι του Albert. Από τους ηλεκτρονικούς πειραματισμούς των Palyrria, του electroware, τωνClandstinos και των Astyplaz, στις επιρροές του Μάρκου στους Locomondo, τους KollektivA και τους Στίχοιμα. Από το Βουνό του Τάκη Μπαρμπέρη στις επαναπροσεγγίσεις του Χιώτη από τους Imam Baildi. 

H παράδοση ως έμπνευση και ως δείγμα τόσο στο ελληνικό hip hop όσο και σε fusion εγχειρήματα. Όταν ο Ζαμπέτας και ο Κουγιουμτζής γίνονται hip-hop. Οι ροκ πειραματισμοί στο Θεοδωράκη, το Ξαρχάκο, το Καζαντζίδη και το Ξυδάκη….Η παράδοση των Βαλκανίων μέσα από την μουσική οπτική των Δάρνακές και τωνMaraveyas Ilegal…. 

Όταν δηλαδή το μουσικό παρελθόν μεταβαίνει στο παρόν με τα εργαλεία του και ο τόπος που έχουμε μέσα μας επαναφέρει τον ήχο του στο σήμερα. ‘Ένα ταξίδι στο χώρο και το χρόνο με την ικανότητα της μουσικής να συνθέτει, να ενώνει και να γοητεύει…. 

Σε επιμέλεια Μιχάλη Παπαμακάριου και πρωταγωνιστές τους : 

Mode Plagal, Imam Baildi, Clandestinos, Astyplaz, Electroware, Palyrria, David Lynch, X-Darawish, Red, Stratman, Invisible Surfers, Anasazi, Locomondo, Socrates, Burger Project, Baildsa, Iasis, FF.C. Swing Shoes, KollektivA, Albert, Children of the Revolution, Dirty Fuse, Maraveyas Ilegal, Κρίστη Στασινοπούλου, Γιάννη Αγγελάκα, Θανάση Παπακωνσταντίνου, Μουσικές Ταξιαρχίες, Ενδελέχεια, Εκμέκ, Δάρνακες, Νίκο Ζιώγαλα,Νέα Τάξη Πραγμάτων, Τρίο Τεκέ, Δημήτρη Πουλικάκο, Γιάννη Χαρούλη, 667, Μπάμπη Παπαδόπουλο, Τάκη Μπαρμπέρη, Σταμάτη Κραουνάκη, Νίκο Πορτοκάλογλου κ.α.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: "ΤΩΡΑ ΘΑ ΦΟΒΗΘΟΥΜΕ;"




ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΟΙ 

Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει. 

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. 

Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει. 

Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. 

Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας. 

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν; 

Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. 

Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα. 

Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε; 

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»; 

Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο. 

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. 

Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα! 

Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε; 

Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω... 

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι». 

Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. 

Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές. 

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. 

Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί. 

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”. 

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε. 

Αλκίνοος Ιωαννίδης 

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

GISELA MAY & THANASSIS MORAITIS SING MIKIS THEODORAKIS



Για  το CD Gisela May & Thanassis Moraitis sing Mikis Theodorakis 

Η ηχογράφηση και η 1η έκδοση σε LP έγινε στο Ανατολικό Βερολίνο το 1988 (VEB Deutsche Schallplatten Berlin DDR). 

Η έκδοση σε CD στην Ελλάδα έγινε το 2003 με την επιμέλεια του Γρηγόρη Ψαριανού και του Θανάση Μωραΐτη (Nostos by Protasis). 


Μικρό ιστορικό της έκδοσης 

Τον Αύγουστο του 1985 η Gisela May έκανε συναυλία στην Καισαριανή. Ο δήμος Καισαριανής, που οργάνωσε τη συναυλία, με κάλεσε και πήγα να δω και ν’ ακούσω από κοντά το «μύθο» του Berliner Ensemble. Λίγους μήνες πριν είχε κυκλοφορήσει ο Διόνυσος του Μίκη Θεοδωράκη, στον οποίο οφείλω την είσοδό μου στην οικογένεια των μουσικών. Οι οργανωτές της συναυλίας τής χάρισαν το δίσκο και την επομένη συναντηθήκαμε στο ξενοδοχείο που διέμενε. Όλα έγιναν γλυκά και γρήγορα. «Θέλω να τραγουδήσουμε μαζί» μου είπε κι έφυγε για το Βερολίνο. Πήγαν και ήλθαν πολλά γράμματα το επόμενο διάστημα με τις σκέψεις μας για το ποια τραγούδια θα περιλάμβανε ο δίσκος. Επέμενα να πει και κείνη τραγούδια τού κ. Θεοδωράκη, μιας και για μένα ήταν δεδομένο αφού τότε ήμουν από τους βασικούς του συνεργάτες. Γνώριζε πολλά τραγούδια του και θαύμαζε ιδιαίτερα την Μαρία Φαραντούρη. Δίσταζε όμως επειδή, όπως μου είπε, η φωνή τής Φαραντούρη είχε «σφραγίσει» τα συγκεκριμένα τραγούδια. Έκαμψα τους δισταγμούς της και προχωρήσαμε στην επιλογή των τραγουδιών. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο μίλησα στον κ. Θεοδωράκη για το σχέδιό μας και κείνος συμφώνησε. Με τα πολλά, τον Φεβρουάριο του 1988 βρεθήκαμε όλοι σε στούντιο του Ανατολικού Βερολίνου και έγινε ο δίσκος. Ακολούθησε το γκρέμισμα του τείχους στο Βερολίνου. Μαζί του γκρεμίστηκαν πολλά, ανάμεσά τους και η δισκογραφική εταιρία που είχε αναλάβει την παραγωγή. Χάθηκε ακόμα και η πρωτότυπη μπομπίνα με την ηχογράφηση. 

Στις ελληνικές εφημερίδες είχαν γραφτεί πολλά γι’ αυτή τη συνεργασία, αλλά όλα αυτά που συνέβησαν εμπόδισαν την κυκλοφορία του δίσκου και στην Ελλάδα. Τώρα, μετά από 15 χρόνια, ο Γρηγόρης Ψαριανός και ο Νίκος Οικονόμου της δισκογραφικής εταιρίας Protasis δίνουν την ευκαιρία στο ελληνικό κοινό ν’ ακούσει αυτό το δίσκο με νέα ηχητική επεξεργασία που έγινε από το μοναδικό αντίτυπο LP που είχα σπίτι μου. 

Δυο λόγια για την Gisela May με βάση τις συζητήσεις μας 

Κατάγεται από το Wetzlar της Γερμανίας και μεγάλωσε στη Λειψία. Την μεγαλύτερη εντύπωση στα παιδικά της χρόνια τής έκαναν οι δίσκοι με τραγούδια του Ernst Busch. Την ανακάλυψε ο Hanns Eisler το 1957 σε μια θεατρική παράσταση του Bertolt Brecht στο «Γερμανικό θέατρο». Από τότε και για πολλά χρόνια ήταν η μεγάλη κυρία του Berliner Ensemble και ιδανική ερμηνεύτρια (μάνα) στο έργο του Brecht Mutter courage und die ihre kinder (Η Μάνα κουράγιο και τα παιδιά της). 

Έχουν κυκλοφορήσει πολλοί δίσκοι στη Γερμανία με ερμηνείες της σε έργα των: Bertolt Brecht – Kurt Weill [Die Dreigroschenoper (Η όπερα της πεντάρας), Happy end, Aufstieg und fall der stadt Mahagonny (Άνοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόνυ)], Hanns Eisler [Die Mutter (Η μητέρα)], Paul Dessau, Joachim Werzlau κ.ά.. Είναι σολίστ μαζί με τον τενόρο Peter Schreier στο δίσκο που κυκλοφόρησε η Deutsche Grammophon με το έργο των Brecht – Weill Die sieben todsünden (Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα) με διευθυντή ορχήστρας τον Herbert Kegel. Έχει επίσης δισκογραφήσει τραγούδια του Jacques Brel. 

Η Gisela May είναι ξεχωριστή μουσική προσωπικότητα. Η φωνή της περιέχει δύναμη και κομψότητα. Όταν τραγουδάει ποτέ δεν αγνοεί ότι είναι ηθοποιός, ενώ συγχρόνως τονίζει κάθε λέξη του κειμένου. Προπάντων γοητεύει η σκληρότητα με την οποία ερμηνεύει τα τραγούδια. Τραγουδάει ακριβώς όπως το απαιτούσε ο Bertolt Brecht. Θαυμάσια είναι η τεχνική που χρησιμοποιεί στην ομιλία και στο τραγούδι. Αποφεύγει με κάθε τρόπο τον φτηνό ρομαντισμό. 

Την εποχή της ηχογράφησης του παρόντος δίσκου έπαιζε στο Berliner Ensemble, για μία ακόμη φορά, το έργο του Brecht Mutter courage und die ihre kinder.

Θανάσης Μωραΐτης
Πλάκα, Ιανουάριος 2003

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ 1941 - 1944



Εθνική Αντίσταση 1941 - 1944

Χρόνια ματωμένα της φωτιάς και του αγώνα. Ένας λαός ολάκαιρος ορθός κι ενωμένος πολεμάει και τραγουδάει την αγάπη του για την πατρίδα και τη λευτεριά, εκφράζει το μίσος και την περιφρόνησή του για τους φασίστες καταχτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Υμνεί και δοξάζει τους αρχηγούς του και οδηγητές. Χλευάζει τις κυράτσες της άρχουσας τάξης που "κλέβουν το χυλό" και "κάνουν τα μαλλιά τους περμανάντ". Χαίρεται για τα κατορθώματα και τους ηρωισμούς του, θρηνεί για τους νεκρούς του κι οραματίζεται μια Ελλάδα λεύτερη, ανεξάρτητη κι ευτυχισμένη.

Τραγούδια του απλού λαού είναι καθρέφτης της ψυχής του και σχολείο πατριωτικού, αγωνιστικού και δημοκρατικού φρονιματισμού.

Σήμερα που οι εχθροί χτυπούν τις πύλες της πατρίδας μας, μάς δείχνουν - όπως και τότε - το δρόμο για την απόκρουσή τους: εθνική ενότητα.

Έτσι τα ύψιστα συμφέροντα του έθνους επιβάλλουν την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.

Πάνος Τζαβέλλας

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΙΑ "ΑΛΛΗ ΟΠΤΙΚΗ"

Πιστοί στο ραντεβού μας με τις εικαστικές τέχνες, ξεκινάμε τη διαδικτυακή φιλοξενία της "Άλλης Οπτικής", μιας εκπληκτικής έκθεσης σχεδίου του Μανώλη Γιάνναρου με συνοδεία κειμένων της αγαπημένης φίλης Μέλιας Πουρή. Ακολουθεί το εισαγωγικό κείμενο της έκθεσης με την υπογραφή της Ευδοκίας Σακκά. Τα υπόλοιπα σύντομα στην οθόνη! ηρ.οικ.

(Μανώλης Γιάνναρος, "Πολυθόρυβο μέρος")


H Εισαγωγή της Έκθεσης

Η άλλη οπτική 

Η έκθεση των σχεδίων είναι η έκφραση μιας άλλης οπτικής. Μέρος της μεταμοντέρνας κοινωνίας μας η ακριτική Αστυπάλαια έγινε η πηγή έμπνευσης για τα έργα που παρουσιάζονται. Έργα χωρίς αυστηρές γραμμές, χωρίς πρότερους προσδιορισμούς, έργα ατελή και διαδραστικά που ολοκληρώνονται μόνο μέσα από την άλλη οπτική, από την κάθε ερμηνεία του κάθε θεατή, από το βλέμμα και τη σκέψη. 

Ο κατακερματισμός των ταυτοτήτων μας, οι ψηφίδες της ψυχής μας, η υπαρξιακή αγωνία, η ανάγκη για επικοινωνία, η μοναξιά, οι προσδοκίες ως προσωπικές ποιότητες αλλά και κοινωνικοπολιτική θέαση ανιχνεύονται στα σχέδια. Σχέδια που γεννούν αφηρημένα και αφαιρετικά σχόλια και πολλαπλές ερμηνείες. Σχέδια που προκλήθηκαν από την άλλη οπτική της Αστυπάλαιας, των ανθρώπων και των τοπίων, του ανέμου. 

Δημιουργός ο Μανώλη Γιάνναρος. Ο Μανώλης μεγάλωσε στην Αστυπάλαια, σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Σήμερα ζει στην Αστυπάλαια και αλλού και ασχολείται με τη μουσική και την καλλιτεχνική δημιουργία σε ποικίλες εκφάνσεις της, όπως σχέδιο, φωτογραφία, κόμιξ. Είναι αυτοδίδακτος και ταλαντούχος έχοντας αναπτύξει μόνος τη συγκεκριμένη προσωπική τεχνική σχεδίου. Η παρούσα συλλογή είναι έργα που σχεδιάστηκαν με σκοπό να παρουσιαστούν στο κοινό και τους επισκέπτες της Αστυπάλαιας σε αυτή την πρώτη προσωπική έκθεση του Μανώλη Γιάνναρου. Μια πρώτη ανάγνωση των έργων επιχειρεί η Μέλια Πουρή. Η συνέχεια δική σας με ένα ανυπόμονο και πολυσέλιδο βιβλίο επισκεπτών… 

Ευδοκία Σακκά

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

"ΗΡΘΕΣ ΝΥΧΤΑ"

Κι ας μην ήρθες, κι ας ήρθες και δεν ακούμπησες.



("Ήρθες νύχτα", Στίχοι: Κώστα Τριπολίτη, Μουσική: Αντώνης Βαρδής, Ερμηνεία: Λιζέτα Νικολάου, από το κανάλι japan88gr)

Ήρθες νύχτα αργά σιγά και με τρένα φορτηγά το αμπέχονο στο μέρος της καρδιάς ήταν τρύπιο και μπαινόβγαινε ο βοριάς και τώρα που θ' αγαπηθούμε ξανά στο ίδιο το κρεβάτι το ίδιο πάλι θα γευτούμε του έρωτά μας του πικρού το πιο πικρό αλάτι ήρθες στην Καισαριανή δίχως μάτια και φωνή το τραγούδι σου παράπονο πικρό να μιλάει σ' έναν άσκοπο καιρό και τώρα που θ' αγαπηθούμε ξανά στο ίδιο το κρεβάτι το ίδιο πάλι θα γευτούμε του έρωτά μας του πικρού το πιο πικρό αλάτι

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ Η ΚΥΠΡΟΣ;

Βλέποντας και ακούγοντας την ελληνική κυβέρνηση - ή μάλλον το ελληνικό τρικομματικό τσίρκο Μεντράνο, για να είμαστε ακριβείς - δεν μπορεί κάποιος παρά να σκεφτεί ότι η επέλαση των Γερμανών και η πρόταση του Eurogroup για τη μεγάλη μάσα των καταθέσεων συμβαίνει όχι στην Κύπρο αλλά σε κάποιο μακρινό και εξωτικό νησιωτικό σύμπλεγμα που ελάχιστα μας αφορά. Καρφάκι δεν καίγεται στους κυβερνώντες, καρφάκι δεν καίγεται και στους κυβερνωμένους. Μα τέτοιο σιωπητήριο; 

Αυτό που ζούμε θυμίζει το "φόβο του κακού παραδείγματος", την κινητήρια δύναμη πολλών από τις επεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών σε μπανανίες της Λατινικής Αμερικής κατά τον 20ο αιώνα, όποτε τολμούσαν κάποιος ηγέτης και κάποιο λαϊκό κίνημα να σηκώσουν κεφάλι. Τον φόβο του κακού παραδείγματος τον είχαν όχι μόνο οι ΗΠΑ αλλά και τα γειτονικά αυταρχικά καθεστώτα, τα οποία είχαν συμφέρον οι υπήκοοί τους να μη βλέπουν καμία εναλλακτική λύση, όπου κι αν γεννιόταν αυτή (στην Κούβα, στη Χιλή, στη Νικαράγουα). Έτσι κι εδώ: κιχ δεν βγάζουμε, ελπίζοντας να σωφρονιστούν άμεσα οι "αδελφοί Κύπριοι", να ΜΗΝ διανοηθούν να διαπραγματευτούν (γιατί εμείς εδώ στην Ελλάδα δεν διαπραγματευόμαστε παρά μόνο λέμε "μάλιστα" και "ευχαριστώ"), και ύστερα από το κούρεμα των καταθέσεών τους να βάλουν και κάνα χαράτσι, να γίνουν άνθρωποι. Με άλλα λόγια, να ξεβρακωθούν, να ξεφτιλιστούν και να μας μοιάσουν.

Λοιπόν, μην πάει ο νους σας στο κακό. Μέσα μας βαθιά, εμείς οι Έλληνες είμαστε πατριώτες, και άμα λάχει γουστάρουμε και ενιαίο αμυντικό δόγμα - αρκεί ο επιτιθέμενος να είναι οι κακοί Τούρκοι. Αν το ντου το κάνει ο Σόιμπλε, καθόμαστε αναπαυτικά, παρακαλάμε να διαρκέσει λίγο και βγάζουμε και κάνα στεναγμό ανακούφισης που δεν είμαστε εμείς στη θέση των χαμένων. Εξάλλου, ανήκομεν εις την Δύσιν, πάλι τα ίδια θα λέμε;

Τελικά πού πέφτει η Κύπρος; Σίγουρα μακριά, πολύ μακριά, ειδικά όταν η Κύπρος λέει ΟΧΙ σε θεούς και δαίμονες. Εμείς σας αποκαλύπτουμε τις πιθανές τοποθεσίες στις οποίες βρίσκεται η Κύπρος σύμφωνα με τους εδώ φωστήρες μας. Η πρώτη εντύπωση που δόθηκε στο ελληνικό Υπουργικό Συμβούλιο ήταν ότι τα πειρατικά μέτρα της Τρόικας αφορούν τα πανέμορφα Νησιά Μάρσαλ.




Ακολούθησε τηλεδιάσκεψη στην οποία το εν λόγω σενάριο διαψεύστηκε από τον Σόιμπλε. Ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών πήρε μια βαθιά ανάσα και αναρωτήθηκε σκεπτικός: "Βρε μπας και το μεγάλο αφεντικό έκανε απόβαση στη Μικρονησία;"




Ο Πρωθυπουργός μπήκε άμεσα στην κουβέντα: "Όχι Γιάννη, η συγκινητική προσπάθεια διάσωσης αφορά την Αντίγκουα - Μπαρμπούντα". Και δώσ' του να βγαίνουν και να μπαίνουν οι χάρτες πάνω στο τραπέζι. Βρε πού είναι αυτή η Κύπρος...




Στη συζήτηση δεν άργησε να μπει και ο Φώτης Κουβέλης: "Αντώνη, οι δημοκρατικές μου ευαισθησίες και το αριστερό μου παρελθόν επιβάλλουν να ριχτεί άπλετο φως στην υπόθεση". "Φώτη μου, τώρα μίλησα με το ΥΠ.ΕΞ. Είναι τελεσίδικο, η Λαγκάρντ εννοούσε ένα νησί στο Αρχιπέλαγος Βανουάτου". Και εις επίρρωση των λεγομένων του, ο Αντώνης έδειξε μία φωτογραφία με χαρούμενα παιδιά γεμάτα ευγνωμοσύνη, έτοιμα να υποδεχτούν την Τρόικα στην παραλία.


Και κάπως έτσι, μάθαμε επιτέλους πού πέφτει κι αυτή η ρημάδα η Κύπρος. Μακριά, πολύ μακριά, στο πουθενά και στο τίποτα, ειδικά όταν αυτή αποφασίζει να σώσει τη χαμένη μας αξιοπρέπεια και να δείξει ότι υπάρχει κι άλλου είδους πολιτική εκτός από το προσκύνημα του Ευρώ και της γερμανικής ασυδοσίας. Είναι πραγματικά γελοίο να βλέπεις τους εδώ τρικομματικούς ξεφτίλες που μέχρι χθες πανηγύριζαν τη συμφωνία στο Eurogroup σήμερα  να προσπαθούν να μαζέψουν τα ασυμμάζευτα. Η Κύπρος δείχνει το δρόμο!
ηρ.οικ.

ΥΓ: Πέρα από το δικαιολογημένο ενθουσιασμό για το πρώτο όχι στη Φράου Μέρκελ, το βάθεμα και η ένταση των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων - στιγμή των οποίων είναι και οι εξελίξεις στην Κύπρο - δεν είναι καθόλου καλά νέα. Για κανέναν μας.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

"ΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ" ΤΟΥ ΛΑΚΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ


Το Κύτταρο

του Λάκη Παπαστάθη


Άκουσα την Σωτηρία Μπέλλου να τραγουδάει play back το τραγούδι… με αεροπλάνα και βαπόρια... για τις ανάγκες μιας τηλεοπτικής λήψης. Στη δεύτερη επανάληψη της κινηματογράφησης, κατάλαβα, πως σ’ ένα σημείο του τραγουδιού ήταν ασύγχρονη. Άλλα λόγια έλεγε το μαγνητόφωνο κι άλλα τραγουδούσε αυτή. Συγκεκριμένα η παλιά ηχογράφηση έλεγε… σ’ αυτό τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί… και η Σωτηρία είχε μάθει να λέει… σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπάνε τρώνε βρώμικο ψωμί. Άλλο κόσμος, άλλο τόπος. 

Θυμήθηκα τα τελευταία χρόνια της Χούντας. Μπουάτ Κύτταρο 1973. Μέρες Πολυτεχνείου. Τότε ακούγονταν φρέσκα ακόμη τα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου και μαζευόταν εκεί η νεολαία να τον ακούσει. Πλούσιο θέαμα με τραγουδιστές, κινηματογραφικές προβολές, και τον μπερντέ του καραγκιοζοπαίχτη Σπαθάρη, ενταγμένο στην όλη αφήγηση του προγράμματος. Η σκιά του σινεμά, η σκιά της κάθε φιγούρας που προβαλλόταν στο πανί και το… βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί που δεν έχει απόψε που να πάει… που τότε γράφτηκε, έδωσε και τον τίτλο στο όλο θέαμα… ΘΙΑΣΟΣ ΣΚΙΩΝ. Σκιές λησμονημένων προγόνων μπλέκονταν με τις ζωντανές παρουσίες του πάλκου μέσα σε ατμόσφαιρα τελετουργίας. Από τις μυθικές μορφές του ρεμπέτικου -τις φωτογραφίες μας τις έδωσε ο φίλος τότε Ηλίας Πετρόπουλος- μέχρι τον Καραγκιόζη, την Αγλαΐα, το Νιόνιο, το Χατζηαβάτη, αλλά και εικόνες από τους Βαλκανικούς πολέμους για να ακουστεί ο Μπάλλος και η Μαύρη Θάλασσα. Προβλήθηκαν ζωγραφιές του Πεντζίκη και της Θεσσαλονίκης για το είδα την Άννα κάποτε και προπολεμικές ελληνικές ταινίες σχολιασμένες με χρώματα και μουσικές. Υπήρχαν και μικρά ιντερμέδια με κινούμενα σχέδια που σχεδίασε ο Αλέκος Κυριτσόπουλος. Ένα πολυθέαμα πρωτοφανέρωτο που συνεχώς σε εξέπληττε. 

Το με αεροπλάνα και βαπόρια ο Σαββόπουλος τότε το ονόμαζε Ζεϊμπέκικο. Επειδή έπρεπε να τραγουδήσει ο ίδιος και τη δεύτερη φωνή έγινε μια ταινία που τον έδειχνε στην οθόνη να τραγουδάει απαντώντας στο ζωντανό τραγούδι του. Είχε στηθεί ακριβώς κάτω από την οθόνη και ο συνδυασμός του κινηματογραφημένου Σαββόπουλου με τον ζωντανό δημιουργούσε μες στο σκοτάδι σχεδόν θρησκευτικό αίσθημα. 

Ένα απόγευμα έφτασε η ειδοποίηση στο Κύτταρο να παραστούν αύριο στις οκτώμισι το πρωί ο συνθέτης και ο σκηνοθέτης στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως και στο τμήμα Λογοκρισίας. Φθάσαμε αγουροξυπνημένοι. Το γραφείο του υπεύθυνου λογοκρισίας μας ήταν γνωστό. 

-Δεν έχουμε καθαρά φουρνάρικα κύριε Σαββόπουλε; Τι εννοείτε; Γιατί τρώμε βρώμικο ψωμί; Μήπως φταίει το αλεύρι ή είναι συμβολική η έκφρασή σας και εννοείτε κάτι άλλο. Πάντως όταν σας ακούνε χειροκροτούνε στο μαγαζί, κάτι καταλαβαίνουν πως θέλετε να πείτε και το επικροτούν. (Κοφτά) Άλλαξέ το. 

- Πώς; 

- Δεν ξέρω, εσύ θα το βρεις και θα μου το πεις. 

- Μήπως σ’ αυτόν τον κόσμο; 

- Δηλαδή και της Ελλάδος συμπεριλαμβανομένης; 

- Πώς να την εξαιρέσουμε; 

- Πως λέγαν στην αρχαιότητα… πλην Λακεδαιμονίων, βρες έναν τρόπο πλην Ελλήνων. 

- Δεν γίνεται δεν κολλάει, θα χαλάσει το τραγούδι. 

- Το σημαντικό δεν είναι το τραγούδι σας κύριε αλλά να μην βλάψετε την Ελλάδα και την προσπάθεια που γίνεται τώρα. Και το όσοι αγαπούνε με ενοχλεί. Ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης, τι θα πούμε στον άλλον… αν αγαπήσετε θα φάτε βρώμικο ψωμί; Πρέπει να πούμε πως αν αγαπήσετε θα σωθείτε, θα γίνετε καλύτεροι άνθρωποι. Δεν είναι έτσι; 

Ο Σαββόπουλος σαν να είχε προετοιμάσει την απάντησή του. 

- Μα τραγούδι είναι, ποίηση! Θέλουμε να πούμε πως οι καλοί άνθρωποι που αγαπάνε πέφτουν θύματα των επιτήδειων, των κακών που εκμεταλλεύονται την καλοσύνη τους, γι αυτό τρώνε βρώμικο ψωμί, τους πατάνε κάτω οι κακοί, οι αδίστακτοι… Καταλάβατε; 

Μετά από παρατεταμένη παύση και κοιτώντας τον Διονύση στα μάτια. 

- Θα το σκεφτώ. Προς το παρόν μην ξανακούσω το σ’ αυτόν τον τόπο. Κάθε βράδυ σ’ ακούμε. 

- Το ξέρω. 

- Τους αναγνωρίζεις; 

- Κάνουν μπαμ. 

- Δηλαδή; 

- Απ’ το κούρεμα, το ρούχο… 

- Δεν είναι μαλλιάδες σαν κι εσάς κύριε. Την γλυτώσατε από τον κύριο Λαδά που δεν σας κούρεψε ακόμα. 

- Κι από κάτι άλλο τους αναγνωρίζω, χειροκροτούν υπερβολικά και ψεύτικα, σε λάθος σημεία και με άδειο βλέμμα, μηχανικά. 

- Σας χαλάνε και την ατμόσφαιρα. Μην τολμήσει κανείς από τους κουλτουριάρηδες που σας ακούνε να τους πειράξει ή να πει κάτι εναντίον τους γιατί πάει, θα τους φάει το μαύρο σκοτάδι. Περάσατε και από την ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας. 

- Μάλιστα. 

- Σας θυμάμαι, αδύνατος ήσασταν τότε. Χεσμένος. Απ’ ότι έμαθα καλό σας έκανε όμως. Γράψατε και τραγούδια όταν ήσασταν μέσα. Πηγαίνετε τώρα. Θα σας ξανακαλέσω. 

Την επόμενη ήρθε στο Κύτταρο συνοδευόμενος από μια ξανθιά λεβεντογυναίκα με μεγάλα βυζιά. Παρών στο ακροατήριο το ίδιο βράδυ, δυο τραπεζάκια πιο μπροστά, ο Μάνος Χατζηδάκις και ο Οδυσσέας Ελύτης. Τότε ο Σαββόπουλος δεν είχε γράψει ακόμη το κι οι δυο Ελλάδες σιγοπίνουν το πιοτό, αλλά εγώ εκείνο το βράδυ ένιωθα βαθειά το νόημά του. Γύριζα συνεχώς το βλέμμα μου από τον λογοκριτή και τη συνοδό του στο άλλο τραπέζι, στην άλλη Ελλάδα. Χωρίς να το καταλάβω βαθειά συγκίνηση με κυρίευσε. Χωρίς μίσος, χωρίς οργή, χωρίς ειρωνεία, σχεδόν με κατανόηση για τον άνθρωπο της Χούντας. Λές κι’ ο νέος διχασμός της Ελλάδας τον επέλεξε εκείνο το βράδυ και τον έβγαλε στη σκηνή, δίνοντάς του έναν μικρό ρόλο για να γίνει ορατό το δράμα. 

Ο λογοκριτής άκουσε το σ’ αυτό τον κόσμο και έφυγε πως έκανε καλά τη δουλειά του. 

Όταν έπεσε η Χούντα άκουσα το Σαββόπουλο να λέει σε μια συναυλία καθαρά, καθαρά… σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε κ.λ.π. Ακούστηκε στ’ αυτιά μου κάπως παράταιρα, σαν αντιστασιακή νύξη, σαν εύκολη κριτική καταγγελία. Τον συνάντησα μετά. 

- Προτιμώ το σ’ αυτόν τον κόσμο, γίνεται πιο συμπαντικό το τραγούδι, το σ’ αυτόν τον τόπο ακούστηκε κάπως ρηχό. Λες το φασιστόμουτρο να έκανε καλό στο τραγούδι χωρίς να το θέλει; 

Με κοίταξε κάπως έκπληκτος στην αρχή. Μετά από λίγο έδειχνε σαν να συμφωνούσε κι έβαλε τα γέλια.

(Περιλαμβάνεται σε: Λάκης Παπαστάθης, Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα, Αθήνα, Πόλις, 2011. Ευχαριστούμε θερμά το συγγραφέα για την παραχώρηση του διηγήματος. Μ.Π.)


(Διονύσης Σαββόπουλος - Λάκης Παπαστάθης)

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ RELOADED

ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ 

Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τη μουσικοκριτική στην Ελλάδα αλλά φοβόσασταν να ρωτήσετε! 

επιμέλεια: Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)

Σε μία, ελπίζουμε, πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα σύναξη, συγκεντρώσαμε εννιά από τις κορυφαίες πένες μουσικής κριτικής στην Ελλάδα, με μακρά και καταξιωμένη πορεία στο χώρο. Τους βγάλαμε για λίγο από τη θέση του κριτή και τους βάλαμε στην καρέκλα του κρινόμενου ή έστω του συνομιλητή. Και τους ζητήσαμε να φωτίσουν το ρόλο και τη λειτουργία του πιο παρεξηγημένου επαγγέλματος στον κόσμο! Αλφαβητικά: Γιώργος Ι. Αλλαμανής, Αλέξης Βάκης, Στέλλα Βλαχογιάννη, Αργύρης Ζήλος, Λιάνα Μαλανδρενιώτη, Γιώργος Β. Μονεμβασίτης, Γιώργος Ε. Παπαδάκης, Φώντας Τρούσας, Γιώργος Π. Τσάμπρας. Τους ευχαριστούμε θερμά για τη συμμετοχή τους. 


Επάγγελμα: μουσικοκριτικός. Μπορεί στη σημερινή εποχή βαθιάς κρίσης του μουσικού τύπου και της δισκογραφίας αυτό να ακούγεται ως ένα εξαιρετικά σύντομο ανέκδοτο. Όμως, για πάνω από τρεις δεκαετίες - από τα τέλη του ’70 - η μουσικοκριτική υπήρξε βασικός άξονας της δημοσιογραφικής ενασχόλησης με τη μουσική τέχνη. Και ακόμα είναι, έστω κι αν βρίσκεται σε υποχώρηση. Η επέλαση του διαδικτύου έχει μετατοπίσει το πεδίο έκφρασης της κριτικής από το περίπτερο στην οθόνη. Και η πληθώρα φωνών και απόψεων που αναδύονται μέσα από blogs, ιστοσελίδες και μουσικές κοινότητες έχει καταστήσει τη μουσικοκριτική περισσότερο προσβάσιμη, αλλά και πιο ανώνυμη και απρόσωπη. Όμως, το αίτημα της λεπτομερούς παρουσίασης και κριτικής αποτίμησης ενός έργου παραμένει· αίτημα που έχουν υπηρετήσει με συνέπεια οι φιλοξενούμενοι του παρόντος αφιερώματος. 

Στα χρυσά χρόνια της δεκαετίας του ’80 και του ’90, είναι δεδομένο ότι το επάγγελμα του μουσικοκριτικού γνώρισε άνθιση και εξασφάλισε σημαντικές απολαβές σε πολλούς εξ’ όσων το άσκησαν. Η ιδιότητα του μουσικοκριτικού άνοιξε πόρτες τόσο στη ραδιοφωνία όσο και στην ευρύτερη διαχείριση των πολιτιστικών μας πραγμάτων, υπό ιδιωτική ή δημόσια σκέπη. Ας μη γελιόμαστε· υπήρξε μία εποχή όπου ο μουσικοκριτικός είχε εξουσία και λόγο επί της πολιτιστικής διαχείρισης, ενταγμένος σε ένα σύστημα παραγωγής και διανομής του μουσικού προϊόντος. 

Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει κατά πολύ. Κάποιοι, με μακρά διαδρομή στο χώρο, είναι επί της παρούσης επαγγελματικά «άστεγοι»: ο πρωτεργάτης Αργύρης Ζήλος δεν γράφει πια τις ιστορικές - και συχνά μονολεκτικές! - κριτικές του στο Αθηνόραμα, ο Γιώργος Ε. Παπαδάκης δεν ταράζει άλλο τα νερά με την αυστηρή ματιά του στην κλειστή πλέον Ελευθεροτυπία, και ο Αλέξης Βάκης δεν καταθέτει την εμπεριστατωμένη άποψή του στο επίσης κατεδαφισμένο Δίφωνο. Η δική μας Στέλλα Βλαχογιάννη κοσμεί κάθε τρίμηνο το Μετρονόμο, όμως λείπει η τακτικότερη παρουσία της που εξασφάλιζε το Δίφωνο ή ο διαδικτυακός Ηριδανός. Εξίσου λείπει και η περί κλασικής μουσικής αισθητική πρόταση της Λιάνας Μαλανδρενιώτη, εκ των ιδρυτικών συντακτριών του Διφώνου, όσο κι αν τη συναντάμε κάθε Κυριακή στην εφημερίδα Εποχή. Τουλάχιστον, ο Γιώργος Π. Τσάμπρας απέχει από άποψη, αν και η έλλειψη σοβαρών επαγγελματικών προτάσεων βάζει επίσης το χέρι της. Και ο Γιώργος Β. Μονεμβασίτης, έχοντας αποχαιρετήσει διαδοχικά Ελευθεροτυπία, Δίφωνο και Echo & Artis, φιλοξενείται πλέον στην εξαιρετική διαδικτυακή γωνιά της MusicPaper. Άλλοι διατηρούν μία τακτικότερη παρουσία σε έντυπα, όπως ο Γιώργος Ι. Αλλαμανής στο Ποντίκι και ο Φώντας Τρούσας στο Jazz & Τζαζ ως αρχισυντάκτης. 

Το παρόν αφιέρωμα δεν είναι σε καμία περίπτωση εξαντλητικό· να μας συγχωρούν όσοι διαπρεπείς μουσικοκριτικοί έμειναν αναγκαστικά εκτός. Επιδιώξαμε, πάντως, μία πλουραλιστική εκπροσώπηση ποικίλων ρευμάτων, από την κλασική, τη τζαζ και τη ροκ μέχρι την ελληνική λόγια, λαϊκή και έντεχνη μουσική. Τα κείμενα που ακολουθούν επιτελούν ένα διττό ρόλο: αφενός, μας δίνουν ένα σύντομο πορτραίτο κάθε φιλοξενούμενου. Και αφετέρου, παρουσιάζουν τις απόψεις του γύρω από τη φύση και την κοινωνική λειτουργία της κριτικής, τα συστατικά μιας άρτιας κριτικής, τη διαχείριση των προσωπικών σχέσεων κριτικών-καλλιτεχνών, και βέβαια τις συνέπειες από την έλευση του διαδικτύου. Για το τέλος, ας κρατήσουμε την ανόθευτη αγάπη για τη μουσική, το ασίγαστο πάθος της ακρόασης, τη γνώση και την αίσθηση αυτών των ανθρώπων. Αυτή είναι η πολύτιμη παρακαταθήκη τους, πέρα από κριτικές και αναλύσεις. 
-----



Γιώργος Ι. Αλλαμανής: 

«Τα ήξεις-αφήξεις είναι βαριές και άνοστες σάλτσες» 

«Εσένα θα σου δώσω τα …καραφλάκια!» μου είπε σαρδόνια το μακρινό 1984 ο «γκουρού» μου περί τα μουσικά Αργύρης Ζήλος στα παλιά γραφεία του περιοδικού «Ήχος & HiFi», στην οδό Αρδηττού. Και μου έδωσε να γράψω την πρώτη μου δισκοκριτική για ένα 33άρι βινύλιο υπό τον τίτλο «Τα Καραφάκια» μιας μετριο-ασήμαντης νέο-κομπανίας της εποχής. Ήμουν ακριβώς 20 ετών. Μερικές εκατοντάδες δισκοκριτικές (αλλά και ραδιοφωνικές εκπομπές και συνεντεύξεις και κριτικές συναυλιών και μουσικές-πολιτιστικές στήλες και άρθρα γνώμης κι ένα βιογραφικό βιβλίο για το Νικόλα Άσιμο) αργότερα, εκείνη η εντελώς ασήμαντη για τον πλανήτη Γη στιγμή ήταν για μένα καθοριστική. Σταθμοί; Καλύτερα ας θυμηθώ ευλαβικά τα ονόματα όσων άδολα μου έδωσαν βήμα ώστε να ακούω καθημερινά μουσική και να λέω τη γνώμη μου: ο Πητ Κωνσταντέας, ο Γιάννης Ριζόπουλος, ο Μάκης Μηλάτος, ο Γιάννης Έξαρχος, ο Παύλος Τσίμας, ο Γιώργος Θαλασσινός, ο Σωκράτης Τσιχλιάς και - τελευταία αλλά όχι έσχατη - η Άννα Βλαβιανού. 

Ξέρω κομπλεξικούς κριτικούς που είναι ανθυποταλαντούχοι μουσικοσυνθέτες. Κι άλλους που απλώς κρατάνε με το πιρούνι στην ταβέρνα το ρυθμό ενός ζεϊμπέκικου, αλλά η γραφίδα τους είναι διεισδυτική σαν «έξυπνη» βόμβα που τρυπάει το έδαφος και εκρήγνυται μέσα στα εχθρικά μπούνκερ της κοινοτοπίας. Η συνολική παιδεία και η δια βίου παιδεία μετράνε περισσότερο. Τα ωδειακά πτυχία, από μόνα τους, μετράνε λιγότερο - ή και καθόλου. 

Από μια μουσικοκριτική πρέπει να φαίνεται αν σου άρεσε ή όχι ένας δίσκος: τα ήξεις-αφήξεις είναι βαριές και άνοστες σάλτσες. Να καταλαβαίνει ο αναγνώστης το είδος της μουσικής, το ειδικό βάρος του καλλιτέχνη, τη θέση του συγκεκριμένου δίσκου στο συνολικό έργο του. Και να τοποθετείται στο πλαίσιο της εποχής: ακόμη θυμάμαι και γελάω με την άποψη ενός πρώην μεγαλοσχήμονα και ενίοτε κρατικοδίαιτου ελέω ΕΡΤ κριτικού και μουσικού παραγωγού, γύρω στο 1978, ότι η εκπληκτική από κάθε άποψη «Εκδίκηση της Γυφτιάς» των Ρασούλη-Ξυδάκη-Παπάζογλου ήταν ένας «δίσκος που γρήγορα θα ξεχαστεί». (Αυτο-)γκόλ! 

Έχω μετανιώσει για τον παλιό μου εαυτό και βάζω στοίχημα ότι αύριο θα μετανιώσω για τον σημερινό. Οι απόψεις είναι καθρέφτης μιας στιγμής, μιας ηλικίας και της προσωπικής διαδρομής κάθε ανθρώπου. Τώρα για να ευθυμήσουμε, θυμάμαι ότι όταν βγήκε το λαϊκό καψουρο-άσμα «Ο χιονάνθρωπος» του Τάκη Μουσαφίρη, με τραγουδιστή τον συγχωρεμένο Δημήτρη Μητροπάνο, εμένα μου ψιλογούσταρε…. 

Δεν είχα ποτέ καμία προσωπική φιλία με κανέναν δημιουργό του ελληνικού ή ξένου τραγουδιού. Λίγο «τηρείτε τις αποστάσεις», λίγο από χαρακτήρα, λίγο έτυχε. Απομένει ο βασικός κανόνας: ως άνθρωπος ο δημιουργός είναι υποδεέστερος του έργου του, ο Βαμβακάρης ήταν βασιλόφρων, ο Τσιτσάνης έλεγε ότι τα λόγια της Συννεφιασμένης Κυριακής ήταν όλα δικά του, ο Θεοδωράκης ονειρεύεται στα γεροντάματα πότε θα ξυπνήσει ο μαρμαρωμένος βασιλιάς. Καραμπινάτη εξαίρεση στον κανόνα, μάλλον, ήταν ο μέγας απών Μάνος Χατζιδάκις. 

Πιστεύω στο αναπόφευκτον της τεχνολογικής προόδου. Είμαι με τον Γουτεμβέργιο, όχι με τους αντιγραφείς καλόγερους του Μεσαίωνα. Ωστόσο στη σημερινή κοσμοχαλασιά του Διαδικτύου θάβονται πιο εύκολα από ποτέ οι λίγοι σοφοί και θριαμβεύει μια θλιβερή στρατιά από κομπογιαννίτες. Δεν με πειράζει που ο καθένας λέει τη γνώμη του, αν ο αναγνώστης έχει γνώση και κριτήριο ώστε να ξεχωρίζει το φλουρί κωνσταντινάτο από τον κάλπικο παρά. Σημασία έχει να υπάρχουν «αυθεντίες», άνθρωποι αξιοσέβαστοι για την ηθική στάση, τη βαθιά γνώση και τη «λοξή» ματιά τους – κι ας τους σταυρώνουν οι μέτριοι. 



Αλέξης Βάκης: 

«Η μουσικοκριτική είναι ένας καλός τρόπος να χάσεις φίλους» 

Ως μουσικοκριτικός, έχω ένα και μοναδικό σταθμό: το Δίφωνο. Συνεργαζόμουν ήδη από το φθινόπωρο του 2002 γράφοντας άρθρα. Τότε, το Δίφωνο είχε διευθυντή το Μιχάλη Κουμπιό και αρχισυντάκτρια τη Μαριάνθη Πελεβάνη. Τον Δεκέμβρη του 2002, ο διευθυντής μου πρότεινε να γράψω κάποιες κριτικές. Τον ενδιέφερε η ματιά ενός εν ενεργεία μουσικού πάνω στη δουλειά των συναδέλφων του. Δεν μου ήταν μεγάλο πρόβλημα αυτό που μπορώ να πω ιδιωτικά να το πω και δημόσια, και παρέμεινα εκεί ως το οριστικό κλείσιμο του Διφώνου πέρυσι. 

Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες μουσικών. Καταρχήν, υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να γράφουν μουσική, να ενορχηστρώνουν μουσική, να παίζουν μουσική, και είναι ευτυχείς μ’ αυτό. Ανήκω σε μία άλλη κατηγορία που αντιμετωπίζει τη μουσική με τον τρόπο της πρέφας· θέλει και να μιλάει γι’ αυτήν. Κάνει όλα τα παραπάνω αλλά θα σκάσει αν δεν δημοσιοποιήσει τα συμπεράσματα και την όποια σοφία απεκόμισε ακούγοντας μουσική. Μ’ αυτήν την έννοια, προφανώς και η θεωρητική μουσική μου επάρκεια ήταν ένα «συν». Ξέρω πάντως ανθρώπους που έχουν ευδοκιμήσει στο χώρο της κριτικής με εξαιρετική διαύγεια χωρίς πτυχία, όπως ξέρω και ανθρώπους με πτυχία που δεν θα τους εμπιστευόμουν να γράψουν τίποτα. 

Δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενική κριτική επειδή ο κάθε άνθρωπος έχει κάποια κριτήρια στα οποία δίνει προτεραιότητα, και βάσει αυτών κρίνει τη μουσική. Κρατάω μακριά από τη γραφή μου τις προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες, μέχρι και αδικώντας τους φίλους μου. Έχει τύχει να είμαι πιο σκληρός απέναντι σε πρόσωπα με τα οποία με συνδέει μία φιλική σχέση - όταν έκρινα ότι ο δίσκος δεν ήταν καλός - όπως επίσης έχει τύχει να γράψω πολύ καλά λόγια για καλλιτέχνες που δεν συμπαθώ επειδή με είχε πείσει η δουλειά που είχα στα χέρια μου. Η μουσικοκριτική είναι ένας καλός τρόπος να χάσεις φίλους, να τεστάρεις την ειλικρίνειά σου, και να αντλήσεις ενδεχομένως μία ικανοποίηση ότι κάποια πράγματα που κάποτε είπες δικαιώθηκαν. 

Μια καλή κριτική δεν έχει για πρωταγωνιστή αυτόν που τη γράφει. Ένας μουσικοκριτικός μπορεί να λάμψει, χωρίς όμως να συνδέει την προσωπικότητά του με το υλικό που κρίνει. Απαραίτητο είναι να έχει ένα εύρος και μία εμπειρία ακουσμάτων, έτσι ώστε να διασώζεται αν βρεθεί μπροστά σε κάτι που δεν έχει ξανασυναντήσει. Μια σωστή κριτική είναι όσο το δυνατόν δίκαιη, χωρίς να επαφίεται σε συμπάθειες και αντιπάθειες. Και αποκαλύπτει σε ένα ευρύτερο κοινό κάτι που η ματιά ενός πιο έμπειρου μπορεί να το δει εκ πρώτης όψεως. Τη δεκαετία του ’60, ο Θεοδωράκης βοηθήθηκε από την Αριστερά για να διαπρέψει, όπως τη δεκαετία του ’50 βοηθήθηκε ο Χατζιδάκις από την Ελένη Βλάχου. Ο μουσικοκριτικός προσφέρει τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στο πρωτογενές έργο και το ευρύ κοινό. Αυτή η διαμεσολάβηση μπορεί να βοηθήσει τον μη μυημένο ώστε να ελέγξει τη συναισθηματική ή και διανοητική του άποψη σε σχέση με αυτό που άκουσε. Επίσης, ο μουσικοκριτικός αποκαλύπτει το νέο, αυτό που έρχεται και δεν είναι πάντα ορατό. 

Με το διαδίκτυο, εκδημοκρατίζεται ο χώρος της μουσικοκριτικής, όπως εκδημοκρατίζεται και η μουσική πράξη, με την έννοια ότι πλέον είναι πολύ ευκολότερο κάποιος να βγάλει ένα δίσκο ηχογραφώντας τον σπίτι του. Το μόνο αρνητικό στο φαινόμενο της έκρυθμης διαδικτυακής άνθισης είναι ότι δεν μπορούν πλέον να υπάρξουν έντυπα στα οποία εγώ να μπορώ να εργαστώ και να βιοποριστώ. Δεν είμαι όμως σαν τους βιομηχανικούς εργάτες της Αγγλίας του 19ου αιώνα. Δεν θα ανταγωνιστώ τις μηχανές επειδή μου τρώνε τη δουλειά. 



Στέλλα Βλαχογιάννη: 

«Η καλή κριτική αρθρώνει λόγο χωρίς ιαχές και φωνασκίες» 

Με την μουσικοκριτική ενεπλάκην τα πολύ τελευταία χρόνια. Είχε όμως προηγηθεί μια μακροχρόνια θητεία στην ενασχόληση με το ελληνικό τραγούδι, τους ανθρώπους του και την ιστορία του. Σταθμός υπήρξε το επί Άννας Βλαβιανού Δίφωνο, το οποίο είτε ως αρχισυντάκτρια είτε ως συνεργάτης με βοήθησε να επικεντρωθώ επαγγελματικά στη μεγάλη αγάπη μου που είναι το ελληνικό τραγούδι. Ανήκω στη γενιά (1980) που οι περισσότεροι από εμάς υπήρξαμε «εμπειρικοί», κατά βάση, κριτές του τραγουδιού. Οι παλαιότερες γενιές είχαν μουσικολόγους, μερικοί εκ των οποίων είχαν και ιδιαίτερο βάρος. Η μουσική εκπαίδευση, όταν υπάρχει, προσθέτει ένα κύρος αλλά φοβάμαι πως παράλληλα χάνεται στους τύπους και αφαιρεί το συναίσθημα που μπορεί να εκμαιεύει ένα τραγούδι. Εκείνο που απορρίπτω με αυστηρότητα είναι να ασκούν κριτική άνθρωποι που εμπλέκονται οι ίδιοι με το τραγούδι, είτε ως συνθέτες, είτε ως παραγωγοί προγραμμάτων και συναυλιών. 

Έχω κουραστεί να ακούω για καλές κριτικές όταν είναι θετικές και για θάψιμο όταν είναι αρνητικές. Οι λέξεις έχουν τη δική τους βαρύτητα και θα πρέπει να προσέχουμε όταν τις διατυπώνουμε. Το αντίθετο του καλή είναι κακή ή αρνητική και το αντίθετο του θαψίματος είναι το γλείψιμο. Ο χιαστί χειρισμός αυτών των εννοιών μόνον εκ του πονηρού είναι. Καλή θεωρώ την εμπεριστατωμένη κριτική· εκείνην που με επιχειρήματα αρθρώνει τον λόγο της χωρίς ιαχές και φωνασκίες. Επειδή είμαι λογοκρατούμενος άνθρωπος, δίνω την μέγιστη βαρύτητα στο στίχο. Άλλωστε, πιστεύω ότι ένα τραγούδι παλιώνει από τα λόγια του πρωτίστως. 

Όταν γράφω την γνώμη μου για μια δισκογραφική εργασία προσέχω πάντα να εντάσσω τον δίσκο στην ιστορική του στιγμή. Δηλαδή να δω σε ποιο κομμάτι του παζλ της ιστορίας του τραγουδιού προσεγγίζει. Το χώρο και το χρόνο του. Τις επιδράσεις ή τις καινοτομίες. Για να είμαστε σοβαροί η κριτική σήμερα γίνεται για τους ανθρώπους του χώρου. Ο καλλιτέχνης που τον αφορά, εάν είναι θετική θα την ανεμίζει στον αέρα διαφορετικά θα την ξεπετάξει με ένα «θάψιμο», το δε κοινό έχει ήδη… πάρει τον δίσκο του μουσικού, του τραγουδιστή καλύτερα, της αρεσκείας του. Δεν περιμένει να διαβάσει κανέναν. 

Γι’ αυτή τη ρημάδα την αξιοπιστία της γνώμης δεν καλλιέργησα ποτέ φιλίες με καλλιτέχνες. Φυσικά κι έχω τις συμπάθειές μου και τις «αντιπάθειές» μου με γνώμονα πάντα το προϊόν εργασίας ενός εκάστου. Η μεγαλύτερη παραχώρηση που μπορώ να κάνω σε καλλιτέχνη που αγαπώ είναι, όταν υποπίπτει σε φάουλ, να σωπάσω. Αναγκάζεσαι κάποια στιγμή να διαχωρίσεις το πρόσωπο από το έργο του, διαφορετικά πολύ λίγα πράγματα θα μείνουν όρθια και στη θέση τους. Με την έλευση του διαδικτύου ο καθένας πήρε από ένα πληκτρολόγιο. Δεν υπάρχει κανένας εκδημοκρατισμός στο διαδίκτυο σε κανέναν τομέα. Ασυδοσία, συχνά δε και αλητεία, κυκλοφορεί. Ο χρήστης καλείται να επιλέξει ποιους θεωρεί αξιόπιστους και ποιους όχι, πράγμα δύσκολο. 

Δεν βλέπω καμία διέξοδο στην κρίση της ελληνικής δισκογραφίας αφού ενεργή ελληνική βιομηχανία του δίσκου δεν έχουμε πια. Έτσι βλέπουμε τα νέα παιδιά με το όραμα του CD που δεν πουλάει τίποτα πλέον να παίρνουν τα βουνά και τις ραχούλες και να τραγουδάνε για να κάνουν γνωστή τη δουλειά τους και να βιοπορίζονται κιόλας. Εδώ έχει παίξει ρόλο και η υποβάθμιση των μουσικών ραδιοφώνων και ο τυφώνας play list. Κάποιοι βλέπουν το μέλλον στο Ίντερνετ αλλά δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί να γίνει αυτό έτσι που οι καλλιτέχνες και να επικοινωνούν και να ζουν από τη δουλειά τους. Κι αυτά τα live πόσο θ’ αντέξουν πια; 



Αργύρης Ζήλος 

«Δεν μπορείς να γράφεις σαν δάσκαλος» 

Ξεκίνησα το ’74, σχεδόν τυχαία. Δούλευα στο Pop 11, το υπόγειο δισκοπωλείο των αδερφών Φαληρέα στη Σκουφά. Εκεί ήρθε ένας πελάτης ονόματι Πητ Κωνσταντέας. Κουβεντιάσαμε, ήταν φιλόμουσος και διαπίστωσε ότι παρακολουθούσα τις κυκλοφορίες της εποχής. Μου έδωσε μία λίστα με δίσκους για να του κάνω αντίγραφα από τη συλλογή μου· είχα σχεδόν τα πάντα απ’ όσα βινύλια αναζητούσε. Και μου μίλησε για ένα περιοδικό που είχε μόλις ανοίξει και δεν πήγαινε καλά· ήταν ο «Ήχος». Ο Κωνσταντέας είχε αναλάβει προσωρινά τη διεύθυνση του περιοδικού και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν να εισάγει μία στήλη μουσικοκριτικής. Την ανέθεσε σε μένα, κι έτσι ξεκίνησα. Και ένας άλλος αξιομνημόνευτος σταθμός της καριέρας μου ήταν πριν από ένα 8μηνο που έμεινα χωρίς δουλειά! 

Όταν ξεκίνησα η κριτική αφορούσε μόνο την κλασική μουσική. Σαν μπούσουλα είχα τα ξένα περιοδικά, το New Musical Express, το Melody Maker, το Rolling Stone λιγότερο, και το Wire αργότερα. Εκεί είδα πώς γράφεται μια κριτική, αλλά αυτό δεν με βοήθησε ιδιαίτερα. Συνειδητοποίησα ότι οι άνθρωποι εκεί έγραφαν για καλλιτέχνες που την επόμενη εβδομάδα θα έπαιζαν στη γειτονιά τους. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ήταν ο Ηλίας Ανδριόπουλος και ο Γιώργος Νταλάρας. Δεν υπήρχε τότε εδώ η διεθνής μουσική που με ενδιέφερε, και έπρεπε να την αναζητήσω. 

Από μικρός είχα πάντα μία αγάπη για οτιδήποτε μουσικό. Ο μεγάλος αδερφός του πατέρα μου ήταν αντάρτης. Όταν γύρισε, έφερε έναν πάκο δίσκους από τη Σοβιετική Ένωση και τους μοίρασε στην οικογένεια. Αυτοί οι δίσκοι μαζί με κάποιους άλλους της μόδας με έφεραν σε μία κατάσταση όπου μέρα-νύχτα άκουγα με το ίδιο έντονο ενδιαφέρον την 5η Συμφωνία του Μπετόβεν, την Caterina Valente, τη Συννεφιασμένη Κυριακή του Τσιτσάνη στην original εκδοχή. Στη συνέχεια, αν και απέκτησα βασικές γνώσεις μουσικής, το πρωταρχικό μου εφόδιο υπήρξαν τα προσωπικά ακούσματα και η αίσθηση της μουσικότητας. Και όλα αυτά τα χρόνια του απόλυτου δοσίματός μου στο ροκ, ήξερα ότι υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος που έχει άλλες αξίες, οι οποίες είναι ανώτερες επειδή απαιτούν μία πληρέστερη αντίληψη περί οργάνωσης της μουσικής. Μην τα μπερδεύουμε, δεν είναι όλοι Μπραμς και Μπετόβεν. Από την άλλη, δεν μπορούμε να έχουμε ως μέτρο σύγκρισης τον Μπραμς και τον Μπετόβεν. Πρέπει να συγκρίνουμε όμοια πράγματα. 

Προκειμένου ο αναγνώστης να αισθανθεί ότι η κριτική σου τον αφορά, πρέπει να τον πείσεις ότι τον αφορά και ο τρόπος που του απευθύνεσαι. Στην ποπ και στη ροκ μουσική, ο από καθέδρας λόγος αποτρέπει, ενοχλεί. Στα λαϊκογενή μουσικά είδη, γενικότερα, η έννοια μιας κοινότητας ανάμεσα στον γράφοντα και στον αναγνώστη οφείλει να επιδιωχθεί. Δεν μπορείς να γράφεις σαν δάσκαλος, δέχεσαι ότι ο αναγνώστης μπορεί να έχει περισσότερα ακούσματα από σένα. Οφείλεις δηλαδή να είσαι φιλικός χωρίς να κάνεις εκπτώσεις ως προς το τι πιστεύεις γι’ ότι παρουσιάζεις. 

Επίσης, πρέπει να έχεις μία σαφή εικόνα του καλλιτέχνη και του έργου του. Δε γίνεται να παρουσιάζεις το πέμπτο album ενός δημιουργού και να λες «καλός είναι, δεν τον ήξερα». Τέλος, χρειάζεται μία ευρύτητα ακουσμάτων. Εδώ και μισό αιώνα, από τότε που οι άγιοι Beatles έβγαλαν το Revolver, δεν υπάρχουν σαφή όρια ανάμεσα στο τι σημαίνει και τι δεν σημαίνει μουσικότητα. Μετά τους Beatles, ουδείς έχει δικαίωμα να μιλήσει περί συγκεκριμένης και απαραβίαστης μουσικότητας. Υπάρχουν απλώς διαφορετικές μουσικές κοινότητες: η κοινότητα του rock, του metal, του ρεμπέτικου. Ο κριτικός δεν πρέπει να χαϊδεύει τα αφτιά της εκάστοτε μουσικής κοινότητας. Αν το κάνει, δεν είναι κριτικός αλλά νεροκουβαλητής. 




Λιάνα Μαλανδρενιώτη 

«Το να κρίνεις προϋποθέτει την αρετή της ευθύνης» 

Το έναυσμα μου δόθηκε από την ενασχόληση μου στη δισκογραφική εταιρεία Musica Viva όπου περνούσαν από τα χέρια μου για πρώτη ακρόαση πολλά promo νέων συνθετών ή ερμηνευτών. Ευτυχώς, είχα την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία του διευθυντή της, Γιάννη Τζαμαλή, ενός από τους μεγαλύτερους γνώστες και συλλέκτες κλασικής δισκογραφίας στη χώρα μας. Το να έχω παίξει ρόλο στην έκδοση σημαντικών δίσκων το θεωρώ ως πρώτο και σπουδαίο σταθμό στην επαγγελματική μου πορεία. Στην ελεύθερη ραδιοφωνία εργάστηκα σε πολλά ραδιόφωνα, με σταθμό την πενταετή συνεργασία μου με τον Αντένα ως παραγωγός εκπομπών κλασικής μουσικής. Όμως, η υπογραφή μου ως κριτικός έγινε αναγνωρίσιμη από το Δίφωνο. Είχα την τύχη να με καλέσει ο Μιχάλης Κουμπιός και να ανήκω στην ομάδα των δημοσιογράφων που το έστησαν. Μάλιστα με τον Γιώργο Τσάμπρα προϋπήρξαμε και ως σύμβουλοι έκδοσης. Στα τεύχη του υπάρχουν οι καλές και οι κακές στιγμές μου, και παρόλο που για 23 χρόνια έχω την σελίδα των Μουσικών Προτάσεων στην εφημερίδα «Εποχή», στο Δίφωνο έχω αναφερθεί σε ό,τι καλύτερο έχει να παρουσιάσει η ελληνική και ξένη δισκογραφία. 

Αναμφίβολα, στη μουσικοκριτική είναι απαραίτητες οι βασικές μουσικές σπουδές, όμως τα ακούσματα που έχει στο ενεργητικό του ο μουσικοκριτικός είναι η προϋπόθεση για οποιαδήποτε κρίση. Εν τη συγκρίσει η κρίση. Είναι κάτι σαν τον πιλότο με τις ώρες πτήσης. Έστω και αν έχει τελειώσει με άριστα τη σχολή, μετράει το πόσες ώρες πτήσης έχει. Οι ώρες σοβαρής ακρόασης μετράνε στην κρίση σου. 

Η κριτική έχει δύο παραλήπτες, τον συνθέτη ή τον εκτελεστή από τη μια πλευρά και τους αναγνώστες από την άλλη. Ενώ γράφουμε για μουσική, απευθυνόμαστε σε αναγνώστες και όχι ακροατές. Έχοντας αυτό πάντα κατά νου καθώς και το αυτονόητο ότι η τέχνη αντιστοιχεί σε ορισμένη κοσμοθεώρηση, αυτό που λέμε «γούστο της εποχής» ή «ρεύμα», μοιράζομαι με τον αναγνώστη την ειλικρινή μου αναζήτηση κατά πόσο το έργο πέρα από τις επιρροές του περιβάλλοντος αποτελεί την προσωπικότερη και βαθύτερη έκφραση του δημιουργού του. Πρόκειται για ένα αγαθό που η επιβίωσή του στο μέλλον αλλά και η αποδοχή του πάρα τις παραλλαγές του γούστου, έγκειται στην ιδιαίτερη εσωτερική του πληρότητα Αυτό όσο αφορά τα σύγχρονα έργα. Στον αναγνώστη αναδεικνύω την αισθητική έκφραση ενός έργου ή μιας ερμηνείας και υπογραμμίζω πάντα τα θετικά στοιχεία. Το να κρίνεις προϋποθέτει την αρετή της ευθύνης αυτών που λες, δεδομένου ότι τα κριτήρια παραμένουν αφηρημένα, γενικά και ασαφή. 

Η αξιολογική πρόκριση συνδέεται με τη διαχείριση ενός πλούτου στοιχείων και απαιτεί ένα σύνθετο προβληματισμό. Τι πάει να πει καλή ή κακή κριτική ακόμα δεν ξέρω. Δεν έχω σταθεί αρνητικά απέναντι σε κανένα δημιουργό ή ερμηνευτή. Πρώτα από όλα σέβομαι το έργο και τις άπειρες ώρες μελέτης οποιουδήποτε. Σαν χαρακτήρας, δεν κολακεύω ποτέ τους φίλους μου. Η φιλία πολλές φορές με βοηθάει να κατανοήσω βαθύτερα τη δημιουργική στιγμή του φίλου μου. Σε καμία περίπτωση, όμως, αυτό δεν επιδρά στην κρίση μου. 

Τιμώ πάντα τη γνώμη του επαΐοντα, αυτού που με τον ένα ή άλλο τρόπο έχει προσεγγίσει ένα μουσικό έργο, ακόμα και μόνο μέσω της αγάπης και της ευαισθησίας. Ο βασιλικός δρόμος να προσεγγίσεις την τέχνη είναι η αγάπη σου γι αυτήν. Ο καθένας μπορεί να εκφράσει την γνώμη του για ένα έργο, να πει «μ' αρέσει» ή «δεν μ' αρέσει». Όμως, αυτό είναι πάντα σχετικό, εφόσον η γνώμη προϋποθέτει γνώση. 




Γιώργος Β. Μονεμβασίτης: 

«Η κριτική τέχνης είναι τέχνη· δεν διδάσκεται» 

Ο φίλος Γιάννης Πετρίδης με ...παρέσυρε το 1978, όταν άρχισε να εκδίδει το περιοδικό «Ποπ και Ροκ», και από τότε άρχισα να ...εκτίθεμαι. Οι τότε κριτικές παρεμβάσεις μου στα μουσικά δρώμενα είχαν τη γενική ονομασία «Η άλλη Μουσική». Σημαντικοί σταθμοί στην πορεία μου ήσαν η συνεργασία με το περιοδικό «ΤaR» που άρχισε το 1981, οι εκπομπές στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ (1982-2000) και ο ορισμός μου ως εντεταλμένος κριτικός μουσικής στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Υπηρέτησα τη θέση αυτή αδιαλείπτως από το 1984 έως το 1996. 

H τέχνη - και η κριτική τέχνης - είναι …τέχνη· δεν διδάσκεται. Εκείνο που διδάσκεται είναι η τεχνική. Δεν έχω μαθητεύσει σε κανένα Ωδείο, ωστόσο θεωρούμαι ως ένας αξιόπιστος κριτικός μουσικής. Έχω μελετήσει μόνος μου μουσική σε βάθος - έχω εμφανιστεί ακόμη και ως σολίστ κλασικής κιθάρας, όντας αυτοδίδακτος. Εκείνα που χρειάζεται η κριτική μουσικής, πέρα από το φυσικό χάρισμα, είναι γνώση, γνώση, γνώση - γενική και όχι ακαδημαϊκή - και μνήμη, αφού η κριτική βασίζεται κυρίως στη σύγκριση. Η τυπική μουσική εκπαίδευση μπορεί να προσθέσει γνώσεις, αν και συχνά σε λάθος κατεύθυνση, ενώ μπορεί να αφαιρέσει τον απαιτούμενο αυθορμητισμό στη διαδικασία προσέγγισης και αφομοίωσης ενός ακροάματος. 

Η κριτική μουσικής χωρίζεται σε δυο μεγάλες και αρκούντως διαφορετικές κατηγορίες: στην κριτική μιας μουσικής εκδήλωσης (συναυλίας, παράστασης όπερας, κ.ο.κ.) και στην κριτική ενός ηχογραφήματος. Οι διαφορές είναι ευδιάκριτες: η κυριότερη έγκειται στη δυνατότητα ή μη επανακρόασης. Εστιάζω στο πρώτο είδος κριτικής, μια και έχω ασχοληθεί με αυτό εκτενέστερα. Ως αναγνώστης, λοιπόν, επιθυμώ να καταλάβω τι έγινε σε μια μουσική εκδήλωση, όχι μόνο περιγραφικά αλλά ουσιαστικά. Αν από τις ερμηνείες τιμήθηκε ή προδόθηκε το πνεύμα των δημιουργών. Όταν πρόκειται για καινούρια ή σπάνια ερμηνευόμενα έργα, τότε θα μ’ άρεσε να γνωρίσω κάτι περισσότερο για αυτά. Ως συγγραφέας προσπαθώ να ικανοποιήσω τον αναγνώστη …εαυτό μου. Μια κριτική είναι «καλή» όταν προσεγγίζει και επεξεργάζεται το θέμα σωστά, με καλή διάθεση, χωρίς προκαταλήψεις και εμπάθεια. Όταν δεν βιάζει τη γλώσσα και δεν απαρνιέται την ποίηση και το χιούμορ. Όταν, ακόμη κι αν είναι αρνητική, η ανάγνωσή της προκαλεί εγκώμια. 

Είναι αυτονόητο ότι έχω αναθεωρήσει παλαιότερες κριτικές απόψεις μου. Είναι αναπόφευκτο, μια και με το πέρασμα του χρόνου και τον εμπλουτισμό των ακροαματικών εμπειριών διευρύνεται σημαντικά ο ορίζοντας των γνώσεων και της αντιληπτικότητας. Άλλωστε, ένα καινούριο έργο κακά ερμηνευμένο φαίνεται χειρότερο απ’ ότι πραγματικά είναι. Μια δεύτερη καλύτερη ερμηνεία του μπορεί να το αποκαταστήσει, στη αξιολογική διάθεση. Πάντως δεν έχει συμβεί η απόλυτη ανατροπή στην κρίση μου για κάποιο συγκεκριμένο έργο. Για ερμηνευτές ναι! 

Αδυναμία, το όνομά σου είναι …άνθρωπος - παραλλάσσω τα λόγια του δραματουργού. Όποιος ισχυρίζεται ότι δεν επηρεάζεται από προσωπικές γνωριμίες, σχέσεις κλπ. μάλλον ψεύδεται. Προσπαθώ, ωστόσο, στο μέτρο του δυνατού, οι εκφράσεις μου να μην ισχυροποιούν αλλά και να μην αποδυναμώνουν το εισπραττόμενο ακροαματικό προϊόν, ανάλογα με συμπάθειες και αντιπάθειες. 

Το διαδίκτυο είναι συνάμα ευλογία και εφιάλτης. Ο καθένας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα και να δημοσιοποιεί τις απόψεις του. Οι αναγνώστες και ο χρόνος θα κρίνουν τον κρίνοντα. Δυστυχώς, το ανιστόρητο, η ημιμάθεια και η ανευθυνότητα υπερέχουν. Έχει και τα καλά του το διαδίκτυο. Τα κείμενα μπορούν να είναι εσαεί αμέσως προσβάσιμα. Και έχει εκλείψει η δυνατότητα λογοκρισίας «λόγω ελλείψεως χώρου» - σε έντυπη μορφή έχω και εγώ υποστεί τις συνέπειές της! 




Γιώργος Ε. Παπαδάκης: 

«Για να υπάρξει κριτική απαιτείται απόλυτη ελευθερία έκφρασης» 

Όσες φορές χρειάστηκε να γίνει μια ικανοποιητική προσέγγιση της έννοιας «μουσική κριτική», είχα την αίσθηση πως αυτή έννοια όχι μόνο δεν προσφέρεται να τη συλλάβει κανείς με κάποια σχετική ευκολία, αλλά αντίθετα, γλιστρά σαν χέλι. Και άλλες έννοιες αποκτούν συχνά και άλλες, πλην της αρχικής των, σημασίες γι’ αυτό και εδώ είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νουν την αρχική σημασία της κριτικής. Το λεξικό π.χ. της Οξφόρδης ορίζει τον κριτικό ως κάποιον που εκφέρει κρίσεις, γνώμες. Είναι ένας «επικριτής», κάποιος που βρίσκει σφάλματα, ελαττώματα, ένας «γκρινιάρης», μεμψίμοιρος, λεπτολόγος. Είναι ακόμα αυτός που έχει αναπτύξει την ικανότητα να κρίνει την ποιότητα και την αξία καλλιτεχνικών έργων. 

Γενικά μιλώντας, η κριτική είναι μια ικανότητα του ανθρώπου να διατυπώνει κατά το δυνατόν ορθές και αντικειμενικές κρίσεις σε όλες τις εκδηλώσεις της πνευματικής ζωής. Συγγενείς έννοιες είναι η εκτίμηση, η αξιολόγηση, η αιτιολογημένη κρίση, η αποτίμηση. Στόχος της κριτικής είναι η αναζήτηση της αλήθειας, η επισήμανση και διάκριση του εκάστοτε «σωστού» από το λαθεμένο, του ωραίου από το άσχημο και εν τέλει της τόσο ακριβής γνώσης του καλού και του κακού· ας θυμηθούμε το λόγο για τον οποίο εκδιώχθηκαν από τον παράδεισο οι πρωτόπλαστοι. 

Για να υπάρξει κριτική, σαν αυτόνομη πνευματική εκδήλωση, πρώτη και απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απόλυτη ελευθερία στην έκφραση. Πολλές φορές έχω εντοπίσει σε κείμενα κριτικών ένα πνεύμα που υποβόσκει αλλά δεν εκφράζεται καθαρά. Πολλοί κριτικοί διστάζουν να πουν τη γνώμη τους, γιατί τι θα γίνει αν συναντηθούν σε μία κοινωνική εκδήλωση με τον κρινόμενο; Θα ντρέπονται. Ύστερα χρειάζεται τιμιότητα στις προθέσεις και σοβαρότητα στις απόψεις. Την αναγκαιότητα της κριτικής έχει επιβάλει η ζωή. Ο κριτικός έλεγχος βοηθά την τέχνη, παρά τις δικαιολογημένες αντιρρήσεις πολλών καλλιτεχνών, όπως βοηθά να βελτιώνεται η κοινωνική και πολιτική ζωή καθώς και να προχωρεί η επιστήμη. 

Υπάρχουν ωστόσο, ορισμένα λεπτά και ευαίσθητα σημεία που οι ορισμοί αφήνουν ανοικτά προς συζήτηση. Για την όποια αποτίμηση τόσο της ποιότητας όσο και της αξίας, των καλλιτεχνικών έργων, δεν υπάρχουν απόλυτα, σταθερά και γενικής χρήσεως μέτρα. Με το έργο τέχνης ο δημιουργός υποτίθεται πως αποκαλύπτει τον πνευματικό του εαυτό και, όπως έχει δείξει πολλές φορές η πραγματικότητα, η αποτίμηση ή οι ορθές κρίσεις μπορεί να έρθουν πολύ αργότερα μες στο χρόνο. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα πως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ δεν αξιώθηκε, όσο ζούσε, να εκτιμηθεί ως σπουδαίος δημιουργός κι ακόμα τι υποδοχή επεφύλαξε η κριτική στον Ιγκόρ Στραβίνσκυ και σε τόσους άλλους πρωτοπόρους μουσικούς. 

Ίσως αυτός μεταξύ άλλων είναι και ο λόγος για τον οποία δεν έχει επιχειρηθεί μέχρι τώρα μια ευρεία και περιεκτική καταγραφή της ιστορίας της μουσικής κριτικής. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια ατέλειωτη έρευνα βιβλίων, δοκιμίων, προλόγων, περιοδικών, εφημερίδων και πάσης φύσεως σχετικών δημοσιευμάτων. Ας έχουμε επιπλέον υπ’ όψη μας πως η κοινή μνήμη, που επηρεάζεται τόσο πολύ από τις ιδιοτροπίες και τα καπρίτσια των ιστορικών και των βιογράφων, είναι σε μεγάλο βαθμό επιλεκτική. Αν κάποιος κριτικός μιλά με την κοινή λογική, τότε η γνώμη του εύκολα γίνεται κοινός τόπος και γενικό πλαίσιο διαμόρφωσης ακόμα και μελλοντικών κρίσεων και ουδείς σκέφτεται να χρεώσει τις μελλοντικές αυτές κρίσεις στον αρχικό «υπαίτιο». Ενώ αντίθετα αν οι κρίσεις του δεν ακολουθούν την κοινή, τρέχουσα λογική τότε θεωρείται πως εκφράζει εντελώς προσωπικές - και άρα λιγότερο αντικειμενικές - απόψεις. 



Φώντας Τρούσας: 

«Άνευ διαβάσματος δεν πάει κανείς πουθενά» 

Η μουσικοκριτική είναι ένα υποσύνολο της κριτικής και η κριτική είναι μια διαδικασία της ανθρώπινης σκέψης. Άρα κριτική ασκεί ο καθείς - ο καθείς που μπορεί να σκέφτεται δηλαδή, καθότι υπάρχουν και ορισμένοι που δεν σκέφτονται, είτε γιατί δεν θέλουν, είτε γιατί βαριούνται, είτε γιατί δεν μπορούν. Προϋπόθεση για να σκέφτεται κάποιος και περαιτέρω να κρίνει - έχοντας συγχρόνως την απαίτηση να τον λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν τους οι άλλοι - είναι η ευρύτερη κουλτούρα και βασικά η μελέτη. Άνευ διαβάσματος (όχι από παπά…) δεν πάει κανείς πουθενά. 

Η κριτική έχει να κάνει με την Αισθητική, που είναι κομμάτι της Φιλοσοφίας, αλλά έχει να κάνει και με την Κοινωνία, τουλάχιστον από την εποχή τού Saint-Simon και μετά. Συνεπώς, η κριτική δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στα αισθητικά θέματα, αλλά να επιδιώκει να αναδείξει και τις κοινωνικές διαστάσεις του έργου Τέχνης. 

Η μουσικοκριτική/δισκοκριτική διαφέρει από την κριτική κινηματογράφου, λογοτεχνίας ή θεάτρου στο εξής. Ένα μουσικό έργο χωρίς λόγια μπορεί να μοιάζει με μια ταινία και να αντιμετωπίζεται ως «ολότητα», αλλά ένας δίσκος με τραγούδια αποτελείται συχνά από διαφορετικές «ολότητες». Προσωπικά, τους δίσκους με τραγούδια τούς αντιμετωπίζω τις περισσότερες φορές ως «ξεχωριστά τραγούδια» και όχι ως «δίσκους», επειδή υπάρχει ποικιλία ακουσμάτων/ηχοχρωμάτων, όπως και θεμάτων. Βεβαίως, υπάρχουν και τα λεγόμενα concept albums, αλλά αυτά ήταν και παραμένουν μειοψηφία στη δισκογραφία. Σε κάθε περίπτωση σημασία έχει να αναδεικνύεται από τον κριτικό το «όλον» και όχι το επιμέρους. Τι να τον κάνεις έναν καλό τραγουδιστή, όταν ερμηνεύει ένα κακό τραγούδι; Τι νόημα έχει να εκφράζεις «σωστές» κοινωνικοπολιτικές θέσεις, όταν το τραγούδι σου είναι κακοφτιαγμένο; Πρέπει όλα να δουλεύουν ρολόι, για να αποκτά πλήρες νόημα ένα έργο Τέχνης. Στην αντίθετη περίπτωση, μπαίνουμε στα δύσκολα. Ο κριτικός αρχίζει να γκρινιάζει (όταν γκρινιάζει), ο καλλιτέχνης αντιδρά (όταν αντιδρά) και τα υπόλοιπα είναι γνωστά… 

Η ουσία είναι πως η κριτική σε κάθε περίπτωση αφορά το έργο Τέχνης και τον καλλιτέχνη, και όχι το αναγνωστικό κοινό, το οποίο από σπόντα και συνεκδοχικώς διαβάζει την κριτική, λαμβάνοντάς την υπ’ όψιν του ή όχι. Σκοπός της κριτικής, δηλαδή, δεν είναι να στείλει περισσότερους αναγνώστες στα δισκάδικα ή τους κινηματογράφους για ν’ αγοράσουν ένα δίσκο ή να δουν μια ταινία, όπως νομίζουν ορισμένοι και όπως καταντά συχνά η κριτική. Σκοπός της κριτικής είναι να αναδείξει ένα έργο Τέχνης που κατά τον κριτικό αξίζει να αναδειχθεί, και να σταθεί απέναντι σ’ ένα άλλο που, πάλι κατά τον κριτικό, είναι για τα μπάζα. 

Συχνά γίνεται λόγος για την «κρίση στη δισκογραφία» και τα συναφή. Δεν το δέχομαι. Οι κρίσεις επειδή είναι μόνιμα φαινόμενα είναι ταυτοχρόνως και άνευ ουσιαστικής σημασίας. Εκτός αν ορισμένοι συγχέουν για τους δικούς τους ταπεινούς λόγους την προφανή κρίση στο οικονομικό κομμάτι της δισκογραφίας με την ανύπαρκτη κρίση δημιουργίας. Και το ’80 και το ’90 και το ’00 διάβαζα παντού για κρίση. Κρίση δεν υφίσταται. Τραγούδια γράφονται, δίσκοι βγαίνουν ή «ανεβαίνουν», την παραγωγή εξακολουθούμε να τη γνωρίζουμε σ’ ένα πενιχρό μόνον ποσοστό της. 

Παρότι φροντίζω να μην έχω πολλά-πολλά με τους καλλιτέχνες, το έργο των οποίων κρίνω - γι’ αυτό το λόγο αποφεύγω και τις συνεντεύξεις -, δεν έχω τη γνώμη πως ο κριτικός πρέπει να μοιάζει με «ασκητή». Οφείλει πάντως να είναι προσεκτικός και να προβλέπει/αποφεύγει τις κακοτοπιές. Γενικά, το επάγγελμα, το οποίο διέρχεται τη δική του υπαρκτή και πολυποίκιλη κρίση, έχει κάποιους «εσωτερικούς» κανόνες, οι οποίοι συνήθως καταπατούνται από τους ίδιους τους κριτικούς. 




Γιώργος Π. Τσάμπρας 

«Ήταν εμμονή μου να μην έχω προσωπικές σχέσεις με κρινόμενους» 

Ξεκίνησα να γράφω δισκοκριτικές στα 18 μου χρόνια, το 1982. Έτσι κι αλλιώς, μ’ άρεσε από μικρός το τραγούδι. Όπως επίσης και το να λέω τη δική μου αλήθεια, έστω και με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ «ο τρελός του χωριού». Στην αρχή, μ’ άρεσε πολύ να βλέπω δημοσιευμένα αυτά που έγραφα. Μετά από καιρό απέκτησα την ωριμότητα να σκέφτομαι αν η δική μου αλήθεια, υπάρχει κάποιος λόγος να απασχολεί έναν αναγνώστη. Πολύ περισσότερο, όταν πάντα διατηρούσα το δικαίωμα να αλλάζω τη δική μου αλήθεια. Θυμάμαι, όταν είχε βγει η «Νυχτερινή εκπομπή» της Αφροδίτης Μάνου, μένοντας μόνο στο εξωτερικό ηχητικό περίβλημα, την είχα κατακεραυνώσει για τη σύμπλευσή της με τον ποπ ήχο της εποχής εκείνης. Πολύ σύντομα, αγάπησα πολύ τον τρόπο της Μάνου, αλλά τα γραπτά μένουν. Θα ‘χω κάνει κι άλλα τέτοια, δεν μπορεί. Από την άλλη μεριά, και σήμερα ακόμα όταν διαβάζω παλιές μου σκέψεις βρίσκω ζητήματα ή απόψεις για δίσκους που με απασχολούν πάντα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δεν υπάρχει κανόνας τελικά. 

Ό,τι θυμάμαι πιο άσχημα από τα χρόνια που άσκησα επαγγελματικά το άθλημα είναι ότι έπρεπε να γράψω κάτι για δίσκους που δεν ήθελα να πω τίποτα ή μόλις προλάβαινα να ακούσω. Ήθελα πάντα να υπάρχει μια πιο χαλαρή σχέση ανάμεσα στην ακρόαση και στο χρόνο. Αλλά εκείνο που μ’ έδιωξε οριστικά, ήταν η γνώση που απέκτησα με τα χρόνια ότι δεν μπορούσα να πείσω κανέναν για τις καλές μου προθέσεις. Ήταν, ας πούμε, μια εμμονή μου για χρόνια, να μην έχω προσωπικές σχέσεις με κρινόμενους. Την ίδια στιγμή, έβλεπα συχνά δίπλα μου - ακόμα και στα ίδια έντυπα - να γράφονται «κριτικές» σε καλλιτέχνες ακόμα κι από παραγωγούς των δραστηριοτήτων τους, από ανθρώπους που σαφώς χρησιμοποιούσαν αυτό το βήμα για να αποκτήσουν εξουσία ως παράγοντες, από ανθρώπους με δεδομένες εμμονές και εμπάθειες. 

Δε θέλω να πω ότι όλος ο χώρος είναι έτσι. Αλλά μ’ ενοχλούσε πάντα πολύ η διαδικασία να αποδείξω ότι δεν είμαι ελέφαντας. Πολύ περισσότερο που έβλεπα ότι μ’ αυτές τις παρασπονδίες, γενικότερα ο χώρος της δισκοκριτικής, σπάνια κέρδιζε την εγκυρότητα που του αναλογούσε. Δοκίμασα για ένα διάστημα να οργανώσω κάποιες συζητήσεις γύρω από την τρέχουσα δισκογραφία (οι «Συνακροάσεις» στο «Δίφωνο»). Μ’ άρεσε, ήταν όμως πολύ κουραστικό και επιπλέον μη φανταστείτε ότι είχε και την απόλυτη αποδοχή των «παραγόντων» που ήθελαν «στήλες» πιο ελεγχόμενες ή ακόμα και πιο ανυπόληπτες - άρα και εύκολα βαλλόμενες. Αλλά εδώ και 20 χρόνια σχεδόν, έχω αρνηθεί πολλές φορές να υπογράψω «δισκοκριτική» με την κλασσική έννοια. Προτιμώ να συζητάω με τους φίλους μου ή με ραδιοφωνικούς ακροατές. Και - όσο μού δίνεται επαγγελματικά η δυνατότητα - να ψάχνω στοιχεία χρήσιμα σε επίπεδο έρευνας για το ελληνικό τραγούδι. 

Τώρα με το διαδίκτυο, ο χώρος έχει γίνει πολύ περισσότερος, τα κείμενα πολύ μεγαλύτερα και οι άνθρωποι που ασχολούνται κάνουν κυρίως το «χόμπυ» τους. Όλα αυτά σαφώς και έχουν τις παρενέργειές τους. Δεν έχω βέβαια άμεση σχέση - δε μου το έχει ζητήσει κανείς με συνθήκες στοιχειωδώς επαγγελματικές - και δεν ξέρω πως λειτουργούν «εσωτερικά». Έχω ξεχωρίσει, ωστόσο, υπογραφές (π.χ. Αρναουτάκης, Γιώγλου) και αναφορές που δείχνουν σοβαρή ενασχόληση και σημαντικό υπόβαθρο σε επίπεδο έρευνας. Σε επίπεδο «κριτικής» άποψης όμως, νοιώθω και πάλι ότι τα πράγματα κινούνται πάντα περισσότερο με γνώμονα τις «δημόσιες σχέσεις» του «μέσου» ή του γράφοντα.