Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΚΟΥΣΚΟΥΜΒΕΚΑΚΗ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟ

Με πολλή χαρά λάβαμε και αναδημοσιεύουμε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Απόλλωνας Κουσκουμβεκάκης - συνθέτης ενός εκ των ωραιοτέρων δίσκων του 2014 - στον Γιάννη Κοντό. Ευχαριστούμε θερμά τον Γιάννη Κοντό για την παραχώρηση αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας κουβέντας. Μ.Π.

***



Ήμουν δεν ήμουν 16 χρονών, όταν, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ανακάλυψα στις προθήκες κεντρικού αθηναϊκού δισκοπωλείου ένα δίσκο που στα άμαθα αυτιά μου ακουγόταν εξωτικός- το δε ονοματεπώνυμο του μουσικού ακόμα πιο εξωτικό. Επρόκειτο για τις Παραλλαγές Lully Lulla/ Σπουδές Ύφους, ένα δίσκο με συνθέσεις κλασικής κιθάρας, παιγμένες από τον Απόλλωνα Κουσκουμβεκάκη. Με τα χρόνια έχασα τα ίχνη του, μέχρι που, πριν από μερικές βδομάδες, ανακάλυψα τυχαία την πιο πρόσφατη δουλειά του, ως συνθέτη αυτή τη φορά, το CD Ο Νοέμβρης των ματιών της, μια «φρέσκια» ματιά στη χατζιδακική παράδοση, συνοδευόμενη από τις εξαιρετικές φωνές της Ειρήνης Τουμπάκη και της Κλεονίκης Δεμίρη. Άνθρωπος ανεπιτήδευτος και φιλικός, ο Απόλλων Κουσκουμβεκάκης σε κερδίζει από την πρώτη κουβέντα. Κι ανταλλάξαμε πολλές, εκείνο το μεσημέρι στα Εξάρχεια.

Γ.Κ.


Τι σηματοδοτεί για σένα ο Νοέμβρης ως εποχή, ως αίσθηση;

Το φθινόπωρο είναι η αγαπημένη μου εποχή. Από μικρός, νιώθω ότι έχω μέσα μου μια δημιουργική μελαγχολία, όχι αυτή που σε ρίχνει στα πατώματα. Υπάρχει μια πολύ ωραία ελληνική λέξη που την περιγράφει: χαρμολύπη. Αυτό το συναίσθημα «ξυπνάει» μέσα μου κάθε φθινόπωρο κι ευτυχώς, μέχρι τώρα, εκφράζεται δημιουργικά, όποιον κάθε φορά επιλέγω ως τομέα δημιουργίας.

Αυτή τη φορά ήταν η σύνθεση.

Μου πήρε 50 χρόνια, αλλά το αποφάσισα! Είναι το μοναδικό «μετερίζι» της μουσικής, με το οποίο δεν είχα ξαναασχοληθεί. Έχω ασχοληθεί από οποιαδήποτε άλλη πλευρά μπορείς να φανταστείς.

Ας μιλήσουμε για αυτές τις πλευρές, λοιπόν.

Ξεκίνησα, πιτσιρικάς, στο Ωδείο κλασική κιθάρα. Στα 3 χρόνια την παράτησα, δε μου έκανε. Έπαιζα ηλεκτρικά κιθάρα σε συγκροτήματα ροκ επαγγελματικά, βιοποριζόμουν από το ροκ. Έπαιζα κάθε βράδυ στο «Tiffany’s» στην Πλάκα. Είσαι πολύ μικρός για να το θυμάσαι. Μετά μεγάλωσα λίγο, «σοβαρεύτηκα», αποφάσισα να συνεχίσω τις σπουδές μου στην κλασική κιθάρα, μεγάλος έρωτας, τις τελείωσα, δισκογραφία στην κλασική κιθάρα ως σολίστ, συναυλίες από δω κι από κει, το βαρέθηκα, μοναξιά μεγάλη. Ασχολήθηκα με τη μουσική δωματίου, κάναμε ένα τρίο, γυρίσαμε το μισό κόσμο, το βαρέθηκα! Έπειτα, άρχισα να ανοίγω άλλα «παράθυρα», τελειώνοντας τα θεωρητικά μου, χρειάζονται 11-12 χρόνια για αυτό το σκοπό. Όλα αυτά με οδήγησαν σε άλλες μουσικές ατραπούς: άρχισα να αναλαμβάνω την ενορχήστρωση προγραμμάτων με θεματολογία γύρω από το καλό ελληνικό τραγούδι.

Πώς ορίζεις το «καλό» ελληνικό τραγούδι;

Λατρεύω τους Έλληνες συνθέτες του λεγόμενου «ελαφρού» τραγουδιού, τον Αττίκ, τον Χαιρόπουλο, τον Γιαννίδη, τον Σουγιούλ, τον Μωράκη- κατάλαβες. Αυτοί φέρουν το στίγμα του «ελαφρού» τραγουδιού- αδίκως, κατά τη γνώμη μου, γιατί πρόκειται για μεγάλους συνθέτες, με βαθιά γνώση της μουσικής. Μετά έχω ενορχηστρώσει θεματολογίες του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Λοΐζου. Επί χρόνια έπαιρνα παραγγελίες από το θέατρο «Badminton».

Και φτάνουμε στο συγκεκριμένο CD…

Η διαδικασία ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2013. Επέλεξα να κυκλοφορήσει τέτοια εποχή, ώστε να υπάρχει μια συνάφεια με τον τίτλο και το «φθινοπωρινό» ύφος της μουσικής. Υπάρχει στο «Νοέμβρη» μια μελαγχολία που σου δημιουργεί ανάταση, θέλω να πιστεύω. Πέρσι το φθινόπωρο, λοιπόν, όντας σε μια περίοδο χωρίς πολλή δουλειά, πέρα από τη διδασκαλία που είναι πάγια, είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ με δικά μου πράγματα που τα είχα μέσα μου, ιδέες μουσικές, απλώς έπρεπε να βρεθούν το timing κι η διάθεση να ξεκαθαρίσω σε ποιο βαθμό αυτά τα πράγματα είναι όντως δικά μου, όχι μια κόπια, μια βελτιωμένη παραλλαγή όσων αγάπησα.

Έχω την αίσθηση ότι έχεις αγαπήσει τις μελωδίες του Χατζιδάκι.

Κι όχι μόνο του Χατζιδάκι. Των μεγάλων Ιταλών του κινηματογράφου: του Νίνο Ρότα, του Νικόλα Πιοβάνι, του Ένιο Μορικόνε. Μπορείς να μου ζητήσεις κατά παραγγελία ένα τραγούδι στο ύφος του Χατζιδάκι- μπορώ να στο έχω αύριο έτοιμο. Γράψε μου κάτι που να είναι στο ύφος του Απόλλωνα- αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Στην τέχνη πιστεύω στη δύναμη της πρώτης ανάγνωσης, της πρώτης ακρόασης, δε χρειάζεσαι πολλαπλές ακροάσεις ενός τραγουδιού για να σε «πιάσει». Το ζήτημα είναι να σου αρέσει και να μπορείς να το τραγουδήσεις. Αυτό που κυριαρχεί συνειδητά στο «Νοέμβρη» είναι η μελωδία. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνεις νεορομαντική μουσική, όπως ορίζω τη μουσική μου, παρόλο που δε μου αρέσουν οι ετικέτες. Με ενδιαφέρει η μελωδία να μην είναι ελιτίστικη, ούτε και «φτηνή». Είναι η ισορροπία του τρόμου, όπως την αποκαλώ. Δεν είναι καθόλου εύκολη. Το ζητούμενο είναι να απευθύνομαι στον μέσο ευαίσθητο ακροατή που μπορεί να εκτιμήσει κάτι όμορφο, αυτό είναι το κοινό που με ενδιαφέρει- ούτε ο μουσικολόγος, ούτε ο μυημένος, ούτε ο μουσικός. Αν o ακροατής εντάξει τη δικιά μου μουσική σε αυτό που θεωρεί όμορφο, θα είμαι ευτυχής!

Κι έχουμε και τις γυναικείες φωνές, βέβαια!

Συνεργαστήκαμε μια παρέα αγαπημένων ανθρώπων. Οτιδήποτε έχει μια αξία, το φτιάχνουν οι παρέες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μια παρέα από όμορφες γυναίκες. Είναι κουκλάρες όλες, το μόνο πρόβλημα είναι ότι μια από αυτές είναι γυναίκα μου, η Μαρία η Σπυράτου, η οποία παίζει πιάνο, ο ογκόλιθος της ορχήστρας.  Η Αναστασία η Μητσοπούλου, που έχει γράψει τους στίχους στα περισσότερα τραγούδια, η Κλεονίκη Δεμίρη κι η Ειρήνη Τουμπάκη. Σε τρία τους στίχους τους έγραψα κατ’ ανάγκην εγώ, δε θα το ξανακάνω, σε ένα η Κλεονίκη και σε ένα η Μαρία.

Πώς έγινε η γνωριμία, τις διάλεξες;

Τις διάλεξα. Η Αναστασία η Μητσοπούλου είναι δικηγόρος στο επάγγελμα, είναι και ποιήτρια. Βέβαια βιοπορίζεται από τη δικηγορία. Είναι η πρώτη στην οποία απευθύνθηκα, όταν ολοκλήρωσα το μουσικό μέρος. Η μουσική προϋπήρξε του στίχου, δε μελοποίησα ποιήματα, δυνάμει στιχουργήματα, κι αυτό ανέβασε πάρα πολύ τον πήχη της δυσκολίας.

Οι δυο φωνές, πάντως, κακώς ίσως δεν τις είχα υπόψη μου, είναι πολύ ξεχωριστές κι από διαφορετικές αφετηρίες, όπως διαβάζω και στο ένθετο που συνοδεύει το CD.

Είναι μεσόφωνοι, είναι οι γυναικείες φωνές που κινούνται στις μεσαίες περιοχές, ούτε πολύ υψηλές που είναι οι υψίφωνοι, ούτε οι πολύ χαμηλές, που είναι οι alto φωνές. Είναι, όμως, τελείως διαφορετικές μεταξύ τους κι αυτό το contrast ανάμεσά τους ήταν το κριτήριο που με έκανε να τις επιλέξω. Η Κλεονίκη είναι μια λυρική mezzo soprano, η τεχνική της χρησιμοποιείται στην όπερα. Αντίθετα, η Ειρήνη είναι μια λαϊκή μεσόφωνος, έχει την τεχνική των λαϊκών τραγουδιστών, πολύ «ζεστή» φωνή. Αυτό το contrast, σε μένα τουλάχιστον, φαντάζει πολύ γοητευτικό.





Και το εικαστικό κομμάτι, το artwork, επίσης «δένει». Δίνεται η εντύπωση μιας ενότητας.

Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Δε θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα με κάλυπτε αισθητικά με ένα φτηνιάρικο εξώφυλλο. Δε θα ήμουν ικανοποιημένος.

Κι έγινε επί τούτου.

Είναι εποχές που κανείς δεν κάνει πράγματα για σένα. Όλα έχουν περάσει από το χέρι μου. Συνεργάστηκα με ανθρώπους, βέβαια. Οι πίνακες είναι της εξαιρετικής ζωγράφου Ζάννας Αρτέμη. Δεν υπήρχε κανείς που να τα κάνει για μένα, όμως, δεν υπάρχει πλέον αυτό που παλαιότερα ονομαζόταν «παραγωγός». Στις μέρες μας πρέπει να είσαι και παραγωγός, και μάνατζερ του εαυτού σου.

Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την οικονομικο-κοινωνική συνθήκη, φαντάζομαι.

Όχι, αλλά η κατάσταση έχει φτάσει στα άκρα. Έχει εκλείψει η ειδικότητα του παραγωγού. Να πουλήσει τι; Ένα CD που θα πουλήσει 30 κομμάτια; Όχι επειδή είναι το δικό μου, αλλά και δουλειές εμπορικών ονομάτων. Ο καθένας μπορεί να το «κατεβάσει» από το διαδίκτυο. Γιατί να το αγοράσει; Πρέπει να πολύ μερακλής ο ακροατής. Επειδή έκανα έρευνα πριν καταλήξω στο «Μετρονόμο» του φίλου Θανάση Συλιβού, είναι εξαιρετικά σπάνιο αυτή τη στιγμή να βρεις εταιρεία που να σου χρηματοδοτήσει μια παραγωγή. Στη δικιά μου περίπτωση δεν είναι κακό. Με τις επαφές που έχω θα μπορούσα να βρω μια εταιρεία, αλλά δεν το επέλεξα, ήθελα να έχω την ιδιοκτησία του project, που είναι πολύ ακριβό, μόνο η ορχήστρα περιλαμβάνει 25 άτομα! Επέλεξα, λοιπόν, να επωμιστώ το δυσβάστακτο κόστος.

Έχοντας ολοκληρωθεί η διαδικασία της παραγωγής και ξεκινήσει η κυκλοφορία της δουλειάς, αυτοί οι «μελαγχολικοί δαίμονες», στους οποίους αναφέρεσαι στο ένθετο του CD, κατευνάστηκαν κάπως;

Θέλω να πιστεύω ότι είναι η πρώτη, αλλά όχι η τελευταία, δουλειά που θα κάνω ως πρωτογενής δημιουργός, συνεχίζω να γράφω πράγματα. Στις 15 Δεκεμβρίου θα παίξουμε ζωντανά τα 7 τραγούδια του CD στον «Ιανό» με ένα μικρό τρίο, όμως, καθώς κι άλλα 7 καινούρια ακυκλοφόρητα, σε πρώτη εκτέλεση. Όσο για τους «δαίμονες» κατευνάστηκαν κάπως, αλλά απαιτούν κι άλλη «τροφή».

«Μαγιά» μιας επόμενης δουλειάς αυτά τα τραγούδια;

Προφανώς, αλλά δεν έχω ιδέα αν και πότε αυτή θα βγει. Πιστεύω, όμως, ότι θα βγει, γιατί θεωρώ τον εαυτό μου άνθρωπο της μουσικής δράσης, δεν είμαι ένας «γραφιάς» της μουσικής. Τίποτα δε μένει στο συρτάρι μου. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που λένε πως φταίει η κοινωνία που δεν τους ανακάλυψε. Δεν περιμένω να με ανακαλύψει κανείς.

Είναι ορχηστρικά, έχουν στίχο;

Είναι συνδυασμός, δε μου αρέσει να κάνω τα ίδια πράγματα. Φτιάχνω ένα κύκλο λαϊκών τραγουδιών, με λαϊκή ορχήστρα. Τώρα θα τα τραγουδήσει η Ειρήνη, και στο «Χαμάμ», όπου έχουμε παραστάσεις μέσα στο Δεκέμβρη.

Μια κάπως ειδικότερη ερώτηση, σχετική με τη μουσική παιδεία στην Ελλάδα. Πώς εκτιμάς το επίπεδο, στο οποίο βρίσκεται;

Έχω περάσει από όλες τις βαθμίδες της μουσικής εκπαίδευσης. Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα στον τρόπο που διδάσκονται τα πάντα, κι ειδικά τα θεωρητικά, στην Ελλάδα, μια αναντιστοιχία ανάμεσα στους κανόνες, τους οποίους μαθαίνεις να εφαρμόζεις, και την πραγματική μουσική. Πρώτος την εντόπισε ο Αμάραντος ο Αμαραντίδης, ένας φίλος συνθέτης, με τον οποίο έκανα το 1991 το δίσκο «Παραλλαγές Lully Lulla» και «Σπουδές Ύφους». Αυτός πρώτος είχε καταγράψει αυτή την ανισορροπία, ότι, δηλαδή, η παιδεία, με τον τρόπο που είναι προγραμματισμένη στην Ελλάδα, είναι προορισμένη να «βγάζει» καθηγητές μουσικής, κι όχι μουσικούς. Το μόνο που έχεις μάθει είναι να διδάξεις, μέσα από μια σειρά στείρων κανόνων, οι οποίοι αυτούσιοι ποτέ δε διδάχτηκαν στην ιστορία της μουσικής, πρόκειται για ένα «αχταρμά». Βγαίνοντας, έπειτα, οι δυνάμει μουσικοί στην αγορά, είναι σαν τα ψάρια έξω από τη γυάλα. Προσωπικά, μου αρέσει η ζωντανή μουσική, που «αναπνέει», που έχει το κοινό της- είτε αυτό είναι 2, ή 2.000 άνθρωποι.

Μακάρι, από καρδιάς, κι η συγκεκριμένη δουλειά να ταξιδέψει όσο περισσότερο μπορεί!

Ευχαριστώ πολύ! Είναι, πάντως, πολύ δύσκολος ο τρόπος που θα φτάσει στον ακροατή. Το βλέπω τώρα, στην πράξη, Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ακουστεί από το κοινό της, αυτούς που ενδεχομένως να αφορά αισθητικά. Το θέμα είναι να την ακούσουν για πρώτη φορά. Αν την ακούσουν, θα την αναζητήσουν.

ΠΗΓΗ:
Blog «Εναντιοδρομίες»






2 σχόλια:

Οδυσσέας Ξένος είπε...

Ενα μεζεδάκι βρε Ηρακλή να πάρουμε γεύση;;

Μουσικά Προάστια είπε...

Προστέθηκαν δυο ...πιάτα! Καλή χρονιά!