Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟ




Πέτρος Δραγουμάνος:

«Η δισκοθήκη στο σπίτι θα μας θυμίζει πώς ακούγαμε μουσική στο παρελθόν»


Μια κουβέντα με τον γνωστό ερευνητή για την ελληνική δισκογραφία και τη μετάβαση από το CD στο streaming.


του Ηρακλή Οικονόμου

Κάποιοι τον πρωτογνώρισαν το 1990, όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ο «Οδηγός Ελληνικής Δισκογραφίας» του. Κάποιοι άλλοι, αναγνώστες του ιστορικού «Διφώνου», τον θυμούνται να υπογράφει την αναλυτική δισκογραφία του καλλιτέχνη στο τέλος κάθε συνέντευξης. Πλέον, μας απασχολεί κάθε χρόνο με την ετήσια, ψηφιακή έκδοση του «Οδηγού» του - πολύτιμο εργαλείο για κάθε φίλο και φίλη της ελληνικής μουσικής. Για όσους δεν το κατάλαβαν ακόμα, η έρευνα της δισκογραφικής παραγωγής στη χώρα μας έχει ένα ονοματεπώνυμο: ο κύριος Πέτρος Δραγουμάνος!


Ποσοτικά πώς «τσουλάει» η δισκογραφία μας σήμερα, κύριε Δραγουμάνο; Υπάρχει κάποια ανάκαμψη, ή η κατηφόρα συνεχίζεται;

Την δεκαετία του 2000 η ετήσια δισκογραφική παραγωγή ήταν αύξουσα με κορύφωση το 2008 που έφθασε τους 2069 δίσκους. To 2009 έπεσε στους 1582. Το 2010 στους 1278. Το 2011 κυκλοφόρησαν 874 ελληνικοί δίσκοι, δηλαδή η παραγωγή έπεσε στα επίπεδα της δεκαετίας του 1980. Τα έτη 2012, 2013 και 2014 η ελληνική δισκογραφική παραγωγή κυμάνθηκε γύρω στους 650 δίσκους.

Ο όρος «κρίση της δισκογραφίας» συνιστά πλέον κοινοτοπία. Πού εντοπίζεται εσείς τους λόγους αυτής της κρίσης; Οικονομική ύφεση; Έλλειψη δημιουργίας;

Η κρίση της δισκογραφίας οφείλεται και στην οικονομική κρίση. Ο κύριος λόγος όμως είναι η αλλαγή του τρόπου διάθεσης της μουσικής που είναι πλέον άυλη. Ακούμε τα τραγούδια με streaming ή τα κατεβάζουμε και τα αποθηκεύουμε ψηφιακά. Δεν χρειάζεται να αγοράσουμε το φυσικό προϊόν. Μουσική δημιουργία εξακολουθεί να υπάρχει. Το κέρδος από το μουσικό προϊόν έχει μειωθεί αισθητά.

Και πώς αντιμετωπίζετε την πρόκληση όλων αυτών των μεμονωμένων τραγουδιών που βγαίνουν στο youtube και σε άλλες ψηφιακές πλατφόρμες, χωρίς να είναι μέρος ενός δίσκου; Τα παρακολουθείτε κι αυτά; Τα καταγράφετε;

Καταγράφω τους δίσκους σαν φυσικό προϊόν. Πολλά τραγούδια ξεκινούν την καριέρα τους ψηφιακά. Αρκετά απ’ αυτά όμως, θα τυπωθούν σε κάποιο CD, είτε συλλογή είτε προσωπικό του ερμηνευτή. Λιγότερα θα χαραχθούν σε βινύλιο. Τραγουδιστές και δημιουργοί εξακολουθούν να αγαπούν το φυσικό προϊόν, γι’ αυτό το ψηφιακό είναι το πρώτο σκαλί.

Πώς μπήκατε στην περιπέτεια του Οδηγού Ελληνικής Δισκογραφίας; Φαντάζομαι ότι τη δεκαετία του ’80, χωρίς διαδίκτυο και ψηφιακές τεχνολογίες, η δουλειά σας μόνο εύκολη δεν θα ήταν στο ξεκίνημα…

Ξεκίνησα την καταγραφή της ελληνικής δισκογραφίας το 1985 με την χρήση ενός PC και γνώσεις προγραμματισμού και βάσεων δεδομένων. Το 1990 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε βιβλίο 260 σελίδων, ο Κατάλογος της Ελληνικής Δισκογραφίας 1960-1990. Μετά από αυτή την έκδοση όλες οι δισκογραφικές εταιρείες μου άνοιξαν τα αρχεία τους και μπόρεσα να συμπληρώσω και να βελτιώσω τα δεδομένα και τις πληροφορίες. Η έκτη και τελευταία έκδοση του βιβλίου ήταν 1300 σελίδες και περιέχει τους ελληνικούς δίσκους που κυκλοφόρησαν από το 1950 ως το τέλος 2007. Έκτοτε ο κατάλογος κυκλοφορεί σε DVD.

Και τι μπορεί να περιμένει ο υποψήφιος αγοραστής του DVD με τον Οδηγό σας; Τι ακριβώς περιέχεται σ’ αυτό;

Πληροφορίες για περισσότερους από 44.000 ελληνικούς δίσκους, LP και CD, που κυκλοφόρησαν από το 1950 ως σήμερα. Για κάθε δίσκο βλέπεις το εξώφυλλο, τους τραγουδιστές, συνθέτες, στιχουργούς, τα τραγούδια, το έτος και μήνα κυκλοφορίας, την εταιρεία. Πληροφορεί αν ο δίσκος έγινε χρυσός ή πλατινένιος, αν είναι ορχηστρικός, soundtrack, παιδικός, τηλεοπτικός, κ.α. Υπάρχουν μικρά βιογραφικά για τους καλλιτέχνες και οι φωτογραφίες τους.






Ανεκδοτολογικά ρωτώντας, υπήρξε κάποιος μεγάλος γρίφος που στοίχειωσε την έρευνά σας; Και πώς τον λύσατε;

Είναι σύνηθες σε δίσκους με επανεκτελέσεις ρεμπέτικων και κλασσικών λαϊκών τραγουδιών να υπάρχουν λάθη στους τίτλους και στους δημιουργούς. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτό οφείλεται στους τραγουδιστές αυτών των δίσκων, που τιτλοφορούν αυθαίρετα τα τραγούδια αυτά και αποδίδουν στον τραγουδιστή της πρωτότυπης εκτέλεσης την μουσική ή τους στίχους του τραγουδιού. Στο DVD της ελληνικής δισκογραφίας έχω διορθώσει τα λάθη ώστε να υπάρχει η σωστή πληροφόρηση για τις επανεκτελέσεις των τραγουδιών.

Αν έψαχνα έναν δυσεύρετο δίσκο, σε ποιους συλλέκτες ελληνικής μουσικής θα με στέλνατε - εκτός φυσικά από τον εαυτό σας - για να τον βρω; Και σε ποιο βαθμό επωφεληθήκατε κι εσείς από συλλέκτες δίσκων στην έρευνά σας;

Ο καλύτερος τρόπος για να βρεις σπάνιο LP ή CD, είναι τα παλαιοπωλεία δίσκων και το internet. Όλα υπάρχουν προς πώληση και έχουν βέβαια την τιμή τους. Προσφορά και ζήτηση. Αρκετοί συλλέκτες με βοήθησαν και με βοηθούν στην καταγραφή της ελληνικής δισκογραφίας. Οι συλλογές τους αποτελούνται από χιλιάδες βινύλια και CD.

Όπως σωστά έχετε επισημάνει κι εσείς στην αρθρογραφία σας στο MusicPaper, πλέον το ψηφιακό «κατέβασμα» μουσικής ακολουθεί πτωτική τάση και αντικαθίσταται από το streaming. Οδεύουμε τελικά προς το τέλος της προσωπικής δισκοθήκης;

Η κρίση της δισκογραφίας δεν μεταφράζεται σε κρίση μουσικής παραγωγής. Η δισκοθήκη που υπάρχει στα σπίτια μας θα μας θυμίζει τον τρόπο που ακούγαμε μουσική στο παρελθόν. Την δεκαετία του 1960 αγόραζα δίσκους 45 στροφών. Στα ’70s και στα ’80s κυριαρχούσε εμπορικά το LP. Απ’ το 1990 και μετά αγοράζαμε CDs. Μέχρι πρόσφατα είχαμε εκατοντάδες τραγούδια με MP3. Πολύ σύντομα θα ακούμε μουσική με streaming από παγκόσμιες μουσικές βιβλιοθήκες με εκατομμύρια τραγούδια.

Αυτή η μετάβαση από τη μεγάλη κλίμακα του δίσκου στο μεμονωμένο τραγούδι είναι μόνο «τεχνικό» θέμα; Ή έχει και καλλιτεχνικό αντίκτυπο; Φαντάζομαι ότι το «Canto General» ή η «Μουσική Πράξη στον Μπρεχτ» είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμα των μεμονωμένων tracks.

Το ζητούμενο είναι και ήταν πάντα, η επιτυχία ενός ή δύο τραγουδιών. Αυτό θα φέρει το οικονομικό όφελος για τον τραγουδιστή, τους δημιουργούς και την εταιρεία. Σήμερα επιτυχημένος δίσκος είναι όποιος πουλήσει πάνω από 1000 αντίτυπα. Με πωλήσεις 300 ή 500 CD, είναι δύσκολο να καλυφθούν τα έξοδα της ηχογράφησης και της κατασκευής. Τώρα οι 9 στους 10 δίσκους χρηματοδοτούνται από τους καλλιτέχνες. Ο καθένας αποφασίζει ανάλογα με την τσέπη του.

Μουσική ακούει ο ερευνητής, ή μόνο καταγράφει; Ποιους πέντε δίσκους της νεότερης παραγωγής των τελευταίων 1-2 ετών ξεχωρίζετε;

Μουσική ακούω στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, στον περίπατο από το mp3 player. Ο τρόπος ακρόασης έχει αλλάξει. Ακούω τραγούδια και όχι δίσκους.

Και ποιοι είναι οι πέντε δίσκοι ελληνικής μουσικής & τραγουδιού οποιασδήποτε περιόδου που θα δίνατε σ’ έναν φιλόμουσο εξωγήινο για να τον μυήσετε στην ελληνική δισκογραφία;

Δεν θα του δώσω δίσκους αλλά μια συλλογή 100 ελληνικών τραγουδιών. Θα βάλω μέσα Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Σαββόπουλο, Τσιτσάνη, Μουζάκη, Κατσιμίχα, Μαχαιρίτσα, Χιώτη, Καλδάρα, Πορτοκάλογλου, Ακη Πάνου, Τουρνά, Ζαμπέτα. Πάντα κάτι θα λείπει αλλά τίποτα δεν μπορεί να είναι πλήρες.

Πόσο σημαντικές ποσοτικά είναι οι επανεκτελέσεις και οι live ηχογραφήσεις στη δισκογραφία; Ήταν πάντα έτσι; Ή μπορείτε να εντοπίσετε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο όπου η επανεκτέλεση παίρνει το πάνω χέρι σε σχέση με την πρωτογενή δημιουργία;

Οι live ηχογραφήσεις είναι ο εύκολος τρόπος να γεμίσεις ένα δίσκο με επιτυχίες και να ξαναπουλήσεις τα τραγούδια. Οι επανεκτελέσεις σπάνια ξεπερνούν το πρωτότυπο. Όταν το καταφέρουν είναι η εξαίρεση και γι’ αυτό το θυμόμαστε και το αναφέρουμε.

Τελικά, έχετε καταλήξει στο ποιοι είναι οι δίσκοι με τις υψηλότερες πωλήσεις στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού; Έχουμε και συγκεκριμένα νούμερα;

Οι ελληνικοί δίσκοι με πωλήσεις μεγαλύτερες από 500.000 αντίτυπα είναι ο «Δρόμος» του Μίμη Πλέσσα, τα «Νησιώτικα» του Γιάννη Πάριου, το «Άξιον Εστί» του Μίκη Θεοδωράκη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο «Σταυρός του Νότου» του Θάνου Μικρούτσικου και τρεις δίσκοι του Γιώργου Νταλάρα, «Τα τραγούδια μου», «Latin» και «50 χρόνια ρεμπέτικο τραγούδι».

Και ποιες φωνές αγοράζουμε σήμερα; Παντελίδη και Πάολα, ή έχει και τίποτε άλλο το μενού;

Σήμερα ισχύει ό,τι και στο παρελθόν. Συνυπάρχουν στην επιτυχία και στην αποτυχία όλα τα είδη της ελληνικής μουσικής.

Σας γνώρισα ως μαθητής Λυκείου, διαβάζοντας την αναλυτική δισκογραφία κάθε καλλιτέχνη που συνόδευε τη συνέντευξή του στο «Δίφωνο». Ποια έντυπα και ψηφιακά μέσα σε σχέση με τη μουσική παρακολουθείτε;

Τα έντυπα μουσικά περιοδικά διαφέρουν από τα ψηφιακά. Τα πρώτα ασχολούνται κυρίως με θέματα αρχείου και ιστορίας. Τα ψηφιακά με την επικαιρότητα. Ηλεκτρονικά διαβάζω τα musicpaper, ogdoo, diskoryxeion και avopolis. Από το περίπτερο αγοράζω τον Μετρονόμο και το Sonik.

Σε προσωπικό επίπεδο, τι κρατάτε απ’ όλη αυτή την ενασχόλησή σας πέρα από την κάλυψη των βιοποριστικών σας αναγκών; Τελικά το να κάνεις το χόμπι σου επάγγελμα είναι βασική προϋπόθεση της ευτυχίας;

Το χόμπι έγινε επάγγελμα και αυτό με έκανε συναισθηματικά πλούσιο. Μου άνοιξε δρόμους και μου έδωσε εμπειρίες που δεν θα αποκτούσα σαν απλός ακροατής της ελληνικής μουσικής. Η πραγματική αμοιβή μου είναι το πρόσφατο γεγονός που θα περιγράψω. Είμαστε μια μεγάλη παρέα σε ταβέρνα που συνεχώς εμπλουτίζεται από νέες αφίξεις. Τελικά γίναμε σχεδόν 20, όλοι από τον χώρο των ραδιοφώνων και της ελληνικής μουσικής. Δημοσιογράφοι, μουσικοί, τραγουδιστές, συνθέτες. Τελευταίος φθάνει ο τραγουδοποιός Γιάννης Νικολάου (Λαθρεπιβάτες). Κάθεται δίπλα μου γιατί υπήρχε μια ελεύθερη καρέκλα και μου λέει: «Εσένα δεν σε ξέρω από κοντά αλλά μου είσαι πολύ συμπαθής γι’ αυτό που έχεις κάνει για την ελληνική μουσική».




Δεν υπάρχουν σχόλια: