Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

ΒΑΣΟΣ Ν. ΠΤΩΧΟΠΟΥΛΛΟΣ, "ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ -ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ"


Ο ταχυδρόμος πέθανε


Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Τραγούδι: Ζωή Φυτούση
                     
Ο ταχυδρόμος πέθανε...
...ήταν παιδί στα δεκαεφτά
που τώρα έχει πετάξει
Ποιος θα σου φέρει αγάπη μου
το γράμμα που ’χα τάξει;

Και σαν πουλί που πέταξε
η πικραμένη του ζωή,
πέταξε πάει και του ’φυγε
η δροσερή πνοή
Ποιος θα σου δώσει αγάπη μου
το τελευταίο φιλί μου;

Ο ταχυδρόμος πέθανε στα δεκαεφτά του χρόνια
κι ήταν αυτός η αγάπη μου,
η κουρασμένη του σκιά τώρα πετά στα κλώνια,
φέρνει δροσιά στ’ αηδόνια.

Ποιος θα σου δείξει αγάπη μου
πού ’ναι του ονείρου ο δρόμος
αφού πεθάναμε μαζί εγώ κι ο ταχυδρόμος;


Το τραγούδι αυτό ήταν στην άλλη μεριά του δίσκου της Φυτούση με το τραγούδι «Φέρτε μου ένα μαντολίνο». Το δισκάκι αυτό το πήραμε μαζί μας στην Αγγλία, μετά το μετέφερα στη Θεσσαλονίκη και τώρα βρίσκεται πάλι μαζί μου στη Λευκωσία. Κατά καιρούς, το παίρνω στα χέρια μου –έτσι για να θυμάμαι πόσα οφείλω σ’ αυτό το τραγούδι.

Το τραγούδι μού θυμίζει πολλά πράγματα, κυρίως όμως το χωριό μου. Την τότε παιχνιδιάρα Γιαλούσα με το πιο σπουδαίο ταχυδρομείο του κόσμου. Το ταχυδρομείο μας ήταν κάτω από τον αστυνομικό σταθμό, τον ίδιο σταθμό που ανατίναξε στον αέρα ο θρυλικός συγχωριανός μας, παιδί κι αυτός, τότε σχεδόν δεκαεφτά χρόνων, ο Αντρέας Μοδέστης. Έρποντας ο Αντρέας, με τη νάρκη στην κοιλιά του, πέρασε τα εκατόν και πλέον μέτρα και τοποθέτησε τη νάρκη κάτω από τον σταθμό. Οι Άγγλοι ήταν τυχεροί. Μια μικρή καθυστέρηση τους έσωσε από βέβαιη καταστροφή. O Mοδεστής δεν μπορούσε να διαβεί μια σωλήνα που διασταύρωνε τον υπόνομο. Επέστρεψε πίσω, πήρε κάποιο εργαλείο και έκοψε τη σωλήνα και έρποντας πάλι τοποθέτησε τη νάρκη. Σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν αρκετοί, η ζημιά είχε γίνει. Εμείς όλοι περήφανοι για το χωριό μας, ξέραμε πως η ΕΟΚΑ θα ανατίναζε τον σταθμό και δεν μίλησε κανείς, ούτε καν οι Ακελικοί. Τέτοια χωριά είχε τότε ο τόπος μας.

Στον ίδιο σταθμό, πριν μερικούς μήνες, έπιασαν και βασάνισαν βάναυσα και τον ξάδερφό μου, τον Αντρίκκο. Ήταν κέρφιου κι ο Αντρίκκος, ο οποίος ήταν βαρήκοος και κωφάλαλος, βγήκε να πάει στον γείτονά του, τον Ευαγόρα. Τους είδαν οι Εγγλέζοι και τους συνέλαβαν. Στον σταθμό τους φόρτωσαν σάκκους με άμμο στην πλάτη, τους ανάγκασαν να ανεβαίνουν τις σκάλες του σταθμού και μετά τους έδωσαν άγριο ξύλο. Θυμάμαι ακόμα στο σπίτι του θείου μου, του Ττοσσιή, τη θεία μου με τις γειτόνισσες να του βάζουν κρεμμύδια πάνω στην πλάτη για να φύγουν τα ματώματα. Θυμάμαι, επίσης, χρόνια μετά, στο Margate, τον Αντρίκκο να διηγείται –ήταν απίστευτος μίμος– την ιστορία αυτή με ιδιαίτερη περηφάνια, γελώντας κιόλας με τη γαϊδουροσύνη των Εγγλέζων. 

Το ταχυδρομείο της Γιαλούσας αξίζει μια μεγάλη σκηνή σε ένα κινηματογραφικό έργο για την τότε εποχή. Εκεί μαζευόταν όλος ο κόσμος για να παραλάβει τις επιστολές των συγγενών του από την Αγγλία, την Αμερική, την Αυστραλία και την Αφρική. Απίστευτη αγωνία. Ο ταχυδρόμος διάβαζε δυνατά τα ονόματα στους φακέλους (με αλφαβητική σειρά) κι εμείς, στο άκουσμα του ονόματός μας, ουρλιάζαμε «Φέρτο, δώστο εδώ, παρακαλώ, μάνα μου, μανούλα μου» και διάφορα άλλα που έκαναν όλους, πλην των πολύ απογοητευμένων, να ξεσπούν σε γέλια. Ήταν απίστευτη η χαρά όταν λάμβανες επιστολή απ’ έξω. Συνήθως σήμαινε και χρήματα ή μαντάτα πως κατέφθαναν κάποια ρούχα, μα πιο σημαντικό για μας τους πιτσιρικάδες ήταν τα γραμματόσημα στους φακέλους μιας και σχεδόν όλοι ήμαστε φανατικοί φιλοτελιστές τότε. Ενίοτε, μερικοί έκλαιγαν κιόλας, διότι κάποιο κακό μαντάτο έφθανε με την επιστολή ή γιατί απλά δεν έπαιρναν την αναμενόμενη επιταγή. Θυμάμαι όταν ο ταχυδρόμος τέλειωνε με το Π, που ήταν το όνομά μας (ΠΤΩΧΟΠΟΥΛΛΟΣ), περίμενα με αγωνία το Φ, μήπως και έκανε λάθος ο πατέρας ή η θεία μου και έγραφε το επίθετο με Φ (ΦΤΩΧΟΠΟΥΛΛΟΣ). Ούτε με τριάντα σελίδες σε μυθιστόρημα δεν περιγράφεται το ταχυδρομείο μας. Ο τρόπος με τον οποίο έπαιρνε ο καθένας την επιστολή του έδειχνε και τον χαρακτήρα του και το τι χαρακτήρες είχε η Γιαλούσα δεν περιγράφεται.

Το τραγούδι από την πίσω μεριά του δίσκου της Φυτούση «Ο ταχυδρόμος πέθανε» είχε συχνά την τιμητική του, όταν κάποιοι μεγαλύτεροι πήγαιναν έξω από το σπίτι του ταχυδρόμου και έκαναν καντάδες τραγουδώντας «Ο ταχυδρόμος πέθανε στα δεκαεφτά του χρόνια». Τέτοιες πλάκες έκαναν οι «αθκειασεροί» Γιαλουσίτες.

Κάθε έξι-εφτά χρόνια βλέπω ένα όνειρο στο οποίο ο ταχυδρόμος της Γιαλούσας πεθαίνει. Κλαίω γοερά. «Ποιος θα σου φέρει αγάπη μου...»

Κάθε τόσο βλέπω όνειρο έναν τεράστιο άσπρο κούνελλο με κόκκινα μάτια και σακκούλα του ταχυδρομείου να μου παραδίδει μια επιστολή με αποστολέα κάποιον κύριο Χάρο Άχαρον.

Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος, Περιπλανώμενος δυστυχισμένος -Ιστορίες με τραγούδια, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: