Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ ΓΙΑ "ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ"


ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ


Εκδόσεις Αιγαίον, σελίδες 52, Λευκωσία 2014.


Άρτια συγκερασμένο ποιητικό εγκόλπιο: Το πνεύμα του χορού της λίμνης των αλόγων συνιστά αντιπροσωπευτικό δείγμα της τέχνης του Σωτήρη Κακίση, καλώντας την ανάγνωση να αφεθεί εξ ολοκλήρου στις επιταγές της, να περιδινηθεί δηλαδή σε αρχετυπικές ειδολογικές τεκμηριώσεις. Ο κόσμος μικραίνει εν προκειμένω για να χωρέσει σε μια και μόνον, ει δυνατόν, παράγραφο. Αλλά και μεγαλώνει εξ αντιδιαστολής για να απορροφήσει την όλη ποιητική σύνθεση, προκειμένου να την επιστρέψει ανανεωμένη στον δέκτη. Η κειμενική αλκή είναι, το τονίζω, αδιάπτωτη. Η σημασιοσυντακτική στρατηγική, εξαιρετικά ευέλικτη και παραγωγική, δοκιμασμένη χρόνια στο πεδίο των απαιτητικών λεκτικών εμπεδώσεων, υποστηρίζει με ιδιαίτερη άνεση όλους τους ελιγμούς της έκφανσης. Εξ ου και η τελική πληρότητα του αισθητικού μορφώματος. Το ποιητικό εγώ δεν προσποιείται, δεν δολιχοδρομεί, δεν αδικεί την καταγωγή του: θέλει απλώς να είναι το τοπίο, να ανάγεται όποτε επιθυμήσει στο σύμπαν. Η έξαρσή του νομιμοποιείται πλήρως. Αφθονούν οι κρίσιμες στιγμές αυτής της συγκλήρωσης. Ας συγκρατήσουμε ενδεικτικά τους εξής αφορισμούς:

«δικά μου δεν είναι όλα τα μέρη που έχω πάει; κι η Θεσσαλονίκη, κι η Νέα Υόρκη, κι η Πάτρα, κι η Αιδηψός, κι ο Βόλος; η Ρώμη μόνο δεν είναι δικιά μου, κι η Αθήνα που γεννήθηκα. αλλά προπαντός πιο πολύ δικιά μου δεν είναι η Κυπαρισσία, του πατέρα μου η πόλη η πριν; μια πηγή της εκεί του Διονύσου τη θάλασσα θα βλέπει χωρίς εμένα αιώνια, τα πλοία μας να ξεκινάνε κι αυτά μαζί με τ’ άλλα. και μέσα σ’ ένα καράβι από αυτά όρθιοι ο πατέρας μου κι εγώ στην πρύμνη, προς την Ασία από τότε ταξιδεύοντας, άνθρωποι κι εμείς όπως όλοι όλο νερό μέσα μας, καράβι πάνω στα πλοία ο πατέρας μου κι εγώ στεγνό, ονειροπόλο».

Η κατάφαση στο φαινόμενο της ζωής είναι αδιαπραγμάτευτη. Ο λόγος σφύζει από το περιώνυμο élan vital. Ο οιονεί ίαμβος υπεισέρχεται παντού. Ο ρυθμός, ασίγαστος και αυθόρμητος, δεν επιτρέπει εξ ορισμού παραφωνίες. Η ορμή πειθαναγκάζει ακόμα τους γλωσσικούς κανόνες να την ακολουθήσουν, χαλαρώνοντας απαγορεύσεις και έθιμα. Βεβαίως το αποτέλεσμα, οίκοθεν νοείται, πάντα μετράει. Και το αποτέλεσμα δικαιώνει εμπράκτως την αφετηριακή πρόθεση: η υφολογική μηχανή παράγει μιαν ιδιότυπη, αλλά εύστοχη, για τα δικά της μέτρα και σταθμά, ορθολογική απόκλιση. Αυτός που μιλάει εν τέλει δεν είναι ακριβώς ο ποιητής, αλλά κάτι ευρύτερο, θα το ονόμαζα ομαδικό υποκείμενο. Η έκθλιψη του κακού, ή του πονηρού, όπως το καταγγέλλει, ως γνωστόν, η Βίβλος στο σύνολό της, συνιστά εν ολίγοις το εμφανέστατο, οριακό αίτημα. Δεν θυμάμαι να με έχει σταματήσει, να μ’ έχει εμπνεύσει  τα τελευταία αναγνωστικά μου χρόνια ανάλογο αίτημα συνέχειας, διάρκειας του πάθους για Ύπαρξη. Έστω ενδεικτικά το εξής κομμάτι για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής:

«να μην τελειώσει η ζωή. να μην τελειώσει η ζωή μ’ εμένα, να ’χει κι άλλο, κι άλλα δάση, κι άλλες λίμνες, κι άλλους χορούς, κι άλλα άλογα. να ’χει η ζωή και πιο κάτω θυμούς, και φωνές, και κλάματα. να ’χει και φεγγάρια όπως παλιά νέα, και κορίτσια στα φεγγάρια από κάτω σαν νεράιδες, σαν ιτιές, σαν ελάφια. να ’χει η ζωή κι άλλη ζωή μέσα της, το πνεύμα μου να μη σταματήσει ξαφνικά εδώ στη λίμνη αυτή μπροστά, να μην πνιγώ μόνος μου εγώ μόνος, να μην πεθάνω. αλλά να: κι αυτή η πέτρα τώρα όλη τη λίμνη σαν απομέσα της σεισμός ν’ αναταράξει, να την κρατήσει τη λίμνη και πέρα από τη ζωή μου ζωντανή, χορεύτρια».

Είχα ήδη επισημάνει, παρουσιάζοντας την αμέσως προηγούμενη ποιητική συλλογή του Σωτήρη Κακίση, με τίτλο Το μυαλό της καρδιάς, από τις ίδιες εκδόσεις, ότι «οι λέξεις και τα πράγματα λειτουργούν, συνυπάρχουν και συναρθρώνονται σα να αποτελούνται από το ίδιο ακριβώς ζυμάρι. Το ένα ως παραπλήρωμα του άλλου επικαλείται τη συνοχή των συστατικών του κόσμου. Η αίσθηση της οικουμενικής φιλότητας είναι διάχυτη. Οι ισορροπίες του έξω και του μέσα είναι όχι μόνον έκδηλες, αλλά και αρραγείς. Το ποιητικό εγώ δεν είναι μόνον ακροατής, αλλά συνοδιοργανωτής καθημερινών εκστατικών μικροθαυμάτων». (Βλ. περιοδικό «Τα Ποιητικά», τεύχος 17). Με Το πνεύμα του χορού της λίμνης των αλόγων επιτείνεται συνειδητά αυτή η αίσθηση. Θα ισχυριζόμουν μάλιστα ότι ανταποκρίνεται εμμέσως πλην σαφώς στο ειδικότερο, απροκάλυπτο, καταιγιστικό πρόταγμα του Ταό. Για να το διατυπώσω διαφορετικά: η εγγύτητα θέας-υποκειμένου-ειδώλων-αιτίων και αιτιατών του κόσμου δεν αφήνει περιθώρια ξενότητας, αλλοτρίωσης, αποστροφής, φοβικών συμπλεγμάτων. Ακόμα και οι άδειες μορφές της γλώσσας μπορούν να πληρωθούν με νόημα, ενώ αυτό που φαινόταν μόλις προ ολίγου ουτιδανό μπορεί να λάμψει μέσα στην αναβαθμισμένη σημασιολογικά ουσία. Οι λέξεις δίνονται στο ποίημα από έναν κήπο μυστικό. Άλλωστε η δύναμη του σαμάνου-δημιουργού δεν έχει λόγο να κρυφτεί. Αποστολή της είναι συν τοις άλλοις η διαστολή των χρονικών ορίων, η αναίρεση των γεωγραφικών συντεταγμένων, η αναζήτηση και κατοχύρωση ταυτοχρόνως της ενότητας του παντός. Ό, τι δηλαδή διακηρύσσει ευθέως από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα του Το πνεύμα του χορού της λίμνης των αλόγων. Ας παραβάλλουμε από το μέσον περίπου του βιβλίου:

«η Γη δική μου επιτέλους χωρίς μεταφυσική, χωρίς ιδέες κι ανθρώπους τόσο μικρούς, τόσο λίγους. στο βουνό αυτό μες στη λίμνη τα χέρια μου από πάνω, να το χαϊδεύουν λίγο, να τα θυμούνται όλα, να με παρηγορούν».

Το ενδεχόμενο να επεξηγηθούν λεπτομερώς, να αποδελτιωθούν σχολαστικά και να αξιολογηθούν σε βάθος τα όσα δείχνει με τον τρόπο του η εν λόγω συλλογή ενδέχεται να αποτελέσει έργο μελλοντικού κριτικού, ο οποίος θα έχει υπόψιν του όχι μόνον το λογοτεχνικό αλλά και όλο το ιστορικό δεδομένο, όπως παράγεται τώρα ως φευγαλέο, εξαιρετικά ροϊκό παρόν.

Γιώργος Βέης, (για το Φρέαρ).



Δεν υπάρχουν σχόλια: