Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ - ΕΜΕΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΤΕ




Μια διαφήμιση-ντροπή, ένας ασύλληπτος ταξικός και σεξιστικός εμετός. Κάποιοι ανεκδιήγητοι "δημιουργοί" σε κάποια διαφημιστική αποφάσισαν ότι "αυτοί δεν είναι σερβιτόροι, δεν είναι μάγειρες, δεν είναι καμαριέρες, είναι ο στρατός σου" και κάποιοι ακόμα πιο ανεκδιήγητοι διευθυντές αποφάσισαν ότι αυτή η φεουδαρχική αισθητική μεσαίωνα εκφράζει αυτούς και την εταιρεία τους. Μάλιστα!

Ο ΟΤΕ μετέτρεψε τους εργάτες του ξενοδοχείου σε στρατό και τους οδηγούς κούριερ και φορτηγών σε ιππικό ιδιοκτησίας του εργοδότη. Και ο επιχειρηματίας, για το μονόλεπτο ρεσιτάλ νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας, είναι ...βασιλιάς. Πιστά στρατευμένα νιάτα, αγαθοί υπήκοοι, υπηρετήστε τον ωραίο και έξυπνο βασιλιά σας με το περιποιημένο, το "ψαγμένο" το μουσάκι του. Δουλέψτε σαν σκυλιά για τρεις κι εξήντα ώστε ο βασιλιάς - στρατηγός - καπιταλιστής να κολυμπήσει στα κέρδη. Αν χρειαστεί, σταθείτε στη σειρά έξω απ' το ξενοδοχείο - φρούριο για να τον υποδεχθείτε.

"Είναι ο στρατός σου". Το ακούω και το ξανακούω, και μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο. "Είναι ο στρατός σου"...

Και δεν είναι μόνο ο εργάτης και η εργάτρια που υποβιβάζονται σε άβουλα και πειθήνια όργανα του πετυχημένου σταρταπά. Δείτε και τις γυναίκες! Ο προσεκτικός θεατής θα παρατηρήσει ότι και οι τέσσερις (4) επιχειρηματίες που βλέπουμε στο τέλος είναι άντρες. Καμία γυναίκα! Για τον ΟΤΕ, οι γυναίκες κάνουν μόνο για καμαριέρες - να σφουγγαρίζουν και να γυαλίζουν ώστε ο άντρας - εργοδότης - αφέντης να μπορεί να κάνει επίδειξη των επιχειρηματικών του δεξιοτήτων. Ακόμα και στη μία και μόνη σκηνή όπου εμφανίζεται μια γυναίκα που δεν είναι καμαριέρα, την βλέπουμε στο πλάι ενός άντρα, χαμογελαστή με την κίτρινη τσαντούλα της, ενώ ο άντρας της (επιχειρηματίας, προφανώς) κάνει θερμή χειραψία με τον "βασιλιά" μας. Άντρας με άντρα η χειραψία, businessman με businessman, και η γυναίκα να κοιτάει το υπερπέραν.

Ελπίζω αυτή η αηδιαστική διαφήμιση, αυτό το σιχαμερό μνημείο ταξικότητας και πατριαρχίας, να αποσυρθεί άμεσα. Το στερεότυπο του εργάτη - στρατιώτη - υπηκόου ας το κρατήσουν οι διευθυντές για τον εαυτό τους. Η οθόνη της τηλεόρασης και οι συνειδήσεις των ανθρώπων καλό θα ήταν να μην μολύνονται απ' αυτό.

ηρ.οικ.

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

ΜΑΝΟΣ ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗΣ: ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ "ΣΤΙΧΟΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ"


Ο Μάνος Ορφανουδάκης είναι ένας λάτρης της ελληνικής μουσικής με σημαντική συμβολή στην αποτύπωση σημαντικών στιγμών της μέσω των αρχειακών του αναζητήσεων. Με το βιβλίο του "Στίχοι πριν την άνοιξη", αναδεικνύει και την πρωτότυπη ποιητική του φλέβα.


Μάνος Ορφανουδάκης, Στίχοι πριν την άνοιξη, 2015, ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ



Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΜΑ
στον Γιώργο Καλογήρου

Σ’ αυτό το χώμα που το βρέχει η αρμύρα
και με το άσπρο του το βάφει ο ασβέστης
ράγισε απόψε της ζωής μου ο καθρέφτης
κι όλα τα χρόνια μου ανάποδα τα πήρα.

Σ’ αυτό το χώμα που μεθύσανε τον ίσκιο
και την αλήθεια τη σφραγίσαν σε μπουκάλι
δε ξεχωρίζει το αρνί απ’ το τσακάλι
κ’ ίδιο λογίζεται το ψέμα με το δίκιο.

Σ’ αυτό το χώμα που ξεράθηκε το αίμα
λύκοι χαράζουν με το νύχι τους πατρίδες
γυρίζουν πίσω του καιρού μας τις σελίδες
και ξεπουλάνε τη ζωή μας μ’ ένα κέρμα.


***


ΑΓΙΑΣΘΗΤΩ
Μνήμη Εμμανουήλ Χαρ. Ορφανουδάκη

Κάθησα δίπλα σου −σε μια φωτογραφία.
Έβαλα τσίπουρο, της Κρήτης, στο ποτήρι.
Τ’ «αγιασθήτω» της ζωής και τ’ «άι σιχτίρι»
πώς ανταμώνουνε μες στα νεκροταφεία;

Κι αν μου μιλάς, κι αν σου μιλώ, ποια η ουσία;
Στους δύο κόσμους μας υψώθηκε ένα τοίχος
μες στο μυαλό μου μ’ ειρωνεύεται ένας ήχος
και η ζωή ψάχνει, ξανά, την πεμπτουσία.

Νεκρά τα λόγια μου, νεκρή ορθογραφία.
Παγώνει η σκέψη μου, παγώνει κ’ η πνοή μου.
Το κρύο χέρι σου ζεσταίνει τη ζωή μου
κι ανάβω δίπλα σου −σε μια φωτογραφία.


***


Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗ

Πουλί νυκτοκελάηδησε
τραγούδα τη λαλιά σου
να ’ρθει ο καιρός που άργησε
ν’ ανθίσει η φωλιά σου.

Κι αν δεν φυτρώσουνε ανθοί
κι αν γεννηθούν αγκάθια
πάρε μαχαίρι και σπαθί
και κάνε τα κομμάτια.

Πουλάκι πήγε να κρυφτεί
στη ρίζα μαύρου βράχου
στην πέτρα του ονειρευτή
του υπνοπολεμάχου.

Είναι πουλιά που ζουν στη Γη
- επάνω τους πατάμε.
Στο στήθος κρύβουνε πληγή
- ποτέ τους δεν πετάνε.

Τα βράδια η νύχτα τραγουδά
μα εκείνα μες στο χώμα
γυρεύουν νεκρολούλουδα
να βάλουνε στο στόμα.


***


Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ
σπουδή στον Νίκο Γκάτσο

Της πόλης τα σκυλιά
βγήκαν απ’ τη φωλιά
και μπήκανε στο σπίτι.
Μια νύχτα στις εννιά
τον δέσαν με σχοινιά
τον γιο του Αποσπερίτη.

Του έσκαψαν οργιές
το στήθος και την πλάτη
του άνοιξαν πληγές
και του ’ριξαν αλάτι.

Μια κόκκινη γραφή
κρυμμένη σε ραφή
κρατήσαν μόνη λεία.
Ανάψανε φωτιά
και κάψαν τα χαρτιά
μαζί με τα βιβλία.

Ισόβια δεσμά
του δώσαν καταδίκη
τον κλείσαν σε στενά
μετά από τη δίκη.

Μονάχος στο κελί
χαράζει με γυαλί
στο σώμα ένα βράδυ
μια πόρτα για να βγει
πριν έρθει η αυγή
απ’ το βαθύ σκοτάδι.


***


Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

Δεν είναι τ’ αύριο που έγινε αριθμός
και διαιρεί δεκαδικά τα όνειρά μας.
Είναι τα δάκρυα που έγιναν λυγμός
όταν καπνίσαμε τα χάρτινα φτερά μας.

Σ’ αυτή την πόλη τα τραγούδια κ’ οι γιορτές
πέφτουν επάνω μας και μας τρυπούν το σώμα.
Κλείσε την πόρτα κι αφουγκράσου τις σιωπές
σαν λουλουδάκι που γυρεύει φρέσκο χώμα.

Δεν είναι σύνθημα στον τοίχο, ορφανό,
που σου χαράζει, με δυο λέξεις, νου και στήθος.
Είναι ο δρόμος με σημαίες και πανό
κι εσύ, απ’ τους μόνους, ο πιο μόνος μες στο πλήθος.


***


ΠΑΡΑΦΟΡΑ ΔΕΙΛΟΙ

Φεύγουν τα χρόνια με αλκοόλ, καπνό και στίχους
σε μια πατρίδα με τις πλάτες της στους τοίχους
πάνω στα γυάλινά της πόδια περιμένει
κι εμείς παράφορα δειλοί, στο φως κρυμμένοι.

Έλα κι απόψε το σκοτάδι μου να σβήσω
στάξε δυο λέξεις στο ποτήρι να μεθύσω
σβήσε τα σύνορα του κόσμου και τα μέτρα
πάρ’ το μαχαίρι απ’ το χέρι μου Ηλέκτρα.

Φεύγουν τα χρόνια κι απ’ τα χείλη μας οι λέξεις
κι εσύ ζητάς σε κάποιο ψέμα να πιστέψεις.
Ήλιους και θάλασσες γυρεύεις στα υπόγεια
και πώς γυρίζουνε με λόγια τα ρολόγια.

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ "ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ"

"Ζήτω το ελληνικό τραγούδι" -ή ήμουν κι εγώ εκεί...

του Σωτήρη Κακίση


Όσα θυμάμαι, είτε ως συνεργάτης είτε ως αόρατος στο κοινό σιωπηλός μάρτυρας, από την εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου στην ΕΡΤ-1. Σε μια τελείως διαφορετικής κοπής από σήμερα εποχή...


"Ζήτω το ελληνικό τραγούδι" -Διονύσης Σαββόπουλος, Σωτήρης Κακίσης, Αντζελίνα Καλογεροπούλου, Γιώργος Κοντογιάννης (Αρχείο Σωτήρη Κακίση)


Η αλήθεια είναι πως μάλλον εγώ έφυγα νωρίς. Στην τρίτη εκπομπή για την ακρίβεια, ακολουθώντας μάλιστα τον Γιώργο Πανουσόπουλο τον σκηνοθέτη, που έφυγε στη δεύτερη. Το γιατί έφυγα κι εγώ κι ο Γιώργος τότε, περασμένα-ξεχασμένα πια, ας πούμε μόνο για διαφορές αισθητικής αντίληψης. Ας πούμε κάτι τέτοιο… 

Από την άλλη, η προετοιμασία για τις εκπομπές αυτές, το ότι ξέμεινε η μορφή μου στους τίτλους ως και μετά, καθώς κι εκείνη η τριπλή τηλεοπτική εμπειρία από την ελάχιστη που έχω φροντίσει ως σήμερα να έχω, κι αυτά όλα μένουν μέσα μου εν ηρεμία πια, κατοικούν έναν τόπο ιδιαίτερο, πλήρη κι αυτόν αναμνήσεων και συναισθημάτων…

Πώς να ξεχάσω, προπαντός, της πρώτης εκπομπής εκείνης τις ατυχίες, τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, με τον Τζίμη Πανούση να ετοιμάζει το πρώτο, πανάκριβο για την εποχή εκείνη, βιντεοκλίπ διεθνών προδιαγραφών, τα «Κάγκελα Παντού», κι ο Σαββόπουλος, που του το είχε παραγγείλει, να το βρίσκει πολύ, πάρα πολύ τολμηρό, μια κι ο Τζιμάκος «σκότωνε τη δασκάλα κι έβγαινε να παίξει μπάλα»… Κι ο Χατζιδάκις ν’ απαγορεύει απροόπτως την εκτέλεση των τραγουδιών του, πού; Στον Σαββόπουλο, που έπινε (και πίνει πάντα, νομίζω) νερό στο όνομά του. Και, τέλος, ο Κηλαηδόνης, που ζωντανά μαζί θα κλείναμε την πρεμιέρα τού «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι», να τρακάρει νύκτωρ, και να βρίσκεται στο νοσοκομείο…

Τότε κάτσαμε με τον Διονύση και γράψαμε εν αγαστή συνεργασία οι δυο μας το «Περαστικά, Λουκιανέ», που μάλιστα το αναπαράγαμε μετά σαν να γραφόταν το τραγούδι αυτό και on-air, κι ας μην υπάρχει στο cd το κατοπινό και το δικό μου τ’ όνομα για τους στίχους εκείνους. Ας είναι πάλι… Ο Κηλαηδόνης ήρθε στην επόμενη εκπομπή, ήταν καλά, κι ο «Μικρός του Ήρωας», επί Πανουσόπουλου εισέτι, ήχησε σε σκηνικό κι από πάνω βλέποντάς το ίδια φωτεινό, ίδια νοσταλγικό και ήρεμο…

(Με τον Πανουσόπουλο, θυμάμαι, προλάβαμε και στήσαμε και δύο ακόμη επί τόπου βιντεοκλίπ, που οπτικά ακόμα εγώ τα βλέπω πανέμορφα, το «Σαν Βασιλιάς» του Σπανουδάκη και της Αρβανιτάκη, με τον «Κλέφτη της Βαγδάτης» για background του, κι ένα άλλο για την Αφροδίτη Μάνου, με τον Μπάστερ Κίτον (!) να τον καταδιώκουν οι χιλιάδες νύφες από το «Seven Chanses» του πίσω της)…

Ύστερα, ακόμα ήμουν εκεί εγώ και στην τρίτη εκπομπή, με τη Βιτάλη, τον Σούκα και την Ελευθερία, αμήχανος γι’ άλλη μια φορά ως των τραγουδιών πάντα παράτονος, αλλά συγκινημένος ξανά, εννοείται, ανάμεσα και στων φωνών εκείνων την εύληπτη και λαμπρή συνύπαρξη. Κι ένα κίτρινο τριαντάφυλλο, θυμάμαι, να το δίνω στην Ελένη, κι εκείνη να το προσφέρει τρυφερά στην Ελευθερία, εν τη αιωνία μεγαλοθυμία της…

Ξαναπήγα στην έκτη πια εκπομπή, και σ’ ένα άλλο στούντιο να απαγγείλω λίγη από τη Σαπφώ μου, με την ποιητική μου πια μόνο ιδιότητα, αλλά και μετά στο πλατό δίπλα σαν θεατής, να τους χαίρομαι, την Αλέκα Κανελλίδου και τον Σπύρο Βλασσόπουλο, αυτή τη φορά αόρατος στο κοινό σιωπηλός μάρτυρας. Ωραίων, δεν μπορώ να πω, αναδρομικών αλλά κι εντός χρόνου και τόπου, ιδιαίτερων τραγουδιστικών στιγμών και τρόπων…

Αυτά για τότε. Αυτά θυμάμαι. Θυμάμαι και τον Ζάχο, τον δημοτικό τραγουδιστή από τα Γιάλτρα μου, στο «Παιδιά, της Ελλάδος Παιδιά» της Βέμπο, αλλιώς, αλλά άριστα κι από αυτόν ειπωμένο. Θυμάμαι και τον Στράτο Διονυσίου, τον πάντα σαμουράι, να λέει τον «Ταξιτζή» του με ήθος απτόητο και ήδη εν ανεπάρκεια στον κόσμο μας από τότε, γκρο-πλαν σε κατακίτρινο φόντο, πάλι του Πανουσόπουλου, ο Στράτος υποδειγματικός, αδιαπραγμάτευτος…

Θυμάμαι κι άλλα, αρκετά, πιο μυστικά, πιο απόρρητα, πιο ιδιωτικά, πιο ιδιαίτερα. Και την εποχή ολόκληρη, διαφορετικής, τελείως διαφορετικής κοπής από σήμερα, θυμάμαι. Και μαζί με των δικών μας τότε νεανικών σωμάτων διακρίνω από το μέλλον εδώ τις εξαιρετικά ονειροπόλες κι επίμονες από τότε ψυχές μας…

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

ΔΕΚΑ ΑΚΟΜΑ ΠΙΟ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ (THE SEQUEL)

Για τις πρώτες 10 στιγμές μας, δες ΕΔΩ και εμπέδωσε.


11. Την λένε Πόπη. Αλλά εμείς, Χριστούλη μου, τι φταίμε γι' αυτό; Ψαχτείτε, τσιμπηθείτε, δεν είναι όνειρο. Αυτό το τραγούδι υπήρξε στ' αλήθεια. Η κοπελίτσα ντύνεται Ελλάδα και αφρίζει σαν πορτοκαλάδα. Και αφήνει επιφωνήματα "Χα! Χα!". Το πώς ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες τραγουδιστές δέχθηκε να τραγουδήσει αυτή την τρομακτική φαρσο-κωμωδία, πάντως, εμένα με ξεπερνάει.








12. Αποστείρωση μικροβιολογικού εργαστηρίου. Όλα άσπρα με ελαφρύ μπεζ, φιλτραρισμένα στην κάμερα σαν διαφήμιση. Προστακτική στο φουλ, μη μιλάς, άκου, προχώρα, κάνε, δείξε, σήκω, κάτσε. Uplifting ενθάρρυνση, προσωπικό coaching, positive thinking, συμβουλές για να ανεβαίνουμε λίγο, human resources management. Καλωσήρθατε σ' έναν κόσμο όπου όλα είναι τόσο τέλεια τοποθετημένα αλλά δυστυχώς τίποτα δεν είναι πραγματικά και βαθιά στη θέση του.








13. Λατρεμένη Μποφίλιου, την παρακολουθώ και την θαυμάζω, αλλά πρέπει να είμαι ακριβοδίκαιος - αυτό το πράγμα με τον λαϊκισμό "των απλών ανθρώπων" με εξοργίζει, όχι μόνο εδώ αλλά οπουδήποτε (βλέπε βίντεο-κλιπ "Επιμονή σου" στο πρώτο επεισόδιο της σειράς μας). Και δεν μου φταίει ο καλλιτέχνης εδώ ή πιο πάνω, όχι μόνο αυτός, αλλά οι λογής εταιρείες που αναλαμβάνουν τα της τέχνης του, οι μανατζαραίοι και οι δήθεν "δημιουργικοί" στυλίστες και διευθυντές μάρκετινγκ που αναλαμβάνουν να "πακετάρουν" τον καλλιτέχνη για τις ανάγκες της αγοράς. Είναι ευκολία, είναι παβλωφική πρόκληση ευαισθησίας και τρυφερότητας κατά παραγγελία, είναι εκμετάλλευση, είναι τρικ. Και δεν είναι μόνο θέμα εικόνας, είναι και το τραγούδι στη μέση, μ' αυτή τη new age αισιοδοξία του να μην με πείθει καθόλου. Δεν με πείθει να "είσαι μόλις τριάντα και εντελώς καθαρός", γιατί καλό είναι να είσαι και ολίγον βρώμικος. (Η αποστείρωση μικροβιολογικού εργαστηρίου που λέγαμε...) Κι αν είσαι έτσι στα τριάντα, στα πενήντα πώς θα είσαι; Στην Αιδηψό για τίλιο κι αμμόλουτρα; Κι ούτε να κοιτάς το δρόμο απ' το παράθυρο - κατέβα κάτω να παίξεις και να λερωθείς. Όσο για το λιώσιμο των πάγων, μόνο στο Ice Age συμβαίνουν αυτά.







14. Ώρα όμως να αφήσουμε τα ψιλά γράμματα και τις λεπτές αποχρώσεις και τις εμβριθείς αναλύσεις. Ώρα να γίνουμε hardcore. Να αγριέψουμε. Να βαρέσουμε τυμπάνια!!! Ναι, καλά ακούσατε: τυ-μπά-νια! Μου πήρε κάνα μισάωρο να πιστέψω ότι αυτό που έβλεπα κι άκουγα συνέβη στ' αλήθεια. Νόμισα ότι ήταν βιντεο-μοντάζ, ειλικρινά σας λέω. Κάθε άλλο τραγούδι της λίστας - αυτής, της προηγούμενης ή της επόμενης - είναι πταίσμα μπροστά του. Ένα μνημείο κιτς και ασυναρτησίας, παίρνει πανάξια τους 12 βαθμούς - το 12άρι του τρόμου - από το μπλογκ!








15. Ο τόσο συμπαθής και ταλαντούχος Αλκίνοος, πάλι, πήρε αυτό το σοβαρό και σφιγμένο βλέμμα τραγουδώντας Αλ-Χαλίλι και σουαχίλι στα νιάτα του και δεν το άφησε ποτέ έκτοτε, ό,τι κι αν τραγούδησε, όποιο κι αν ήταν το νόημα και οι λέξεις. Το στιχουργικό σφυροκόπημα εξωτισμού (μπακίρια, Νείλος, ιθαγενείς, όαση) και θρησκοληψίας (ιεροφάντης, ναός, άγιος καπνός, χρησμός, ορμηνείες) συμπυκνώνει όλο το τερατούργημα που ζούμε από τα 1990s και δώθε. Βάλτε και την κουφιολογία του στυλ "θα πουλάν τα δυο σου χείλη δύο περιουσίες κι άλλη μια / τέσσερις εγώ θα δώσω..." (ιδανικό για να μαθαίνουν τα παιδάκια σας πρόσθεση στην Γ' δημοτικού, 2 + 1 = 3 + 1 = 4), και έχετε το πανόραμα τριών δεκαετιών τραγουδιστικής αποβλάκωσης. Όσο για το ηθικό δίδαγμα του τραγουδιού; Βρες χρήμα και καμήλες να έχεις να δίνεις, μπας και ψωνίσεις την εξωτικιά την γκόμενα απ' το παζάρι. Αυτά.








16. Λέει, λέει, λέει, κλαίει, καίει, φταίει, διαρρέει, παραπαίει, καταρρέει, με μπιτάκι και τουμπερλέκι. Λοιπόν, κάτι τέτοια πρέπει να παίζουν στην κόλαση απ' τα μεγάφωνα, δεν αστειεύομαι. Ειδικά όταν ακούς το "λέει, λέει, λέει" να γίνεται "λέει και ξαναλέει" - για στιχουργική ποικιλία φαντάζομαι, για να σπάσει η μονοτονία -, εκεί αρχίζεις να ψάχνεις για βύσμα μπας και γλιτώσεις τα καζάνια!








17. Αγαπώ Δήμητρα Γαλάνη, αλλά όπως σε κάθε μεγάλη αγάπη έτσι κι εδώ υπάρχουν τα πάνω και τα κάτω. Ενίοτε υπάρχει και η τέλεια καταβαράθρωσις, όταν τα περιστέρια και οι γάτες της Νικολακοπούλου ακούνε κουτς, κουτς, κουτς και σκίζουν τα μακό και κρεμιούνται από τις γραβάτες τους. Μα τι σας φταίξανε τα καημένα γατάκια και τα φασκιώσατε; Άσε που μένεις να αναρωτιέσαι: τελικά το φάσκιωμα ήταν με μακό, ή με το ίδιο μακό; (Το έπιασες το υπονοούμενο έξυπνη αναγνώστριά μου. Έτσι, για να σου θυμίσω και τα περασμένα, τα κομμένα ντεπόν και τα καινούργια παρκέ που ακούγαμε μικροί και κοντέψαμε να χάσουμε τη μπάλα).









18. Εδώ πάλι μέτρησα δεκαπέντε "πιάσε με" και πέντε "άσε με", και μου ήρθε και πονοκέφαλος. Σοβαρά τώρα. Αυτό το τραγούδι παιζόταν στα ραδιόφωνα επί μήνες - τι λέω, χρόνια. Έγινε και επιτυχία. Και μετά έχουμε κι αμφιβολίες ότι μας ψεκάζουνε.







19. Πιάσε ένα με απ' όλα. Και "καταλύτη" έχω, και "πριγκιπέσα" έχω, και Μπρεγκοβιτσο-πνευστά έχω, και δελτίο τύπου με "ολόφρεσκη και δροσερή διάθεση" έχω, όλο το πακετάκι. Κι όποιος διαβάζει με συνέπεια Μ.Π. ξέρει ότι ο καταλύτης και η πριγκιπέσα είναι απαραίτητα δικαιολογητικά. Σας ευχαριστούμε για την υποβολή τους. Η αίτησή σας εγκρίνεται. Στη λίστα!



 



20. Αλλά επειδή σαν πολύ αναθαρρήσατε με το Μελινάκι και το καλοκαίρι αγκαλιά της, για το τέλος παρ' τε άδειες πόλεις, χειμώνες, κακό που ήρθε χθες, βράδια του θανάτου, και μοναξιά. Πολλή μοναξιά. Φασόν. Με το κιλό. Σαν τα καρπούζια. Γεια σας.





Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

ΒΑΣΟΣ Ν. ΠΤΩΧΟΠΟΥΛΛΟΣ, "ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ -ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ"


Ο ταχυδρόμος πέθανε


Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Τραγούδι: Ζωή Φυτούση
                     
Ο ταχυδρόμος πέθανε...
...ήταν παιδί στα δεκαεφτά
που τώρα έχει πετάξει
Ποιος θα σου φέρει αγάπη μου
το γράμμα που ’χα τάξει;

Και σαν πουλί που πέταξε
η πικραμένη του ζωή,
πέταξε πάει και του ’φυγε
η δροσερή πνοή
Ποιος θα σου δώσει αγάπη μου
το τελευταίο φιλί μου;

Ο ταχυδρόμος πέθανε στα δεκαεφτά του χρόνια
κι ήταν αυτός η αγάπη μου,
η κουρασμένη του σκιά τώρα πετά στα κλώνια,
φέρνει δροσιά στ’ αηδόνια.

Ποιος θα σου δείξει αγάπη μου
πού ’ναι του ονείρου ο δρόμος
αφού πεθάναμε μαζί εγώ κι ο ταχυδρόμος;


Το τραγούδι αυτό ήταν στην άλλη μεριά του δίσκου της Φυτούση με το τραγούδι «Φέρτε μου ένα μαντολίνο». Το δισκάκι αυτό το πήραμε μαζί μας στην Αγγλία, μετά το μετέφερα στη Θεσσαλονίκη και τώρα βρίσκεται πάλι μαζί μου στη Λευκωσία. Κατά καιρούς, το παίρνω στα χέρια μου –έτσι για να θυμάμαι πόσα οφείλω σ’ αυτό το τραγούδι.

Το τραγούδι μού θυμίζει πολλά πράγματα, κυρίως όμως το χωριό μου. Την τότε παιχνιδιάρα Γιαλούσα με το πιο σπουδαίο ταχυδρομείο του κόσμου. Το ταχυδρομείο μας ήταν κάτω από τον αστυνομικό σταθμό, τον ίδιο σταθμό που ανατίναξε στον αέρα ο θρυλικός συγχωριανός μας, παιδί κι αυτός, τότε σχεδόν δεκαεφτά χρόνων, ο Αντρέας Μοδέστης. Έρποντας ο Αντρέας, με τη νάρκη στην κοιλιά του, πέρασε τα εκατόν και πλέον μέτρα και τοποθέτησε τη νάρκη κάτω από τον σταθμό. Οι Άγγλοι ήταν τυχεροί. Μια μικρή καθυστέρηση τους έσωσε από βέβαιη καταστροφή. O Mοδεστής δεν μπορούσε να διαβεί μια σωλήνα που διασταύρωνε τον υπόνομο. Επέστρεψε πίσω, πήρε κάποιο εργαλείο και έκοψε τη σωλήνα και έρποντας πάλι τοποθέτησε τη νάρκη. Σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν αρκετοί, η ζημιά είχε γίνει. Εμείς όλοι περήφανοι για το χωριό μας, ξέραμε πως η ΕΟΚΑ θα ανατίναζε τον σταθμό και δεν μίλησε κανείς, ούτε καν οι Ακελικοί. Τέτοια χωριά είχε τότε ο τόπος μας.

Στον ίδιο σταθμό, πριν μερικούς μήνες, έπιασαν και βασάνισαν βάναυσα και τον ξάδερφό μου, τον Αντρίκκο. Ήταν κέρφιου κι ο Αντρίκκος, ο οποίος ήταν βαρήκοος και κωφάλαλος, βγήκε να πάει στον γείτονά του, τον Ευαγόρα. Τους είδαν οι Εγγλέζοι και τους συνέλαβαν. Στον σταθμό τους φόρτωσαν σάκκους με άμμο στην πλάτη, τους ανάγκασαν να ανεβαίνουν τις σκάλες του σταθμού και μετά τους έδωσαν άγριο ξύλο. Θυμάμαι ακόμα στο σπίτι του θείου μου, του Ττοσσιή, τη θεία μου με τις γειτόνισσες να του βάζουν κρεμμύδια πάνω στην πλάτη για να φύγουν τα ματώματα. Θυμάμαι, επίσης, χρόνια μετά, στο Margate, τον Αντρίκκο να διηγείται –ήταν απίστευτος μίμος– την ιστορία αυτή με ιδιαίτερη περηφάνια, γελώντας κιόλας με τη γαϊδουροσύνη των Εγγλέζων. 

Το ταχυδρομείο της Γιαλούσας αξίζει μια μεγάλη σκηνή σε ένα κινηματογραφικό έργο για την τότε εποχή. Εκεί μαζευόταν όλος ο κόσμος για να παραλάβει τις επιστολές των συγγενών του από την Αγγλία, την Αμερική, την Αυστραλία και την Αφρική. Απίστευτη αγωνία. Ο ταχυδρόμος διάβαζε δυνατά τα ονόματα στους φακέλους (με αλφαβητική σειρά) κι εμείς, στο άκουσμα του ονόματός μας, ουρλιάζαμε «Φέρτο, δώστο εδώ, παρακαλώ, μάνα μου, μανούλα μου» και διάφορα άλλα που έκαναν όλους, πλην των πολύ απογοητευμένων, να ξεσπούν σε γέλια. Ήταν απίστευτη η χαρά όταν λάμβανες επιστολή απ’ έξω. Συνήθως σήμαινε και χρήματα ή μαντάτα πως κατέφθαναν κάποια ρούχα, μα πιο σημαντικό για μας τους πιτσιρικάδες ήταν τα γραμματόσημα στους φακέλους μιας και σχεδόν όλοι ήμαστε φανατικοί φιλοτελιστές τότε. Ενίοτε, μερικοί έκλαιγαν κιόλας, διότι κάποιο κακό μαντάτο έφθανε με την επιστολή ή γιατί απλά δεν έπαιρναν την αναμενόμενη επιταγή. Θυμάμαι όταν ο ταχυδρόμος τέλειωνε με το Π, που ήταν το όνομά μας (ΠΤΩΧΟΠΟΥΛΛΟΣ), περίμενα με αγωνία το Φ, μήπως και έκανε λάθος ο πατέρας ή η θεία μου και έγραφε το επίθετο με Φ (ΦΤΩΧΟΠΟΥΛΛΟΣ). Ούτε με τριάντα σελίδες σε μυθιστόρημα δεν περιγράφεται το ταχυδρομείο μας. Ο τρόπος με τον οποίο έπαιρνε ο καθένας την επιστολή του έδειχνε και τον χαρακτήρα του και το τι χαρακτήρες είχε η Γιαλούσα δεν περιγράφεται.

Το τραγούδι από την πίσω μεριά του δίσκου της Φυτούση «Ο ταχυδρόμος πέθανε» είχε συχνά την τιμητική του, όταν κάποιοι μεγαλύτεροι πήγαιναν έξω από το σπίτι του ταχυδρόμου και έκαναν καντάδες τραγουδώντας «Ο ταχυδρόμος πέθανε στα δεκαεφτά του χρόνια». Τέτοιες πλάκες έκαναν οι «αθκειασεροί» Γιαλουσίτες.

Κάθε έξι-εφτά χρόνια βλέπω ένα όνειρο στο οποίο ο ταχυδρόμος της Γιαλούσας πεθαίνει. Κλαίω γοερά. «Ποιος θα σου φέρει αγάπη μου...»

Κάθε τόσο βλέπω όνειρο έναν τεράστιο άσπρο κούνελλο με κόκκινα μάτια και σακκούλα του ταχυδρομείου να μου παραδίδει μια επιστολή με αποστολέα κάποιον κύριο Χάρο Άχαρον.

Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος, Περιπλανώμενος δυστυχισμένος -Ιστορίες με τραγούδια, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2015.

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

ΟΙ ΔΕΚΑ ΠΙΟ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ


1. Το πράγμα άρχισε να βρωμάει από νωρίς, αλλά αν προσπαθήσω να θυμηθώ τότε σίγουρα η μυρωδιά από τον καταλύτη της Πρωτοψάλτη μου έρχεται πρώτη-πρώτη στο μυαλό. Στίχοι αλλού για αλλού, λέξεις χωρίς νόημα απλώς για να κάνουν ρίμα, και η χυδαιότητα "ακριβό μου διθέσιο, καλό μου αμάξι" να μας δίνει μια ιδέα για την Ελλάδα που ζήσαμε, και για το "εντεχνο" που κλήθηκε να την νομιμοποιήσει.





2. Αυτή η νομιμοποίηση όμως απαιτούσε ένα πολύ σημαντικό συστατικό: σοβαροφάνεια. Και το πιο γελοίο σύμπτωμα αυτής της σοβαροφάνειας υπήρξε η χρήση συμφωνικών ορχηστρών για να ηχογραφούνται και να παίζονται ζωντανά τραγούδια τόσο απλά μουσικά που οτιδήποτε πάνω από μια κιθάρα να φαντάζει υπερβολή για να παιχτούν. Οι φορές που ένιωσα φρίκη με αυτή τη συμφωνική μανιέρα υπήρξαν πολλές, αλλά καμία δεν μπορεί να ξεπεράσει αυτό που συνέβη εντός μου στο άκουσμα της είδησης ότι ο Πλιάτσικας θα έπαιζε στο Ηρώδειο με την Συμφωνική της Πράγας. Τρεις ντουζίνες όργανα για να πει εφτά φορές στη σειρά ο Στόκας "να σ' αφήσω, να σ' αφήσω, να σ' αφήσω, να σ' αφήσω, να σ' αφήσω, να σ' αφήσω, να σ' αφήσω" και το μικροαστέξ σε ονείρωξη να νομίζει ότι ακούει ξανά την εισαγωγή από τη "Δυναστεία" ή την "Τόλμη και Γοητεία"!





3. Όπως καταλαβαίνετε, η σήψη του ελληνικού τραγουδιού - δηλαδή σήψη των δημιουργών και της κοινωνίας εκ της οποίας προήλθαν - έπρεπε κάπως να αντιμετωπιστεί σε επίπεδο συμπτωματολογίας διότι αλλιώς θα πηγαίναμε για ανεξέλεγκτη χρεοκοπία - και ως γνωστόν, η χρεοκοπία πρέπει να είναι πάντα ελεγχόμενη. Έτσι γεμίσαμε ... guess what ... ελάτε ... το ξέρω ότι το έχεις ... ευκολάκι ... ΟΚ θα το πάρει το ποτάμι. Γεμίσαμε επανεκτελέσεις! Κάποιες ενδιαφέρουσες μουσικά, κάποιες όχι, και κάποιες απλώς φρικιαστικές. Όπως π.χ. το να παίρνεις την Μπόσα Νόβα του Φοίβου και να την κάνεις διαφήμιση της Τράπεζας Πειραιώς ή της Αμίτα (θα έβαζα το χέρι μου στη φωτιά ότι ο σκηνοθέτης είναι ο ίδιος), μες στην καλή χαρά, μέσα στην απώλεια του νοήματος, μέσα στον total αυτισμό δηλαδή. Η συνταγή της επιτυχίας απλή: χαζοχαρουμενιά να είναι, κι ό,τι να 'ναι.






4. Το γκράντε σωσίβιο βεβαίως ακούει στο όνομα Τσιτσάνης. Και για να κάνουν διεθνή καριέρα οι Ιμάμ Μπαϊλντί, έπρεπε εγώ να κάψω με το ζόρι και το τελευταίο κύτταρο του εγκεφάλου μου. Πόσο να χοροπηδήσεις πια που το "κορίτσι ξένο σαν ίσκιος πλανιέται μονάχο στη γη"; Πόσο τραλαλά να πεις και να νοιώσεις;






5. Στην ανάγκη, πιάνουμε και τα νησιώτικα. Με ολίγη κοινωνική ευαισθησία, την ειλικρίνεια της οποίας διόλου δεν αμφισβητώ, κάνεις το τραγουδάκι τυροσούζα, τιραμόλα, το τραβάς από 'δω, το τραβάς από εκεί, μπας και βγει κάτι. Και φυσικά κάτι βγαίνει, κάτι αρκούντως εμπορικό - ικαριώτικο είναι αυτό, διάολε - και μετά πιάνουν δουλειά οι ...ανεξάρτητοι παραγωγοί και το ακούς όπου σταθείς κι όπου βρεθείς. Και αυτό λέγεται μετά έμπνευση και δημιουργία και άποψη, και τα χάπια μου κι ένα ταξί να φύγω.







6. Κι όταν λες ότι έχεις πιάσει πάτο και δεν μπορεί, κάπου θα έχει τέρμα το βαρέλι, θυμάσαι ότι έχει καιρό να κάνει σουξέ η Τσαλιγοπούλου κι ότι πρέπει να τσακιστούν τα κόκαλα σε κάνα-δυο ρεμπέτικα ακόμα. Πάθη - λάθη, λάθη - πάθη, τα ξέρετε, μην σας τα λέω. Και μουσική καινούργια, βεβαίως βεβαίως! Δεν με πιστεύετε; Η εταιρεία αναφέρει: "Η ιδέα της φράσης "Τράβα ρε μάγκα και αλάνι, τράβα για το Πασαλιμάνι" και της μελωδίας στο ρεφρέν είναι βασισμένη στο τραγούδι του Κώστα Σκαρβέλη (Τράβα ρε μάγκα και αλάνι)". Προσέξτε, η ιδέα της φράσης, όχι η ίδια η φράση, και η ιδέα της μελωδίας, όχι η ίδια η μελωδία. Λοιπόν, είναι ιδέα μου, ή μήπως πράγματι η εμποροπανήγυρις με κοροϊδεύει; Ή ιδέα της ιδέας μου, έστω;







7. Όπως πρώτη η Πριγκηπέσα δίδαξε (υπομονή, θα πάμε και εκεί), όσο πιο μονότονο και αδιάφορο μουσικά είναι ένα τραγούδι, τόσο πιο επιτυχημένο γίνεται. Βάζεις νταούλια και λαούτα, τα αφήνεις να παίζουν το ίδιο πράγμα ογδόντα φορές, και είσαι κύριος. Το κοινό, το ξέρεις από πριν, ότι μόλις ακούσει τη γνώριμη μονοτονία θα αντιδράσει παβλωφικά και θα αρχίσει να ουρλιάζει από χαρά. Το μυστικό είναι το επαναλαμβανόμενο ντρίγκι-ντρίγκι, μαζί με αμπελοφιλοσοφία του στυλ "το καλοκαίρι έχει ζέστη" ή "όταν τρέχω ιδρώνω". Πάμε να σας το δείξω: "Μια ξενιτιά, ντρουν, ντραγκα ντρουν, ντραγκα ντρουν, ντραγκα ντρίγκα ντρουν, η ζωή χωρίς εσένα, ντρουν, ντραγκα ντρουν, ντραγκα ντρουν, ντραγκα ντρίγκα ντρουν, κι απ' τη καρδιά, ντρουν, ντραγκα ντρουν, ντραγκα ντρουν, ντραγκα ντρίγκα ντρουν, δεν γλιτώνεις μ' ένα ψέμμα, ντρουν, ντραγκα ντρουν, ντραγκα ντρουν, ντραγκα ντρίγκα ντρουν". Γκέγκε;






8. Ο λαϊκισμός των απλών ανθρώπων - δεν φταίνε σε τίποτα, άλλοι τους τράβαγαν στο βίντεο - δεν φτάνει για να κλείσουμε τα αυτάκια μας σ' αυτήν την τετριμμένη μελωδία και το μανατζερίστικο μήνυμα για τη δύναμή σου και και τη φωνή σου και την επιμονή σου και ξανά μανά τη δύναμή σου και άντε πάλι την επιμονή σου, με ολίγον από διαφήμιση ΕΟΤ και θάλασσα και φως και ό,τι να 'ναι. Με μια λέξη, μάρκετινγκ με νότες, κι ο καταναλωτής ειλικρινώς ενθουσιασμένος.






9. Εντάξει, εδώ μιλάμε για τον τρόμο proper, εικονογραφημένο και ηχογραφημένο, για το "δεν περιγράφω άλλο" του ελληνικού τραγουδιού. Δεν παίζει ο Τιτανικός και έτσι το καραβάκι συνεχίζει το ταξίδι του σε όλο το τραγούδι - μια ξέρα ή μια μετατόπιση φορτίου θα ήτο βεβαίως μια κάποια λύτρωσις. Ευτυχώς, στο τέλος η παρακίνηση "βούτα άνθρωπέ μου μπας και τελειώσει το τραγούδι" βρίσκει, ύστερα από τρία λεπτά και πενήντα δευτερόλεπτα, την ευτυχή της πλήρωση.






10. Για το τέλος, σας βρήκα την πιο τίμια, αληθινή και συμπαθητική - το εννοώ 100% - στιγμή τρόμου μου: όταν άκουσα την Πριγκηπέσσα (αυτό το τραγούδι που καβούρντισε τόσα χρόνια τον εγκέφαλο ενός ολόκληρου έθνους) από τη Χαρά Βέρρα. Είναι φυσικά τρομακτική η εκτέλεση, αλλά ανταποκρίνεται απολύτως στον τρόμο του ορίτζιναλ δημιουργήματος, του ύμνου της Ελλαδάρας της καλοπέρασης και της σήψης που έψαχνε τρόπο να τραγουδήσει με ευπρέπεια τις μεζονέτες και τα SUV της. Και τον βρήκε! Ήρθε το "έντεχνο" και της έδωσε συγχωροχάρτι τούτης της Ελλαδάρας, νομιμοποίησε την εσώτερη διαφθορά μέσα απ' τον ναρκισσισμό του "απίθανος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας", και δεν μπορείς να πεις και τίποτα γιατί σου λέει ο άνθρωπος "άλλα θέλω κι άλλα κάνω". Σαν τον μπαμπά Παπανδρέου ένα πράγμα, που ήθελε έξω από το ΝΑΤΟ αλλά τελικά έμεινε εντός, ή σαν τον Τσίπρα που ήθελε να σκίσει τα μνημόνια αλλά τελικά μας τα έδωσε να τα φάμε για καλή χώνεψη. Ή απλά, σαν το "έντεχνο", που όλο κάτι ανώτερο και πολύ προχωρημένο ήθελε να πει και να επικαλεστεί, και εν τέλει όλο στα κλαρίνα κατέληγε.






Μ' αυτά και μ' αυτά, εγώ απλώς έκλεισα το μαγαζί, αποχαιρέτησα το τραγουδάκι μας, βρήκα άλλες ασχολίες, πιο ταπεινές, κάνα μπανάκι στη θάλασσα, κάνα φιλικό του Παναθηναϊκού, τέτοια πράγματα. Περιμένω πάντα, φυσικά, 2-3 φορές τον χρόνο να ακούσω τι νέο έχει να μου πει ένας Δεληβοριάς ή ένας Μαραμής, αλλά ως εκεί. Και περνάω τον μουσικό μου χρόνο κοιτώντας προς τα πίσω - ως προς τον χρόνο - και προς τα έξω - ως προς τον χώρο -, έκοψα και το ραδιόφωνο - πόσο σουίνγκ Τσιτσάνη να αντέξει κανείς από τον Μελωδία πια... - και εν τέλει σαν τον τοξικο-εξαρτημένο που βρήκε την υγειά του μπορώ να φωνάξω σε Πριγκηπέσσες και Λόλες και λοιπές ηρωίδες του τραγουδιού που κάποτε αγάπησα και πλέον δεν αναγνωρίζω ότι με λένε Ηρακλή και είμαι καλά, και δεν χάνω ούτε γι' αστείο τον χρόνο μου να σας ακούω πια. Κάνει και ρίμα! Δοκιμάστε το κι εσείς, σας το συστήνω ανεπιφύλακτα.
ηρ.οικ.

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

(βίντεο Μαργαρίτας Πάσχου)


Ευτυχώς που έχουμε και τα αφιερώματα του Μετρονόμου





να μας υπενθυμίζουν τις αξίες τις μεγάλες και τις μεγάλες τις στιγμές.

Περισσότερα τον Σεπτέμβρη!

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ '78





Σκέφτομαι ότι κάποια από τα πολύ αγαπημένα μου ελληνικά τραγούδια έχουν μια πολύ συγκεκριμένη δομή, με πολλές στροφές και δίχως διακρίσεις κουπλέ/ρεφραίν, και μια έντονη αφηγηματική διάθεση που κυνηγά το συγκεκριμένο και αποφεύγει κοινοτοπίες και επικλήσεις σε καρδιά-ψυχή-ζωή-φιλί. Τραγούδι-ποταμό θα το χαρακτήριζα το ύφος, αν δεν είχε ήδη καταχωρηθεί ο όρος με ένα άλλο νόημα που του έδωσε ο Μίκης Θεοδωράκης. Θα το πω λοιπόν "τραγούδι-βυτιοφόρο" - είναι μεγάλο σε μήκος και όγκο, κινείται συνεχώς αλλά σε επαναλαμβανόμενο δρομολόγιο, και κουβαλά κάτι που είναι εξαιρετικά εύφλεκτο.

Αμέσως-αμέσως έρχονται στον νου η "Δίκοπη Ζωή" και τα "Μαλαματένια Λόγια", ο "Ηλεκτρικός Θησέας" και το "Ώρα Μηδέν", και το "Canto" και οι "Χουλιγκάνοι" βεβαίως, ή και το "Μπαλάντα για τον Γιάννη Κ." αν θέλετε! Και από τα πιο πρόσφατα, το "Στην Κατερίνα". Το βιολί της φίλης μου Κωνσταντίνας Κυριαζή δίνει τον τόνο στο αριστούργημα του Απόστολου Μπουλασίκη, που αναφέρεται βεβαίως στην Κατερίνα Γώγου αλλά και που αγγίζει πολύ πέρα απ' αυτήν - το χρώμα το ανεξίτηλο του 1978.

ηρ.οικ.



ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ


Στα μάτια σου το χρώμα του '78,
σ' ένα ασπρόμαυρο εξώφυλλο στη Σίνα.
Σαν τις παλιές σου τις ταινίες τις ρετρό,
μόνο που τώρα η ματιά σου στάζει κρίμα.

Ματώνει ο κόσμος σα βελόνας κεφαλή,
σαν άδεια φλέβα που δε βρίσκεις σαν τροπάριο Κασσιανής.
Αργοπεθαίνεις, λιώνει η ανάσα στο γυαλί
κι αυτό το πάθος θα σε σπάσει σαν μπαλόνι σε γιορτή.

Κάπου στη μέση του βιβλίου η φωνή,
ναι, τη θυμάμαι βράδυ στο Μεταξουργείο.
Σ' ένα τσιγάρο να ρουφάει τη στιγμή,
που προαισθάνεται της λύτρωσης το θείο.

Μια ζωή σα θρήνος, σα ρεμπέτικο παλιό
ή σα ροκάδικο δισκάκι ή σαν ξύλινο παλτό.
Γυάλλινα μάτια, ήχος βίας στο κενό,
η Κατερίνα έχει φύγει και δε μένει πια εδώ.

Τα σινεμά, τα στρας, τα φώτα τα λαμέ,
ένα Νταχάου κρεματόριο οδύνης.
Μα νάσου οι λέξεις και την παίρνουν αγκαζέ,
μεταμορφώνοντας σε κύκνο την ψυχή της.

Όμως ο κόμπος της ζωής διπλογυρνάει
κι η ηρωίδα της ταινίας στο φινάλε ξεψυχά.
Κλείνω την πόρτα, βάζω δίσκο στο πικάπ,
ν' ακούσω πάλι την μπαλάντα τρία κλικ αριστερά.

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

ΜΕ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ...ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ







Παλιά, πολύ παλιά, έπεσα κι εγώ στη λούμπα του ναρκισσισμού της μνήμης. Ευτυχώς, βγήκα. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι μόνο το τώρα έχει αξία, κι αυτό μετράει μοναχά, και μ' αυτό μετριέσαι κι εσύ, μόνο. Και σιχάθηκα τις μνήμες και τις κηδείες και το τι έκανα και πώς πέρασα και τι έζησα, και το να ζεις ονειροπολώντας, και το να τροφοδοτείς το υπερφίαλο εγώ σου με στιγμές και εμπειρίες, ή με πλάνα, σχέδια, όνειρα κι ελπίδες. Μπλιαχ, τι σιχαμερός τρόπος για να ζεις. Φρίκη. Μου αρκεί να είμαι έτοιμος για το παρόν και για τις πολλαπλές του εκδοχές και δυνατότητες - πώς το λέει ο Ρίτσος, να κοιμάσαι με τις μπότες στο κρεβάτι, ή κάπως έτσι.





Ενίοτε, όμως, έρχονται τα τραγούδια στα μούτρα σου, in your face, σπλάτερ στη μάπα. Κι απ' αυτά κανένας δεν ξέφυγε, με όσο παρόν κι αν μπουκώθηκε, ποτέ.

ηρ.οικ.