Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΤΟΥΛΙΑΤΟΣ: "Μ' ΕΝΑ ΚΥΜΒΑΛΟ ...ΑΛΑΛΑΖΟΝ;" (3)

Άνοιξα την πρώτη σχολή κρουστών στην Ελλάδα το 1988 μαζί με τον μπασίστα Θανάση Αρμυριώτη, και τον κρουστό Αντώνη Ποντίκη στο κτίριο του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου στον 3ο όροφο Σαπφούς 10 στη πλατεία Κουμουνδούρου. Έφερα από το σπίτι μου hi fi, ράφια, βιβλία, όργανα, δίσκους, καρέκλες, αφίσες, φωτογραφίες, τηλεόραση, Video κλπ. Αγοράσαμε από το μοναστηράκι γραφεία, τραπέζια, μοκέτες κλπ και από το τίποτα δημιουργήθηκε μια σχολή.

Από αυτή τη σχολή πέρασαν πολλοί. Μαζεύτηκαν 90 μαθητές σε ελάχιστο χρόνο από όλη την Ελλάδα. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκείνη την εποχή. Με τους μαθητές σε εκείνη την πρώτη σχολή είχε αναπτυχθεί μια πολύ ωραία σχέση. Πολλοί μαθητές που έκαναν μάθημα με διάφορους καθηγητές και που αργότερα γίναμε και φίλοι σπουδαίοι μουσικοί σήμερα. Κάποιοι μάλιστα με αποκαλούσαν πατέρα. Τέτοιες σχέσεις αναπτύσσω με τους μαθητές μου.

Δεν είχα στο μυαλό μου το τι έπρεπε ακριβώς να κάνω. Αυτό που ήθελα τουλάχιστον χωρίς πολλή σκέψη ήταν να βρω ένα χώρο να μελετάω και παράλληλα σε κάποιους που θα ήθελαν, να τους δείχνω ό,τι πιθανόν ήξερα!!. Κατέληξα πίσω από ένα γραφείο να οργανώνω την σχολή. (επιχειρηματικές συνέπειες!!!)

Η αλήθεια είναι ότι είχα πράγματα στο μυαλό μου για το πώς έπρεπε να παίζει κάποιος, για τη θέση (κοινωνική) του μουσικού (ντράμερ), για το πώς θα έπρεπε ενδεχομένως να σκέφτεται την ώρα που παίζει, πολύ περισσότερο για το γιατί και το διότι της σχέσης του ανθρώπου με την τέχνη.

Υπήρχαν ερωτήματα. Τι θα έπρεπε να μάθει κάποιος όταν αποφασίσει να σπουδάσει ντραμς;

Μόνο τεχνική; Ασκήσεις που αναπτύσσουν την ταχύτητα;

Και εάν ναι αυτό συνιστά σε τελευταία ανάλυση την καλλιτεχνική παιδεία ή την τεχνική εκπαίδευση; Τα σκεφτόμουν αυτά γιατί ήξερα ότι έτσι γινόταν μέχρι τότε. Στο χώρο της μουσικής σίγουρα. Βάση στους προβληματισμούς αυτούς ήταν και το ότι εγώ ήμουν αυτοδίδακτος και ήδη με όνομα στο χώρο μου και με εμπειρία πλούσια σε διαφορετικά είδη μουσικής.

***

Ένιωθα τη μουσική διαφορετικά, την αισθανόμουν παρά την γνώριζα, τη γευόμουν, τη ρουφούσα, την άφηνα να με διαπερνά, να με απογειώνει ή γιατί όχι να με ρίχνει. Ήμουν περισσότερο ακροατής (ακόμη και του εαυτού μου) παρά μουσικός.

Πριν υπηρετήσω την μουσική, μπορώ να πω πως σαν αίσθηση την ήξερα καλά.

Όταν έπαιζα πια μουσική, λειτουργούσα με τον ίδιο τρόπο. Ποτέ δεν ήμουν σίγουρος εάν ήμουν μουσικός με την καθιερωμένη έννοια ή εάν απλά έπαιζα με την μουσική.

Το σίγουρο ήταν ότι τα ντραμς για μένα αποτελούσαν ένα μέσο έκφρασης όπως το σώμα για τους χορευτές, ο λόγος για τους ηθοποιούς κλπ.

Ποτέ δεν ερμήνευσα το έργο κάποιου απόλυτα, πάντα εκφραζόμουν εγώ.

Τα έργα των άλλων τα θέματα, οι ιδέες, ήταν για μένα η πρώτη ύλη για να διαμορφώσω την προσωπική μου γλώσσα, το ύφος, την αισθητική, ο αυτοσχεδιασμός υπήρχε σαν σπέρμα στην ίδια μου την ζωή πάντα. Είμαι πολύ δημιουργικός άνθρωπος που παίρνω πάντα πρωτοβουλίες, που δεν βολεύομαι με ότι βρίσκω και ζητώ να αλλάζω τα πάντα. Και στην φυλακή να ήμουνα θα την μετέτρεπα σε κέντρο πολιτισμού. Γιαυτό στράφηκα στα ντραμς γιατί μου άφηναν περιθώρια ελευθερίας και αυτοσχεδιασμού, ή τουλάχιστον έτσι πίστευα εγώ. Έτσι με τα ντραμς, με την μουσική, ο αυτοσχεδιασμός έβρισκε γόνιμο έδαφος να εμφανιστεί, αλλά ασυνείδητα τυχαία, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό.

Για χρόνια απλώς έπαιζα, δεν είχα αρχή, μέση, τέλος. Δεν υπήρχε συνέχεια υπήρχα όμως εγώ, διαμορφωνόμουν μέσα από την επαφή. Δημιουργούσα σχέση μουσική; θεατρική; εικαστική; δεν ήξερα δεν μπορούσα να απαντήσω με σιγουριά. Ούτε τώρα μπορώ. Πολλές φορές πιστεύω ότι λειτουργώ σαν ηθοποιός ή χορευτής όταν παίζω. Έτσι κι αλλιώς την εικόνα μου την καταλαβαίνω από τους άλλους, από το πώς φτάνει στο κοινό.

***

Ήμουν τυχερός. Συνεργάτης με τον Θάνο Μικρούτσικο για πολλά χρόνια (μέχρι σήμερα κλείσαμε 31). Δημιουργός πολυεπίπεδος, που μου έδωσε ευκαιρίες να βρω δρόμους, να αρχίσω να συμμαζεύω όλο αυτό το υλικό, να πρέπει να το κατευθύνω. Ανέχτηκε όλους τους πειραματισμούς που έκανα πάνω στα τραγούδια του με τα κρουστά ή με ότι ηχοχρώματα έψαχνα. Αυτά γινόντουσαν σε περιοδείες σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό. Με εμπιστευόταν μου δημιουργούσε αυτοπεποίθηση, μου άφηνε χώρο για αυτοσχεδιασμούς, μου δημιουργούσε τις προϋποθέσεις να παρουσιάζω τις όποιες ιδέες μου. Έτσι έμαθα τρίφτηκα στην σκηνή, πήρα ρίσκα, ψάχτηκα, είχα μαγικές και καταστροφικές στιγμές. Εντέλει μεγάλωσα μουσικά με τον Θάνο, του οφείλω κυριολεκτικά αυτές τις στιγμές που με έκαναν να νιώσω μουσικός, να νιώσω τη σκηνή σπίτι μου το μοναδικό χώρο που μπορώ να αναπνέω ελεύθερα.

***

Μήπως έχασα χρόνια;

Από μια άποψη μπορεί ναι. Γιατί αυτά που έμαθα στα 35 χρόνια δουλειάς (σκληρής) ίσως θα τα είχα μάθει στα θρανία σε 3 ή 4 χρόνια. Άραγε όμως αυτό ισχύει πραγματικά;

Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο δρόμος της κωδικοποιημένης γνώσης είναι πάντα ο καλύτερος.

Τουλάχιστον δεν ξέρω εάν θα ήταν ο καλύτερος για μένα. Όλα αυτά που γνώρισα, που άγγιξα, οι απογοητεύσεις που χρειαζόντουσαν απαντήσεις, τα ρίσκα που απαιτούσαν κουράγιο και θάρρος, το κολύμπι στα βαθιά, η αργή αλλά σίγουρη συνειδητοποίηση των πραγμάτων που έβλεπα και που έπρεπε να εκφραστούν μέσα από τα ντραμς μου. Η γνώση που αποκτούσα από φίλους, συναδέλφους, μαθητές, δημιουργούς άλλων τεχνών, όπως χορευτές, εικαστικούς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, (που έχω συνεργαστεί κατά καιρούς).

Η κοινωνική, πολιτική, ιδεολογική, τοποθέτηση μου, που επίσης έβρισκαν διέξοδο στη μουσική.

Όλα αυτά και άλλα πολλά αποτέλεσαν το μαγικό κόσμο που έζησα και που έβρισκε σιγά – σιγά την θέση του μέσα στην καρδιά και το μυαλό μου και κατ’ επέκταση μέσα στα ντραμς.
Τα ντραμς ήταν συνέχεια όχι της τεχνικής μου αλλά της καρδιάς μου και πήγαινα με όχημα εκεί όπου με οδηγούσε η καρδιά μου.

Έτσι κάποια στιγμή μου φάνηκαν λίγα, μικρά, για να μπορέσουν να κουβαλήσουν όλο το υλικό που εγώ μάζευα όλα αυτά τα χρόνια.

Ήρθε λοιπόν και η στιγμή που έπρεπε να διδάξω;

Έφτιαξα την σχολή σαν χώρο προσωπικής μελέτης, όμως κάλυψα χωρίς να το πολυσκεφτώ μια μεγάλη ανάγκη της αγοράς.

Ήταν η πρώτη σχολή ντραμς και τζαζ μουσικής στην Ελλάδα, οργανωμένη όσο ήταν δυνατό.

Ήταν σχολή με τη γραφειοκρατία της, τη γραμματεία της, την υποδομή σε όργανα κλπ.

Έτσι βρέθηκα από τη μια στιγμή στην άλλη να διδάσκω και το χειρότερο να κάνω τον επιχειρηματία. Να διδάσκω και να καταλαβαίνω μέρα με την μέρα τις ελλείψεις. Στο μάθημα πρέπει να έχεις μεθοδικότητα, κωδικοποιημένη γνώση, ώστε να τη μεταδόσεις έτσι απλά, με δύο κουβέντες. Τα βασικά πράγματα, η τεχνική, είναι δεδομένα και θέλουν σύστημα για να τα διδάξεις, εξάσκηση που να προχωράει με συγκεκριμένα βήματα…. Να λύνει προβλήματα. Δυνατότητες τις οποίες δεν είχα, γιατί απλούστατα δεν είχα διδαχθεί ποτέ.

Εξάλλου ήταν μια σχολή η οποία τότε δεν είχε σύστημα συγκεκριμένο, ολοκληρωμένο.

Δεν είχε εκπαιδευτικούς στόχους, λογική, συνέπεια. Οι μαθητές όμως με έβλεπαν να παίζω (τότε ήταν η χρυσή εποχή των ISCRA – Γιώργος Φακανάς, Τάκης Φαραζής, David Lynch, Τάκης Μπαρμπέρης) και θέλανε να μάθουν από εμένα. Με ρωτούσαν τι είναι αυτό, τι το άλλο, γιατί έτσι κλπ. Και έπρεπε να μπορώ να απαντήσω. Ήταν μια μεγάλη ευκαιρία να συμμαζέψω τις γνώσεις μου.

Να ανακαλύψω αυτά που έκανα, να μάθω πως το έκανα, να απαντήσω πρώτα στον εαυτό μου. Ήταν μεγάλο σχολείο. Το σημαντικότερο που πέρασα ποτέ και μάλλον το μοναδικό. Οι ερωτήσεις των μαθητών μου, μου άνοιγαν δρόμους που δεν είχα φανταστεί.

Εκείνη την ίδια περίοδο είδα και τα πρώτα video που κυκλοφορούσαν με γνωστούς ντράμερ και ανακάλυπτα με πραγματική ικανοποίηση ότι ήμουν σε σωστό δρόμο, και ότι ο τρόπος που δίδασκα ήταν εντάξει παρόλο που και στα δύο ήμουν αυτοδίδακτος.

Η ανάγκη να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις στα τόσα χρόνια που έπαιζα και ίσως η απλή λογική ακόμα και το ένστικτο με οδήγησαν να έχω βρει το δρόμο μου χωρίς να μου δείξει κανείς τι και πώς. Τι μεγάλη ανακούφιση, όταν είδα ότι όλη η δουλειά που έκανα ήταν σωστή και το σημαντικότερο ότι αυτά που δίδασκα εκείνα τα δύο πρώτα χρόνια στη σχολή, ήταν στη σωστή κατεύθυνση.

Και όταν λέω σωστή κατεύθυνση εννοώ το βασικό τρόπο που πρέπει να διδάσκονται τα ζητήματα τεχνικής και όλα τα θέματα που αφορούν τη θέση του ντράμερ, την κίνηση, τη στάση του σώματος.

Πράγματα που κακώς κατά την γνώμη μου θεωρούνται ελεύθερα και προσωπική υπόθεση του καθένα. Τουλάχιστον όσο αφορά την εκμάθηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα.

Βέβαια τα ντραμς είναι ακόμη σε νηπιακή ηλικία και διαμορφώνεται η τεχνική συνεχώς μέχρι σήμερα, αλλά κάποια πράγματα μπορεί κανείς να τα θεωρήσει δεδομένα.

Όταν κάποιος μάθει τι πρέπει και πως πρέπει να το κάνει, μετά μπορεί να χρησιμοποιήσει την γνώση του και την τεχνική όπως θέλει. Αλλά το άλφα – βήτα πρέπει να είναι για όλους ίδιο.

Σήμερα καθαρά και κατανοητά στο μυαλό μου, τότε όχι. Όπως λέω και πριν δεν είχα μέθοδο και για αυτό εγκατέλειψα την διδασκαλία.

Συνειδητοποίησα ότι κουραζόμουν, επειδή δεν ήξερα τον τρόπο να προχωρήσω.

Έτσι εγκατέλειψα την διδασκαλία, πήρα καθηγητές να το κάνουν. Εκείνη η πρώτη σχολή απέκτησε ένα δυναμικό σημαντικών ντράμερς, κρουστών, και μουσικών της τζαζ δασκάλων που πέρασαν για λίγο ή περισσότερο από εκεί. Δεν αναφέρω ονόματα γιατί κάποιους θα ξεχάσω και δεν θέλω. (Η μνήμη θέλει εξάσκηση και δεν το έχω κάνει όπως πρέπει τα τελευταία χρόνια.)

Εγκαταλείποντας όμως την διδασκαλία αυτού του τύπου ανακάλυψα ότι μπορούσα να ασχοληθώ με γενικότερα ζητήματα, να δώσω κατευθύνσεις, να διδάξω με βάση την συνολική ιδεολογική μου άποψη για το παίξιμο, το ύφος, το περιεχόμενο.

Εξάλλου πιστεύω απόλυτα ότι ο μουσικός δεν είναι μηχανάκι τεχνικής, άλλά άνθρωπος με θέση, ανησυχίες, και ευαισθησίες, ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι.

Πράγματα που δεν είναι καθόλου δεδομένα στους μουσικούς, δυστυχώς. Μάλλον το αντίθετο.

Υπάρχουν πολλοί καλοί οργανοπαίχτες, «μουσικοί» που όμως εκτός από ταχύτητα και ικανότητες στο όργανο που παίζουν, δεν λειτουργούν σαν δημιουργοί, δεν σκέφτονται παραπάνω από τις νότες. Κάποιοι μπορεί να υποστηρίζουν ότι έτσι πρέπει να είναι. Σεβαστό αλλά δεν το δέχομαι.

Οι περισσότεροι μουσικοί είναι κυριολεκτικά αμόρφωτοι. Η ανάγκη για ανάπτυξη της τεχνικής και η πολύωρη καθημερινή μελέτη πάνω στο όργανο πολλές φορές αδυνατίζει την ανάγκη για διάβασμα και για ενασχόληση με γενικότερα ζητήματα κοινωνικά – πολιτικά. Πολλοί δεν διαβάζουν ούτε λογοτεχνία. Αρκετοί δεν μπορούν να μιλήσουν να εκφράσουν απόψεις.

Με αυτές τις σκέψεις αποφάσισα να διδάξω μαθητές πέρα από την τεχνική (που όμως θα έχουν πάρει τα απαραίτητα μαθήματα τεχνικής).

Έχοντας ήδη αναπτύξει ένα προσωπικό στυλ στο παίξιμο, άρχισα να το μεταφράζω, να το αναγνωρίζω, έτσι ώστε να μπορώ να διδάξω την ουσία του.

Από μικρός, ποτέ δεν άκουσα τη μουσική τεχνικά. Δεν ασχολήθηκα ποτέ με επιμέρους ζητήματα, δεν προσπάθησα να αναγνωρίσω ρυθμούς, στυλ, ύφος. Στα επιμέρους ζητήματα τεχνικής, ορολογιών, κλπ είμαι κυριολεκτικά άσχετος. Πάντα ο ήχος έφτανε σε μένα συναισθηματικά, ή με άγγιζε ή όχι.

Άκουγα μουσική χωρίς να την προσέχω, όταν άκουγα μουσική ταυτόχρονα έκανα διάφορες δουλειές, το υλικό το μάζευα μέσα στα βάθη του είναι μου. Έτσι γενικά, όταν χρειάστηκε να παίξω απλά ανέσυρα αυτό το υλικό, ακατέργαστο, και χωρίς να το αναλύσω, να το ψάξω, άρχισα να εκφράζομαι.

Έπαιζα τη διάθεση της μουσικής που άκουγα και όχι την ίδια τη μουσική.

Νίκος Τουλιάτος

Δεν υπάρχουν σχόλια: