Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

ΠΕΝΤΕ ΠΟΛΥ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ...


Σωτήρης Κακίσης

ΠΕΝΤΕ ΠΟΛΥ, ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ…








1.
Πρώτο απ’ όλα, με τη σειρά που η καρδιά μου τα τελευταία χρόνια το βάζει, το «Μην Απελπίζεσαι και δεν θ’ Αργήσει», το «Κάνε Λιγάκι Υπομονή» του Τσιτσάνη. Το τραγούδι που επί χρόνια πολλά μέσα μου στεκόταν όρθιο και με κράταγε, που με κρατάει πάντα, οι στίχοι του προπαντός, αλλά κι η μουσική του βέβαια, που μου στάθηκε, που μου παραστάθηκε στα δύσκολα, στα εύκολα –που συχνά είναι πιο δύσκολα από τα δύσκολα–, στη ζωή αυτή την παράξενη.

Εννοείται πως πιο πολύ μου αρέσει, με συγκινεί κι εμένα η τρομερή του εκτέλεση με τον Μπιθικώτση να το λέει, όπως είπε κι ο ίδιος πριν το πει άλλωστε, «σαν ύμνο», με την Καίτη Γκρέυ, με τον Σαββόπουλο και την Ελευθερία μαζί τους φωνές δεύτερες, αλλά τέλεια οι τέσσερίς τους εδώ συγκερασμένοι. Κι αυτή η εκτέλεση επί πλέον, για κάποιον λόγο ακόμα πιο βαθιά μου αισθηματικό, μου ξαναθυμίζει της Οπισθοδρομικής Κομπανίας τον τότε προς το μέλλον τρόπο, την ευθεία που τα παιδιά της Οπισθοδρομικής αρχές της Δεκαετίας του ’80 είχαν μυστικά βρει και βαδίσει, με χαρά και νιάτα ολόφρεσκα μπολιάζοντας τόσα προηγούμενα αριστουργήματα της μουσικής αυτής, τα κλασικά αλλά και σύγχρονα διαρκώς τραγούδια της.




1. Κάνε λιγάκι υπομονή –1948


(στίχοι και μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης)

Μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει,

κοντά σου θα ’ρθει μια χαραυγή,
καινούργια αγάπη να σου ζητήσει.
Κάνε λιγάκι υπομονή.

Διώξε τα σύννεφα απ’ την καρδιά σου
και μες στο κλάμα μην ξαγρυπνάς.
Τι κι αν δε βρίσκεται στην αγκαλιά σου,
θα ’ρθει μια μέρα, μην το ξεχνάς.

Γλυκοχαράματα θα σε ξυπνήσει
κι ο έρωτας σας θ’ αναστηθεί.
Καινούργια αγάπη θα ξαναρχίσει,
κάνε λιγάκι υπομονή.


Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Καίτη Γκρέυ, Διονύσης Σαββόπουλος, Ελευθερία Αρβανιτάκη:


***



2.
Το «Ήρθε Βοριάς, Ήρθε Νοτιάς» μετά, του Μάνου Χατζιδάκι. Το μεγάλο αυτό τραγούδι εν τη απλότητί του, με τη θεϊκή σχεδόν λιτότητά του, αλλά και με του Χατζιδάκι την υπερβατική σχεδόν πάντα έμπνευση και δημιουργία. Οπωσδήποτε κι αυτό (ίδε και σε άλλο κείμενό μου εδώ, στο «Μάνος Χατζιδάκις –20 χρόνια σαν σήμερα» για ’κείνο το ενώπιόν μας αστείο γεγονός) με τη φωνή του ίδιου τραγουδισμένο, οριστικά δοσμένο. Όπου, ούτε η αδυναμία του να προφέρει το ρω σημαίνει κάτι αρνητικό, αντιθέτως: σαν να πλουτίζει κι άλλο, για κάποιον άγνωστο λόγο το τραγούδι. Ούτε το γεγονός ότι ο Χατζιδάκις τραγουδιστής δεν ήταν έχει καμιά σημασία εδώ, αντιθέτως πάλι: οι αδυναμίες του δύναμη, δυνάμεις αγγέλων, πολλών μαζί…






2. Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς –1963


(στίχοι: Γιάγκος Αραβαντινός,
μουσική: Μάνος Χατζιδάκις) 

Αγάπη μου, σε γύρευα
σ’ αυγή και σε φεγγάρι,
και στα ψηλά τα σύννεφα
σε γύρευα τυφλός.

Μα ήρθε ο καιρός, ήρθε η βροχή
κι η δροσερή σου χάρη…
Αγάπη μου, σε γύρεψα
γιατί ήσουν ουρανός.

Κι αν ο Θεός που σ’ έπλασε
με μιαν ευχή μεγάλη
να ’χεις αστέρι στα μαλλιά
και μια χρυσή καρδιά–

Στ’ αλώνια ευθύς υψώθηκε
το χρυσαφένιο στάρι
κι η αγάπη μου μ’ αγάπησε
γιατί ήμουν ουρανός.

Αγάπη μου, πώς σ’ έχασα,
πώς η καρδιά μου εστάθη
και τα πουλιά σ’ αρπάξανε
μες στην πολύ βροχή;

Ήρθε νοτιάς, ήρθε βοριάς,
το κύμα να σε πάρει,
αγάπη μου, που μού ’φυγες
γιατί ήσουν ουρανός.



Μάνος Χατζιδάκις:



***


3.

Τρίτο μου, πολυαγαπημένο, ολόγλυκο, για μένα μαγευτικό κι εξαίσιο, το «Απ’ της Ζέας το Λιμάνι» του Γιάννη Παπαϊωάννου στους στίχους του Τσάντα, που η ψυχή μου εντός του πάντα απογειώνεται, πάντα θα γιορτάζει. Μέχρι σημείου να απαντήσω σ’ εκείνον τον δημοσιευμένο μας διάλογο για την Ποίηση με τον Γιαννάκη μου τον Βαρβέρη, τον αυστηρό και απόλυτο συνήθως, πως εμένα μόνο μια φράση από το τραγούδι αυτό μου φτάνει να πάρω μαζί μου, το «Χτες το βράδυ σε μια βάρκα μπήκαμε να πάμε τσάρκα. Απ’ της Ζέας το λιμάνι μέχρι το Πασαλιμάνι. Στο πανί στεκόσουν μόνη, εγώ κρατούσα το τιμόνι», μαζί με το « Όλ’ η ζωή μια λάμψη!», από το «Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου» του Ελύτη. Τίποτε άλλο, κανένα άλλο ποίημα, ή στίχο…







Με την Πόλυ Πάνου να το λέει κι αυτή υπέροχα μετά τον Παπαϊωάννου, σαν χάρακας κι εκείνη συναισθηματικός, η Πόλυ Πάνου που πρόλαβα και συνεντευξίασα για το «Δίφωνο» και τη συμπάθησα πολύ κι από κοντά, τη μεγάλη κι αυτήν της λαϊκής μας μουσικής Κυρία. Που τη βρήκε σ’ ένα δέντρο πάνω, μικρό κορίτσι στης Πάτρας τα Ψηλαλώνια, να τραγουδάει, να κελαηδάει μια φορά κι έναν καιρό ο Μπιθικώτσης, λέει.


3. Απ’ της Ζέας το λιμάνι –1946

(στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης,
Μουσική: Γιάννης Παπαϊωάννου)


Χτες το βράδυ σε μια βάρκα
μπήκαμε να πάμε τσάρκα.
Απ’ της Ζέας το λιμάνι
μέχρι το Πασαλιμάνι.

Στο πανί στεκόσουν μόνη,
εγώ κρατούσα το τιμόνι.
Πρίμα φύσαγε τ’ αγέρι
στ’ ανοιχτά για να μας φέρει.

Ελαφρό ήτανε το κύμα
κι ο καιρός φυσούσε πρίμα.
Ώσπου ξαναήρθα πάλι

στου Περαία το λιμάνι…


Πόλυ Πάνου:


***

4.
«Ο γλάρος»: ο γλάρος του Χατζιδάκι με του Αλέκου Σακελλάριου τους ακριβέστατους ποιητικά στίχους, από την «Αλίκη στο Ναυτικό». Κάθε φορά που ξανα-απολαμβάνω το τραγούδι αυτό θυμάμαι, για κάποιο λόγο άγνωστό μου πάλι, και τη φράση που είχε πει ένας ντόπιος Αντιπαριώτης, παιδί τότε στα γυρίσματα της «Μανταλένας» στο νησί, στον Τζίμη Πανούση, εννοώντας τον Μάνο Χατζιδάκι: «Είχε έρθει κι ένας νεαρός …παχουλός τότε κι είχε κουβαλήσει κι ένα πιάνο εδώ, και κάτι μουσικές προσπαθούσε όλη μέρα να …σκαρώσει»!






Ο Φοίβος ο Δεληβοριάς, το παιδί αυτό το πολύ πια δικό μου, το λέει κατ’ εμέ ετούτο το τραγούδι όσο καλύτερα γίνεται, όσο πιο πολύ μπορεί να με συγκινήσει και να μ’ αρέσει. Κι εδώ δεν θέλω να πω και για τους επίσης τόσο κι ακόμα περισσότερο δικούς μου άλλους γλάρους, αυτούς του Πάνου Γαβαλά του «Ξεκινάμε, πάμε στ’ Ανοιχτά», πάλι με την Οπισθοδρομική Κομπανία σε καιρούς άλλους, και την Ελευθερία…

4. Ο γλάρος –1961

(στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος,
μουσική: Μάνος Χατζιδάκις)


Μια βάρκα ήταν μόνη της σε θάλασσα γαλάζια

κι ήτανε κι ένας γλάρος με ολόλευκα φτερά.
Κι όλο την κοντοζύγωνε για να της κάνει νάζια
και τις φτερούγες του έβρεχε στα γαλανά νερά.

Και ζήλεψα τη βάρκα τη μικρή τη χιονάτη,
που της φιλούσε ο γλάρος το κατάλευκο πανί.
Και νιώθω σαν βαρκούλα στα γαλάζια τα πλάτη
που όλο περιμένει κάποιο γλάρο να φανεί…

Ένα γεράνι κόκκινο λουλούδισε στη γλάστρα
κι ήρθε μια πεταλούδα που πετούσε σαν τρελή.
Και ποιος να ξέρει άραγε τι του ’πε η ξελογιάστρα
κι εκείνο εκοκκίνισε ακόμα πιο πολύ…

Και όλο συλλογιέμαι τα φτερά τ’ ανοιγμένα,
αλλά το τι να είπαν δεν το βρίσκω, ομολογώ.
Ποιος άραγε το ξέρει να το πει και σε μένα;
Ας τ’ άκουγα από σένα κι ας κοκκίνιζα κι εγώ!

Χθες το φεγγάρι ασήμωσε της λεύκας μας τα φύλλα,
που στέκονταν ακίνητη εκεί στην ερημιά.
Κι όταν ο μπάτης φύσηξε της ήρθε ανατριχίλα
κι αμέσως τρεμουλιάσανε τα φύλλα τα ασημιά.

Και όλο συλλογιέμαι, συλλογιέμαι πως κάτι,
πρέπει να είπε ο μπάτης μυστικό μες τα κλαδιά.
Ας τ’ άκουγα από σένα τα λογάκια του μπάτη,
κι ας ένιωθα να τρέμει σαν τα φύλλα η καρδιά!


Φοίβος Δεληβοριάς:


***

5.
«Ένα Σπίρτο στο Τραπέζι Πήρε Μόνο του Φωτιά», του Γκάτσου οι στίχοι οι ιδανικοί με του Χατζιδάκι πάλι την έντονη μαγεία. Και για το τραγούδι το άριστο αυτό πώς το λέγαμε στις παρέες μας κάποτε, κάτι έχω ξαναγράψει πρόσφατα (ίδε «Περαστικά, Λουκιανέ» στον Μετρονόμο και στα Μουσικά Προάστια). Αλλά με τον Μητσιά και τη Γαλάνη στον αιώνα τον άπαντα προβλέπω πως δεν θα το χορταίνω, πως πάντα θα θέλω να το ακούω, πως πάντα θα το αγαπώ εκ βάθους καρδίας.





5. Ένα σπίρτο στο τραπέζι –1976

(στίχοι: Νίκος Γκάτσος,
μουσική: Μάνος Χατζιδάκις)


Ένα σπίρτο στο τραπέζι
πήρε μόνο του φωτιά,

κι άρχισε η φωτιά να παίζει
στην τρελή σου τη ματιά.

Σπίθα πάνω, σπίθα κάτω,

ποιος να πάρει μυρουδιά,
κι όταν ήρθε το Σαββάτο
μου ’χες κάψει την καρδιά…

Ένα σπίρτο στο τραπέζι,
τα ’καν’ όλα ρημαδιό,
κι ένα γέλιο τρεμοπαίζει
στα χειλάκια σου τα δυο…

Σπίθα πάνω, σπίθα κάτω,
δεν αντέχω πια ντροπές,
με φιλιά σε καλοπιάνω,
με πληρώνεις μ’ αστραπές.

Πας για να βγάλεις το άχτι σου,
μα δε θα γίνω στάχτη σου.
Κι αν μ’ έκαψες, κι αν μ’ έκαψες
να μ’ αγαπάς δεν έπαψες.


Μανώλης Μητσιάς, Δήμητρα Γαλάνη:





Θα πείτε; Μα τόσα τραγούδια, κι αυτό, και τ’ άλλο, δεν τα θυμήθηκες, δεν τα θυμάσαι, Σωτήρη; Όλα τα θυμάμαι, και τα πιο κοντινά τους, και τα πιο ελαφρά, και τα πιο βαριά, κι όχι βέβαια μόνο τα δικά μας, τα ελληνικά. Αυτά όμως πιο πολύ θυμάμαι τώρα, σε δική μου, ιδιαίτερη κατάταξη, Χριστούγεννα που είναι, και τα κορίτσια κι οι έρωτές μου, και τα παλιά και τα καινούργια, γύρω μου συχνά σαν επίμονες οπτασίες ξανάρχονται. Και ξανασυναντώ σε κάθε τραγούδι καθεμιά τους και καθετί, στα λίγα τραγούδια εδώ, αλλά για μένα πολλά, πάρα πολλά, τα πολύ, πάρα πολύ αγαπημένα μου.

Κόσμους ολόκληρους δηλαδή, ζωή ως τώρα μεγάλη, πολύπλοκη, αλλά και ήρεμη ξαφνικά, σαν περίληψή της πλήρης, απλή.


ΠΗΓΗ:

Δεν υπάρχουν σχόλια: