Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗΣ: "ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΗ ΜΕΡΑ" (ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠ' ΤΟ VAKXIKON.GR)

Μια νύχτα τη μέρα, ποίηση, Σωτήρης Κακίσης, 2016


1.

μουσικές. στην πόλη παντού μουσικές πάλι, χοροί, έρωτες. κι εγώ μες στη μέση σαν το σκυλί, να γαυγίζω στις διαδηλώσεις ανήσυχος, να μάχομαι σαν τον σκύλο στον Μαραθώνα σκυλίσια, δαγκώνοντας άγρια όποιον δω τους αγαπημένους μου να χτυπάει, να τραυματίζει. αλλά οι μουσικές μουσικές, και σαν χορός αυτή η μάχη, σαν δύο-δύο όλοι τους προς τα κάπου ν’ αλαφροπατάνε, όχι προς τη Γη μέσα, όχι προς το χώμα που πατούμε, μέσα του όλοι δεν θα μπούμε. γιατί και κυπαρίσσι να ’μουνα ψηλό και ήσυχο, κι όχι αυτός ο σκύλος μια ζωή ο άγριος, το ίδιο δεν θα ’κανα; με τον Θεό τον άχρηστο δεν θα τα ’βαζα; κατά πάνω του δεν θα πήγαινα;

2.

θα το πιεις ένα ποτήρι, θα το πιεις. δεν μπορείς αφού κερνάω ν’ αρνηθείς. δεν μπορεί κανένας ν’ αρνηθεί ένα ποτήρι κρασί, ένα ποτήρι αίμα. γιατί εκεί μέσα πολλών κορμιών η κίνηση, βλεμμάτων χιλιάδων η απάνεμη περαίωση. γιατί εκεί μέσα, τι άλλο να σκεφτώ, ο κόσμος όλος, φθινόπωρο από σταφύλι ο κόσμος νερό ξανθό, κόκκινο, νερό μαύρο. από κληματαριά ο κόσμος χωρίς αυλές διαμερίσματα, χωρίς χαρά ταράτσες μόνο, ακάλυπτοι χώροι αφύτευτοι, σκονισμένοι. ποτήρια μετά κι από μας βρώμικα, άδεια.

3.

και μετά, μετά τι; μετά, ό,τι και πριν: να μην είμαι, να μην ξέρω για του πατέρα μου την προηγούμενη ζωή τίποτα, να μην ξέρω τη μάνα μου! μετά, η τρομερή φασαρία σιωπής απόλυτης, όλα μαζί τίποτα, χέρια και πόδια κάτω από το χώμα σαν ύφασμα, όλο και πιο μέσα στη Γη τα μάτια, τ’ αυτιά, τα πόδια μου. χωρίς χρώματα μετά, το πράσινο αόρατο, το κίτρινο σαν γυναίκα σε ιστορίες αστυνομικές νεκρό, σκοτωμένο, και μόνο το κόκκινο χωρίς πρόβλημα επιτέλους μαύρο, μόνο το αίμα ξανά αδιάφορο. μετά, άλλος λαός μέσα εκεί, άλλος πλανήτης το ίδιο ξένος μέσα μου.

4.

πάλι φεγγάρι ανάποδα στον ουρανό. πάλι το φωτεινό πρόσωπο του ηδονοβλεψία της Γης μέσα από τις γρίλιες τα σύννεφα, δίπλα στα φώτα του δρόμου του, του Γαλαξία ο σκληρός συνεταίρος, του Διαστήματος ο πιο ύποπτος για μας γείτονας, ο πιο επίμονα απόμακρος. αλλά και πάλι: εγώ το συμπαθώ, το συμπαθώ το φεγγάρι. και μόνο το έντονό του θηλυκό παρελθόν, και μόνο που σε τόσες άλλες γλώσσες δεν είναι ακόμα ουδέτερο, και μόνο που όλο και κάτι εδώ δίπλα κάνει πάντα, εμένα με συγκινεί, το σκέφτομαι. δεν το ντρέπομαι πια το φεγγάρι, ας στέκεται έτσι αμήχανο πάντα στον άχρηστο ουρανό.

5.

και δίπλα η Πούλια. ή ο Αυγερινός. ή ο πατέρας μου. ή η μάνα μου. τι κάνουν εκεί πάνω, μέρα μεσημέρι μες στη νύχτα, μεσάνυχτα με τόσο ήλιο γύρω τους; δεν έχουν χρώματα, το βλέπω. ούτε μιλάνε πια. όλη τους η ζωή τώρα ένα φως, πολύ κι αυτό, κι άγνωστο. όλα τους τα πλούτη η αγάπη ετούτη: να βλέπω, να τους βλέπω εκεί, στην αυλή τη σχολική του Στερεώματος, τον πατέρα μου με την Πούλια, τη μάνα μου με τον Αυγερινό, σε χορό κι αυτοί ακίνητο σαν της Σελήνης, σαν του Φεγγαριού αθώο, με τις νότες όλες προσοχή για χάρη τους, με τις μουσικές ήρεμες πια, υπνοβάτες οι τέσσερίς τους με τα χέρια ίσια μπροστά απλωμένα όπως στα φιλμ. κι ο Αυγερινός πιο πολύ πατέρας μου και μάνα μου πια κι από την Πούλια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: