Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΑΝΤΙΛΑ




Μιχάλης Τσαντίλας:
"Υπάρχει πράγμα που κοχλάζει, νομίζω"


του Ηρακλή Οικονόμου

Με δύο δίσκους στο ενεργητικό του - "Σκιά στο μυαλό" (2012) και "What you see is just a lie" (2015) - έχει ενταχθεί από την κριτική στην ελληνική αντεργκράουντ σκηνή, έχει επαινεθεί για το μελωδικό ενδιαφέρον της δουλειάς του, έχει επιδοκιμαστεί για τον συναισθηματισμό του, και έχει επικριθεί για την επιλογή του να ερμηνεύει ο ίδιος τα τραγούδια του. Το σίγουρο είναι ότι ο σκοτεινός ηλεκτρονικός κόσμος του περσινού αγγλόφωνου EP αποκαλύπτει έναν ευαίσθητο και ταλαντούχο δημιουργό, πλάι στον ευφυή μουσικοκριτικό. Ο κύριος Μιχάλης Τσαντίλας!


Τι μεσολάβησε από τη «Σκιά στο μυαλό» μέχρι το ‘What you see is just a lie’ σε προσωπικό καλλιτεχνικό επίπεδο; Ποια τα νέα ερεθίσματα, και ποιες οι αναζητήσεις;

Μεσολάβησαν πολλά... Το σημαντικότερο ήταν ότι είδα την κόρη μου να μεγαλώνει και ότι άρχισα να διαλέγομαι μαζί της. Στα καλλιτεχνικά, η κυκλοφορία του Σκιά Στο Μυαλό με έβαλε στη διαδικασία να φτιάξω μπάντα και να βγω να παρουσιάσω ζωντανά τα τραγούδια μου – διαδικασία που μου έμαθε πολλά. Επίσης,  εντατικοποιήθηκε η ενασχόλησή μου με την μουσική δημοσιογραφία, πράγμα που σήμανε πολύ περισσότερη και συστηματικότερη ακρόαση νέας (και ευρύτερης γκάμας) μουσικής.

Μια βασική αλλαγή συνίσταται στην αποκλειστική ενασχόληση με τον αγγλικό στίχο. Βρίσκεστε περισσότερο στο στοιχείο σας εδώ; Ευρύτερα, είναι τελικά τα αγγλικά η «φυσική» γλώσσα της ροκ μουσικής;

Όχι, δεν θα έλεγα ότι βρίσκομαι περισσότερο στο στοιχείο μου με τον αγγλικό στίχο – όχι πια, τουλάχιστον. Απλώς, τα τραγούδια του What You See Is Just A Lie προέρχονται από την ίδια σοδειά με εκείνα του Σκιά Στο Μυαλό, είναι δηλαδή παλιά τραγούδια, που έγραψα τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, ήμουν ακόμα στο ξεκίνημά μου και, λόγω και των ακουσμάτων μου, μου προέκυπτε πολύ εύκολα ο αγγλικός στίχος. Περνώντας τα χρόνια, όμως, αυτό σταδιακά έπαψε να συμβαίνει και άρχισε να βγαίνει αβίαστα αποκλειστικά η μητρική μου γλώσσα. Σε ό,τι αφορά την «φυσική» γλώσσα της ροκ μουσικής, ναι, θεωρητικά θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η αγγλική, από τη στιγμή που αυτή η μουσική γεννήθηκε στην Αμερική. Αλλά το φαινόμενο, από το ξεκίνημά του κιόλας, παγκοσμιοποιήθηκε (μέσω του σινεμά και των Μ.Μ.Ε.), οπότε ήταν επόμενο οι νεολαίες διαφόρων περιοχών της υφηλίου να το οικειοποιηθούν εύκολα και γρήγορα. Επομένως, όσο κι αν κάποιοι διαφωνούν με όρους όπως «ελληνικό ροκ» ή «ελληνόφωνο ροκ», εγώ τους βρίσκω δόκιμους.

Επίσης, ο ήχος σας είναι σαφώς πιο «ηλεκτρονικός» εδώ, σε αντίθετη με μια πιο «ακουστική» αίσθηση του πρώτου σας δίσκου. Αυτό έχει να κάνει μόνο με τον εκάστοτε συνεργάτη σας - Παρίσης, Χριστοδούλου - ή αντανακλά και μια δική σας επιλογή; Και πού οφείλεται αυτή;

Η δική μου βασική επιλογή είναι να μην έχω στεγανά. Κι είναι μια επιλογή που έχω κάνει από πολύ νωρίς, από τότε που άκουσα το “Tomorrow Never Knows” των Beatles ή το OK Computer των Radiohead ή τον Βραχνό Προφήτη του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Οι ήχοι που παράγονται με ηλεκτρονικά μέσα, εν προκειμένω, είναι ιδιαίτερα συναρπαστικοί και εν πολλοίς ανεξάντλητοι, και προσφέρουν μια επιπλέον ηχοχρωματική παλέτα, ιδιαίτερα ευπροσάρμοστη στο όποιο γούστο. Αλλά πράγματι, στους δίσκους μου θέλησα να εμπιστευθώ τον εκάστοτε συνεργάτη μου. Κι έτσι ο πρώτος βγήκε παραπάνω παραδοσιακά κιθαριστικός απ’ ό,τι θα τον έκανα εγώ, κι ο δεύτερος παραπάνω ηλεκτρονικός. Αλλά αυτή είναι, νομίζω, η ουσία της συνεργασίας: να αφήνεις τον άλλον να συμβάλλει ουσιαστικά, να δει το υλικό σου ως (και) δική του υπόθεση. Μόνο έτσι υπάρχουν πιθανότητες να ανέβει επίπεδο το αποτέλεσμα.

Αν κάποιος ήθελε να ακολουθήσει τη νοητή γραμμή που καταλήγει στα τραγούδια σας, ποιους καλλιτέχνες και ποια συγκροτήματα θα του λέγατε να ακούσει; Και τι βρήκατε, και τι εκτιμήσατε στη κάθε «πηγή» σας;

Ήδη ανέφερα τους Beatles, τους Radiohead και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και θα προσέθετα τον Bob Dylan, τους Blur, τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Φοίβο Δεληβοριά. Θα μπορούσα να αναφέρω πολλούς ακόμα και να μιλήσω πολύ για τα προσόντα καθενός. Το βασικότερο ατού όλων, πέραν της ικανότητάς τους στην τραγουδοποιία, είναι, νομίζω, η διάθεσή τους να μην «βολευτούν» στις κατακτήσεις τους και να αναζητήσουν την ανανέωση των εκφραστικών τους μέσων. Να αποδράσουν από τις «παρέες» τους, εν ολίγοις. Αυτό είναι που θαυμάζω και που θα ήθελα να ακολουθήσω.



 


Κοινό στοιχείο και πηγή έμπνευσης των τραγουδιών σας παραμένει μια αίσθηση μελαγχολίας και εσώτερης μοναξιάς - ενδεικτικά, το πρώτο τραγούδι του δίσκου τιτλοφορείται ‘alone again’. Θα ήσασταν διατεθειμένος να ξεφορτωθείτε την μοναχικότητα, αν μπορούσατε, διακινδυνεύοντας όμως έτσι την ίδια σας την τέχνη;

Η μελαγχολία και η μοναξιά νομίζω είχαν να κάνουν κυρίως με την ηλικία και την ψυχοσύνθεσή μου την εποχή που έγραφα τα τραγούδια αυτά. Μιλάμε δηλαδή για τις σκέψεις και τους προβληματισμούς ενός ανθρώπου μεταξύ 20 και 25 ετών. Τώρα γράφω κάπως διαφορετικά. Πάντως δεν παίρνω τον εαυτό μου τόσο πολύ στα σοβαρά ώστε να θεωρώ ότι υπάρχει οτιδήποτε να διακινδυνεύσω. Είμαι ανοιχτός σε προκλήσεις και στο να δοκιμάσω πράγματα και συνεργασίες. Αλλά νομίζω είμαι εκ φύσεως πιο κοντά στη συνθήκη του singer-songwriter, εκείνου δηλαδή που γράφει και τραγουδάει μόνος τα τραγούδια του.

Είναι αλήθεια ότι η αυτή συνθήκη του «τραγουδοποιού» τείνει να παγιωθεί στο ελληνικό τραγούδι. Πώς εξηγείτε αυτή την τάση; Και για σας προσωπικά τι σημαίνει να ερμηνεύετε εσείς τα τραγούδια που γράφετε;

Η συνθήκη του τραγουδοποιού είναι, κατ’ αρχάς, παλιά ιστορία – αρχαία, θα έλεγα. Και στο ελληνικό τραγούδι έχει παγιωθεί, νομίζω, από την δεκαετία του 1980. Ως τάση θα μπορούσε να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Θα μπορούσε, π.χ., κάποιος να πει ότι έχει να κάνει και με την «εποχή του ατομισμού». Εκτός αυτού, όταν κανείς θέλει να βάλει στην τέχνη του τον εαυτό του, να την χρησιμοποιήσει, δηλαδή, ως εργαλείο εξομολογητικό και επικοινωνιακό, και όχι απλώς για να φτιάξει κάτι όμορφο που θα αρέσει στους άλλους, είναι επόμενο να μην θέλει να «νερώσει» την προσωπική ματιά του στο πρωτογενές υλικό με κάτι εξωγενές. Με την ευκαιρία, προτείνω ένα σχετικό βιβλίο (δυστυχώς υπάρχει μόνο στα αγγλικά, απ’ όσο ξέρω), το οποίο ρίχνει φως στο όλο θέμα και έχει ιδιαίτερα ταιριαστό υπότιτλο: Dark Mirror: The Pathology Of The Singer-Songwriter. Σε ό,τι με αφορά, το να τραγουδάω είναι κάτι που κάνω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και είναι κάτι απίστευτα θεραπευτικό και αναζωογονητικό για μένα. Όταν συνδυάζεται και με ένα απόλυτα δικό μου γλωσσικό και μουσικό κείμενο, αποκτά ακόμα μεγαλύτερο νόημα: γίνεται ένα εργαλείο αυτο-ψυχανάλυσης, κατά κάποιον τρόπο. Φυσικά, δεν δηλώνω τραγουδιστής και γνωρίζω τους φωνητικούς περιορισμούς μου. Έτερον εκάτερον.

Εκτός από την καλλιτεχνική σας ιδιότητα, δραστηριοποιήστε και στον χώρο της μουσικής δημοσιογραφίας και της ραδιοφωνικής παραγωγής. Η δημιουργία μουσικής μπορεί να συνυπάρξει με τη δημιουργία λόγου περί μουσικής, ή υπάρχει ένταση μεταξύ τους;

Μπορούν να συνυπάρξουν αυτά τα δύο, το έχει αποδείξει αυτό το πλήθος των αντίστοιχων περιπτώσεων. Ενδεικτικά αναφέρω τον Robert Schumann, πολύ επιδραστικό συνθέτη, που ήταν και σημαντικός κριτικός. Αλλά και η ένταση που αναφέρετε, υπάρχει. Στην δική μου περίπτωση, αυτή μεταφράζεται σε μια αδυναμία να κάνω και τα δύο ταυτόχρονα. Όταν, δηλαδή, φτιάχνω τραγούδια, η διάθεσή μου για την δισκοκριτική εξασθενεί – και το αντίστροφο. Σιγά-σιγά καταφέρνω να τα ισορροπώ, πάντως. Ή έτσι νομίζω...

Πιο απλά και πρακτικά, πώς διαχειρίζεστε π.χ. μια συνέντευξη ή μια δισκοπαρουσίαση κάποιου που μπορεί να είναι μελλοντικός συνεργάτης σας ή παλαιός φίλος, ή απλά συνάδελφος και συνοδοιπόρος σας;

Όποτε είναι δυνατόν, αποφεύγω να κριτικάρω δουλειές φίλων ή συνεργατών. Στην περίπτωση που χρειαστεί, τους αντιμετωπίζω όπως τον οποιονδήποτε – νομίζω ότι έχω τον τρόπο να το καταφέρνω αυτό. Οι συνεντεύξεις, από την άλλη, είναι πιο απλή και ανώδυνη διαδικασία, αλλά κι εκεί πρέπει να κρατώνται κάποιες ισορροπίες. Πάντως, θεωρώ ότι είναι λάθος η άποψη ότι αν γνωρίζεσαι με κάποιον δεν μπορείς να είσαι έντιμος όταν τον κριτικάρεις. Απλώς είναι τόσα πολλά τα παραδείγματα γραφιάδων που «την είδαν» παραγοντίσκοι και αυλικοί, ή κατακεραυνωτές από την άλλη, ώστε έχει χαθεί λίγο η μπάλα και το μέτρο. Αυτό, όμως, νομίζω είχε να κάνει με το ήθος τους και τις αχόρταγες φιλοδοξίες τους, κι όχι απαραίτητα με το αν γνώριζαν ή όχι τον καλλιτέχνη για τον οποίο έγραφαν.

Σαν μουσικοκριτικός, λοιπόν, πώς θα περιγράφατε και πώς θα αξιολογούσατε την κατάσταση της μουσικής στην Ελλάδα το 2016; Ποιες είναι οι βασικές τάσεις;

Κατά τη γνώμη μου, η κατάσταση, από την άποψη της δημιουργικότητας, είναι πολύ καλή. Σίγουρα υπάρχουν τα γνωστά προβλήματα που έφερε – και άλλα που επιδείνωσε – η κρίση. Και σίγουρα η ηχητική φρεσκάδα και πολυχρωμία που εισήγαγε η αγγλόφωνη σκηνή δεν έχει μεταφραστεί ακόμα σε πολλούς σπουδαίους δίσκους. Αλλά υπάρχει πράγμα που κοχλάζει, νομίζω. Σε ό,τι αφορά τις τάσεις, νομίζω ότι τα πλέον ενδιαφέροντα και ζωντανά πράγματα έχει κανείς περισσότερες πιθανότητες να τα βρει στις παρυφές του mainstream – είτε μιλάμε για τζαζ, είτε για hip-hop, είτε για metal.

Κι αν σας ζητούσε κάποιος να του πείτε τις 5-10 καλύτερες νέες δουλειές των τελευταίων 2-3 χρόνων, ποιες θα ήταν αυτές; Τι πρόσφατο σας συγκίνησε;

Από πρόσφατες κυκλοφορίες, θα ανέφερα τα άλμπουμ 38τ.μ. του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη και Το Καλοκαίρι Του Άχυρου του Δημήτρη Βεριώνη. Και η Βαβέλ της Νατάσσας Μποφίλιου έχει κάποια πολύ ωραία τραγούδια. Ο Νέγρος Του Μοριά, επίσης, σέρβιρε μια ενδιαφέρουσα hip-hop πρόταση με το Ακούγοντας Και Μαθαίνοντας. Από τις δύο προηγούμενες χρονιές, θα προσέθετα τα άλμπουμ: Πλανωδία του Σείριου Σαββαΐδη, Δηλητήριο Ποτισμένο Από Αγάπη του Λάμπρου Παπαλέξη, Γιάν Βαν του Jan Van De Engel, Θα Το ‘Κανα Ξανά του Ορέστη Ντάντου, Η Επόμενη Μέρα των Λάμδα, Άλφα Ζεύγος του Νίκου Χαλβατζή, Αισθηματική Ηλικία του Δημήτρη Μαραμή, Once Part Of A Whole Ship των Egg Hell... Είναι σίγουρο ότι αφήνω πάρα πολλά απ’ έξω...

Ένα παιδάκι στο εξώφυλλο, ένας ώριμος κύριος στο οπισθόφυλλο. Ποιο από τα δύο υπήρξε κρισιμότερο αίτημα για σας: η παιδικότητα ή η ωριμότητα, εν τέλει;

Νομίζω ότι αυτό που θα ήθελα είναι κομματάκι κλισέ: να ωριμάζω, χωρίς να χάσω τον παιδικό ενθουσιασμό μου για τα πράγματα που αγαπώ και για εκείνα τα ωραία που θα ανακαλύψω στον δρόμο.

‘black rain’s gonna make a mess, ain’t no kind of blessing or curse’. Δεν είναι ευλογία, δεν είναι κατάρα, τι είναι τελικά κύριε Τσαντίλα αυτή η μαύρη βροχή που έρχεται - αν δεν είναι ήδη εδώ;

Πολύ θα ήθελα να πω ότι το τραγούδι αυτό γράφτηκε με το μυαλό στην Χρυσή Αυγή και στην άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη και αλλού... Δυστυχώς το έφτιαξα τόσο παλιά που δεν μπορώ πια να είμαι σίγουρος για την αφορμή και το νόημά του. Φυσικά μπορεί κανείς να το αναγνώσει όπως θέλει. Πάντως, η «μαύρη βροχή» δεν έρχεται, είναι ήδη εδώ και μας έχει κάνει τόσο μούσκεμα, που πλέον την έχουμε συνηθίσει, φοβάμαι...

Θα συστήνατε κάποια ομπρέλα να προφυλαχθούμε; Ή μήπως να βραχούμε ελεύθερα;

Μιλώντας γενικά και όχι ειδικά, θα έλεγα να βραχούμε, να λερώσουμε τα χέρια μας, να τολμήσουμε, να παλέψουμε, να δοκιμάσουμε, να οραματιστούμε – ως πρόσωπα και ως κοινωνία. Αλλά δεν αισιοδοξώ ιδιαίτερα ότι αυτό θα κάνουμε τελικά.

Τα τέσσερα τραγούδια του ‘What you see is just a lie’ θα πολλαπλασιαστούν σύντομα; Τι ετοιμάζετε για τα επόμενα, δισκογραφικά και άλλα;

Σίγουρα θα πολλαπλασιαστούν, αφού υπάρχουν ήδη πολλά τραγούδια στο συρτάρι, και άλλα που γράφονται αυτό τον καιρό. Το «σύντομα» βέβαια είναι κάτι σχετικό και σε κάθε περίπτωση αβέβαιο. Καλά να είμαστε, να κάνουμε τη «δουλειά» σωστά – όπως τη θέλουμε δηλαδή. Κι ας αργήσουμε.


2 σχόλια:

Dimitris είπε...

Εξαιρετική συνέντευξη!
Και ένα μεγάλο ευχαριστώ (και ελαφρύ κοκκινισμα)για την αναφορα σε μενα!
Δημήτρης Βεριώνης

χ.ζ. είπε...

Ωραία τα λέει…«Καλά να είμαστε, να κάνουμε τη «δουλειά» σωστά – όπως τη θέλουμε δηλαδή. Κι ας αργήσουμε.»
Χρήστος Ζάχος