Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗΣ: "Η ΚΙΘΑΡΑ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΧΩΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ"

Ένα βαρυσήμαντο κείμενο του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη από την έκδοση Master Class - Μισός Αιώνας Έλληνες Κιθαριστές (2005, Eros Music), το οποίο ευγενικά μας παραχώρησε ο ίδιος. Η παρούσα είναι και η τελική, αναθεωρημένη εκδοχή του κειμένου. Ευχαριστώ θερμά τον κορυφαίο μας μουσικοκριτικό, και καλό κιθαριστικό καλοκαίρι σε όλους.
ηρ.οικ.






Η ΚΙΘΑΡΑ ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΧΩΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Η κιθάρα υπήρξε κυρίαρχο όργανο στην αρχαία Ελλάδα. Η μορφή της βεβαίως ήταν εμφανώς διαφορετική από τη μορφή της σύγχρονης κιθάρας. Ωστόσο παρά το ότι στη σύγχρονη εποχή η κιθάρα δεν είναι το εθνικό μουσικό όργανο των Ελλήνων, είναι αναμφίβολα το πλέον αγαπητό τους. Η σχέση του Έλληνα με την κιθάρα ήταν ανέκαθεν σχέση αγάπης, αφού το μουσικό αυτό όργανο είναι απόλυτα ταιριαστό με τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία του. Ο σύγχρονος Έλληνας βρήκε σε αυτήν έναν πιστό μουσικό σύντροφο, αλλά και ένα ιδανικό μέσο έκφρασης. Μέχρι όμως να απαλλαγεί η κιθάρα από συμπλεγματικούς χαρακτηρισμούς του τύπου «λαϊκό όργανο» ή «όργανο συνοδείας» πέρασε από σαράντα κύματα. Στις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίζεται ως όργανο απαραίτητο τόσο στην επτανησιακή νυκτωδία όσο και στην αθηναϊκή καντάδα. Αλλά και στ’ αντίπερα του Αιγαίου ο ήχος της εμπλουτίζει το Σμυρναίικο Τραγούδι, που υπήρξε ο πρόδρομος του ρεμπέτικου, και δεν λείπει από τις περίφημες Εστουδιαντίνες της Σμύρνης και της Πόλης. Στο πρώιμο ρεμπέτικο συναγωνίζεται σε δημοτικότητα τα εξ ανατολής έγχορδα, ενώ δεν είναι λίγοι οι αφοσιωμένοι σε αυτήν ρεμπέτες (όπως, λόγου χάριν, ο περίφημος Γιώργος Κατσαρός [Θεολογίτης] [1888 – 1997]). Απαραίτητη είναι και στις διάφορες μαντολινάτες και στο ελαφρό και στο λαϊκό τραγούδι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η κιθάρα λειτουργεί ως όργανο ρυθμού και συνοδείας, εξ ου και η … κακή φήμη της.

Ως λόγιο ή συναυλιακό όργανο είναι μάλλον ανύπαρκτο στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Διδάσκεται περίπου … παράνομα με ανορθόδοξες τεχνικές που αποσκοπούν στη δημιουργία κιθαρωδών-συνοδών παρά σολίστ. Ελάχιστοι οι δάσκαλοι του τότε (μνημονεύουμε ενδεικτικά τον Νίκο Ιωάννου και τον Νίκο Πατρώνα) και με ήσσονος σημασίας έργο. Ωστόσο πριν από το 1950 πέρασαν τη μουσική τους εφηβεία οι τρεις κιθαριστές και δάσκαλοι, οι οποίοι αξιοποιώντας τη διεθνή καθιέρωση της κιθάρας, που επετεύχθη χάρη στην προσφορά και την προσωπικότητα του Αντρές Σεγκόβια[1], έμελλε να θεμελιώσουν και να χτίσουν το κραταιό οικοδόμημα της Ελληνικής Σχολής Κιθάρας, που η εμβέλειά της έφτασε μέχρι τα πέρατα της οικουμένης. Τους αναφέρουμε με ηλικιακή ιεράρχηση: Χαράλαμπος Εκμεκτσόγλου (1913 – 1990), Γεράσιμος Μηλιαρέσης (1918 - 2005), Δημήτρης Φάμπας (1921 – 1996). Καθένας από αυτούς έβαλε το ανεκτίμητο λιθαράκι του ώστε να στεριώσει η τέχνη της (κλασικής) κιθάρας στον τόπο μας. Δεν πρέπει να λησμονήσουμε πάντως και τον εκ Κωνσταντινουπόλεως Ανδρέα Παλαιολόγο, ο οποίος με τη σεμνή και διακριτική προσφορά του, στις δεκαετίες του 1960 και 1970 κυρίως, συνέβαλε ουσιαστικά στην καθιέρωση και εξέλιξη της κλασικής κιθάρας στον τόπο μας.

Ο Χαράλαμπος Εκμεκτσόγλου ήταν ο πρώτος που ονομάστηκε επισήμως καθηγητής κιθάρας (Ελληνικό Ωδείο, 1945). Διακρίθηκε περισσότερο για το παιδαγωγικό του έργο (μαθητές του υπήρξαν μεταξύ άλλων οι Σπύρος Θωμάτος, Παναγιώτης Ιωάννου, Δημήτρης Καμαρωτός, Κώστας Κοτσιώλης, Γιάννης Μαυρέας, Δημήτρης Νικητός, Άγγελος Νικολόπουλος, Γιώργος Παζαΐτης, Ανδρέας Παπαδάτος, Γιώργος Σακελλαρίου), χωρίς να αμελήσει την ερμηνεία και τη σύνθεση. 

Ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης πήρε το δίπλωμά του από το Ελληνικό Ωδείο το 1947 και έκτοτε άρχισε την παράλληλη δραστηριότητα του σολίστ (εντός και εκτός Ελλάδας), του παιδαγωγού και του συνθέτη και μεταγραφέα-διασκευαστή. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας κιθαριστής που μαθήτευσε στον Σεγκόβια (1950-53) στη Μουσική Ακαδημία Κιτζάνα στη Σιένα της Ιταλίας, ο πρώτος που ηχογράφησε για το ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας), ο πρώτος που συνέπραξε ως σολίστ με ορχήστρα (1960, με τη Συμφωνική του ΕΙΡ το Κοντσέρτο του Μάριο Καστελνουόβο-Τεντέσκο και αρχιμουσικό τον Βύρωνα Κολάση). Αναμφίβολα στη δεκαετία του 1950 ήταν κυρίαρχος. Από τους πολλούς μαθητές του αναφέρουμε ανθολογώντας τους Γιάννη Ηλιόπουλο, Σπύρο Θωμάτο, Παναγιώτη Καλατζόπουλο, Στάθη Μιχαλόπουλο, Γεράσιμο Πυλαρινό, Νάνα Σιμοπούλου, Βασίλη Τενίδη, Νίκο Φρουδαράκη. 

Ο Δημήτρης Φάμπας είχε πρώτο δάσκαλο τον Νίκο Ιωάννου. Πήρε το δίπλωμά του από το Εθνικό Ωδείο το 1953 και την επόμενη χρονιά άρχισε να διδάσκει σε αυτό. Και αυτός διακρίθηκε στις παράλληλες δραστηριότητες του ερμηνευτή (πολυάριθμα τα ρεσιτάλ του, τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό), του παιδαγωγού, του συνθέτη και του διασκευαστή-μεταγραφέα. Από το 1955 έγινε και αυτός μαθητής του Σεγκόβια αλλά και του Εμίλιο Πουχόλ. Ήταν ο πρώτος Έλληνας κιθαριστής που ερμήνευε με νύχια στο δεξί χέρι – από το 1944. Οργάνωσε στο Εθνικό Ωδείο σχολή κιθάρας η οποία έγινε ξακουστή. Από το 1958 μάλιστα οι μαθητές του έδιναν ετήσιο συλλογικό ρεσιτάλ, γεγονός πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα. Ήταν ο πρώτος Έλληνας κιθαριστής ο οποίος ηχογράφησε ολόκληρο δίσκο μακράς διαρκείας (LP) με σόλο κλασική κιθάρα. Ο δίσκος ονομαζόταν Ο Φάμπας παίζει Θεοδωράκη - Χατζιδάκι (RCA Victor LPMG 14) και εκδόθηκε το 1965. Είναι ο μόνος Έλληνας σολίστ ο οποίος έχει δώσει ατομικό ρεσιτάλ στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (1965). Πολλοί από τους μαθητές του βραβεύτηκαν σε διεθνείς διαγωνισμούς κιθάρας – μέχρι το 1982 είχαν διακριθεί σε 19 τέτοιους διαγωνισμούς! Από τους πολυάριθμους μαθητές του αναφέρουμε ενδεικτικά τους Ευάγγελο Ασημακόπουλο, Κώστα Γρηγορέα, Λίζα Ζώη, Γιώργο Κερτσόπουλο, Ελευθερία Κοτζιά, Ειρήνη Κώνστα, Βασίλη Μαστοράκη, Νότη Μαυρουδή, Βαγγέλη Μπουντούνη, Κυριάκο Τζωρτζινάκη, Μιχάλη Τραυλό, Μάρκο Τσέτσο. 

Οι ανωτέρω μνημονευόμενοι δάσκαλοι, οι μαθητές τους αλλά και οι μαθητές των μαθητών τους προκάλεσαν μιαν απρόσμενη κιθαριστική ανθοφορία στον ελλαδικό χώρο. Η Ελληνική Σχολή Κιθάρας την οποία δημιούργησαν προκάλεσε και προκαλεί το θαυμασμό και το σεβασμό σε όλη την οικουμένη. Αυτή τη Σχολή θέλησε να τιμήσει η παρούσα έκδοση. Το πρόγραμμα ακρόασης δομήθηκε έτσι ώστε να καλύπτει ολόκληρη σχεδόν τη μεγάλη κοινότητα των Ελλήνων κιθαριστών· χωρίς προκαταλήψεις και με λιγοστές εξαιρέσεις. Φιλοδοξία της έκδοσης είναι να αποτελέσει μια ιστορική σύνοψη-πανόραμα της κιθαριστικής τέχνης στην Ελλάδα. Συμβάλλουν σε αυτό με τα ηχογραφήματά τους τρεις γενιές κιθαριστών. 

Όπως προαναφέρθηκε ο πρώτος αμιγώς κιθαριστικός ελληνικός δίσκος εκδόθηκε το 1965. Αξίζει όμως να αναφέρουμε μια δισκογραφική έκδοση της προηγούμενης χρονιάς, μια και αυτή έχει άμεση σχέση με την κλασική κιθάρα και τα εξιστορούμενα. Πρόκειται για το δίσκο Δεκαπέντε Εσπερινοί του Μάνου Χατζιδάκι. Ο σπουδαίος έλληνας τραγουδοποιός και συνθέτης ενορχήστρωσε, για το έργο του αυτό, με τον τρόπο της μουσικής δωματίου, δεκαπέντε γνωστά τραγούδια του και τα παρουσίασε σε οργανική μορφή για δυο κλασικές κιθάρες, άρπα, κοντραμπάσο και πιάνο. Οι δυο κιθαριστές οι οποίοι συμμετείχαν στην ηχογράφηση ήσαν ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης και ο Δημήτρης Φάμπας. Αποτελεί η ηχογράφηση αυτή μοναδική πολύτιμη μαρτυρία της ερμηνευτικής τους συνύπαρξης, μια και οι πορείες τους ήσαν ανταγωνιστικές.

Ο Δημήτρης Φάμπας έχει υπογράψει και το δεύτερο ελληνικό δίσκο με σόλο κλασική κιθάρα, ο οποίος εκδόθηκε λίγο μετά τον πρώτο – την ίδια χρονιά 1965. Σε αυτόν εμφανίζεται και ως ερμηνευτής και ως συνθέτης όπως προσδιορίζει και ο τίτλος του Ο Φάμπας παίζει Φάμπα (RCA Victor LPMG 19). Την επόμενη χρονιά εκδόθηκε σε δίσκο (LYRA 3552) η μουσική την οποία είχε συνθέσει ο Νίκος Μαμαγκάκης για την ταινία του Τάκη Κανελλόπουλου Η εκδρομή. Το έργο συντίθεται από μουσική για σόλο κιθάρα και δυο τραγούδια για φωνή και κιθάρα. Κιθαριστής ήταν ο Γεράσιμος Μηλιαρέσης. Δυο χρόνια αργότερα, το 1968, εμφανίζεται η πρώτη δισκογραφημενη μαρτυρία της τέχνης του κιθαριστικού ντουέτου στη χώρα μας. The art of two guitars (PHILIPS 630131) το όνομα της έκδοσης και ερμηνευτές η Λίζα Ζώη και ο Ευάγγελος Ασημακόπουλος, οι οποίοι από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 είχαν αρχίσει μια ζηλευτή διεθνή σταδιοδρομία που συνεχίζεται αδιαλείπτως μέχρι τις μέρες μας. Θεμελίωσαν μάλιστα μεγάλη παράδοση ελληνικών ντουέτων. 

Αυτά ήσαν συνοπτικά τα πρώτα βήματα της κιθαριστικής δισκογραφίας στη χώρα μας. Από τότε μέχρι σήμερα πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι. Η τέχνη των Ελλήνων κιθαριστών αποτυπώθηκε σε πολλούς δίσκους. Όχι μόνον ελληνικής αλλά και διεθνούς παραγωγής από εταιρείες οι οποίες διατηρούν μιαν αξιοσέβαστη θέση στο παγκόσμιο δισκογραφικό στερέωμα. Προς επιβεβαίωση αναφέρουμε τις BIS, NAXOS, CHANDOS, GHA. Και φθάνουμε στο απρόσμενο σήμερα, οπότε, στην προ και μετά γιορταστική περίοδο - Χριστούγεννα 2004–Πρωτοχρονιά 2005 - κατεγράφησαν στον τόπο μας 7 (ναι επτά) νέες δισκογραφικές εκδόσεις κιθαριστικού ενδιαφέροντος!!! Η πλέον πρόσφατη από αυτές, προϊόντος του 2005, είναι αυτή την οποία υπογράφει ο Κώστας Γρηγορέας. Κιθάρα σε ελληνικό τρόπο το όνομά της, και εκδόθηκε από τη νεοσύστατη εταιρεία του TIMBRO. Από την πρώτη ελληνική έκδοση με κιθάρα του 1965, έως τη σημερινή του 2005 πέρασε πολύς χρόνος που η διαδρομή του ορίζεται από πολλούς-πολλούς αξιομνημόνευτους σταθμούς. Και από τον πρασβύτερο από τους μνημονευόμενους στην έκδοση Χαράλαμπο Εκμεκτσόγλου (1913 – 1990), έως τον νεώτερο Γιώργο Μπεχλιβάνογλου (γενν. 1974) η αλυσίδα είναι πολύ μεγάλη και προσδιορίζεται από πάρα πολλούς και γερούς κρίκους. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι ακαδημαϊκές σπουδές της κιθάρας νομιμοποιήθηκαν στη χώρα μας μόλις το 1987. Μέχρι τότε και η κιθάρα και οι κιθαριστές τελούσαν υπό καθεστώς … παρανομίας.

Δυστυχώς ο Χαράλαμπος Εκμεκτσόγλου και ο Ανδρέας Παλαιολόγος δεν κατέλιπαν δισκογραφημένα ηχογραφήματα· κάποια ανεπίσημα που έχουν εντοπιστεί δεν τεκμηριώνουν, ούτε δικαιώνουν την προσφορά τους. Γι αυτό και η τέχνη τους απουσιάζει από το πρόγραμμα ακρόασης της έκδοσης. Η έκδοση ωστόσο δεν περιορίζεται στις δισκογραφημένες μαρτυρίες. Υπάρχουν ερανίσματα από προσωπικά αρχεία, από ανέκδοτες ηχογραφήσεις που στοιχειοθετούν, μαζί με τα λοιπά, ένα μοναδικό για τη χώρα μας – ίσως και παγκοσμίως – σχεδιασμό. Πέντε από τα συμπεριληφθέντα ηχογραφήματα δεν έχουν δισκογραφηθεί ποτέ. Ανάμεσά τους αυτά των δυο πρωτοπόρων Γεράσιμου Μηλιαρέση («Αραβικό καπρίτσιο» του Φρανθίσκο Τάρρεγκα, ηχογραφημένο στο ΕΙΡ το 1961) και Δημήτρη Φάμπα (οι χοροί από την Ελληνική Σουίτα «Τσάμικος» - από ρεσιτάλ στο Βατικανό το 1970 - και «Καραγκούνα» - από ηχογράφηση στο ΕΙΡ το 1959). Οργανώνεται έτσι μια επιτομή ηχογραφημάτων των Ελλήνων κιθαριστών που εκτείνεται από το 1959 έως το 2005. Και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι οι πρώτες σοβαρές και οργανωμένες προσπάθειες για τη δημιουργία και ανάπτυξη ελληνικού κιθαριστικού δυναμικού έγιναν από τους προμνημονευθέντες πρωτεργάτες στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τότε η έκδοση δικαίως επαγγέλλεται Μισό αιώνα Ελλήνων κιθαριστών.  


Αθήνα Ιούνιος 2005

Γιώργος Β. Μονεμβασίτης
Κριτικός και Ιστορικός Μουσικής


[1] Η σωστή προφορά είναι Σεγόβια, χρησιμοποιούμε ωστόσο το καθιερωμένο Σεγκόβια

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Η ΣΩΣΤΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ




Και μ' αυτό λέω να βγάλω το φετινό καλοκαίρι. Γιατί καλά τα μενεξιά και τα χρυσαφένια και ο βυθός και τα νερά, αλλά ακόμα καλύτερα τα τραγούδια τους!

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

"ΛΑΪΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ" - ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ

Χρόνια πολλά αναρωτιέμαι ποιος να είναι άραγε ο βιομηχανικός χώρος που η Χαρίκλεια Μυταρά απεικονίζει στον πίνακα που βρέθηκε στο εξώφυλλο των "Λαϊκών Προαστίων". Σήμερα το πρωί, μια δυνατή φωτογραφία του Σπύρου Σταβέρη στη Lifo δίνει μάλλον την απάντηση!




Χαρίκλεια Μυταρά, εξώφυλλο δίσκου "Λαϊκά Προάστια" - 1980






Σπύρος Σταβέρης, "Πειραιώς. Το Γκάζι" - 1982



Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΤΙΑΝΑ ΖΩΓΡΑΦΟΥ




Τατιάνα Ζωγράφου: «Να παίρνουμε ελπίδα απ’ τα παιδιά που σώθηκαν»


τη συνέντευξη έλαβε ο Ηρακλής Οικονόμου
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ)


Ο Μάκης Γκαρτζόπουλος - που πολύ εμπιστεύομαι την άποψή του - έχει γράψει γι’ αυτήν: «Η Ζωγράφου φαίνεται να εκμεταλλεύεται τη διδακτική της εμπειρία για να αντλήσει τη θεματολογία που θα χρησιμοποιήσει για να μιλήσει στα παιδιά. Δεν υποψιάζεται απλά τους κώδικες με τους οποίους θα επικοινωνήσει με τους μικρούς ακροατές· τους γνωρίζει ήδη μέσα απ’ την καθημερινή ενασχόλησή της με τα παιδιά και αυτό φαίνεται να την απελευθερώνει και να της επιτρέπει να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στα μέσα με τα οποία θα το καταφέρει. Και αυτά δεν είναι άλλα από τις λεπτές και γεμάτες ευαισθησία μελωδικές γραμμές που χρησιμοποιεί για να ολοκληρώσει τα τραγούδια».

Η κυρία Τατιάνα Ζωγράφου, σημαντικότατη εκπρόσωπος αυτού του δύσκολου είδους που αποκαλούμε «παιδικό τραγούδι», μιλά στον Μετρονόμο για τον νέο δίσκο της «Μια νότα μού χτυπά το τζάμι», τον κόσμο της μουσικής και των παιδιών, και τα χάλια των μεγάλων.


Πώς σας …χτύπησε το τζάμι ο τελευταίος δίσκος σας, κυρία Ζωγράφου;

Πολλές φορές ακόμη και οι οικείοι μου αναρωτιόνται πότε αποφασίζω να ξεκινήσω έναν δίσκο! Είναι σαν βόμβα μεγατόνων μέσα μου που φωνάζει «Τώρα!». Και έτσι ξεκινώ. Ξεκαθαρίζω τους στίχους που με εμπνέουν και αμέσως πάω στο πιάνο μου. Μετά στον ενορχηστρωτή που αυτή τη φορά ήταν ο Δημήτρης Μπουζάνης. Κάνουμε μια πρόχειρη ηχογράφηση και με βάση αυτήν απευθύνομαι στον ερμηνευτή που πιστεύω ότι θα ταίριαζε σε  κάθε τραγούδι. Μου αρέσουν οι πολυσυμμετοχικοί δίσκοι.

Παπακωνσταντίνου, Θηβαίος, Μάνου, Γιαννάτου… Πάντα αναρωτιόμουν πώς έχετε πάντα σε ετοιμότητα την αφρόκρεμα των ελλήνων τραγουδιστών για τους δίσκους σας!

Νομίζω ότι τώρα πια είναι αρκετά γνωστή η προσπάθεια που κάνω στο παιδικό τραγούδι. Οι καλλιτέχνες ανταποκρίνονται όταν τους αρέσει πολύ ένα τραγούδι. Και μόνο τότε. Δεν υπάρχει κανένας μεσάζων στην πρώτη συνάντηση ερμηνευτή-τραγουδιού. Αυτός άλλωστε είναι και ο κύριος λόγος που είμαι πολύ περήφανη για τις συμμετοχές τόσων καταξιωμένων τραγουδοποιών και  ερμηνευτών στους δίσκους μου.

Αλήθεια, ποιος είναι περισσότερο παιδί απ’ τους ερμηνευτές με τους οποίους έχετε συνεργαστεί;

Μια φυσική απλότητα που φέρνει στο νου παιδικότητα είχε ο  Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Νομίζω ότι στ’ αλήθεια στο δικό του παράθυρο χτύπησε η πρώτη μου νότα που οδήγησε σε αυτόν τον δίσκο.... Αλλά και πολλοί άλλοι από τους τραγουδιστές, σαν μαγεμένα παιδιά έμοιαζαν ώρες-ώρες.  

Ποια είναι η διαφορά του «γράφω μουσική» απ’ το γράφω «μουσική για παιδιά»;

Κυρίως στην επιλογή του στίχου. Να είναι εύληπτος για τα παιδιά αλλά ταυτόχρονα να λέει κάτι σε μένα που δεν είμαι πια παιδί. Έτσι θα γεννηθεί η μελοποίηση και μετά ένα ολόκληρο τραγούδι. Η «εξωστρέφεια» του τραγουδιού δεν έχει τόση σημασία όσο λένε οι «απ’ έξω». Τα παιδιά μπορούν αγαπήσουν εξίσου ένα χαρούμενο ρυθμικό κομμάτι με ένα αργό και «ρομαντικό», αρκεί να τα αγγίξει βαθιά μέσα τους.

Και εκτός φυσικά απ’ τα δικά σας έργα, ποιοι δίσκοι θα βρίσκονταν στην ιδανική για σας δισκοθήκη παιδικού τραγουδιού; Ποιοι και γιατί;

Από τη νεώτερη γενιά τραγουδοποιών αγαπάω τον Αγησίλαγο του Δημήτρη Μπασλάμ, Τα τραγουδάκια γάλακτος της Μέλπως Χαλκουτσάκη, τον Κόσμο ανάποδα του Άγγελου Αγγέλου και φυσικά τον Τεμπέλη Δράκο του αγαπητού Γιώργου Χατζηπιερή. Ωστόσο το αγαπημένο μου τραγούδι του Γιώργου είναι από τη μουσική του για μια θεατρική παράσταση Οι τρεις πριγκίπισσες…  και το διδάσκω κάθε καλοκαίρι στα παιδιά! Λέει ο στίχος «Καλό είναι το σχολειό, καλοί οι καθηγητές, μα από όλα το καλύτερο οι διακοπές.., στις αμμουδιές ξυπόλητοι και ρέστοι, να λιώνουμε σα βούτυρο απ’ τη ζέστη!» Από τα παλαιότερα φυσικά σημείο αναφοράς μου είναι η Λιλιπούπολη, ξεχωρίζοντας ιδιαίτερα τα τραγούδια του Νίκου Κυπουργού και της Λένας Πλάτωνος αλλά και το Μήλα μου για μήλα του Σταύρου Παπασταύρου. Επίσης αγαπώ τα τραγουδοπαίχνιδα του Νίκου Θοδωρίδη.






Παλιά όλα τα καθωσπρέπει παιδιά έπρεπε να κάνουν πιάνο. Τώρα μου φαίνεται ότι πρέπει να κάνουν μουσικο-κινητική αγωγή… Μήπως έχει υπερεκτιμηθεί η παιδαγωγική χρησιμότητά της μουσικής, σαν μόδα ας πούμε;

Όπως τα λέτε είναι. Εμένα όσον αφορά στην παιδαγωγική της μουσικής με αφήνει αδιάφορη οτιδήποτε δεν διαμορφώνεται υπό το πρίσμα της αληθινής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Τώρα ανοίγουμε μια μεγάλη συζήτηση. Λ.χ. εάν μια πανέμορφη μελωδία με βοηθήσει να ενεργοποιήσω τους μαθητές μου στο να ασκηθούν στο ρυθμό χτυπώντας παλαμάκια τότε την χρησιμοποιώ. Αν πάλι κάτι που είναι για πέταμα τα ενεργοποιήσει στο ρυθμό, ε, δεν το χρησιμοποιώ, εννοείται!

Και φροντίζετε η μουσική σας να σας είναι χρήσιμη και στις παιδαγωγικές σας ασχολίες;

Δεν μου αρέσει να συσχετίζω τα τραγούδια μου με τη «χρήση» τους στο σχολείο. Εγώ συνθέτω με όρους σύνθεσης ή τουλάχιστον προσπαθώ. Φυσικά είναι υπέροχο να φτάνουν στα σχολεία, τι καλύτερο για την δουλειά μου! Αλλά άλλο το «φτιάχνω» κάτι που ξέρω ότι μπορεί να το χρησιμοποιήσουν οι δάσκαλοι και άρα να πουλήσει και άλλο το να εμπνέομαι ως συνθέτρια από τον λόγο και δημιουργώ τον δικό μου μουσικό κόσμο  Η μουσικοκινητική αγωγή, όταν γίνεται μονοδιάστατα, μπορεί και αυτή - παρά την επίφαση της 'ενεργητικής συμμετοχής' - να καταλήξει ως ακόμη μια στείρα μέθοδος.

Σας ενοχλεί που η ενασχόλησή σας με το παιδικό τραγούδι ίσως έχει επισκιάσει την υπόλοιπη συνθετική εργασία σας, όπως π.χ. τον δίσκο «Μ’ έναν τρόπο μυστικό»;

Πιο πολύ με προβληματίζει θα έλεγα. Βλέπουμε ότι όταν έρχονται στο φως δουλειές για παιδιά από επώνυμους καλλιτέχνες στο χώρο των ενηλίκων γίνονται αμέσως αποδεκτές αλλά το κυριότερο έχουν πολύ μεγάλη προβολή από τα μέσα ακόμη και αν δεν είναι αντάξιες των δισκογραφικών εργασιών τους που απευθύνονται σε «μεγάλους». Αυτό σημαίνει ότι από τη μία κάπως άκριτα προβάλλεται κάτι χωρίς να έχει αξιολογηθεί η ποιότητα του, και από την άλλη ίσως είναι μια ένδειξη της υποβαθμισμένης θέσης που έχει μέσα μας το παιδικό τραγούδι. Εγώ πάλεψα πολύ όλα τα χρόνια να φτιάξω κάτι που να απευθύνεται στα παιδιά, τολμώντας να προσπαθώ να έχει μια αυτόνομη καλλιτεχνική αξία. Και το κοινό μου το γνωρίζει αυτό. Όμως όταν κάνω κάτι  διαφορετικό – «μη-παιδικό» - δεν έχει μεγάλη προβολή και έτσι η πληροφορία δεν φτάνει στους ακροατές μου. Το «Μ’ έναν τρόπο μυστικό» όσο αντέξαμε να το παίζουμε live πήραμε θετικότατες κριτικές αλλά αυτό φαίνεται δεν ήταν αρκετό. Εγώ την αγαπάω αυτή τη δουλειά μου. Με βοήθησε σε αυτή πολύ και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης με τη συμμετοχή του αλλά και όλοι οι καλλιτέχνες που συμμετείχαν, ο Κώστας Βόμβολος, ο ζωγράφος Χρήστος Κεχαγιόγλου και άλλοι πολλοί. Η έκδοση είναι εξαίρετη από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο αλλά η δουλειά δεν πήγε καλά εμπορικά.

Αναφέρατε τον Χρήστο Κεχαγιόγλου. Η δισκογραφία σας συνοδεύεται συχνά κι από την εικαστική επιμέλειά του. Τι σας έλκει στη συνύπαρξη μουσικής και ζωγραφικής; Και πώς έγινε η συνάντηση με τον συγκεκριμένο εικαστικό;

Χαίρομαι γι αυτή την ερώτηση γιατί αγαπώ τον Χρήστο και είμαστε αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον. Ωστόσο σε αυτή τη νέα μου εργασία δεν συνεργαστήκαμε επειδή άλλαξα εκδότη. Οι μέχρι τώρα δίσκοι μου είχαν ταυτιστεί με τις συγκεκριμένες εκδόσεις. Με τον Χρήστο είμαι βέβαιη ότι θα ξανασυνεργαστούμε στην επόμενη δουλειά μου για μεγάλους εφόσον και ο ίδιος το επιθυμεί. Με ελκύει η μυστική «ομορφιά» που βασανίζεται τόσα χρόνια να αποδώσει στη δουλειά του. Είναι βαθιά ρομαντικός αλλά και αισιόδοξος ζωγράφος, τουλάχιστον έτσι τον νιώθω εγώ.

Τι σας προσέφερε η παραμονή σας στην Αγγλία, εκτός από τις τυπικές μεταπτυχιακές σπουδές σας;

Γνώσεις και πολλά σημαντικά ερεθίσματα, και ακόμα την πίστη ότι μπορώ να επιβιώσω μόνη μου, να προσπαθώ για την ελευθερία, και να κάνω όνειρα για το μέλλον. Πολλά χρωστάω σε εκείνη αυτή τη χρονιά που ήμουν στην Αγγλία. Ένα από αυτά είναι η οικογένειά μου αφού εκεί γνώρισα τον Πάνο Κανελλόπουλο, τον άντρα μου. Μαζί σπουδάσαμε Μουσική Παιδαγωγική, μαζί πήγαμε σε πολλές, πάρα πολλές συναυλίες στο Λονδίνο, μαζί ταξιδέψαμε και κολυμπήσαμε στα παγωμένα νερά της Μάγχης. Το ότι είμαστε ακόμη μαζί αποτελεί για μένα πηγή σταθερότητας στη ζωή μου και δύναμης. Ξέρετε όταν μεγαλώνεις δυο παιδιά, τίποτε από αυτά δεν είναι αυτονόητο.

Σας απασχολεί ότι μπορεί σε μερικά χρόνια αυτά να ακούνε λαϊκο-ποπ; Δεν το λέω ελιτίστικα. Αναρωτιέμαι απλά αν το μουσικό κριτήριο του νέου ανθρώπου μπορεί να καλλιεργηθεί, ή αν η δύναμη της μίμησης και της διαφήμισης είναι αχτύπητη.

Πιστεύω ότι πολλοί νέοι που είναι καλλιεργημένοι πηγαίνουν αρχικά σε τέτοιες μουσικές εκδηλώσεις πιο πολύ γιατί δεν θέλουν να απομονωθούν από τις παρέες τους. Δεν φταίει η διαφήμιση. Η διαφήμιση τέτοιων μουσικών προϊόντων για να επηρεάσει έναν νέο πρέπει αυτός να μην έχει καμία απολύτως καλλιέργεια και κανένα μουσικό κριτήριο. Είναι κάτι περισσότερο μιμητικό. Ωστόσο, εκεί κατά τη διάρκεια του show δεν διασκεδάζουν όσο οι υπόλοιποι. Αργότερα θέλω να πιστεύω ότι βρίσκουν έναν πιο προσωπικό δρόμο με λιγότερους ίσως φίλους αλλά που τους γεμίζει περισσότερο. Όσον αφορά τα μικρά παιδιά, τον καθοριστικό ρόλο παίζουν τα ακούσματα της οικογένειας και δευτερευόντως το σχολείο. Εμείς οι δάσκαλοι οφείλουμε να επιμένουμε στην ποιότητα. Ξέρετε, τα παιδιά μπορεί να μην ακολουθούν φαινομενικά αυτά που κάνουν οι γονείς τους αλλά καθορίζονται από αυτά. Ας πούμε, μπορεί να αντιδρούν στο να διαβάζουν βιβλία κάπου εκεί στην προεφηβία – όπως η μεγάλη μου κόρη αυτή την περίοδο – αλλά το διάβασμα στην οικογένεια μας είναι μια αξία που πιστεύω θα έχει μια θέση στην ζωή των παιδιών μας ίσως αργότερα.

Ποια είναι η πρώτη σας αντίδραση στην εικόνα μικρών παιδιών που - όταν δεν πνίγονται στο Αιγαίο - καταλήγουν να απωθούνται στα σύνορα;


Αισθάνθηκα λύπη. Ατέλειωτη λύπη. Θαυμάζω τους ανθρώπους που στα νησιά βοήθησαν τόσο κόσμο να σωθεί. Δεν ξέρω αν είμαι δειλή ή αν πραγματικά οι συνθήκες ζωής μου δεν μου επέτρεψαν να είμαι εκεί. Ίσως και τα δύο να ισχύουν Πάντως πρόσφατα πήρα μια πρωτοβουλία και μαζέψαμε στο σχολείο μου τρόφιμα να τα στείλουμε στους πρόσφυγες στον Πειραιά. Όλοι στον βαθμό που μπορούμε υπάρχει χώρος να προσφέρουμε. Άλλοι στα πιο δύσκολα και άλλοι στα λιγότερο. Οι πρόσφυγες είναι συνάνθρωποί μας. Θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς στη θέση τους. Αυτό πρέπει σιωπηλά να έχουμε όλοι στο μυαλό μας και να παίρνουμε ελπίδα από τα παιδιά που σώθηκαν και από τα αθώα μάτια των παιδιών μας που μας κοιτάνε καθημερινά ζητώντας να είμαστε δίπλα τους στήριγμά τους.


("Με τη μικρή μου κόρη Λεωνή...")