Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΠΑΡΤΥ ΣΤΟ ΦΑΛΗΡΟ, 1996





Πάρτυ στο Φάληρο, 1996


του Δημήτρη Κατσιάνου



Τον Άλκη Αλκαίο τον γνώρισα σε μια στροφή του τραγουδιού «Ρόζα» στο σπίτι του συμμαθητή μας Γιώργου Β. το 1996, σε ένα από τα οριακά μετεφηβικά πάρτυ της γενιάς του Beverly Hills, όταν η μουσική του πάρτυ ήταν ο δίσκος «Στου αιώνα την παράγκα».  Σε όλη τη διάρκεια του πάρτυ, με καλεσμένους από την αστική τάξη του Παλαιού Φαλήρου, πρώην συμμαθητές από ιδιωτικά σχολεία του Πειραιά και φοιτητές Ιατρικής που είχαν μόλις αρχίσει να φοράνε γραβάτες, η μουσική ήταν ο συγκεκριμένος δίσκος - ακούγαμε με τη σειρά, δηλαδή, όλα τα τραγούδια του δίσκου.

Ο οικοδεσπότης είχε μια αδυναμία στο τραγούδι «Λούνα Παρκ» λόγω μιας πρόσφατης ή εν εξελίξει συναισθηματικής περιπέτειας με συμμαθήτρια που δεν είχε όμως έρθει στο πάρτυ. Με συγκίνηση τραγουδούσε τον πρώτο στίχο και βίωνε την απώλεια του εφηβικού έρωτα.

Άλλος αγαπημένος φίλος και συμμαθητής μας, ο  Αλέξης Μ., χόρευε τη «Ρόζα», ήταν το τραγούδι του. Όταν λοιπόν ήρθε, η στιγμή της «Ρόζας», ο συμμαθητής μας σηκώθηκε να χορέψει κι εμείς όλοι, με αγάπη και νοσταλγία για τη ζωή του σχολείου, βρήκαμε καταφύγιο και ενότητα κρατώντας το ρυθμό με παλαμάκια, κατά τα ήθη της εποχής.

Δεν μπορούσα να συγχρονιστώ με το ρυθμό, οι πολλές άρσεις του ντράμερ ήταν για μένα ασύνδετες παύσεις. Δεν ξέρω πόσο καλά μεταφέρω την αίσθηση του ρυθμού, όμως ένιωθα περισσότερο σαν αφήγημα το τραγούδι αυτό, σαν αφηγηματικό παράπονο. Σκεφτόμουν πως την ίδια φευγαλέα, χαρακτηριστική, σχετική αστάθεια του ντράμερ είχα συναντήσει σε μια στιγμή του τραγουδιού «Ερωτικό», εκεί που επαναλαμβάνεται το μουσικό θέμα του τραγουδιού χωρίς λόγια, αμέσως πριν την επανάληψη της τελευταίας στροφής. Συνδυάζοντας τα μουσικά θέματα, ρυθμούς, τα παρεστιγμένα, πλησίασα τον συνθέτη κι είδα τον στιχουργό.

Σε συνέντευξή του το 1990, ο Άλκης Αλκαίος διαχωρίζει τον στιχουργό από τον ποιητή. Ο στιχουργός απευθύνει κι εμπιστεύεται το έργο του στον συνθέτη, ο ποιητής σε όλους.

Δεν ξέρω τι από τα δύο ήταν ο Αλκαίος. Ο Βαγγέλης Λιάρος είχε στην ψυχή και το σώμα του πληγές και βιώματα, την εικόνα της ελληνικής φύσης, την Πάργα, τον πατέρα του ο οποίος τον φρόντισε με αγάπη και συνέπεια - δεν ξέρω τι περισσότερο χρειάζεται για να ασχοληθεί ένας άνθρωπος με την ποίηση.

Ο Αλκαίος απευθύνθηκε σε πολλούς συνθέτες και τραγουδιστές, σε ευρύτερο κοινό, με τραγούδια για διάφορους καημούς και θέματα. Για νεότερους, προβληματισμένους, για Ρωμιούς, για φίλους, για εξορίες και εξάρσεις, για λουλούδια, για το χρόνο, για χρονικά, για πράγματα που ήρθαν και άλλα πολλά.






Ήθελα να γράψω για τον Αλκαίο ό,τι αισθάνθηκα ακούγοντας το τραγούδι νούμερο  οκτώ (8) του δίσκου «Στου Αιώνα την Παράγκα», με τη σειρά που ευλαβικά τηρούσαμε στο πάρτυ.

Νομίζω ο στίχος που θα μείνει για πάντα δίπλα στο όνομά του Αλκαίου είναι αυτές οι τέσσερις λέξεις: «Πάντα γελαστοί και γελασμένοι».

Γελαστοί για όσα πιστεύουν, ελπίζουν, για όσα εύχονται και υποφέρουν, για όσα προσπαθούν και μοχθούν να αποκτήσουν.

Γελαστοί ποιοί; Ποιοί είναι αυτοί που θέλουν και τολμούν να είναι γελαστοί, σε έναν κόσμο δύσκολο, σε μια ζωή δύσκολη, σε εχθρικά μέρη, σε ορίζοντες με αποχρώσεις του cobalt blue.

Κι αν είμαστε εμείς αυτοί, μπορούμε να τα καταφέρουμε, να πιστεύουμε στα αισιόδοξα λόγια της νεανικής μας ελπίδας; Μπορούμε να ελπίζουμε στα γελαστά πρόσωπα που υπήρχαν γύρω μας όταν αισθανόμασταν την αγάπη;

Είναι πολλές οι αποχρώσεις που περιστρέφονται γύρω από την εικόνα της ευτυχίας, κι ας διαλέξει ο καθένας αυτές που θέλει. Ας διαλέξει ο καθένας τη ζωή του, αρκεί οι κορδέλες που διαλέγει από τον κορμό της να συνθέτουν δεσμούς ισχυρούς και πολύχρωμους με την αγάπη.

Την αγάπη που υπομένει και δεν απελπίζεται, εκείνη που ιστορικά καταγράφεται από το Ευαγγέλιο, την καημένη αγάπη που θυσιάζεται για τους άλλους χωρίς να ζητάει τίποτα σαν αντάλλαγμα.

Πριν βγω εκτός θέματος, ας θυμίσω τις αγάπες αυτών που θυσιάστηκαν γελαστοί, σύμφωνα με το τραγούδι του Αλκαίου και την Ιστορία: Ελευθερία, Πατρίδα, Ομόνοια, Αδελφοσύνη.

Οι ήρωες του τραγουδιού ήταν άνθρωποι που αγάπησαν και έβαλαν τα κορμιά τους στους ιστούς της διάμεσης ύπαρξης, στον επίφοβο χώρο της τυφλής άποψης, της ανάδρομης βίας.

Κι αν γυρίσουμε σε μας, πως εμείς θα γίνουμε ήρωες για αυτό το τραγούδι; Τι πρέπει να σκεφτούμε όταν εξαϋλώνονται τα νήματα της ζωής ανθρώπων σαν κι αυτούς; Πώς θα τους αντικρίσουμε; Ποιά είναι η δικιά μας θυσία; Ποιές είναι οι δικές μας αγάπες, πόσο άξιοι είμαστε για την αγάπη;

Γιατί εδώ ο Αλκαίος, ο Βαγγέλης Λιάρος, δίνει μια απάντηση:
«Γελασμένοι»

Αυτή την απάντηση πήρα ακούγοντας το τραγούδι αυτό, που κρατάω ως  παρακαταθήκη του Αλκαίου.






Όση απογοήτευση κι αν κρύβει, όσα δάκρυα κι αν κρατάει στις σχισμές της, όσο αίμα κι αν έχει καλύψει τα χρόνια της, όση αδικία κι αν υπαινίσσεται, είναι μια σωστή απάντηση σε ερωτήματα που μας απασχολούν χρόνια.

Τα όνειρα μας συχνά σταματούν σε γραμμές, και είναι πολλές οι εξουσίες και άπλετη η βία που καθορίζουν αυτές τις γραμμές. 

Δεν είμαι ιστορικός ούτε πολιτικός αναλυτής, είμαι ένας συγκινημένος ακροατής, που πιστεύει ότι είναι κανείς γελασμένος όταν δεν αντιλαμβάνεται τους λόγους και τους μηχανισμούς με τους οποίους συμβαίνουν τα πράγματα, τον αντίκτυπο και τις συνέπειες των πράξεών του.

Από τη στιγμή που αυτά είναι κατανοητά, ο τρόπος εκδήλωσης του καθενός καθορίζεται από τα πιστεύω, τις ανάγκες και τη συνείδησή του, από εκείνες τις κορδέλες που έχει διαλέξει όπως είπαμε πριν.

Σωστό είναι ο καθένας να ζυγίζει τα πράγματα. Η θυσία με απώλεια της ζωής, μπορεί να αποτελεί μια πράξη ηρωισμού, όμως πρέπει να σκεφτόμαστε και τι αυτή συνεπάγεται, γιατί στη ζωή αυτή δεν είμαστε μόνοι μας, η ύπαρξη του ενός συνδέεται με εκείνη του άλλου.

Η στέρηση της ζωής του άλλου, είναι κι αυτή ένα μεγάλο κρίμα. Και δεν υπάρχει μέρος να κρύψει τον εαυτό και την πληγή του κάποιος όταν εκούσια στερεί τον εαυτό ενός άλλου. Για αυτό όσοι διατάχθηκαν να σκοτώσουν τους Κύπριους αγωνιστές θα αναμετριούνται κάθε στιγμή με τις ευθύνες τους.

Ο αγώνας - κάθε αγώνας - είναι, νομίζω, σωστό να γίνεται περισσότερο με το μυαλό και λιγότερο με την παρόρμηση. Να εμπιστευόμαστε, να συζητάμε, να διαβάζουμε, να μορφωνόμαστε.

Ανάμεσα στον συναισθηματικό και τον πραγματικό κόσμο υπάρχουν κι εκεί γραμμές, δεν είναι πάντα εύκολο και ανέξοδο να τις διακρίνεις.

Φυσικά μπορείς να διαλέξεις ο,τι πραγματικά θες. Είσαι πάντα ελεύθερος για αυτό, είναι στη δικαιοδοσία της ψυχής σου και δεν υπάρχει για σένα άλλο κριτήριο παρά αυτή, στην οποία τελικά θα λογοδοτήσεις.

Για αυτό νομίζω πως έχεις μια σπάνια ευκαιρία όταν μέσα από το τραγούδι νούμερο οκτώ του δίσκου "Στου αιώνα την παράγκα" σου μιλάει ο Βαγγέλης Λιάρος, και ουσιαστικά σου λέει:

«Κάνε ό,τι θες. Δεν είναι όμως όλα όπως νομίζεις»



Δεν υπάρχουν σχόλια: