Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

ΓΙΑΤΙ Η "ΣΤΑΛΑ" ΤΗΣ ΜΟΝΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΡΙΣΑΘΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ







Γιατί η «Στάλα» της Μόνικα είναι ένα τρισάθλιο τραγούδι



Διάβασα στο Facebook στον τοίχο μιας επαφής μου ότι η «Στάλα», το νέο τραγούδι της Μόνικα, είναι «καλοκαίρι, απλά καλοκαίρι». Απάντησα γράφοντας «είναι τρισάθλιο», και στη συνέχεια πήρα την απάντηση «Έχεις κάτι να πεις;».



Η αλήθεια είναι ότι η λέξη «τρισάθλιο» είναι επαρκέστατη για να περιγράψει κάτι που βρίσκεται σε πάρα πολύ κακή κατάσταση, αλλά προφανώς η συνομιλήτριά μου ήθελε επιχειρήματα και όχι μόνο χαρακτηρισμό. Ανταποκρινόμενος στην πρόσκλησή της, ιδού εφτά λόγοι που εξηγούν γιατί η «Στάλα» της Μόνικα είναι ένα τρισάθλιο τραγούδι:



1. Κάνει ρίμα την «πενιά» με τη «λεβεντοπενιά». Ναι, αλήθεια. «Δώσε μαέστρο μια πενιά / μια γιορτινή, μια λεβεντοπενιά». Να βγει η ομοιοκαταληξία, δηλαδή, κι ας είναι και με την ίδια λέξη. «Και τι να έλεγε;» θα μου πείτε. Ξέρω γω; «Δώσε μαέστρο μια πενιά / άνοιξε πέτρα να κλειστώ ξανά» (τιμούμε Μαρινέλλα) ή «Δώσε μαέστρο μια πενιά / το άγαλμα να πάρω αγκαλιά (Πουλόπουλος βέρσιον) ή «Δώσε μαέστρο μια πενιά / είμαι τριάντα κι όλα καθαρά (Μποφίλιου, μας κάνει). Αλλά εντάξει, θα μου πείτε, πρέπει να τιμούμε και τις παραδόσεις, και τον Λεωνίδα τον Μπαλάφα τον αρχι-λεβέντη που παλεύει να σταθεί στα πόδια του, οπότε και η λεβεντοπενιά και η λεβεντομαγκιά είναι πλέον must σ’ αυτή τη χώρα.

2. Οι στίχοι είναι άλλα ντ' άλλα Λούτσιο Ντάλα, στην τύχη. «Την καρδιά μου παιδεύεις σαν ξένο βαρύ φυλαχτό» [αν είναι ελληνικό το φυλαχτό δεν πιάνει, πρέπει να είναι εισαγωγής και δέκα κιλά τουλάχιστον] και «θέλεις μα δεν ξέρεις αν το θέλεις [αχ να κι αυτό που σας έλεγα για ομοιοκαταληξία με ίδιες λέξεις, θέλεις και πάλι θέλεις, εδώ όμως έχουμε και θέμα νοήματος, δηλαδή κοντεύει να γίνει Κυπριακό το αν θέλει ή όχι το παλληκάρι, αποφάσισε βρε αγόρι μου] και «βράδυ κάθε βράδυ κι αύριο πάλι» [ανησύχησα προς στιγμή ότι στη φράση «κάθε βράδυ» δεν περιλαμβάνεται το αυριανό βράδυ, αλλά εντάξει, κι αύριο βράδυ είναι, όλα οκ, θα κοιμηθούμε κι αύριο].

3. Να μείνουμε λίγο ακόμα στον στίχο παρακαλώ: τόσο «άκι» ούτε να ήτανε τραγούδι για τον μεγάλο τον Άκη τον Τσοχατζόπουλο, τον εθνικό μας οπλαρχηγό. Και δώστου «αεράκι», κι άντε πάλι «θαλασσάκι», και «ματάκι» έχω, και «χειλάκι», και «ναζάκι», και γενικά κου-πε-πε, μικρό μου πόνυ στο σαλονάκι σε κάνω όμορφο πολύ μικρό μου πόνυ στο σαλονάκι με τα στολίδια που ’χει εκεί μικρό μου πόνυ στο σαλονάκι χίλια δυο θα σου φοράω μικρό μου πόνυ στο σαλονάκι πόσο σ’ αγαπάω. Κάπου έρχεται και μια επανάληψη θεϊκή, «σαν αεράκι - άάάάάκι» και δεν ξέρεις τελικά αν είναι «αεράκι - Άκι» ή «αεράκι - Άκη» και αν πράγματι απευθύνεται σε κάποιον Άκη, ή στον Άκι τον Καουρισμάκι τον σκηνοθέτη βεβαίως βεβαίως.

4. Το τραγούδι πάσχει από σοβαρότατη κρίση συναισθηματικής ταυτότητας: όλα αυτά τα ναζάκια και τα χειλάκια παραπέμπουν σε καλοκαιρινή ανεμελιά και σε ερωτικά σκιρτήματα, αλλά η κοπέλα δεν μπορεί να ξεφορτωθεί το βαρύ φορτίο που έχει - και που συμμερίζομαι και σέβομαι απόλυτα - και κάπως έτσι φτάνουμε σε μια ερμηνεία που μόνο ανέμελη δεν είναι, και έχουμε ένα τραγούδι διχασμένο όπου ο στίχος λέει «θαλασσάκι καλοκαιρινό» αλλά το μακρόσυρτο, βαθύ «άάάάάκι» της Μόνικα παραπέμπει σε σάουντρακ horror movie με τη στάνταρ πλοκή με τα μούλικα που τα υιοθετούν και μετά πάνε στο ξένο το σπίτι και τα κάνουν όλα μπάχαλο και μετά κάθεσαι με το σφουγγαρόπανο και μαζεύεις τη σπλατεριά απ’ την οθόνη. Δηλαδή, για να κάνεις τη Βουγιουκλάκη δεν φτάνει να το λέει το δελτίο τύπου κι η Lifo και ο τσοπάνης του χωριού, πρέπει να το έχεις και μέσα σου κατιτίς.

5. Το τραγούδι σαν αίσθηση το έχω ξανακούσει, μία εσάνς «Έλα πάρε μου τη λύπη», ένα άρωμα «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω» στο πολύ πιο αργό, και γενικά μια κατάσταση ξαναζεσταμένη. Άσε που κάπου ανακυκλώνεται κι η ίδια η Μόνικα, με αυτή τη μία-από-τα-ίδια κορύφωση «Σαν θαλασσάκι καλοκαιρινό» του τέλους που φέρνει σε Yes I Do και “where we’ll live in happiness”, και τα οπερατικά «ααααααα» της εισαγωγής που τα ακούμε στο τέλος του «Away from my land» κλπ.

6. Η ενορχήστρωση ψάχνεται - πρώτα το ηλεκτρικό πιάνο παραπέμπει σε κάτι πράγματι λιτό και χαλαρό και lounge αλλά μετά πέφτει πάλι ο εύκολος εντυπωσιασμός των εγχόρδων και άντε να μαζέψεις τα ασυμμάζευτα. Δηλαδή, σοβαρά τώρα, να λες «πω, πω, πω, πω, αχ τι χαρά έχω απόψε» και να έχεις από πίσω κουαρτέτο εγχόρδων, γιατί; Στουμπώνουμε ένα νόημα απλουστευτικό - ως και σαχλό - με συμφωνική ορχήστρα. Οκ, το έχουν κάνει κι άλλοι πριν απ’ τη Μόνικα, δικαίωμά της να φάει κι αυτή ψωμάκι απ’ τη σοβαροφάνεια, αλλά πείτε μου ειλικρινά, αντέχετε να βλέπετε τον καημένο τον μαέστρο να διευθύνει σε αυτό το βίντεο; Δεν τον λυπάστε;






 7. Για το τέλος, το πιο εμφανές και ευκολάκι: η Μόνικα εμφανίζει στη «Στάλα» ερμηνευτικές αδυναμίες. Το ότι η άρθρωσή της έχει μια ξενική χροιά, ειδικά με το «ταυ» (π.χ. «το ’να με τ’ άλλο»), το θεωρώ φυσιολογικό εφόσον ακολουθεί διεθνή καριέρα και αποκλειστικά με αγγλόφωνα τραγούδια. Αλλά το να εμφανίζεται ασταθής με ανησυχεί, σε βαθμό που αναρωτιέμαι πραγματικά αν τη χαντάκωσαν ηθελημένα την κοπέλα, αν βαριόντουσαν οι μανατζαραίοι να ξανατρέχουν στο στούντιο, τι να πω. Και υπάρχει κι αυτό το ζήτημα με την εν γένει ερμηνευτική ατμόσφαιρα που θίξαμε και στο σημείο (4), σαν να μπαίνει μια φασόν κατάσταση ερμηνευτικά σ’ έναν στίχο και σ’ ένα νόημα που είναι πολλά χιλιόμετρα μακριά. Γιατί είναι ζήτημα; Γιατί δείχνει ότι η κατάσταση είναι συνθήκες εργαστηρίου, ότι το να φτιάξεις ένα τραγούδι έχει γίνει τσελεμεντές, συνταγή, με στόχο όχι τη μέσα έκφραση αλλά την παραγωγή συγκεκριμένων εμπορικά εκμεταλλεύσιμων συναισθημάτων στον ακροατή.

Προσοχή: το ότι η «Στάλα» είναι ένα τρισάθλιο τραγούδι δεν σημαίνει ότι δεν είναι ένα χρήσιμο τραγούδι. Είναι και παραείναι, και χρήσιμο, και διδακτικό, και διαφωτιστικό, και αν δεν υπήρχε δηλαδή μια «Στάλα» θα έπρεπε να εφεύρουμε μία. Γιατί το συγκεκριμένο τραγούδι δείχνει με τρόπο μοναδικά εύστοχο ότι το βαρέλι του ελληνικού τραγουδιού δεν έχει πάτο, ότι έχει χαθεί κάθε ελπίδα, ότι τραγούδι πάλι θα ακούσουμε σε 30 χρόνια από τώρα (και αν), ότι άσχετοι διευθυντές μάρκετινγκ έχουν πλέον πάρει τη θέση που είχαν παλιά ο Σαββόπουλος κι ο Ρασούλης και ο Μαυρουδής, κι ότι τέλος πάντων μια πραγματικά αξιοπρεπής πράξη θα ήταν να μαζευτούμε όλοι μαζί, να κλάψουμε και να αποχαιρετήσουμε το τραγουδάκι μας, να αποδεχθούμε την ήττα και το κλείσιμο του ιστορικού κύκλου, και να ασχοληθούμε με κάτι άλλο, με κάτι πραγματικά δημιουργικό, να καλλιεργήσουμε μαρούλια ή έστω να ασβεστώσουμε καμιάν αυλή, να γίνουμε χρήσιμοι στην κοινωνία, ρε παιδί μου, ή έστω να πάψουμε να την κοροϊδεύουμε.

ηρ.οικ.

3 σχόλια:

islander είπε...

Get a life.keep calm κ βρες τι φταιει στη ζωη σου mr balsamico.

islander είπε...

Get a life.keep calm κ βρες τι φταιει στη ζωη σου mr balsamico.

Μουσικά Προάστια είπε...

Στη ζωή μου δεν φταίει τίποτα, τα αυτιά μου τι φταίνε δεν ξέρω.