Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΛΟΪΖΟ




Τι να σας πω. Μένω αποσβολωμένος. Δεν ήταν βέβαια καλά στην υγεία του αλλά το πάλευε και υπήρχαν ελπίδες. Ήταν ο πιο μελωδικός απ’ όλους μας, ο πιο στέρεος. Μαζί ξεκινήσαμε, ήμασταν τέσσερις-πέντε. Οι περισσότεροι θέλαμε να κάνουμε τραγούδια που να ακούγονται μάλλον παρά να τραγουδιόνται - που θέλανε προσοχή και ησυχία από το ακροατήριο. Αλλά αυτός ήθελε να γράφει τραγούδια που να τραγουδιόνται. Κυρίως αυτός, λοιπόν, μας αντιπροσώπευε στο να γράφει τραγούδια που να τραγουδιόνται πλατιά. Μ’ αυτόν κυρίως τραγουδούσαμε. Με είχε βοηθήσει πολύ, μου είχε δείξει κιθάρα όταν είχαμε ξεκινήσει μαζί. Τώρα πια δεν βλεπόμαστε, δεν βλεπόμασταν, αλλά νοιώθω σαν να ’σπασε η αλυσίδα. Σκέφτομαι την κόρη του τη Μυρσίνη και τη γυναίκα του στην οδό Αττικής τότε. Σαν να περάσανε όλα μέσα σε μία στιγμή. Θυμάμαι μία φορά που πεινούσα και πήγα μέχρι το σπίτι του με τα πόδια - ξεκίνησα από το τέρμα Ιπποκράτους και περνώντας μετά Ακαδημίας, Πατησίων, κατέβηκα κάτω Αττικής και πήγα εκεί πέρα αλλά ούτε κι εκείνος είχε τίποτα για να φάμε και μου λέει «Πάμε σ’ έναν φίλο μου στην Κυψέλη που θα μας φιλέψει» και ξεκινάμε με τα πόδια πάλι, πάμε στην Κυψέλη και έτυχε και γινότανε κηδεία εκεί, είχε πεθάνει ο πατέρας του φίλου του, και καθίσαμε και φάγαμε κόλλυβα και φεύγοντας, θυμάμαι, γυρνάει και μου λέει: «Είδες που χρειάζεται κι ο θάνατος;».

Διονύσης Σαββόπουλος
(Από το Soundcloud της Μυρσίνης Λοΐζου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: